Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

Στο Γλαρονήσι


Στο Γλαρονήσι
Η Ελλάδα μας είναι διάσπαρτη από νησιά μικρά και μεγάλα, πολλά από αυτά είναι ακατοίκητα, άλλα πάλι έχουν λίγους κατοίκους και άλλα είναι οργανωμένα ως έδρες νομών με όλες τις υπηρεσίες του κράτους να λειτουργούν ή έστω να υπολειτουργούν. Στα μεγαλύτερα νησιά η συγκοινωνία είναι καθημερινή σε άλλα αραιότερη και σε μια σειρά νησιών είναι εβδομαδιαία ή και ακόμα αραιότερη. Σε ένα τέτοιο νησί της άγονης γραμμής, το Γλαρονήσι αρχίζει και τελειώνει η ιστορία του γάμου των παιδιών, που έδωσε την ευκαιρία για άλλη μια φορά οι κάτοικοι του να χωρισθούν σε δύο στρατόπεδα. Οι Γλαρονησιώτες από πολλά χρόνια ήταν χωρισμένοι στα δύο, κάθε φορά για διαφορετικούς λόγους, είτε πολιτικούς, είτε ποδοσφαιρικούς, είτε πολιτιστικούς, είτε επαγγελματικούς, πάντα είχαν λόγο να μαλώνουν μεταξύ τους και κάθε φορά οι σύνθεση των ομάδων άλλαζε, αρκεί να υπήρχε λόγος. Ο παπάς του νησιού προσπαθούσε να τους μονιάζει αλλά πήγαινε άδικος ο κόπος του. Άμα το παράκανε με τις φωνές του, του λέγανε περιπαικτικά όλοι μαζί να γυρίσει σπίτι του να κοιτάξει τις κόρες του και φεύγοντας ο παπάς, τέλειωνε ο καυγάς.
Ο μεγάλος καημός του παπά Νικόλα, ήταν πως είχε επτά παιδιά, μόνο κόρες, δεν αξιώθηκε να κάμει γιό να συνεχίσει την παράδοση της οικογένειας που ήθελε, δώδεκα γενιές τώρα ο παπάς του νησιού να είναι πρόγονος του. Στο Γλαρονήσι ή παπά Νικόλα ή παπά Μαθιό είχαν όλα το χρόνια, πάντα ο πρωτότοκος γινόταν παππάς στην θέση του πατέρα του. Προσευχότανε τουλάχιστον ένας από τους γαμπρούς του να συνέχιζε την παράδοση και σε κάθε ευκαιρία μίλαγε για αυτό το θέμα στα κορίτσια του.
Αυτή την φορά ο παπάς πρωτοστατούσε στον αγώνα εναντίον του γάμου που προγραμματίζονταν να γίνει στο νησί και ειδικότερα στο αρχοντικό της καπετάνισσας. Το αρχοντικό αυτό ήταν κτισμένο στη πίσω πλευρά του νησιού και είχε δικό του λιμανάκι. Το λέγανε της καπετάνισσας επειδή από πολλές γενιές, από τον καιρό της τουρκοκρατίας ακόμα, δινότανε προίκα στην πρωτότοκο κόρη και κάθε φορά άλλαζε το όνομα του νοικοκύρη. Αυτή την φορά δεν υπήρχε καπετάνισσα από συνέχεια αίματος, επειδή η τελευταία έκανε ένα μοναχογιό και πέρασαν όλα μετά το θάνατο της, στο όνομα του. Στεναχωριόταν ο παπάς βλέποντας πως έσπασε μία παράδοση του νησιού και έβλεπε πως σπάει και της δικής του οικογένειας.

Η τελευταία καπετάνισσα ήταν η Φρόσω του Γαρρά. Με πολύ δυσκολία κατάφερε να φέρει στον κόσμο ένα αγοράκι που βαπτίστηκε στο νησί το 1950 από τον παπά Μαθιό, τον πατέρα του σημερινού παπά και πήρε τ’ όνομα Νικόλας. Χωρίς κανένα οικονομικό πρόβλημα μεγάλωσε ο Νικόλας, αφού και η μάνα του και ο πατέρας κρατούσαν από καραβοκύρηδες, μορφώθηκε κατάλληλα να συνεχίσει την διαχείριση της περιουσίας του. Ο πατέρας του ο Γαρράς πέθανε νωρίς και η μάνα του η Φρόσω ανέλαβε την διεύθυνση. Συνέχισε να μένει στην Κηφισιά και κάθε καλοκαίρι βρισκότανε στο νησί, όπως και σε κάθε ευκαιρία που δινόταν, συνέχιζε την παράδοση που ήθελε την καπετάνισσα να φροντίζει για τις ανάγκες των Γλαρονησιωτών χωρίς εξαιρέσεις. Μοναδική κόντρα που είχε ποτέ, ήταν όταν ο παπάς ζήτησε να κτίσει μεγαλύτερη εκκλησία και εκείνη αρνήθηκε να χρηματοδοτήσει αντιπροτείνοντας όπως και έγινε τελικά να αναλάβει όλα τα έξοδα ανεγέρσεως σχολείου και την μισθοδοσία δασκάλου για τα παιδιά. Ισχυριζόταν πως σε λίγα χρόνια ο Ναός αυτός θα ήταν υπέρ το δέον ευρύχωρος για τους εναπομείναντες στο νησί. Ήταν ακόμα επίτιμος πρόεδρος του αλιευτικού συνεταιρισμού,  τον οποίο στην ουσία ίδρυσε και χρηματοδοτούσε συνέχεια την ζημιά που παρουσίαζε, από αγάπη στο νησί βοηθούσε, συνεχίζοντας την παράδοση του της οποίας ήταν κομμάτι. Αυτά τα αισθήματα φρόντισε να μεταλαμπαδεύσει στον μοναχογιό της Νικόλα. Του παρήγγειλε και του άφηνε «ευχή και κατάρα» να αποκτήσει κόρη, να την πεί Φρόσω και να την ορίσει καπετάνισσα. Αυτήν την νουθεσία είχε στο στόμα της όταν βρισκόταν στο νοσοκομείο στα 1976. Δίπλα της βρισκότανε συνέχεια ο γιός της και η προσωπική της νοσηλεύτρια η Αρετή από το Γλαρονήσι κι αυτή. Τέσσερεις μήνες έκανε στο κρεβάτι του πόνου πριν παραδώσει την ψυχή της στον Δημιουργό, χρόνος αρκετός για να γνωριστούν καλλίτερα ο Νικόλας και η Αρετή και να αγαπηθούν. Μετά την κηδεία  ανέλαβε τα οικονομικά θέματα ο Νικόλας πριν καλά-καλά τριανταρίσει, με όρεξη ρίχτηκε στην δουλειά χωρίς να αφήνει το νησί παραπονεμένο. Ένα χρόνο αργότερα παντρεύτηκε την Αρετή στο Γλαρονήσι, τους πάντρεψε ο συνονόματος του παππάς.
Η Αρετή κι ο Νικόλας αγαπιόντουσαν πολύ. Πέρασε δυο χρόνια από το γάμο και παιδί δεν είχαν και άρχισαν να ανησυχούν. Πήγανε σε γιατρούς και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, τους δίνανε ελπίδες αλλά αποτέλεσμα δεν βλέπανε. Δεν υπήρχε γκρίνια μεταξύ τους αντιθέτως η αγάπη τους με αυτό το πρόβλημα πολλαπλασιαζότανε και τα χρόνια περνούσαν. Μετά από επτά ολόκληρα χρόνια γάμου η Αρετή ήταν εκείνη που πρώτη μίλησε για διαζύγιο. Πιο πολύ σκεφτότανε την παραγγελιά «Ευχή και κατάρα». Φοβότανε; Ίσως. Περισσότερο τον Νικόλα σκεφτότανε παρά την δική της τύχη. Ο Νικόλας στην αρχή αντέδρασε έντονα, αγαπούσε την Αρετή, στο τέλος υποχώρησε και δέχτηκε να χωρίσουν προκειμένου να βρει άλλη γυναίκα που να μπορούσε να του δώσει παιδί. Μεγάλη έκπληξη δοκίμασε ο δικηγόρος που ανέλαβε τις σχετικές διαδικασίες, πρώτη φορά έβλεπε τόσο αγαπημένο ζευγάρι να χωρίζει.
Η ζωή μετά το διαζύγιο δεν ήταν ίδια και για τους δύο, έπρεπε να απομακρυνθούν. Ο Νικόλας έστειλε την Αρετή στο Λονδίνο, φροντίζοντας να προσληφθεί από τον φίλο του τον Θανάση. Η γυναίκα του είχε σκοτωθεί σε τροχαίο αφήνοντας του ένα κοριτσάκι δυο χρονών, που ήθελε φροντίδα από έμπιστα χέρια.  Η Αρετή είδε με τρυφερότητα το μικρό κορίτσι  και το φρόντιζε με αγάπη και στοργή. Προσπάθησε να οργανώσει την ζωή της και τα κατάφερε. Σε λίγο καιρό γοητεύτηκε ο Θανάσης, εκτίμησε την προσφορά της και την ζήτησε σε γάμο, εκείνη δεν έφερε αντιρρήσεις, πρόβαλλε όμως την απαίτηση ο γάμος θα γίνει όπως αρμόζει σε ελληνική χριστιανική οικογένεια και πως, θα πρέπει να βαπτίσουν το παιδί ορθόδοξα και όσα παιδιά θα έρθουν. Ο Θανάσης συμφωνούσε σε όλα, είχε βρει νοικοκυρά όπως την φανταζότανε και ο γάμος έγινε βαπτίστηκε το κορίτσι και το ονόμασαν Ευφροσύνη. Ένα χρόνο αργότερα η Αρετή κυοφορούσε και γέννησε δίδυμα αγοράκια. Ο Θανάσης πρότεινε στον Νικόλα να αναδεχθεί τα βρέφη, εκείνος αρνήθηκε αλλά ανέλαβε όλη την διαδικασία και τα έξοδα όλων των προσκεκλημένων για να βαπτιστούν στο Γλαρονήσι, έτσι τα παιδιά ονομάστηκαν Κωνσταντίνος και Ανδρέας.
Ενώ ήταν χαρούμενος από τις εξελίξεις  στην ζωή της Αρετής, ο Νικόλας έδειχνε μελαγχολικός. Το έτρωγε η έννοια πως  έφταιγε αυτός για την ατεκνία τους, αφού η Αρετή κατάφερε και γέννησε εύκολα και μάλιστα δίδυμα. Αισθανότανε ένοχος απέναντι της και ακόμα περισσότερο τον βασάνιζε η ιδέα πως αν ο ίδιος δεν τεκνοποιούσε πως θα συνεχίζονταν η παράδοση στο νησί και στο αρχοντικό της καπετάνισσας.  Στριφογύριζε στα αυτιά του η φωνή της μάνας του, «ευχή και κατάρα». Ενώ δεν του έλειπαν οι παρέες και οι γνωριμίες δεν τολμούσε να δημιουργήσει μόνιμο δεσμό, υποψιάζονταν πως τον γυρόφερναν για τα πολλά χρήματα που διέθετε και ξόδευε. Όλες οι επενδύσεις και τα ρίσκα του ήταν πετυχημένα και τα λεφτά πολλαπλασιαζόντουσαν. Μετά την βάπτιση των διδύμων του ήρθε μια ιδέα την οποία θέλησε να συζητήσει με την Αρετή, αλλά τον κρατούσε ο εγωισμός του, αυτός το έλεγε αξιοπρέπεια όμως το αίσθημα ήταν το ίδιο. Πήγε στο Γλαρονήσι και αφήνοντας την «αξιοπρέπεια» στην άκρη κάλεσε στο αρχοντικό την κερά Ρήνη την προξενήτρα. Στις μικρές κοινωνίες ο κόσμος σκέφτεται διαφορετικά από τις πολιτείες, ειδικότερα στα νησάκια εκείνα που πολλές φορές αποκλείονται για διαφόρους λόγους και υπάρχουν άνθρωποι που απολαμβάνουν την καθολική αναγνώριση. Ένα τέτοιο άτομο ήταν η κερά Ρήνη, δεν προκαλούσε ούτε και γινότανε ποτέ αντικείμενο σχολιασμών και ας ζούσε στο Γλαρονήσι, που οι κάτοικοι του δεν υπερβαίνανε τις δυο χιλιάδες ψυχές.
Ο Νικόλας την δέχθηκε όρθιος στο μπαλκόνι που έβλεπε στην θάλασσα. Της άνοιξε την καρδιά του λέγοντας πως θέλει να βρει γυναίκα η οποία όμως θα έχει παιδί αν είναι δυνατόν και κορίτσι. Η κερά Ρήνη περπάτησε πάνω κάτω στο μπαλκόνι κάμποση ώρα προτού ανοίξει το στόμα της.
-Άκου Νικόλα παιδί μου, το νησί μας είναι πολύ μικρό για να μπορούμε να διαλέξουμε και ακόμα περισσότερο τα κορίτσια εδώ είναι όλα ή σχεδόν όλα φρόνιμα και δεν κάνουν αυτά που κάνουν στης Αθήνα που ζεις. Θέλεις να πάω μέχρι την Άνδρο να ψάξω.
-Όχι δεν θέλω, ξέχασε το θέμα, να είσαι καλά.
Ξεκίνησε να κατεβαίνει τις σκάλες σκεφτική και πριν φτάσει στο τέλος έκανε μεταβολή και ξαναγύρισε.
-Νικόλα βρήκα.
-Τι έπαθες κερά Ρήνη;
-Η Ασπασώ η χήρα του Αποστόλη που πήγε στο Βέλγιο και σκοτώθηκε στις στοές, έχει δυο παιδιά το μεγάλο πάει στο δημοτικό.
-Ξέρω, μονολόγησε ξέρω είναι όμως και τα δυο αγόρια.
-Ναι είναι και τα δυο αγόρια τι σημασία έχει όμως; Τίμια γυναίκα και ίσως η μόνη κατάλληλη για καπετάνισσα, νέα είναι θα σου κάνει και κορίτσι με την βοήθεια του Θεού.
Το σκέφτηκε για λίγο ο Νικόλας και μετά έδιωξε την κερά Ρήνη παραγγέλνοντας να ερευνήσει λίγο το θέμα με εχεμύθεια και σε δεκαπέντε μέρες που θα γυρνούσε πάλι στο νησί θα ξαναντάμωναν. Δεν είχε δουλειά στην Αθήνα, ανέβηκε ως εκεί για να μην βρίσκεται στο νησί, είχε την εντύπωση πως όλοι ξέρανε το πρόβλημα του και τον σχολιάζανε. Ταξίδεψε μέχρι το Λονδίνο απλά για κουβεντιάσει το θέμα με την Αρετή που πάντα θεωρούσε πως ήταν δικός του άνθρωπος. Αυτό που περισσότερο φοβότανε, ήταν η απόρριψη από την πλευρά της χήρας. Είχε αποφασίσει πως σε τέτοια περίπτωση θα πουλούσε το αρχοντικό και δεν θα ξαναπατούσε ποτέ το Γλαρονήσι, όλα τα πράγματα, έλεγε, έχουν αρχή και τέλος έτσι και η παράδοση αυτή έφτανε στο τέλος της. Η Αρετή τον έπεισε πως δεν υπάρχει περίπτωση να αφήσει τέτοια ευκαιρία η Ασπασώ, αφού η μάνα του άφησε την «ευχή και κατάρα» θα του έδινε κόρη μια γνήσια Γλαρονησιώτισσα που δεν έφυγε από το νησί της. Λίγο ήθελε και αυτός να πειστεί και γύρισε στο αρχοντικό νωρίτερα. Την επομένη της αφίξεως του ήρθε η κερά Ρήνη και τον βρήκε, του μετέφερε την καταφατική απάντηση της Ασπασώς και τους όρους της που ήταν αυτονόητοι. Τα αγόρια της θα εξακολουθούσαν να έχουν το όνομα του πατέρα τους και το προξενιό θα ολοκληρωθεί στο σπίτι της με την παρουσία του παπά. Κανονίστηκε και αυτό εύκολα και την επομένη Κυριακή ο Νικόλας βρισκόταν στην εκκλησία του νησιού και μετά την απόλυση πήγε μαζί με τον συνονόματο του παπά στο σπίτι της Ασπασώς, τα είπανε και όρισαν την ημέρα του γάμου χωρίς φαμφάρες. Έκανε και μια προσφορά στο ναό για την ανέγερση χωριστού καμπαναριού εις μνήμη του Αποστόλη, έγινε ο γάμος και εγκαταστάθηκε η Ασπασώ στο αρχοντικό της καπετάνισσας. Ολόκληρο το νησί χάρηκε για το γεγονός, την προσφωνούσαν καπετάνισσα και εκείνη χωρίς στιγμή να καβαλήσει το καλάμι ανέλαβε να είναι κερά και αρχόντισσα του νησιού. Πριν περάσουν εξ μήνες από τον γάμο συνέλαβε η Ασπασώ. Χάρηκε ο Νικόλας και περίμενε την τύχη να του δώσει κορίτσι να το ονομάσει Φρόσω, αλλά η χαρά διήρκησε όσο και η εγκυμοσύνη. Φλεβάρης του 1989 ήταν όταν μπήκε εσπευσμένα στο μαιευτήριο η Ασπασώ να γεννήσει τον τρίτο γιό της αλλά η ίδια δεν βγήκε ζωντανή. Η μάνα της μόλις έμαθε το νέο σπάραξε και κοίταξε στα μάτια τον Νικόλα, εκείνος την πλησίασε την αγκάλιασε από τους ώμους, την έσφιξε για λίγο και την παρηγόρησε.
-Ηρέμησε, τώρα είμαστε οικογένεια, και τα τρία παιδιά είναι δικά μου και εσύ θα αναλάβεις όσο μπορείς να τα μεγαλώσεις, θα σου βρω βοήθεια και θα είμαι πάντα κοντά τους και κοντά σου.
Το μαιευτήριο δέχθηκε να φιλοξενήσει το νεογέννητο για λίγες ημέρες μέχρι να ταχτοποιηθεί το θέμα της κηδείας και κατόπιν το παρέδωσε στον Νικόλα που με την σειρά του το ακούμπησε στα χέρια της πεθεράς του. Είχε προσλάβει ήδη για μόνιμη βρεφοκόμο, μια μεγαλοκοπέλα που του σύστησε ο γιατρός και που ήταν διατιθεμένη να μετακομίσει στο Γλαρονήσι. Επέστρεψε στο αρχοντικό της καπετάνισσας χωρίς αυτήν. Περίμεναν τα ορφανά που μόνο ορφάνια δεν είχαν νοιώσει από τον δεύτερο γάμο της μάνας τους, να δούνε το αδελφάκι τους και μόλις το είδαν γυρίσανε στο παιχνίδι τους. Αργά εκείνο το βράδυ άρχισαν να ζητούν την μάνα τους και τότε ανέλαβε το δύσκολο έργο της η γιαγιά να αναστήσει τρία αγοράκια σε αυτήν την προχωρημένη ηλικία.
Το καλοκαίρι δεν άργησε να έρθει και προσκάλεσε ο Νικόλας την Αρετή με τον Θανάση να περάσουν τις διακοπές στο αρχοντικό της καπετάνισσας και εκείνοι ανταποκρίθηκαν θετικά φέρνοντας μαζί τους και τα δικά τους παιδιά. Έξι παιδιά γέμισαν με φωνές και κλάματα το σπίτι. Η Ευφροσύνη (Έφη) ο Κωνσταντίνος (Κώστας) ο  Ανδρέας ο Γεώργιος (Γιωργής) ο Ματθαίος (Μαθιός) και το αβάπτιστο που είχε αποφασίσει ο Νικόλας να το βαπτίσει Ευφρόσυνο (Άκη) δώσανε μια νότα αισιοδοξίας για το μέλλον.
Ένας λόγος να χωριστεί πάλι το νησί σε δύο ομάδες, ήταν η απόφαση του Νικόλα να βαπτίσει το μωρό του και οι αντιρρήσεις του παπά που ισχυριζότανε πως δεν χρόνιασε η μάνα του στον τάφο. Τελικά ένα τηλεφώνημα από την Μητρόπολη έκαμψε τις αντιρρήσεις του και έγινε η βάπτιση το ίδιο καλοκαίρι, με ανάδοχο την κερά Ρήνη. Το επόμενο καλοκαίρι και κάθε καλοκαίρι από τότε γινότανε η ίδια συνάθροιση στο αρχοντικό της καπετάνισσας.
Ο Νικόλας αγόρασε ελικόπτερο και έμαθε να το πιλοτάρει, το χρησιμοποιούσε συχνά για τις μετακινήσεις του, φροντίζοντας να είναι κοντά στα τρία αγόρια όσο οι υποχρεώσεις του επέτρεπαν. Ποτέ δεν ξεχώρισε σε τίποτα τα δυο ορφανά από το δικό του, αλλά και ποτέ δεν τους είπε να πάρουν το όνομα του. Τα θεωρούσε παιδιά του και μεγαλώνανε μαζί. Φρόντισε όταν ο Γιωργής τελείωνε το σχολείο να υπάρχει καθημερινό δρομολόγιο με καΐκι προς την Άνδρο, ενώ υπήρχε πάντα στο λιμανάκι σε επιφυλακή το ταχύπλοο. Έπρεπε να συνεχίσουν τα παιδιά το γυμνάσιο και το λύκειο και δεν ήθελε να τα απομακρύνει από το Γλαρονήσι.
Τα χρόνια περνούσαν και παιδιά μεγαλώνανε. Κάθε καλοκαίρι με ανυπομονησία περίμεναν του λονδρέζους. Η Αρετή στενοχωριόταν για την μοναξιά του Νικόλα, γνώριζε τον καημό του και την κουβέντα της μάνας του «ευχή και κατάρα» και προσπαθούσε σε κάθε ευκαιρία να του απαλύνει τον πόνο. Λέγοντας πως θα πέμψει ο Θεός νύφη κατάλληλη για να συνεχίσει την παράδοση. Από τις συχνές συναναστροφές και τις πολλές κουβέντες αναθερμάνθηκε ο έρωτας τους και αποφάσισαν να το πουν του Θανάση.
«-Επιτέλους πολιτισμένοι άνθρωποι είμαστε, δεν χωρίσαμε επειδή δεν αγαπιόμασταν, θα καταλάβει», σκέφτηκαν. Και ο Θανάσης κατάλαβε, δεν έφερε πολλές αντιρρήσεις και χωρίσανε πολιτισμένα με την Αρετή. Έμεινε η Έφη με τον πατέρα της και τα δίδυμα ακολούθησαν την μάννα τους, που εγκαταστάθηκε στο Γλαρονήσι στο αρχοντικό της καπετάνισσας. Από την χαρά του ο Νικόλας ήθελε ο γάμος με την Αρετή να γίνει με κάθε μεγαλοπρέπεια που αρμόζει στον άρχοντα του νησιού. Το κουβέντιασε με το παπά Νικόλα και εκείνος έφερε αντιρρήσεις. Πείσμωσε ο Νικόλας θυμήθηκε τα γεγονότα στην βάπτιση και απείλησε πως θα κτίσει Ναό στο κτήμα του και θα φέρει άλλον ιερέα να τελέσει το μυστήριο, ακόμα και τον Μητροπολίτη θα καλούσε να τον στεφανώσει, όσο κι αν κόστιζε αυτό. Έτσι βρήκαν ευκαιρία οι Γλαρονησιώτες να χωριστού για άλλη μια φορά.
Πράγματι ξεκίνησε και σε ελάχιστο χρόνο ήταν έτοιμο το ναΐδριο στο κτήμα, δίπλα στο αρχοντικό και το αφιέρωσε στην Αγία Ευφροσύνη. Βρήκε τον Μητροπολίτη και συμφώνησε να κάμει εγκαίνια, δεν συμφώνησε όμως να τον παντρέψει, λέγοντας πως μεν επιτρέπετε ο τρίτος γάμος αλλά είναι κατ οικονομία, δεν είναι σαν τον πρώτο. Στο τέλος του καλοκαιριού 1998, παντρεύτηκαν με την Αρετή με ιερέα που έστειλε η Μητρόπολη στο Ναό του Αρχοντικού, ο οποίος τελικά έμεινε χωρίς εγκαίνια.
Προτού ανατείλει η νέα χιλιετηρίδα ο Γιωργής τελείωσε το Λύκειο στην Άνδρο, έπρεπε να σπουδάσει. Έγραψε στις πανελλήνιες αλλά δεν εισήχθη πουθενά. Το γεγονός αυτό για τους οικονομικά εύρωστους δεν είναι εμπόδιο, αποφάσισαν να συνεχίσει στο Λονδίνο. Ο Θανάσης (άνθρωπος της οικογένειας) ανέλαβε την διαμονή του και η  Έφη φοιτήτρια σε κολέγιο για τα οικονομικά θα τον βοηθούσε σε ότι χρειαζότανε. Έτσι και έγινε.
Στις διακοπές των Χριστουγέννων, σμίξανε όλοι μαζί και ο Γιωργής τους μίλησε με πολύ ενθουσιασμό για το κολλέγιο που σπούδαζε, μια χρονιά πίσω από την Έφη. Τα δίδυμα και ο Άκης ακούγανε με ενδιαφέρον και κάνανε σχέδια, ο Μαθιός όμως έμενε αμίλητος σε αυτές τις συζητήσεις. Ο Νικόλας και η Αρετή αισθανόντουσαν ευτυχισμένοι.
Δυο χρόνια αργότερα τα δίδυμα και ο Μαθιός ετοιμαζόντουσαν για τις πανελλήνιες, πολύ χαλαρά, μα πολύ-πολύ χαλαρά. Δεν θέλανε να πετύχουν για να πάνε στο Λονδίνο, ο Μαθιός ιδιαίτερα δεν ήθελε να πάει πουθενά, είχε βαρεθεί το σχολείο και ζητούσε να δουλέψει. Μάταια ο Νικόλας προσπαθούσε να τον πείσει, προθυμοποιήθηκε να τον βοηθήσει να κάνει ότι δουλειά θέλει και εκείνος ζήτησε να μπαρκάρει στο καΐκι που πήγαινε και ερχότανε στην Άνδρο και ο Νικόλας δεν του χάλασε χατίρι. Το σπίτι άδειασε από παιδιά εκτός από τον Άκη, που μόλις μπήκε στο Λύκειο.
Στο αρχοντικό της καπετάνισσας δεν υπήρχε καπετάνισσα, η Αρετή δεν αποδέχθηκε αυτόν τον τίτλο και την καλούσαν Κυρία. Η πεθερά του Νικόλα πέθανε και η μεγαλοκοπέλα που είχε αναλάβει τον Άκη από βρέφος είχε γίνει πλέον μέλος της οικογένειας. Το υπόλοιπο προσωπικού του αρχοντικού ανανεωνόταν αλλά συνέχιζε να είναι το ίδιο, διαδεχόμενο τους γονείς τους τα παιδιά όπως χρόνια και χρόνια γινότανε.
Όταν ο Άκης τελείωσε το λύκειο ήταν επιμελής μαθητής και θα είχε σίγουρα επιτυχία, ανακοίνωσε στον πατέρα του, πως δεν υπάρχει λόγος να γράψει στις πανελλήνιες καθότι είχε αποφασίσει να σπουδάσει και αυτός στο Λονδίνο οικονομικά. Ο πατέρας του δεν είχε καμία αντίρρηση.
Έφτασε η στιγμή να φύγει για το Λονδίνο και ο Νικόλας θέλησε να συνοδεύσει το παιδί του μέχρι εκεί, τον συγκράτησε η Αρετή.
-Τόσα χρόνια δεν τα ξεχώρισες, τώρα τι σε έπιασε;
Σφίχτηκε η καρδιά του, αυτό ήταν το μοναδικό αίμα του. Εδώ χωρούσε η «ευχή και κατάρα», βούρκωσε και δεν το συνόδευσε, αλλά το αποχαιρέτισε στην σκάλα όπως όλα τα άλλα αγόρια που μεγάλωσαν σε αυτό το σπίτι.
Ο Κώστας και Ανδρέας κάνανε πρακτική στην εταιρία του πατέρα τους η Έφη είχε ανοίξει στο Λονδίνο δική της επιχείρηση, ο Γιωργής δούλευε στην εταιρία του Νικόλα και ο Μαθιός εξελισσόταν σε καπετάνιο του καϊκιού. Ο Άκης έφθασε στο Λονδίνο τον παρέλαβαν ο Θανάσης και η Έφη και τον φρόντισαν όπως και τα υπόλοιπα αγόρια.
Το καλοκαίρι ήταν καθιερωμένη η συνάντηση για διακοπές, τώρα είχαν μικρότερη διάρκεια, αλλά έπρεπε να μαζευτούν οπωσδήποτε όλοι μαζί στο Γλαρονήσι. Εκείνο το καλοκαίρι του 2008, ήταν διαφορετικό. Η Έφη και ο Άκης ξεμοναχιάζονταν και μιλούσαν σοβαρά πολλές ώρες, τα άλλα αγόρια κάνανε συναγωνισμό στην τρέλα της νιότης. Η Αρετή το έβλεπε αυτό και ανησυχούσε αλλά δεν καταλάβαινε το λόγο.
Στο τέλος του καλοκαιριού όταν σκόρπισαν τα παιδιά, ο Μαθιός ζήτησε από τον Νικόλα να βρει τον παπά και να του ζητήσει το Λενιό την δεύτερη κόρη του, την έβλεπε στο καΐκι που πηγαινοερχότανε και τα είχανε μιλημένα. Ήταν η μόνη από τα επτά κορίτσια του παπά Νικόλα που συνέχισε το σχολείο μέχρι το λύκειο. Ο Νικόλας βρήκε τον παπά τα είπανε, εκείνος έφερε αντίρρηση λέγοντας πως η μεγαλύτερη είναι ακόμα ελεύθερη και δεν ταιριάζει, ο Νικόλας του διευκρίνισε πως, η πρώτη θα έπρεπε σύμφωνα με το έθιμο να πάρει παπά, αφού δεν είχε γιό και ο Μαθιός είναι θαλασσινός, είναι άδικο να πετάξει την τύχη του κοριτσιού  που μπορεί να γίνει και καπετάνισσα, τελικά συμφωνήσαν ο γάμος να γίνει την επομένη των Χριστουγέννων, να είναι όλα τα παιδιά στο σπίτι και στις χαρές του Μαθιού. Βρήκαν πάλι με το γάμο αυτό, οι Γλαρονησιώτες λόγο να τρώγονται.
Ήρθαν τα Χριστούγεννα και έγινε ο γάμος του Μαθιού και της Λενιός, χορέψανε και τραγουδήσανε όλοι Γλαρονησιώτες. Χάρηκε πολύ ο Νικόλας με τον γάμο, τον απασχολούσε όμως η σοβαρότητα που είχε όλες τις ημέρες ο Άκης και ζήτησε να μάθει τον λόγο, το παιδί του είπε πως τα μαθήματα είναι πιο δύσκολα από τα αναμενόμενα και ηρέμησε.
Πριν μπει η Σαρακοστή κυκλοφόρησε στο νησί το μαντάτο πως ο Μαθιός θα γινόταν παπάς σε διαδοχή του πεθερού του. Κατάφερε το Λενιό και τον έπεισε, θα χειροτονούτανε αλλά, δεν θα άφηνε το καΐκι
Το πρωτοκύριακο της ορθοδοξίας πέρασε ο Δεσπότης από την Άνδρο και τον χειροτόνησε ιεροδιάκονο και Κυριακή του Θωμά θα ερχότανε ο Μητροπολίτης στο Γλαρονήσι για την χειροτονία. Αυτήν την φορά δεν χωρίστηκε το νησί, ήταν από τις λίγες φορές που ομονοούσαν. Ο Μαθιός μετά την χειροτονία του απόκτησε το παρανόμι ο «καπεταν παπάς». Μαθήτευε κοντά στον παπά Νικόλα τις Κυριακές κα τις σχόλες και τον άλλο καιρό δίπλα στον καπετάνιο του καϊκιού με σκοπό να διαδεχτεί κάποια μέρα και τους δύο.
Το επόμενο καλοκαίρι ήταν εκείνο που τάραξε το νησί. Τα παιδιά του Νικόλα δεν φανήκαν για τις καθιερωμένες από πολλά χρόνια διακοπές, η Έφη και ο Άκης μείνανε στο Λονδίνο με απόφαση να κάνουν κάμπινγκ, ο Γιωργής είχε ανειλημμένες υποχρεώσεις. Ο Μαθιός παπάς πλέον είχε άλλες υποχρεώσεις ενώ τα δίδυμα θέλανε να πάνε σε εξωτικούς τόπους. Μόνο ο Θανάσης ήρθε και αυτός για λίγες ημέρες και σε αυτές ήταν σκυθρωπός, κάτι τον απασχολούσε και δεν ήθελε να εκδηλωθεί, αλλά δεν μπορούσε και να κρυφτεί. Η Αρετή τον πλησίασε πολλές φορές, εκείνος δεν άνοιγε την καρδιά του, να ομολογήσει τι ήταν αυτό που τον βασάνιζε. Ο Νικόλας τον διαβεβαίωσε πως αν χρειάζεται οικονομική βοήθεια ή οτιδήποτε άλλο μπορούσε ήταν διατεθειμένος να συνεισφέρει, άδικος κόπος, ο Θανάσης έφυγε για το Λονδίνο το ίδιο σκεφτικός όπως ήρθε.
Στα μισά του Σεπτέμβρη κάλεσε ο Θανάσης την Αρετή να έρθει στο Λονδίνο μονάχη. Εκείνη με την σύμφωνη γνώμη του Νικόλα σε δυο μέρες ταξίδευε να τον ανταμώσει. Τότε έσκασε η βόμβα.
-Ξέρεις Αρετή, μίλησε ξέπνοα, η Έφη περιμένει παιδί.
-Αυτό είναι ευχάριστο, γιατί ταράζεσαι, επειδή δεν είναι παντρεμένη, θα τακτοποιηθεί το θέμα.
-Ο πατέρας του παιδιού είναι ο Άκης.
Η Αρετή λιποθύμησε. Όταν συνήλθε μετά από κάμποση ώρα, ζήτησε να δεί τα παιδιά, να μιλήσουν και να βρουν λύση στο πρόβλημα. Ο Θανάσης την οδήγησε στο σπίτι της Έφης. Μόλις είδε τον Άκη σήκωσε το χέρι να τον χαστουκίσει, αλλά δεν ολοκλήρωσε την κίνηση, την σταμάτησε μια σκέψη, «υπό ποία ιδιότητα θα το έκαμε; Παιδί της ήτανε; Όχι δεν ήτανε» γύρισε την ματιά της στην Έφη και αμέσως μετά άνοιξε και τα δυο χέρια σε μια μεγάλη αγκαλιά –Έλα κοντά μου, είπε και η Έφη έστερξε. Την αγκάλιασε στοργικά με πολύ αγάπη σκεφτόμενη «μήπως και αυτή παιδί μου είναι;»
Μετά τις πρώτες συγκινήσεις κάθισαν να βρούνε λύση. Ο Θανάσης πρότεινε να κάνει έκτρωση να φύγει ο Άκης από το Λονδίνο και να ξεχαστεί η υπόθεση. Η Έφη ούτε που ήθελε να το συζητήσει, «-Θα το κάνω το παιδί και θα το μεγαλώσω μόνη μου, αν φύγει ο Άκης» έλεγε. Ο Άκης έμενε αμίλητος, έδειχνε φοβισμένος. Η μόνη που διατηρούσε την ψυχραιμία της ήταν η Αρετή. Ζήτησε ένα ποτήρι νερό και βρήκε την λύση. Γάμος αμέσως και όλα τακτοποιούνται. Ο Θανάσης αντέδρασε, «-Πως θα παντρευτούν, παντρεύονται τα αδέλφια;» η Αρετή απήντησε αμέσως «-Ποια αδέλφια; Που τα βλέπεις; Η Έφη είναι δική σου κόρη με την μακαρίτισσα και ο Άκης είναι του Νικόλα γιός με την άλλη μακαρίτισσα, εγώ τα μεγάλωσα τα νοιώθω δικά μου, αλλά δεν τα γέννησα, δεν έχουμε το ίδιο αίμα, ούτε αυτά μεταξύ τους». Ηρέμησαν τα πνεύματα με την κουβέντα της Αρετής η οποία συνέχισε προς τον Θανάση με τόνο που δεν σήκωνε αντιρρήσεις. «-Ειδοποιήστε τον Νικόλα να έρθει χωρίς να του πεις τίποτα» την επομένη έφτασε στο Λονδίνο ο Νικόλας.
Στο σπίτι της Έφης δέχθηκε την πρώτη ψυχρολουσία ο Νικόλας, ένοιωσε το ταβάνι να τον πλακώνει, περπατούσε θυμωμένα σαν θεριό σε κλουβί. Η Αρετή ψυχραιμότερη από όλους επέμενε πως η λύση είναι ο γάμος. Ο Νικόλας όπως και ο Θανάσης ρώτησε «παντρεύονται τα αδέλφια;» «-Μα δεν είναι καλέ μου αδέλφια» εξήγησε η Αρετή και ανέλυσε πάλι την συγγένεια. Ο Θανάσης πρότεινε να γίνει πολιτικός γάμος στο Λονδίνο και να μην ξαναγυρίσουν στο νησί τα παιδιά αλλιώς το σκάνδαλο θα ήταν πολύ μεγάλο για να το αντέξουν οι Γλαρονησιώτες. Η Αρετή επέμενε πως δεν υπάρχει κόλλημα και ο γάμος να γίνει στο νησί με κάθε μεγαλοπρέπεια και η Έφη θα γινότανε η επόμενη καπετάνισσα, θυμόταν την παραγγελιά «ευχή και κατάρα» και έλεγε πως εκπληρωνότανε αφού το βαπτιστικό όνομα της Έφης είναι Ευφροσύνη όπως της πεθεράς της. Μετά αρκετή προσπάθεια πείσθηκαν όλοι πως ήταν η καλλίτερη λύση και ανέλαβε ο Νικόλας να βρει τον παπά στο Γλαρονήσι να κανονίσουν το γάμο το ταχύτερο δυνατόν. Την ίδια μέρα ταξίδευε για την Αθήνα μαζί με την Αρετή. Σε όλη την διάρκεια του ταξιδιού θυμότανε την έκφραση της μάνας του «ευχή και κατάρα» και δυσανασχετούσε για την έκβαση των γεγονότων, έπρεπε να φανεί γενναίος και να ολοκληρώσει την αποστολή του, να γίνει ο γάμος με κάθε μεγαλοπρέπεια, να συνεχίσει η παράδοση στο νησί που του έλειπε η καπετάνισσα.
Όταν έφτασαν στο Γλαρονήσι ο Νικόλας και η Αρετή, κάλεσαν το παπά Νικόλα να έρθει στο αρχοντικό να κουβεντιάσουν, εκείνος αναζήτησε τον γαμπρό του τον καπετάν παπά και μετά τον εσπερινό ανέβηκαν παρέα στο αρχοντικό της καπετάνισσας. Χάρηκαν οι οικοδεσπότες που είδαν τον παπά Μαθιό να συμμετέχει στα δρώμενα του χωριού. Μετά το κέρασμα ο Νικόλας ζήτησε να ετοιμαστεί ο παπάς γιατί στο πανηγύρι της Αγίας Ευφροσύνης στις 25 του μηνός, θα γινόταν και ο γάμος των παιδιών. Ο παπάς ρώτησε σε ποια παιδιά αναφέρεται και όταν του εξήγησε πως πρόκειται για τον Άκη και την Έφη, έβαλε τις φωνές.
-Δεν γίνεται τέτοιος γάμος στο νησί, τα αδέλφια δεν παίρνονται.
-Μα παπά δεν είναι αδέλφια, έσπευσε η αρετή να του εξηγήσει.
Αυτός όμως ήταν ανένδοτος, δεν έμπαινε καν στο κόπο να ακούσει, θύμωσε ο Νικόλας και άρχισε να απειλεί.
-Δε πά να φωνάζεις θα τους παντρέψει ο Μαθιός, και παπά έχω και εκκλησία
-Γάμος δεν γίνεται χωρίς την δική μου υπογραφή, και εγώ δεν τον ευλογώ, σκέψου τι θα γίνει άμα το μάθει το νησί, χαμός θα γίνει, κάνε πίσω, και σηκώθηκε να φύγει βλέποντας προς τον καπετάν παπά, αυτός σηκώθηκε και τον ακολούθησε, δοκίμασε ο Νικόλας να τον σταματήσει αλλά άδικος ο κόπος.
Την αμέσως επόμενη μέρα ενώ το νησί βρήκε την ευκαιρία να χωριστεί στα δυο, ο Νικόλας με την Αρετή ζήτησαν συνάντηση με τον Δεσπότη, στον οποίο εξήγησαν όλη την κατάσταση. Προθυμοποιήθηκε ο Μητροπολίτης να τελέσει αυτός το πανηγύρι και αμέσως μετά τον γάμο. Έτσι ναύλωσε ειδικό σκάφος που μετέφερε τον Δεσπότη και την συνοδεία του 11 ιερείς και διακόνους και έγινε ο γάμος με τέτοια μεγαλοπρέπεια που δεν είχαν ξαναδεί ποτέ στο Γλαρονήσι. Ο παπά Νικόλας δεν συμμετείχε και θύμωσε τόσο που κατάθεσε χαρτιά για σύνταξη και ανέλαβε εφημέριος στο νησί ο γαμπρός του.
 Ένα χρόνο αργότερα στο ίδιο πανηγύρι έγιναν και τα βαφτίσια της μικρής καπετανοπούλας από τον παπά Μαθιό.
 Γράψανε στα χαρτιά πως στον Ναό της αγίας  Ευφροσύνης δώσανε το όνομα Ευφροσύνη  στην κόρη του Ευφροσύνου και της Ευφροσύνης,  και την φωνάζανε Φρόσω η καπετανοπούλα. Έτσι συνεχίστηκε η παράδοση  και το Γλαρονήσι απέκτησε παπά Μαθιό και βάπτισε την καπετάνισσα.
    

Δεν υπάρχουν σχόλια: