Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

Ο Χειμώνας ήρθε

Άλλαξε η ώρα, πέρασε η εθνική Επέτειος του Όχι, και μπήκαμε και τυπικά πλέον στην χειμερινή περίοδο, άσχετα αν το λέμε φθινόπωρο, η αλλαγή της ατμόσφαιρας, έκανε και την πατρίδα μας να έχει δύο εποχές. Η άνοιξη και φθινόπωρο εξαφανίστηκαν.
Βγαίνουν τα χειμερινά ρούχα από τα μπαούλα, στρώνονται χαλιά και κουρελούδες, μπότες και γαλότσες έχουν την τιμητική τους. Μπαίνει στην άκρη η σφουγγαρίστρα και αναλαμβάνει καθήκοντα η ηλεκτρική σκούπα.
Πόσες παραδόσεις σχετίζονται με τον χειμώνα; δεν μετρώνται. Στα μοναστήρια των Μετεώρων, την ημέρα του Αγίου Δημητρίου άναβε το τζάκι, και παρέμενε αναμμένο μέχρι του Αγίου Κωνσταντίνου τον Μάιο, τότε μόνο το σβήνανε, σήμερα είναι διαφορετικά αφού διαθέτουν κεντρική θέρμανση και είναι όλοι οι χώροι ζεστοί.
Στην Κρήτη πάλι περιμένουν του Αγίου Γεωργίου, την ανακομιδή των λειψάνων του στις 3 Νοεμβρίου, για να ανοίξουν τα βαρέλια με το φρέσκο κρασί και να αρχίσουν τις ετοιμασίες για το λιομάζωμα, που θα ξεκινήσει μετά τον Άγιο Νικόλα στις 6 Δεκεμβρίου.
Είναι δυνατόν να γραφτούν κατεβατά ολόκληρα, για την ζωή των Ελλήνων της επαρχίας, των αγροτών ιδιαίτερα, που συνδυάζονται με κάποιο Άγιο της Εκκλησίας, του οποίου τη Χάρη επικαλούνται για να ξεκινήσουν την δουλειά.
Στις πολιτείες τα πράγματα είναι αλλιώς, χειμώνας και καλοκαίρι, λίγη διαφορά έχουν, το χειμώνα κλείνουν πόρτες και παράθυρα, για την βροχή και το κρύο, ανάβουν τα καλοριφέρ και χαζεύουν την τηλεόραση. Το καλοκαίρι πάλι κλείνουν πόρτες και παράθυρα, για το θόρυβο και την ζέστη, ανάβουν τα κλιματιστικά, και χαζεύουν τηλεόραση.
Ο άνθρωπος της πολιτείας έχασε πολύ από την ανθρωπιά του, το κυνήγι του μεροκάματου, που ποτέ δεν επαρκεί, είναι ένας διαρκής και ανελέητος αγώνας. Σε αυτόν τον αγώνα δεν του μένει καιρός να αναπτύξει άλλα ενδιαφέροντα.
Στην πόλη ακόμα και την καλημέρα χρειάζεται να την αγοράσεις. Ακόμα και εκείνοι που δουλεύουν στα εργοστάσια, και υποτίθεται πως είναι εξασφαλισμένοι, (μόνιμο μεροκάματο και ασφάλιση,) ζουν με το άγχος. Το εισόδημα τους είναι σταθερό, οι υποχρεώσεις όμως πολλαπλασιάζονται, οι απαιτήσεις του συγχρόνου τρόπου ζωής είναι πολυδάπανες.
Είμαστε που λέει ο Λαός (στο έμπα του χειμώνα), ας αφήσουμε λίγο από τις δικές μας σκοτούρες, και να σκεφτούμε κάποιους άλλους, που περνάνε δυσκολότερα. Δεν θα πω για κείνους που έχουν πόλεμο και είναι μακριά μας, αλλά για τους συμπολίτες, υπάρχουν άστεγοι, υπάρχουν άνεργοι, υπάρχουν ανάπηροι, υπάρχουν άποροι, ας ρίξουμε όλοι γύρω μια ματιά και αν δεν μπορούμε να βοηθήσουμε, ας πούμε δόξα τω Θεώ, είμαι καλά γιατί υπάρχουν χειρότερα.

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Ο σκύλος

Τα σχόλια που ακολούθησαν την ανάρτηση με θέμα την απανθρωπιά, αφορούσαν περισσότερο την ανθρωπιά του ζώου και λιγότερο την κατάντια του ανθρώπου.




Πολλά χρόνια τώρα έχω κατοικίδια ζώα συντροφιά, μια εποχή είχα φτάσει τον αριθμό των γατιών 40, από δύο μικρά πεταμένα στα σκουπίδια. Και ενώ αυτά καθάρισαν μια μεγάλη έκταση από φίδια και ποντίκια, άρχισαν να εξαφανίζονται απότομα και σε τέσσαρες ημέρες δεν είχε μείνει ούτε ένα. Λυπήθηκα, αλλά ο ανθρώπινος παράγοντας είναι ανεξέλεγκτος.
Κάποια εποχή που ζούσα μέσα στο δάσος της Καλαμπάκας, είχα δύο σκυλιά, κοπρίτες, ένα μικρό μαύρο, το έλεγα σκύλα, και ένα μεγαλόσωμο το φώναζα ρόνι, προς τιμήν του Ρόλαντ Ρήγκαν, πρόεδρου της Αμερικής. Νοέμβριος μήνας ήταν, του 1986.
Κάποιο σούρουπο άρχισε να βρέχει δυνατά και ασταμάτητα. Ο ρόνι είχε τρελαθεί να γαυγίζει και να ορμά μια στην πόρτα και μια επάνω μου. το κοιτούσα και απορούσα τι ήθελε, με τα πολλά άνοιξα την πόρτα και το άφησα, αλλά δεν έφευγε. Έβαλα την μουσαμαδιά και τον ακολούθησα, η σκύλα ξωπίσω μου και παραπίσω παρά την βροχή ένα γατάκι που είχα μαζέψει εκείνες τις μέρες. Με οδήγησε ο σκύλος στην ρεματιά που είχα τον νεροσυλλέκτη.
Εκεί διαπίστωσα ότι το νερό είχε γίνει χείμαρρος, και κινδύνευε να παρασυρθεί όλη την κατασκευή. Προσπαθώντας να περισώσω το μηχάνημα (αντλία), γλίστρησα, πιάστηκα από το δέντρο αλλά μου έφυγε το καπέλο. Το μικρό σκυλί όρμησε μέσα στο νερό για να το πιάσει, και το νερό το παρέσυρε, το μεγάλο τριβότανε απάνω μου.
Γύρισα πίσω λυπημένος και κουρασμένος από την προσπάθεια, αλλά και παράλληλα προβληματισμένος, διότι χωρίς αντλία πώς θα ερχότανε το νερό στο καλύβι. Όταν έκατσα δίπλα στην σόμπα, αφού άλλαξα ρούχα, ο ρόνι ήρθε δίπλα μου, να με παρηγορήσει με τον τρόπο του, αψηφούσε τα δικά του χάλια και μου έκανε παιχνίδια. Το γατάκι είχε στεγνώσει και ροχάλιζε δίπλα στην σόμπα.
Ήθελα να φωνάξω, δεν μπορούσα από το κρύο, ήθελα να μιλήσω αλλά σε ποιόν, ο σκύλος σύντροφος, όσο καλός και χρήσιμος κι αν είναι, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υποκαθιστά την ανθρώπινη παρουσία.
Κόντευε να ξημερώσει, όταν ο ρόνι άρχισε να γρυλίζει, μάταια προσπαθούσα να καταλάβω, το ζωντανό έτρεχε στην πόρτα και γυρνούσε, πήγα να ανοίξω και απέξω ήταν η σκύλα με το καπέλο μου στο στόμα, την υποδέχθηκε ο σκύλος και την οδήγησε κοντά στην σόμπα. Το γατάκι κοιμότανε και ροχάλιζε. Η αλληλεγγύη μεταξύ των σκυλιών, με έκανε να προβληματιστώ πολύ τότε, αν την είχαν οι άνθρωποι αυτήν την αλληλεγγύη και την συμπόνια μεταξύ τους, θα ήταν αλλιώς ο κόσμος.
Δυο μέρες αργότερα, η σκύλα ψόφησε, την έθαψα και ξεκίνησα για την βάση μου, για ανεφοδιασμό. Ο σκύλος από κοντά, τον έδιωχνα να γυρίσει στο καλύβι, δεν άκουγε, δύο βήματα πήγαινε πίσω και αμέσως με ακολουθούσε πάλι. Χειμώνας, και στο δάσος δεν είναι καθόλου ευχάριστη η πορεία. Πήγα και γύριζα με τις προμήθειες και ο ρόνι με ακολουθούσε. Κόντεψα να φτάσω στο καλύβι, όταν άρχισε να τρέχει έξαλα, τον ακολούθησα μέχρι το λάκκο που είχα θάψει την σκύλα, εκεί διαπίστωσα πως κάποιο άλλο ζώο, την είχε ξεθάψει και την είχε φάει. Ο ρόνι δεν ήθελε να περάσει την πόρτα, καιροφυλακτούσε γύρω γύρω από τον λάκκο. Το σούρουπο, ακούστηκε μια ντουφεκιά, βγήκα έξω βιαστικά και τον είδα ξαπλωμένο κάτω να σπαρταρά, από το ρέμα ερχότανε κάποιος άνθρωπος, με το δίκαννο στο χέρι, δικός σου είναι; Μου ξέκανε 7 γίδια. Αμίλητος τον κοίταξα. –θα με κεράσεις ένα τσίπουρο; Έγνεψα αρνητικά, πήρα το φτυάρι και μεγάλωσα το λάκκο για να χωρέσει τον ρόνι.

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

Απανθρωπιά

Από το Άλμπουμ
«Wall Photos» από Helen Helen

Βλέποντας την φωτογραφία αυτή, θέλοντας και μη λυπάσαι, απεικονίζει ένα νέον άνδρα εξαιρετικά ταπεινωμένο και θλιμμένο.

Γράφει πολύ εύστοχα ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός «τέσσαρα είναι τα είδη της λύπης. Η κατάθλιψη, η στεναχώρια, ο φθόνος και η συμπάθεια, κατάθλιψη είναι η λύπη που αφαιρεί την φωνή, στεναχώρια είναι η λύπη που βαραίνει την ψυχή, φθόνος είναι η λύπη για την ξένη ευτυχία και συμπάθεια είναι η λύπη για την ξένη δυστυχία». Στην προκειμένη περίπτωση ταιριάζουν και τα τέσσαρα είδη.
Για να κάτσει στην μέση του δρόμου, κάποια αιτία υπήρξε, πιθανόν κάποιο παραστράτημα, κάποια παρανομία, της οποίας πλήρωσε το τίμημα ή ακόμα το πληρώνει, κι όμως αυτός ο άνθρωπος αυτό που ζητά είναι η επανένταξη, είναι μια δεύτερη ή μια τρίτη ευκαιρία, την δικαιούται, γιατί τον καταδικάζει έτσι η κοινωνία; Αυτός ο νέος χρειάζεται μια ζεστή αγκαλιά και την βρήκε στο σκύλο, αφού ο άνθρωπος του το αρνείται. Ο σκύλος, το ανόητο αυτό κτήνος, έδωσε σε αυτόν τον άνθρωπο λόγο για να ζήσει, το περιεχόμενο του καπέλου, που έχει απλωμένο για την όποια ελεημοσύνη του δώσουν οι περαστικοί, είναι απόλυτα βέβαιο πως θα το μοιραστούν δίκαια.
Πιθανόν όμως να μην συμβαίνει κάτι τέτοιο, να είναι πιθανόν ένα ακόμη θύμα της οικονομικής κρίσης, που μας λένε οι ειδήμονες. Μπορεί να είναι άστεγος από φυσική καταστροφή, από σεισμό ή από οτιδήποτε άλλο φανταστούμε, μπορεί, μπορεί, μπορεί. Το σίγουρο είναι πως ο δυστυχής αυτός δεν μπορεί να σηκώσει το κεφάλι ψηλά.
Πρέπει να μένουμε άφωνοι και στενοχωρημένοι βλέποντας τον, να φθονούμε την ευτυχία του σκύλου και να λυπόμαστε για την κατάντια του ανθρώπου.


Εδώ τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα.


ΚΕΝΟΔΟΞΙΑ

Αββά Ισαάκ του Σύρου
῾Ο κύων ὁ λείχων τό ῥινίον, ἐκ τοῦ αἵματος ἑαυτοῦ πίνει, καί οὐκ οἶδε τήν βλάβην αὐτοῦ ἐκ τῆς γλυκύτητος τοῦ ἰδίου αἵματος· καί ὁ Μοναχός ὁ κλίνων πιεῖν κενοδοξίαν, ἐκ τῆς ζωῆς αὐτοῦ συμπίνει, καί οὐκ αἰσθάνεται τῆς βλάβης αὐτοῦ ἐκ τῆς γλυκύτητος τῆς πρός ὥραν γινομένης.῾Η δόξα ἡ κοσμική πέτρα ἐστίν ἐν τῇ θαλάσσῃ σκεπαζομένη ὑπό τῶν ὑδάτων, καί οὐ γινώσκεται τῷ ναύτῃ, ἕως ἄν ἐπιστῇ ἐν αὐτῇ τό πλοῖον κάτωθεν, καί πληρωθῇ ὕδατος· οὕτως ἡ κενοδοξία ποιεῖ εἰς τόν ἄνθρωπον, ἕως ἄν βυθίσῃ καί ἀπολέσῃ αὐτόν.

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

Η παράδοση

Μια προσφιλής παρομοίωση που συνηθίζω είναι η αυτή που παρουσιάζει τον ιερέα με σωλήνα που μεταφέρει τον νερό, έτσι αυτός που διψά για την χάρη του Θεού αδιαφορεί για την ποιότητα της σωλήνας και τρέχει στην άκρη να ξεδιψάσει.
Ο Επίσκοπος της Εκκλησίας είναι εκείνος, που έχει την διαρκή διαδοχή από τον καιρό των Αποστόλων, μέχρι σήμερα, ακόμα είναι εκείνος που έχει το προνόμιο να μεταδίδει την ιεροσύνη στον άμεσο βοηθό του, τον Ιερέα. Ο Ιερέας είναι ο φορέας της ιεροσύνης, στον οποίο θα προστρέξουμε για ότι μας απασχολεί, προκειμένου να βρούμε την χάρη του Κυρίου μας και να ξεδιψάσουμε. Ο Επίσκοπος μαζί με τον Ιερέα είναι η ζωντανή και συνεχής παράδοση της Εκκλησίας 20 αιώνες τώρα. Αν υπάρχει και καμιά τρύπα στο λάστιχο καμιά φορά, στάζουν σταγόνες και γίνονται λασπόνερα, αυτά δεν ξεδιψάνε, η μεγάλη ποσότητα της χάριτος αδιάκοπα τραβά το δρόμο της.
Τα τελευταία χρόνια αναβιώνουν κατά τόπους παλαιά έθιμα, και αυτά τα ονομάζουμε παράδοση. Είναι θεμιτά όσο δεν άπτονται της Θείας Λατρείας.
Υπάρχουν δυστυχώς και στην εκκλησία οι βασιλικότεροι του Βασιλέως, οι ζηλωτές ή κατά φαντασία πιστότεροι και καλλίτεροι Χριστιανοί, που επιδιώκουν να επιβάλουν τρόπους συμπεριφοράς όπως αυτοί τους αντιλαμβάνονται. Περιορίζουν την Πίστη μας, στο τι έφαγες, πόσες εικόνες προσκύνησες, και σε πόσα ξωκλήσια και πανηγύρια παρευρέθηκες. Η πρόχειρη απάντηση για όλα έτσι το έκανε η γιαγιά μου ή η μαμά μου. κάποιες άλλες ποιο αφελείς, φοβερίζουν τα παιδάκια με τον Παπά, και μετά θέλουν το παιδάκι να πάει χαρούμενο να κοινωνήσει, είναι ποτέ δυνατόν; Ερμηνεύουν χωρία και αποφθέγματα της Γραφής χωρία να ξέρουν να διαβάσουν, επιμένοντας πως έτσι τα βρήκαμε και έτσι θα τα παραδώσουμε.
Ας μην γελιόμαστε, από εκεί δεν ξεδιψάει κανείς, αυτά είναι τα λασπόνερα. Κοινωνούν από παράδοση και αποτρέπουν και άλλους να προσέλθουν στο Ποτήριο της Ζωής, γιατί δεν είναι έτοιμοι, που το ξέρουν τάχα; Επικριτικά στέκονται «νήστεψες, ξομολογήθηκες;» και λόγο ηλικίας δεν τις αποπαίρνουμε. Όμως η απάντηση θα πρέπει να είναι «κοίτα κυρά μου την δουλειά σου». Αυτές οι γυναίκες δεν είναι παράδοση, είναι μπελάς.
Υπάρχουν Ιερείς Πνευματικοί, που πρέπει να καταφεύγουμε για κάθε μας απορία. Η Αλήθεια δεν άλλαξε, είναι η ίδια στους αιώνες, άλλαξε όμως ο τρόπος μεταδόσεως, αλλάξανε τα μέσα και οι τρόποι προσέγγισης των πιστών, και όμως ο κάθε Επίσκοπος και Ιερέας εξακολουθεί να κηρύττει την Αλήθεια, δηλαδή Σταυρωμένο και Αναστημένο Χριστό. Αυτόν που σε τελευταία ανάλυση θα μας ξεδιψάσει στους αιώνας.

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2009

Ἐμοῦ τοῦ πατρὸς ἀκούσατε

 Ἐμοῦ τοῦ πατρὸς ἀκούσατε, τέκνα, καὶ οὕτως ποιήσατε, ἵνα σωθῆτε·
ὁ γὰρ κύριος ἐδόξασεν πατέρα ἐπὶ τέκνοις καὶ κρίσιν μητρὸς ἐστερέωσεν ἐφ’ υἱοῖς.
ὁ τιμῶν πατέρα ἐξιλάσκεται ἁμαρτίας,
καὶ ὡς ὁ ἀποθησαυρίζων ὁ δοξάζων μητέρα αὐτοῦ.
ὁ τιμῶν πατέρα εὐφρανθήσεται ὑπὸ τέκνων καὶ ἐν ἡμέρᾳ προσευχῆς αὐτοῦ εἰσακουσθήσεται.
ὁ δοξάζων πατέρα μακροημερεύσει, καὶ ὁ εἰσακούων κυρίου ἀναπαύσει μητέρα αὐτοῦ·
καὶ ὡς δεσπόταις δουλεύσει ἐν τοῖς γεννήσασιν αὐτόν.
ἐν ἔργῳ καὶ λόγῳ τίμα τὸν πατέρα σου, ἵνα ἐπέλθῃ σοι εὐλογία παρ’ αὐτοῦ·
εὐλογία γὰρ πατρὸς στηρίζει οἴκους τέκνων, κατάρα δὲ μητρὸς ἐκριζοῖ θεμέλια.
μὴ δοξάζου ἐν ἀτιμίᾳ πατρός σου, οὐ γάρ ἐστίν σοι δόξα πατρὸς ἀτιμία·
ἡ γὰρ δόξα ἀνθρώπου ἐκ τιμῆς πατρὸς αὐτοῦ, καὶ ὄνειδος τέκνοις μήτηρ ἐν ἀδοξίᾳ.
τέκνον, ἀντιλαβοῦ ἐν γήρᾳ πατρός σου καὶ μὴ λυπήσῃς αὐτὸν ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ·
κἂν ἀπολείπῃ σύνεσιν, συγγνώμην ἔχε καὶ μὴ ἀτιμάσῃς αὐτὸν ἐν πάσῃ ἰσχύι σου.
ἐλεημοσύνη γὰρ πατρὸς οὐκ ἐπιλησθήσεται καὶ ἀντὶ ἁμαρτιῶν προσανοικοδομηθήσεταί σοι.
ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς σου ἀναμνησθήσεταί σου· ὡς εὐδία ἐπὶ παγετῷ, οὕτως ἀναλυθήσονταί σου αἱ ἁμαρτίαι.
ὡς βλάσφημος ὁ ἐγκαταλιπὼν πατέρα, καὶ κεκατηραμένος ὑπὸ κυρίου ὁ παροργίζων μητέρα αὐτοῦ.
Τέκνον, ἐν πραύτητι τὰ ἔργα σου διέξαγε, καὶ ὑπὸ ἀνθρώπου δεκτοῦ ἀγαπηθήσῃ.
ὅσῳ μέγας εἶ, τοσούτῳ ταπείνου σεαυτόν, καὶ ἔναντι κυρίου εὑρήσεις χάριν·

Να θυμάται για πάντα β΄.

Όταν το παρελθόν γίνεται η πιο δυνατή νοσταλγία, τότε το παρόν σωπαίνει και το μέλλον καταδικάζεται στην πιο βαριά ποινή: να θυμάται για πάντα.

Καμιά φορά αρκεί μια πρόταση να σου κάτσει μέσα στο μυαλό, και να μην σε αφήνει να σκεφτείς κάτι άλλο. Επανέρχομαι στο θέμα, να θυμάσαι για πάντα.
Μια λέξη που θα βγει από το στόμα απερίσκεπτα, και είναι λάθος, πόσες λέξεις θα χρειαστούν για να την ακυρώσουν; Μα, θα πρέπει να προσέχουμε και να σκεπτόμαστε την κάθε μας κουβέντα, όμως τότε χάθηκε ο αυθορμητισμός μας. Αυτός ο αυθορμητισμός είναι αιτία πολλών παρεξηγήσεων, και όμως είναι μια μοναδική ένδειξη της ανθρωπιάς μας.
Αυτήν την λέξη που ξεστομίζουμε την θυμόμαστε για πάντα, δεν υπάρχει περίπτωση να ξαναμπεί στο στόμα, και αυτό είναι η τιμωρία.
Από τους σχολιασμούς επιλέγω ένα δίστιχο

Η θύμιση μου εγίνηκε δεντρί και το ποτήζω
και στο παχύ του ασκιανό ολημερής καθήζω!!!

Σε κρητική διάλεκτο γραμμένο και εγώ απαντώ του.

Το παρελθόν σαν είν’ δενδρί
Με δάκρυ το ποτίζεις
Καλιά να μαραθεί
Ποτέ να μην τ’ορίζεις.

Το παρελθόν είναι το εργαλείο που σχεδιάζει το μέλλον.

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2009

Στ’Αποστόλη το κουτούκι

Συνήθως όταν κάθομαι μπροστά στο πληκτρολόγιο, το ραδιόφωνο αναλαμβάνει καθήκοντα. Με κάποιο θέμα που απασχολούσε, και απλά έβλεπα την οθόνη, άκουσα ένα παλιό τραγούδι από τον Στράτο Διονυσίου, «το μπουζούκι του Νικόλα του το σπάσανε», και αμέσως άλλαξα θέμα και τίτλο.
Το μπουζούκι κάποτε ήτανε παρεξηγημένο όργανο, και ας τραγουδήθηκαν με την συνοδεία του χιλιάδες τραγούδια. Ταβέρνα και κουτούκι δεν υπήρχε που να μην είχε κρεμασμένο στον τοίχο ένα Μπουζούκι, για όποιον μερακλή ήθελε να ρίξει δυό πενιές. Ένα τέτοιο καπηλειό, ήτανε τ’ Αποστόλη στην Ν Φιλαδέλφεια. Υπόγεια ταβέρνα, κατέβαινες δέκα επτά σκαλιά, για να αντικρίσεις έναν τεράστιο μαλλιαρό σκύλο κουλουριασμένο στην μέση του μαγαζιού, σήκωνε το κεφάλι σε έβλεπε και ξανακοιμότανε, σαν να γνώριζε ή να αναγνώριζε τους θαμώνες. Αργά το βράδυ και όταν ο Αποστόλης τον διέταζε ανέβαινε την σκάλα και κανείς δεν τολμούσε να κατέβει.
Γύρω γύρω υπήρχε μια σιδεροκατασκευή που άντεχε το βάρος 10 μεγάλων βαρελιών, που το καθένα είχε μια ξεχωριστή επιγραφή.
Το πρώτο φέρνει την χαρά,
Το δεύτερο ευτυχία
Το τρίτο την απόλαυση
Το τέταρτο ευθυμία
Το πέμπτο την συζήτηση
Το έκτο διαφωνία
Το έβδομο την διαφορά
Το όγδοο φασαρία
Το ένατο την συμπλοκή
Το δέκατο την αστυνομία.
Το μαγαζί δεν σερβίριζε μπίρα ή ούζο ή οποιοδήποτε άλλο οινοπνευματώδη εκτός από κρασί. Ο Αποστόλης, ήταν απόλυτος σε αυτό το θέμα, «αυτό είναι το αίμα του Χριστού», το έλεγε και το πίστευε και ας μην ήξερε που πέφτει η εκκλησία. Αυτός ήταν μάγειρας, σερβιτόρος και λαντζέρης. Δεν υπήρχε δεύτερο άτομο σε αυτήν την δουλειά, γι αυτό στην πινακίδα απέξω έγραφε απλά, Αποστόλης.
Ακριβώς απέναντι από την σκάλα, εκατέρωθεν του Βενιζέλου, υπήρχαν κρεμασμένα δύο μπουζούκια και από κάτω ένας μπαγλαμάς, και όταν τον πείραζε κανείς γιατί δεν είχε άλλα όργανα, κορδωνότανε, εδώ είναι αντρικό το μαγαζί, λιμοκοντόροι δεν φτουράνε. Πράγματι μόνο άνδρες κατεβαίνανε, οι περισσότεροι ρεμπέτες, μεροκαματιάρηδες μικρέμποροι περιπλανώμενοι, μικροπωλητές, λαχειοπώληδες, κάτι κρατούσαν στο χέρι όταν έρχονταν, και αυτό το μοιράζονταν. Ήταν μια ιδιόρρυθμη οικογένεια θα έλεγα. Κάθε αργά ανέβαινε ο σκύλος απάνω και τότε άναβε ο ναργιλές.
Κάποιοι από αυτούς παίρνανε το μπουζούκι στο χέρι, και γρατζουνούσαν τραγουδώντας παράφωνα, νταλκάδες και καημούς, κυρίως μικρασιάτικους.
Ο χώρος ήταν πηγή εμπνεύσεως, και δεν ήταν λίγες οι φορές που αντάμωναν σημαντικοί μουσικοί.
Το γνωστότερο τραγούδι ήταν «στ’Αποστόλη το κουτούκι μπήκα και άκουσα μπουζούκι». Γράφτηκε αφού έφυγε από την τούτη ζωή ο Αποστόλης, η κηδεία έγινε ρεφενέ όλων των μερακλήδων φίλων του, και ο σκύλος, εγκαταστάθηκε στο κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο του χωρίς να τρώει και να πίνει μέχρι που ψόφησε.

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

να θυμάται για πάντα.

Όταν το παρελθόν γίνεται η πιο δυνατή νοσταλγία, τότε το παρόν σωπαίνει και το μέλλον καταδικάζεται στην πιο βαριά ποινή: να θυμάται για πάντα.

Το παραπάνω απόφθεγμα μιας καλής φίλης, με προβλημάτισε πολύ, με έβαλε σε σκέψεις πολλές και αποφάσισα να εμβαθύνω. Η πρόταση αρχίζει με ένα «όταν», και αν δεν, τι γίνεται; Νοσταλγία νιώθουμε για τις καλές στιγμές, κι αν είναι λίγες; Το παρελθόν να γίνει η πιο δυνατή νοσταλγία, μα οι νοσταλγίες πάντα από το παρελθόν πηγάζουν, άρα η δύναμη της με τι θα συγκριθεί; Τότε το παρόν σωπαίνει, μα υπάρχει άραγε παρόν; Μια στιγμή πριν είναι παρελθόν και μια μετά είναι μέλλον, και έρχεται η καταδίκη, να θυμάται για πάντα, είναι καταδίκη να θυμάσαι; Τότε ευτυχισμένοι και λεύτεροι όσοι πάσχουν από τον Γερμανό Αλσχαΐμερ.

Όταν το παρελθόν γίνεται η πιο δυνατή νοσταλγία, τότε το παρόν σωπαίνει και το μέλλον καταδικάζεται στην πιο βαριά ποινή: να θυμάται για πάντα.

Από άλλη οπτική γωνιά, η καταδίκη στη θύμηση μπορεί να είναι λύτρωση και ταξίδι σε χρόνο και χώρο, κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της φαντασίας μας. Η νοσταλγία ωραιοποιεί καταστάσεις, θάβει τα θλιβερά, μας μοστράρει τα ευχάριστα και δικαιολογεί τα αδικαιολόγητα.
Η θύμηση όμως, το κακό παιδί της μνήμης, μας προσγειώνει στην πραγματικότητα. Για να φτάσουμε σε αυτό το παρόν, περάσαμε από συγκεκριμένο παρελθόν, και το τώρα, είναι το αποτέλεσμα του.
Είναι καταδίκη η θύμηση όταν δεν έχουμε διάθεση για μετάνοια, να μην επαναλάβουμε τα όσα λάθη κάμανε. Και ποιος είναι ο αρμόδιος που θα ξεχωρίσει τα καλά και κακά; Γι αυτό ο καθένας έχει τον δικό του μάστορα. Εκείνος που έχει εμμονή στην άποψη του και δεν συμβουλεύεται, είναι όντως καταδικασμένος, να θυμάται και να μελαγχολεί, και η μελαγχολία είναι αρρώστια.

Και αυτό από την Μαρίνα δεν το σχολιάζω.
Η ζωή δεν μετριέται από τις αναπνοές που παίρνουμε αλλά από τις στιγμές που μας κόβουν την αναπνοή"....Καλημέρα....

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009

Σοφία

Πρμ2:1 Υἱέ, ἐὰν δεξάμενος ῥῆσιν ἐμῆς ἐντολῆς κρύψῃς παρὰ σεαυτῷ,

Πρμ2:2 ὑπακούσεται σοφίας τὸ οὖς σου, καὶ παραβαλεῖς καρδίαν σου εἰς σύνεσιν, παραβαλεῖς δὲ αὐτὴν ἐπὶ νουθέτησιν τῷ υἱῷ σου.

Λία και Σία

Ευαγγελία και Ασπασία

Επιτέλους, οι μπουλντόζες πιάσανε δουλειά, κατεδαφίζεται το ρημάδι που τόσα χρόνια στέγασε λογιών λογιών παράσιτα της κοινωνίας. Ο αγώνας δικαιώθηκε, θα γίνει πάρκο και παιδική χαρά να παίζουν τα παιδιά με θέα προς την θάλασσα.
Η υπόθεση αφορά ένα δίπατο σπίτι στο Λουτράκι, που χρόνια είναι εγκαταλειμμένο, κανείς δεν ενδιαφερόταν γι αυτό, κανείς δεν το διεκδικούσε, μέχρι που η τοπική αυτοδιοίκηση ανέλαβε την πρωτοβουλία να δημιουργήσει ένα χώρο αναψυχής, στην θέση που βρισκότανε «το σπίτι των κοριτσιών».
Ένα καλοφτιαγμένο οίκημα με πολλές τζαμαρίες στο πάνω πάτωμα, και συρόμενα παράθυρα. Το όνομα του το χρώσταγε σε δύο αδελφές που ήτανε και οι τελευταίοι κάτοικοι του.
Ο πατέρας των κοριτσιών προέρχονταν από την Μ Ασία, από το Αϊδίνη, Παύλος Γκασμάνογλου λεγότανε, οικογενειάρχης με τρία κορίτσια, και μια φάμπρικα υποδηματοποιίας. Προτού να γίνει η καταστροφή, προνοητικός ο Παύλος φρόντισε να θάψει σε ασφαλές μέρος χρυσές λίρες. Αργότερα η οικογένεια διαλύθηκε, αυτός επιστρατεύτηκε στα τάγματα αγγαρείας, και υπόλοιποι ξεκίνησαν για την Ελλάδα.
Όταν κατάφερε να δραπετεύσει, βρέθηκε κι αυτός στη Ελλάδα, άρχισε να ψάχνει τους δικούς του, δεν το κατόρθωσε οι περισσότερες πληροφορίες μιλούσανε για θάνατο. Πέντε ολόκληρα χρόνια, τον έτρωγε αυτός ο καημός, ώσπου το πήρε απόφαση, ότι δεν ζούνε πλέον και θα πρέπει να ξαναφτιάξει την ζωή του. Πήγε κι ήρθε πολλές φορές, κρυφά στο Αϊδίνη, μέχρι που κατάφερε να πάρει το θησαυρό του.
Εγκαταστάθηκε στο Λουτράκι, κι άρχισε να στήνει την καινούργια φάμπρικα, μόνο που τώρα δεν ήταν φάμπρικα, ένα μαγαζί αγόρασε, ευρύχωρο, για να είναι και εκθετήριο, και ξεκίνησε να φτιάχνει παπούτσια ζώνες και τσάντες. Λίγα χρόνια αργότερα μετέφερε την έδρα στην Κόρινθο, και εκεί ξανάγινε φάμπρικα, με εργάτες και μαστόρους, με πωλητές και λογιστήριο.
Τότε στις αρχές δεκαετίας του 30, αρρώστησε από την καρδιά του, και βρέθηκε στον Ερυθρό Σταυρό. Η νοσοκόμος που τον φρόντιζε, τον συμπόνεσε και αυτός της πρότεινε να την πάρει από κει. Παρά τις αντιδράσεις των συναδέλφων της συγκατένευσε, αψήφησε τις αντιδράσεις τους, και τον ακολούθησε. Παντρευτήκαν αμέσως ο Παύλος και η Μερόπη, και άρχισαν να κτίζουν σπίτι στο Λουτράκι, πάνω από τον δρόμο και με θέα προς την θάλασσα.
Ο Παύλος κοντά στα πενήντα, άρχισε πάλι να χαμογελά και να αισιοδοξεί, η Μερόπη κυοφορούσε, οι δουλειές καλά πηγαίνανε, το χρήμα περίσσευε. Έφθασε η ώρα να γεννήσει η Μερόπη και έφερε στο κόσμο δύο χαριτωμένα κοριτσάκια, το ένα όμως γεννήθηκε τυφλό. Ανάμικτα τα συναισθήματα, χαρά για τον ερχομό και στεναχώρια για την αναπηρία. Ήτανε η εποχή που ο Μεταξάς εγκαθιστούσε την δικτατορία του.
Η Μερόπη εγκαταστάθηκε στο καινούργιο σπίτι στο Λουτράκι, το οποίο είχε γύρω γύρω μπαλκόνια. Πήρε και μια παραδουλεύτρα να την βοηθάει και εκείνη ασχολήθηκε περισσότερο με τα μωρά. Ο πόλεμος δεν άργησε να έρθει, και να φέρει όσα κακά μόνο εκείνος ξέρει. Επιτάχθηκε η φάμπρικα, να παράγει μπότες για τον στρατό, σκόρπισαν οι εργάτες, έμειναν λιγοστοί ηλικιωμένοι, και το χειρότερο πέθανε η Μερόπη, αφήνοντας την φροντίδα των κοριτσιών στον Παύλο.
Ένας Θεός ξέρει τι προσπάθειες κατέβαλε για να ανταπεξέλθει στα δύσκολα χρόνια της κατοχής, ο αγώνας από την μια να μεγαλώσει τα ορφανά και από την άλλη να κρατήσει την φάμπρικα όρθια ανάμεσα στον Στρατό Κατοχής και τους Έλληνες αντάρτες. Και μετά την κατοχή ο εμφύλιος σπαραγμός, ακόμα χειρότερος. Τα κατάφερε όμως και στάθηκε όρθιος, βοηθούσε η πείρα του περασμένου πολέμου και της προσφυγιάς. Προνοητικός ο Παύλος ανατέλλοντας η δεκαετία του 50 κάλεσε τον Μιχάλη, έναν από τους έμπιστους υπαλλήλους του, και του έκανε την εξής συμφωνία.
–Μιχάλη παιδί μου, θα πάρεις την φάμπρικα όλη δική σου, αρκεί να υποσχεθείς πως θα φροντίζεις τα κορίτσια μου, να ξαναλειτουργήσεις το παλιό μαγαζί στο Λουτράκι, να κάθεται εκεί η Λία να πουλάει τα προϊόντα που θα τις παρέχεις, και η Σία θα μένει σπίτι. Ο Μιχάλης δέχθηκε αμέσως και με πολλές ευχαριστίες υποσχέθηκε να τις φροντίζει για όσο θα ζει. Ο Παύλος έζησε δυο χρόνια ακόμα μέχρι που δρομολογήθηκε η κατάσταση όπως την φανταζότανε
Τα κορίτσια τότε ήτανε δεκαεπτάχρονα.
Ανακαινίστηκε το μαγαζί, γέμισε εμπόρευμα, λειτουργούσε σαν έκθεση της φάμπρικας, με παραγγελιοδόχο και πωλητές, έκατσε και η Λία στο ταμείο. Κάθε βράδυ ερχόταν ο Μιχάλης με το αυτοκίνητο, για τα πεπραγμένα της ημέρας, έπαιρνε την Λία να την πάει σπίτι, να δει την Σία και γυρνούσε πίσω στην Κόρινθο.
Δεν υπήρξε γκρίνια ανάμεσα στα κορίτσια και στον Μιχάλη, ήτανε όλοι ευχαριστημένοι με την ρύθμιση που είχε αποφασίσει ο Παύλος. Η Λία και η Σία μονιασμένες όσο δεν έπαιρνε παραπάνω βιώνανε από μωρά ένα πολύ δύσκολο τρόπο ζωής. Ότι έβλεπε η Λία έπρεπε να το περιγράψει στην αδελφή της, η Σία από την άλλη πλευρά δεν παραπονέθηκε ποτέ για την αναπηρία της, προσπαθούσε να κάνει όσες δουλειές μπορούσε για να ξεκουράσει την αδελφή της. Τα παράθυρα του σπιτιού ήταν συρόμενα για την ευκολία της τυφλής, τα άνοιγε και μύριζε την θάλασσα. Μόνιμα υπήρχε στην άκρη του μπαλκονιού η πολυθρόνα από μπαμπού που καθόταν με τις ώρες, με ένα κομποσκοίνι στο χέρι. Η Λία κάθε βράδυ μαγείρευε, και η Σία την άλλη μέρα μεριμνούσε να είναι το τραπέζι στρωμένο στην ώρα του. Το καθημερινό τράβηγμα της αλυσίδας του κούκου ήταν καθήκον της Σίας. Το σπίτι ήταν λίγο απόμακρο από τα άλλα, και το χαρακτήριζαν ως «το σπίτι των κοριτσιών».
Τα χρόνια περνούσαν, τα κορίτσια μεγάλωναν, μα μένανε πάντα τα κορίτσια. Η φάμπρικα δεν πήγαινε καλά, ο Μιχάλης έντιμος και εργατικός, αλλά στάσιμος χωρίς να παίρνει ρίσκα προσπαθούσε να τηρήσει την υπόσχεση του στον Παύλο, και διατηρούσε την επιχείρηση σε σταθερό επίπεδο, με αποτέλεσμα χρόνο με χρόνο να υποβαθμίζεται, τα κορίτσια όμως δεν έπαιρναν χαμπάρι τίποτα, είχαν τον δικό τους αγώνα να δώσουν.
Κάποιο βροχερό βράδυ σκοτισμένος για την πρώτη του, συναλλαγματική που διαμαρτυρήθηκε, ο Μιχάλης με την Λία στο αμάξι, ξέφυγε από τον δρόμο, και συγκρούστηκε μετωπικά με νταλίκα, αποτέλεσμα και οι δύο τους νεκροί ήτανε χειμώνας του 68.
Μάταια περίμενε το βράδυ εκείνο η Σία, έπιανε τον κούκο μήπως σταμάτησε, άνοιγε και έκλινε την πόρτα, αλλά τίποτα. Δεν υπήρχαν τότε τηλέφωνα σε κάθε σπίτι. Αποκαμωμένη, κάθισε στην πολυθρόνα της και αποκοιμήθηκε.
Το άλλο πρωί ήταν ξετρελαμένη δεν ήξερε τι κάνει, που να πάει, και πώς να πάει αφού όλα τα χρόνια δεν είχε βγει καθόλου έξω. Τρόμαξε όταν κτύπησε το κουδούνι εκνευριστικά και παρατεταμένα, σύρθηκε να ανοίξει, και μια αντρική φωνή αντήχησε στα αυτιά της επιτακτικά, είσαι η Ασπασία Γκασμάνογλου; Ναι εγώ είμαι, Έλα μαζί μας θα σε πάμε στο άσυλο γιατί η αδελφή σου σκοτώθηκε. Χάθηκε ο κόσμος, δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια της, άντε δεν θα φάμε όλη την μέρα εδώ, τότε σωριάστηκε κάτω.
Η ίδια φωνή συνέχισε σε άλλο τόνο, Μήτσο πες να στείλουν ασθενοφόρο, εμείς τελειώσαμε. Το ασθενοφόρο που ήρθε λίγο αργότερα ήταν το τελευταίο αμάξι που πλησίασε το σπίτι των κοριτσιών.
Από τότε άρχισε η ερήμωση, πρώτα τα ποντίκια κάνανε κατάληψη και τελευταίοι οι τοξικομανείς. Αξιοποιήθηκε η περιοχή και σπίτι ήταν εμπόδιο γιατί δεν βρισκόταν ιδιοκτήτης, κανείς δεν το διεκδικούσε για χρόνια και έτσι φτάσαμε στην σημερινή κατεδάφιση και την δημιουργία του πάρκου.

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

Η μακροζωία

Τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται στις ανεπτυγμένες χώρες αύξηση του μέσου όρου ζωής των ανθρώπων. Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μεγαλώνει αντίστοιχα και ο αριθμός των συνταξιούχων, επακόλουθο είναι η οικονομική συνεισφορά, που απαιτείται από το σύνολο των εργαζομένων, για να ζήσουν αξιοπρεπώς τα γεράματα τους.
Όταν όμως οι οικονομίες δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν τι γίνεται; Αυτοί που σκέπτονται και προγραμματίζουν μακροχρόνια, και εν πολλοίς καθορίζουν τα οικονομικά, επιβάλλεται να βρουν λύσεις. Σε αυτό το πνεύμα και με το συγκεκριμένο θέμα, ασχολήθηκε η παρέα στο σαλονάκι του Πυθαγόρα εγκαινιάζοντας την χειμερινή περίοδο. Από τις απόψεις που ακούστηκαν με προβλημάτισε αυτή που θα αναλύσω το σκεπτικό της παρακάτω.
Στις πολιτισμένες χώρες λοιπόν, για να μειωθεί ο αριθμός των συνταξιούχων, είναι να μην φτάνουν στην σύνταξη. Όλα τα χρόνια που είναι εργαζόμενοι και εισφέρουν στο ταμείο είναι χρήσιμοι. Αυτήν την περίοδο της ζωής θα καλοπερνάνε, με ποτό και με τσιγάρο, με κακό φαγητό και πολύ άγχος. Η χοληστερίνη το ζάχαρο οι καρδιοπάθειες και ο καρκίνος, είναι τα επακόλουθα. Αποτέλεσμα οι θάνατοι ανάμεσα 50 και 60 να αυξηθούν ραγδαία.
Τα ταχυφαγία, είναι εκείνα τα μαγαζιά που αντικατέστησαν τα σουβλατζίδικα, και προσφέρουν ότι ακριβώς δεν ενδείκνυται για υγιεινή διατροφή. Η χρήση του αυτοκινήτου για τις μετακινήσεις αχρηστεύει τις κλειδώσεις του σώματος, στα τροχαία άλλωστε δεν πεθαίνουν ηλικιωμένοι. Από το σχολείο ακόμα μαθαίνουμε στο τρόπο μιας ζωής χωρίς προσπάθεια, χωρίς ιδανικά που γρήγορα βαριόμαστε. Αυτή η βαριεστιμάρα κάνει την ζωή ανιαρή.
Η ευδαιμονία ισοδυναμεί με κήρυξη πολέμου στην μακροζωία.
Ίσως φαίνεται τραβηγμένο το σενάριο, δεν είναι όμως απίθανο, ας μην ξεχνάμε ότι ο σχεδιασμός είναι μακροχρόνιος.

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Σιγή ασυρμάτου

Η φράση αυτή είναι στρατιωτικός όρος, εγώ δεν είμαι ούτε υπήρξα ποτέ Στρατιωτικός. Υπηρέτησα όμως 30 ολόκληρους μήνες και κάτι ψηλά στο 32 Σύνταγμα Πεζοναυτών και ιδιαίτερα στον 3 λόχο του 521 ως ελεύθερος σκοπευτής.
Είχα τότε επίδοση 39 στα 40, τώρα την κλωστή στην βελόνα δυσκολεύομαι να την περάσω.
Επιβάλλεται δε όταν η επιχείρηση βρίσκεται σε εξέλιξη.
Ίσως ήτανε ατυχής η έκφραση, αν κρίνω από το πρώτο μήνυμα που ήτανε ανώνυμο και μονολεκτικό, έγραφε (σκασίλα μας). Ευχαριστώ τον φίλο μου αυτόν, και διερωτώμαι, σε 14 λεπτά από την ανάρτηση πότε πρόλαβε να το διαβάσει; Ας είναι καλά.
Από κάποιους καλλιεργημένος ανθρώπους που άθελα μου σύγχυσα, ζητώ συγνώμη, θα προσπαθήσω στο μέλλον μέσα στα γραφόμενα μου, να μην χρησιμοποιώ αδόκιμους όρους. Ο Πυθαγόρας πετώντας τον ασύρματο, θα συνεχίσει να στοχάζεται από εδώ, για όσο καιρό μπορεί ακόμα.


Ναί, είναι Πυθαγόρας, μιά φορά και ένα καιρό.

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

Βουτιά στο παρελθόν

Όσο θάρρος χρειάζεται ο κολυμβητής για να αποτολμήσει μια βουτιά στα βαθιά νερά, τόσο χρειάστηκα και εγώ για να αποφασίσω ένα ταξίδι στην Αθήνα, για να ανταμώσω με το παρελθόν. Αψηφώντας τις γκρίνιες της γιατρού και το βροχερό καιρό βρέθηκα ανάμεσα σε ανθρώπους, που είχα να συναντήσω παραπάνω από 45 χρόνια.
Συγκινήθηκα γνωρίζοντας και κάποιους άλλους με τα ίδια βιώματα, που δεν ήταν πάντα ευχάριστα, συναντήθηκα με παλιές συμμαθήτριες από το δημοτικό, σκαλίσαμε μνήμες και θυμηθήκαμε ονόματα και καταστάσεις.
Κατάφερα να φύγω χωρίς να δακρύσω.
Δεν θα αναφέρω ονόματα, γιατί σίγουρα κάποιον θα ξεχάσω, πόλις όμως που ακούστηκαν, η Μίνια που η βραδιά ήταν δική της, Πορτ Τεουφίκ, Ασιούτ, Μανσούρα, αλλά και συνοικίες όπως Αμπτίν, Μπαμπ ελ Λουκ, Χελουάν, Σούμπρα, στο Κάϊρο, φέρανε διέγερση στην καρδιά μου. Φωτογραφίες από τις δραστηριότητες του προσκοπισμού, με γνώριμα πρόσωπα με βάλανε σε σκέψεις.
Επιτακτική ανάγκη να δημιουργηθεί κάποιο ιστορικό αρχείο, να μαζευτεί αυτό το υλικό και ότι άλλο βρεθεί, να ψηφιοποιηθεί, για να μην χαθεί. Να συνεντευξιαστούν οι γεροντότεροι, να μας αφήσουν τις αναμνήσεις τους καταγραμμένες, για να γίνουν κτήμα όλων μας και με αυτό τον τρόπο κομμάτι της ιστορίας.
Ας βοηθήσουμε όλοι αυτήν την προσπάθεια ενισχύοντας όλα τα αδελφά σωματεία του Αιγυπτιακού Ελληνισμού, είναι τιμή μας και καμάρι μας. Από αυτήν την θέση δηλώνω πως είμαι διαθέσιμος να βοηθήσω και εγώ όσο μπορώ.

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

Αν μαθαίναμε να σιωπούμε!

Ένας νεαρός, γνωστός σ’ όλη την Αθήνα για την φλυαρία του, αποφάσισε και αυτός να γραφτεί μαθητής στη ρητορική σχολή του Ισοκράτη.
Ο Ισοκράτης του ζήτησε τότε διπλάσια δίδακτρα από ότι στους άλλους. Ο νέος ξαφνιάστηκε και ζήτησε να μάθει το λόγο.
«Με το ποσόν πού πληρώνουν οι άλλοι μαθητές μου, θα σε μάθω να μιλάς όπως κάνω και σ’ αυτούς, Εσύ όμως θα πληρώσεις άλλα τόσα, γιατί πρέπει να σου μάθω να σωπαίνεις».
Να σωπαίνεις! Σπάνια αρετή να είναι τα λόγια μετρημένα, να είναι λόγια μεστά, να είναι λόγια τετραγωνισμένα. Γιατί η σιωπή είναι δύναμη.
Και είναι γεγονός, πώς σπάνια η σιωπή αφήνει κακές αναμνήσεις. Πόσες φορές δεν το έχουμε διαπιστώσει, δεν το έχουμε ομολογήσει πώς μέσα στα πολλά λόγια, ξεστομίζονται και λόγια περιττά, λόγια κακόηχα, λόγια φορτισμένα με κακία ή με ειρωνεία ή με απρέπεια!
Αν σωπαίνουμε! Πόσες φορές δεν το έχουμε πει στον εαυτό μας! Αν σωπαίναμε! Τότε δεν θα πληγώναμε, δεν θα προκαλούσαμε, δεν θα εκθέταμε, δεν θα διασύραμε, δεν θα αδικούσαμε, δεν θα δημιουργούσαμε ψυχρότητες.
Πόσο δύσκολη τέχνη η σιωπή, όταν θίγεται ο εγωισμός, όταν πληγώνεται το γόητρο μας, όταν αποκαλύπτονται τα πάθη μας, όταν υπογραμμίζονται τα ελαττώματα μας! Όταν πιστεύουμε πως έχουμε αδικηθεί, όταν πιστεύουμε πώς δεν έχουμε δεόντως εκτιμηθεί, εμείς να σωπαίνουμε!
Κι όμως, «ο δε Ιησούς εσιώπα».
Αν είχαμε την δύναμη σε κάποιες δύσκολες στιγμές να σηκώσουμε ψηλά τα μάτια, πόσο πιο εύκολη και πιο χαριτωμένη και γλυκιά θα ήταν η συμπόρευση μας μ’ αυτούς πού αγαπάμε, μ’ αυτούς πού συνταξιδεύουμε. Αν μαθαίναμε να σιωπούμε!

Από σήμερα και για λίγες ημέρες ο Πυθαγόρας θα τηρήσει
«σιγή ασυρμάτου».

Από την άλλη εβδομάδα εδώ θα είμαστε.

Κάπνισμα και παιδιά

Δεν είναι πια κάτι το ασυνήθιστο. Συμβαίνει σε πάρα πολλούς. Κάθονται ίσως στο διπλανό θρανίο, είναι οι καλύτεροι σου φίλοι ή τα παιδιά της παρέας σου. Είναι νέοι με σύγχρονες ιδέες και προοδευτικό τρόπο σκέψεις, γεμάτοι από «πιστεύω» και ιδανικά. Θα σου ήταν αδύνατο να το πιστέψεις εάν δεν τους έβλεπες με τα ίδια σου τα μάτια να καπνίζουν. Το κάπνισμα δεν είναι πια θέμα ηλικίας, ήθους, κοινωνικής τάξης η χαραχτήρα. Είναι απλά η πραγματικότητα και έχει γίνει μέρος της ζωής των νέων, ανεξαρτήτου ηλικίας.
Όχι, δεν είναι γιατί δεν ξέρουν. Ξέρουν πάρα πολύ καλά τι κάνουν όταν ανάβουν το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Δεν έχουν πια να παρουσιάσουν τη συνηθισμένη δικαιολογία των μεγαλύτερων «Δεν ήξερα». Τα πράγματα σήμερα είναι και ξεκάθαρα και γνωστά σε όλους. Κι όμως συνεχίζουν αυτά τα παιδιά να επεκτείνουν μέρα με την μέρα την αυτοκαταστροφή τους.
Δε φταίνε όμως αυτοί. Φταίει η παρέα. Πως θα μπεις στην παρέα αν δεν καπνίζεις; Μπορεί να μη σε δεχτούν κι αν εσύ νοιάζεσαι γι’ αυτούς και θέλεις να τους βοηθήσεις.
Και καλά αυτοί μπορεί να μην έχουν πρόβλημα. Εκείνοι καπνίζουν και το ευχαριστιούνται. Εσύ όμως πρέπει να αποδείξεις το αντίθετο και δυστυχώς το μικρό μυαλό σου δεν κατεβάζει καμιά καλύτερη ιδέα.
Αλλά γιατί να κατεβάσει αφού υπάρχει έτοιμη λύση και σου επιβάλλετε να την δεχτείς; Όταν έρθει η στιγμή και κάποιος σε ρωτήσει γιατί καπνίζεις, απαντάς ότι δεν μπορείς να το σταματήσεις, ότι το έχεις ανάγκη. Κι όταν ξανά σε ρωτήσει « Κι όταν το ξεκίνησες; Και τότε το είχες ανάγκη;» τότε δειλά μουρμουρίζεις « ε, τότε...» Αυτή την απάντηση δεν μου την έχει δώσει κανένας κι αυτό γιατί όλοι ξέρουν τον λόγο και οι περισσότεροι ή τουλάχιστον οι πιο συνειδητοποιημένοι ντρέπονται γι’ αυτόν.

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

Η ΑΓΑΠΗ

Ο χριστιανισμός είναι η θρησκεία της αγάπης αφού διδάσκει ότι ο Θεός είναι αγάπη.
Η χριστιανική αγάπη έχει δυο μορφές. Η μια μορφή είναι η αγάπη Θεού και ανθρώπου και η άλλη μορφή είναι η αγάπη των ανθρώπων μεταξύ τους κι αυτής της αγάπης κέντρο είναι η θεία κοινωνία στην οποία συναντώνται οι χριστιανοί και με την οποία ενσωματώνονται στο Χριστό.
ΟΙ δυο αυτές μορφές αγάπης είναι αδιάσπαστα ενωμένες.
Όποιος ισχυρίζεται ότι αγαπάει το θεό και μισεί τον αδερφό του είναι ψεύτης. Γιατί αν δεν αγαπάει τον αδερφό του που τον βλέπει πώς είναι δυνατόν ν’ αγαπά τον Θεό που δεν τον βλέπει. Οποίος δεν αγαπά το συνάνθρωπο του αυτός δεν είναι παιδί του θεού. Έτσι διακρίνονται τα παιδιά του θεού από τα παιδία του διαβόλου. Μόνο όταν αγαπάει ο ένας τον άλλο θα έχει το Θεό μέσα στην καρδιά του. Κανένας δεν αξιώθηκε ποτέ ως τώρα να δει τον Θεό. Αν αγαπάμε ο ένας τον άλλο είμαστε σε κοινωνία με τον Θεό και η αγάπη του μέσα μας έχει ολοκληρωθεί. Ο Θεός είναι αγάπη κι όποιος ζει μέσα στην αγάπη ζει μέσα στον Θεό κι ο Θεός μέσα σ αυτόν.
Οι άνδρες να αγαπάτε τις γυναίκες σας όπως ο Χριστός αγάπησε την Εκκλησία και πρόσφερε την ζωή του γι’ αυτήν. Ας μην λησμονούμε ότι ο άνθρωπος πού δεν αγαπάει τον συνάνθρωπο του θα απολογηθεί στον Θεό. Θα αγαπάμε όχι μόνο αυτούς που μας αγαπούν, αλλά λέει ο Χριστός και εκείνους πού δεν μας αγαπούν αλλά μας μισούν και μας εχθρεύονται.
Γιατί αν αγαπήσετε μόνο όσους σας αγαπούν ποία αμοιβή περιμένετε από τον Θεό.
Αν θέλεις να αγαπηθείς αγάπα. Η αγάπη είναι ο σεβασμός στη ζωή, όλα για την αγάπη, τίποτα για την ανταμοιβή.
Η Αγάπη δίνεται δωρεάν, και όμως η αξία της είναι ανεκτίμητη.

ΠΟΙΗΜΑ ΛΑΪΚΟΝ

Από παλαιό περιοδικό
ΠΟΙΗΜΑ ΛΑΙΚΟΝ
ΕΜΠΝΕΣΜΕΝΟΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

Άγιε μου Γιώργ’ αφέντη μου και χρυσοκαβαλλάρη,
αρματωμένε με σταυρό και με χρυσό κοντάρι,
έλα κ’ ελθέ στον τόπο μας σ’ ένα βαθύ λιβάδι
που βρίσκεται ένα θεριό, άγριο λιοντάρι.
Κεί στη χώρα μας ένα βαθύ πηγάδι
και δεν αφήνει άνθρωπο σταξιά νερό να πάρει.
Ο βασιλιάς επρόσταξε να ρίξουνε πουλούτια
και σ’ όποιον πέσουνε αυτά στον δράκο να τον πάνε.
Και τα πουλούτια πέσανε στη δόλια βασιλοπούλα,
καμάρι της βασίλισσας, χαρά του βασιλέα.
«Όλο το βιός μου πάρετε, την κόρη μου αφήστε,
κ’ είναι το μόνο μου παιδί, το μόνο μου καμάρι.»
Σωρεύτην όλος ο λαός, πάγει στον βασιλέα:
«Για δίνεις μας την κόρη σου, για παίρνουμε εσένα.»
«Στολίστε την τήν κόρη μου και κάμετε την νύφη,
με όλα τα διαμάντια της και τα μαργαριτάρια.
Εκεί σαν την επήγανε ατού πηγαδιού τα χείλη,
έπιασαν και την έδεσαν με μαύρην αλυσίδα.
Κ’ η κόρη από τον φόβο της καλεί τον Άγιο Γιώργη:
«Άγιε μου Γιώργη γλύτω με και θα σε ζωγραφίσω.»
Τον λόγο δεν τελείωσε κ’ εφάνη ένας νέος:
«΄Αφσε με, κόρη, να κοιμηθώ, στο γόνατο σου λίγο,
και σαν αφρίσει το νερό, πες μου: σήκω πάνω
κ’ εγώ τον δράκο, το θεριό, με μιας θα το σκοτώσω.»
Σήκω απάνω κ’ έρχεται, να, το νερό αφρίζει,
κι’ ο δράκοντας για μένανε τα δόντια του τα τρίζει.»
Σηκώθηκ’ ετοιμάσθηκε και κάνει τον σταυρό του.
Μια κονταριά τον χτύπησε και σκίζει το λαιμό του.
«Πάνε κόρη, στη μάνα σου, πάνε στα γονικά σου
«Για πες, για πες αφέντη μου, τι είναι τ’ όνομα σου;
«Άγιο Γιώργη με λέγουνε απ’ την Καππαδοκία.
Θέλω να κάνεις χάρισμα μιαν όμορφ’ εκκλησία.
Γράψε και στη δεξιά μεριά, γράψ’ εναν καβαλάρη,
αρματωμένον με σταυρό και με χρυσό κοντάρι.»


Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ- ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Ψυχαγωγία είναι η «αγωγή της ψυχής» η ευχαρίστηση η τέρψη.

Το παιδί είναι ευχαριστημένο και ευτυχισμένο όταν νιώθει μία νευροψυχική ισορροπία, πού του την εξασφαλίζει από το ένα μέρος ένα ήρεμο οικογενειακό περιβάλλον και από το άλλο μέρος μία σωστή ψυχαγωγία.
Η ψυχαγωγία είναι ανάγκη της ψυχής. Όχι όμως η οποιαδήποτε ψυχαγωγία. Μία ψυχαγωγία δηλ. Που απλώς εκτονώνει τα παιδιά, αλλά μία ψυχαγωγία ποιότητος αγνή και άδολη. Μία ψυχαγωγία ωφέλιμη και ευχάριστη.
Το να εξασφαλίσομε στα παιδιά ευκαιρία για γέλιο, ευθυμία και παιχνίδι είναι χρέος όλων μας, ιδιαίτερα σήμερα που οι συνθήκες και οι ρυθμοί της ζωής έχουν αλλάξει. Σήμερα που το παιδί έχει κλειστεί σε πολυκατοικίες και διαμερίσματα, πού έχει χαθεί το παιχνίδι της γειτονίας, πού ένα σωρό εξωσχολικά μαθήματα έχουν απορροφήσει τον ελεύθερο χρόνο του παιδιού.
Μπροστά σ’ αυτήν την πραγματικότητα έχομε χρέος ν’ ασχοληθούμε σοβαρά με το θέμα της ψυχαγωγίας των παιδιών μας, γιατί είναι πολύ φυσικό αν εμείς δεν ασχοληθούμε με την καλή και ωφέλιμη ψυχαγωγία, τα παιδιά μας να παραδοθούν σε ελαφρές ανούσιες και βλαβερές διασκεδάσεις, πού θα γκρεμίζουν ότι ωραίο κι εποικοδομητικό θεμελιώνουμε στις ψυχές τους.
Η ψυχαγωγία η ποιοτικά καλή είναι πρωταρχική ανάγκη του παιδιού. Του χαλαρώνει το νευρικό του σύστημα, του φρεσκάρει και του τονώνει τις ψυχοπνευματικές του δυνάμεις, το εκτονώνει από την ρουτίνα της καθημερινότητας και του δημιουργεί ενθουσιασμό και διάθεση για ζωή.
Οι γονείς που δεν έπαιξαν με τα παιδιά τους, πού δεν τους έδωσαν ευκαιρίες για γέλιο, ευθυμία και παιχνίδι, λένε οι ψυχολόγοι, δεν θα μπορέσουν στην εφηβική ηλικία να τα πλησιάσουν και να’ τα βοηθήσουν αποτελεσματικά και σε ολόκληρη τη ζωή τους θα διακατέχονται από συναισθήματα φόβου, αγωνίας και κατάθλιψης.
Ένα μέσο ψυχαγωγίας, το κυριότερο ίσως, είναι το παιχνίδι. Μέσω του παιχνιδιού το παιδί προετοιμάζεται για την ζωή.
Από την βρεφική ακόμη ηλικία γεμίζει τον χρόνο του με παιχνίδι. Με την βοήθεια του παιχνιδιού κατανοεί τον κόσμο πού πρόκειται να ζήσει. Γνωρίζει το σώμα του και τις δυνάμεις του και εξασκεί τα μέλη του.
Το παιχνίδι είναι η ζωή του παιδιού. Είναι πηγή δύναμης και χαράς.
Στην νηπιακή και παιδική ηλικία είναι η ίδια η ζωή του παιδιού. Είναι μία προπαίδεια ζωής. Γιατί μέσω αυτού διδάσκεται να εργάζεται, να αυτοσυγκεντρώνεται, να θέτει σκοπούς και να θέλει να τους πετύχει. Αναπτύσσει την φαντασία του, ακονίζει το μυαλό του, γυμνάζει το κορμί του. Αποβάλει την στεναχώρια του και αποκτά φίλους. Η τήρηση των νόμων του παιχνιδιού το προετοιμάζουν για την τήρηση των νόμων της πολιτείας, ως αυριανού πολίτη. Του διδάσκει τη δικαιοσύνη, τη φιλαλληλία, την αδελφικότητα, τη θυσία, τη συνέπεια, τη νίκη ή την ήτα. Ακόμα του δημιουργεί όρεξη για φαγητό και διάθεση για ύπνο και γενικά τις υποχρεώσεις του για τη ζωή.
Είναι τέλος ένα άριστο ψυχοπαιδαγωγικό μέσο που του ανοίγει ευρείς ορίζοντες και του ξυπνά άγνωστες και κρυμμένες υγιείς δυνάμεις από την ψυχή του.

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2009

Ο Πυθαγόρας και οι αναγνώστες του.

Το Blog αυτό ξεκίνησε χάριν αστεϊσμού, και παραδόξως έμεινε. Δεν είναι φιλολογικό Forum, ούτε λογοτεχνικό περιοδικό. Ο Πυθαγόρας από εδώ, όποτε έχει χρόνο, κατά το δη λεγόμενο ¨κάνει την πλάκα του¨ . και επειδή ο χρόνος τώρα περισσεύει, το πληκτρολόγιο υποφέρει.
Το κέρδος που βγαίνει από αυτήν την ιστορία είναι απίστευτο. Όταν λέμε κέρδος μην πάει ο νους σας σε χρηματικά ωφέλει, αλλά σε διαπιστώσεις και συμπεράσματα που βγαίνουν από τα σχόλια των αναγνωστών.
Μπροστά στον υπολογιστή σήμερα κάθονται άνθρωποι από όλο το φάσμα της κοινωνίας μας. Νεαροί αλλά και συνταξιούχοι περιπλανιόνται (σερφάρουν) στο διαδίκτυο και γεμίζουν τις ώρες τους. Δημιουργούνται παρέες και ομάδες από ανθρώπους που μεταξύ τους δεν γνωρίζονται. Φαντάζονται τον συνομιλητή ως συνοδοιπόρο και ας απέχουν χιλιάδες χιλιόμετρα μεταξύ τους, η τεχνολογία τους φέρνει κοντά.
Το ερώτημα που με βασανίζει είναι το εξής, μήπως αυτή η ηλεκτρονική επαφή μας κρατά συνειδητά μακριά, και κοροϊδευόμαστε τάχα πως γνωριζόμαστε; Πως τάχα θα γνωρίσεις έναν άνθρωπο αν δεν πιείς ένα καφέ μαζί του που λέει ο λόγος. Μπορεί άραγε το ψυχρό πληκτρολόγιο να αντικαταστήσει την ανθρώπινη κουβέντα; Την γκριμάτσα στο πρόσωπο του συνομιλητή; το γέλιο αντικαθίσταται από το χα χα χα που γράφουμε;
Στην χθεσινή ανάρτηση υπάρχει ένας οδηγός σωφροσύνης, από την Παλαιά Διαθήκη, σε πολυτονικό σύστημα γραφής. Ενθουσιαστήκαν αρκετοί, ίσως επειδή έχω αφιερώσει και άλλες αναρτήσεις θρησκευτικού ενδιαφέροντος, στενοχωρήθηκαν κάποιοι άλλοι, γιατί δεν καταλάβαιναν τα γραμμένα. ( μήπως και όσοι τα καταλαβαίνουν τα εφαρμόζουν κι όλας; ) μου δίνουν παραγγελίες, γράψε, λέει κάποιος για το κουτούκι τ’ Αποστόλη. Αυτό υπήρξε όντως, και το τραγούδησε και ο Μπιθηκότσης, ίσως δεν ήρθε η ώρα του ακόμη. Όσοι ασχολούνται με τα κείμενα θα γνωρίζουν πως δεν τους βγαίνουν όποτε θέλουν, αντίθετα όταν έρχονται μόνα τους στο μυαλό τότε τα χέρια δεν προλαβαίνουν.
τ’ Αποστόλη το κουτούκι υπήρξε στην Νέα Φιλαδέλφεια, σε πρώτη ευκαιρία θα το περιγράψω. Μέρες τώρα προσπαθώ να αναφερθώ στις δίδυμες αδελφές την Λία και την Σία, η μία ήταν τυφλή, και όποτε αρχίζω βουρκώνω το σταματώ και αρχίζω την περιπλάνηση.
Αισθάνομαι υποχρεωμένος σε όλους που διαβάζουν τον Πυθαγόρα και ιδιαίτερα στο Samosblogs που το προβάλει.

Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2009

Στην αυλή του Πυθαγόρα

Σοφία Σειράχ

Από την Παλαιά Διαθήκη οδηγίες σωφροσύνης
Σοφία Σειράχ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η΄.
Σειρ8:1 Μὴ διαμάχου μετὰ ἀνθρώπου δυνάστου, μήποτε ἐμπέσῃς εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ.

Σειρ8:2 μὴ ἔριζε μετὰ ἀνθρώπου πλουσίου, μήποτε ἀντιστήσῃ σου τὴν ὁλκήν· πολλοὺς γὰρ ἀπώλεσεν τὸ χρυσίον καὶ καρδίας βασιλέων ἐξέκλινεν.

Σειρ8:3 μὴ διαμάχου μετὰ ἀνθρώπου γλωσσώδους καὶ μὴ ἐπιστοιβάσῃς ἐπὶ τὸ πῦρ αὐτοῦ ξύλα.

Σειρ8:4 μὴ πρόσπαιζε ἀπαιδεύτῳ, ἵνα μὴ ἀτιμάζωνται οἱ πρόγονοί σου.

Σειρ8:5 μὴ ὀνείδιζε ἄνθρωπον ἀποστρέφοντα ἀπὸ ἁμαρτίας· μνήσθητι ὅτι πάντες ἐσμὲν ἐν ἐπιτίμοις.

Σειρ8:6 μὴ ἀτιμάσῃς ἄνθρωπον ἐν γήρᾳ αὐτοῦ· καὶ γὰρ ἐξ ἡμῶν γηράσκουσιν.

Σειρ8:7 μὴ ἐπίχαιρε ἐπὶ νεκρῷ· μνήσθητι ὅτι πάντες τελευτῶμεν.

Σειρ8:8 μὴ παρίδῃς διήγημα σοφῶν καὶ ἐν ταῖς παροιμίαις αὐτῶν ἀναστρέφου· ὅτι παρ’ αὐτῶν μαθήσῃ παιδείαν καὶ λειτουργῆσαι μεγιστᾶσιν.

Σειρ8:9 μὴ ἀστόχει διηγήματος γερόντων, καὶ γὰρ αὐτοὶ ἔμαθον παρὰ τῶν πατέρων αὐτῶν· ὅτι παρ’ αὐτῶν μαθήσῃ σύνεσιν καὶ ἐν καιρῷ χρείας δοῦναι ἀπόκρισιν.

Σειρ8:10 μὴ ἔκκαιε ἄνθρακας ἁμαρτωλοῦ, μὴ ἐμπυρισθῇς ἐν πυρὶ φλογὸς αὐτοῦ.

Σειρ8:11 μὴ ἐξαναστῇς ἀπὸ προσώπου ὑβριστοῦ, ἵνα μὴ ἐγκαθίσῃ ὡς ἔνεδρον τῷ στόματί σου.

Σειρ8:12 μὴ δανείσῃς ἀνθρώπῳ ἰσχυροτέρῳ σου· καὶ ἐὰν δανείσῃς, ὡς ἀπολωλεκὼς γίνου.

Σειρ8:13 μὴ ἐγγυήσῃ ὑπὲρ δύναμίν σου· καὶ ἐὰν ἐγγυήσῃ, ὡς ἀποτείσων φρόντιζε.

Σειρ8:14 μὴ δικάζου μετὰ κριτοῦ· κατὰ γὰρ τὴν δόξαν αὐτοῦ κρινοῦσιν αὐτῷ.

Σειρ8:15 μετὰ τολμηροῦ μὴ πορεύου ἐν ὁδῷ, ἵνα μὴ βαρύνηται κατὰ σοῦ· αὐτὸς γὰρ κατὰ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιήσει, καὶ τῇ ἀφροσύνῃ αὐτοῦ συναπολῇ.

Σειρ8:16 μετὰ θυμώδους μὴ ποιήσῃς μάχην καὶ μὴ διαπορεύου μετ’ αὐτοῦ τὴν ἔρημον· ὅτι ὡς οὐδὲν ἐν ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ αἷμα, καὶ ὅπου οὐκ ἔστιν βοήθεια, καταβαλεῖ σε.

Σειρ8:17 μετὰ μωροῦ μὴ συμβουλεύου· οὐ γὰρ δυνήσεται λόγον στέξαι.

Σειρ8:18 ἐνώπιον ἀλλοτρίου μὴ ποιήσῃς κρυπτόν· οὐ γὰρ γινώσκεις τί τέξεται.

Σειρ8:19 παντὶ ἀνθρώπῳ μὴ ἔκφαινε σὴν καρδίαν, καὶ μὴ ἀναφερέτω σοι χάριν.

Αραβική Συμβουλή

Απο το φίλο μου τον παπά Γιάννη Αραβική συμβουλή:
 Όποιος δε γνωρίζει και γνωρίζει ότι δε γνωρίζει, είναι μικρός, απόφυγέ τον.
Όποιος δε γνωρίζει και δε γνωρίζει ότι δε γνωρίζει, είναι αμαθής, δίδαξέ τον.
 Όποιος γνωρίζει και δε γνωρίζει ότι γνωρίζει, κοιμάται, ξύπνησέ τον.
 Όποιος γνωρίζει και γνωρίζει ότι γνωρίζει, είναι σοφός, ακολούθησέ τον.

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2009

Η αποχή.

Οι εκλογές τελείωσαν, τα αποτελέσματα βγήκαν και οι νέοι μας άρχοντες, κατευθύνονται στα πόστα τους. Παραλαβές και παραδόσεις καθηκόντων, αισιοδοξία προγραμματισμός και μελαγχολία κυριαρχούν στην επικαιρότητα.
Στο πνεύμα των ημερών και Πυθαγόρας, αναρωτιέται. Πόσοι συμπολίτες μας Έλληνες δεν πήγανε να ασκήσουν το δικαίωμα τους; Το ποσοστό πάνω από 31%, σημαντικό, αν ομονοούσαν οι απέχοντες, μπορεί να βγάζανε και κυβέρνηση αλλά δεν ομονοούν.
Κάποιο ποσοστό από αυτούς θα είχαν λόγο να μην συμμετέχουν στην διαδικασία της εκλογής, είτε γιατί ήταν μακριά από τον τόπο τους είτε γιατί ήταν καθηλωμένη από αρρώστια, είτε για άλλους λόγους που δεν μπορώ να φανταστώ. Αυτοί όλοι ας θεωρούνται δικαιολογημένοι, οι άλλοι που αδιαφορούν για την διαδικασία αυτή, χρειάζονται ειδική ενημέρωση. Να συνειδητοποιήσουν ότι για να έχουν αυτό το δικαίωμα της ψήφου, κάποιοι προγενέστεροι τους κάνανε αγώνες και χύσανε το αίμα τους.
Ελευθερία σημαίνει, να έχω δικαίωμα και άποψη για το ποιος θα με κυβερνήσει, και αν δεν με ικανοποιεί να έχω την ευχέρεια να τον αντικαθιστώ. Αν αυτό το δικαίωμα δεν το ασκώ, είμαι εθελούσιος σκλάβος και άνθρωπος χωρίς αξιοπρέπεια και λόγο. Επακόλουθο είναι να μην έχω και δικαίωμα, να εκφέρω γνώμη σε όλη την διάρκεια μέχρι τις επόμενες εκλογές. Είναι δικαίωμα μου να μην κομματίζομαι, να μην είμαι οργανωμένος, να μην είμαι γενικά οπαδός κανενός. Κανείς λογικός δεν θα έλεγε πως η αποχή είναι δημοκρατικό κεκτημένο, είναι φυγοπονία και δειλία.
Κάποτε υπήρχαν και κυρώσεις για όσους δεν συμμετείχαν στην διαδικασία, και η προσέλευση ήταν σχεδόν καθολική. Ούτε και αυτή η κατάσταση όμως φανέρωνε ώριμη κοινωνία.
Υπεύθυνος άνθρωπος είναι κοινωνικός άνθρωπος, χωρίς να εξαναγκάζεται γι’ αυτό.

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2009

Εμπρός στις κάλπες

Τελευταία μέρα πριν τις εκλογές, και επιτέλους έχουμε ησυχία. Υποτίθεται για να σκεφτούμε ποιόν θα πρέπει να εκλέξουμε ως κυρίαρχος λαός να μας κυβερνήσει. Ούτε και σήμερα πολιτικολογώ, όμως πρέπει να σταθούμε λιγάκι αυτήν την ημέρα, δίπλα στα κομματικά επιτελεία, να καταλάβουμε την αγωνία τους.
Νομίζω, πως το κυρίως ενδιαφέρον τους απόψε επικεντρώνεται στο πως θα σχολιάσουν, το όποιο, αποτέλεσμα βγάλει η κάλπη. Είτε θετικό είτε αρνητικό είναι το αποτέλεσμα για το κόμμα, πρέπει να είναι νικητήριο. Ή ήττα σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογείται. Πρέπει λοιπόν αυτά τα επιτελεία να έχουν τόσο διφορούμενες απαντήσεις, που η δουλειά της Πυθίας φαντάζει ευκολότερη.
Άλλα λένε άλλα εννοούνε, και ερμηνεύουνε πάντα του συνομιλητή τους (αντιπάλου) την σκέψη, διότι νομίζουν πως ξεφεύγουν. Καταφέρνουν με αυτόν τον τρόπο, κάθε βραδιά που αναλύονται τα αποτελέσματα των εκλογών,
 να βρίσκονται όλοι νικητές, και να χάνουν οι υπόλοιποι.

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

Εμείς χορτάσαμε ψωμί, αυτοί;


Το βρήκα από αλλού το θέμα εδώ και πολύ καιρό και σκέφτηκα σήμερα να το αναρτήσω, μήπως και ευαισθητοποιηθούν κάποιοι.


Ο Πνευματικός και ο Γιατρός

Το κάθε νόμισμα έχει δύο όψεις, αλλά μία αξία. Παρομοιάζουμε πολλές φορές τον πνευματικό με γιατρό, λίγες φορές όμως δίνουμε στον γιατρό την αξία του πνευματικού. Αυτό είναι λίγο άδικο.
Ο Πνευματικός ασχολείται με την ψυχή μας, πράγμα αθάνατο, ενώ ο γιατρός με το σώμα πράγμα φθαρτό. Ο πνευματικός θα δώσει λόγω στον Θεό, αν κάτι πάει στραβά, γι αυτό και απαιτεί υπακοή. Ο Γιατρός όμως θα δώσει λόγο και στον Θεό, αλλά και στην ανθρώπινη δικαιοσύνη αν κάτι δεν πάει καλά, ζητά βοήθεια από τον άρρωστο, για να τον θεραπεύσει.
Η συμπεριφορά του ασθενούς ποια είναι; Ή μάλλον ποια θα πρέπει να είναι; Πειθαρχία και απόλυτη εμπιστοσύνη στην κρίση του γιατρού. Δεν έχει τις γνώσεις ο κάθε ασθενής, που αποκτά ο θεραπευτής στα τόσα χρόνια που χρειάζεται για να ορκιστεί ως γιατρός. Θα χορηγήσει θεραπεία και φάρμακα, αρμόδια για την κάθε περίσταση. Όπως για τον πνευματικό η κάθε ψυχή είναι μία και μοναδική, με την δική της αποκλειστική αντιμετώπιση, έτσι για τον γιατρό, το κάθε σώμα αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση. Επειδή ο γείτονας ή ξάδελφος είχε τα ίδια συμπτώματα, δεν σημαίνει πως θα εφαρμόσουμε την θεραπεία δίχως την γνώμη του γιατρού, ή ακόμα θα τον πείσουμε να μας δώσει ότι φάρμακα νομίζουμε. Τα φάρμακα όλα είναι προϊόντα της γης, και σε αυτά διαχειριστής είναι ο γιατρός. Αυτό που ζητάμε εμείς από τον Θεό, είναι να δώσει στο γιατρό φώτιση να κάνει την σωστή διάγνωση.
Υγεία δεν είναι η απουσία κάποιων ενοχλητικών συμπτωμάτων, αλλά μια πολυδιάστατη κατάσταση που συμπεριλαμβάνει απόλυτα αλληλοεξαρτημένες φυσικές, ψυχικές, διανοητικές, κοινωνικές και υπαρξιακές διαστάσεις.
 Φιλόθεος Φάρος Βάδιζε υγιαίνων. Εκδόσεις Αρμός.
Καθήκον του γιατρού είναι λοιπόν να μιλήσει πρώτα στην καρδιά μας και στο μυαλό μας, για να μπορέσει να θεραπεύσει το υπόλοιπο σώμα. Αν έχουμε επιφυλάξεις, θεραπεία δεν γίνεται. Αν ο Πνευματικός δεν μας αναπαύει, αναζητούμε άλλον, θεμιτό, αλλά και ο νέος Πνευματικός θα απαιτήσει υπακοή. Αν αμφιβάλουμε για τον γιατρό μας, ψάχνουμε για άλλον, αλλά, πειθαρχούμε στις εντολές του.
Υπάρχουν πιστοί χριστιανοί, με ένα σωρό προσευχητάρια, εικόνες και κομποσκοίνια, χωρίς πνευματικό, εξομολόγηση και Θεία κοινωνία.
Υπάρχουν και ασθενείς με πιεσόμετρα, σακχαρόμετρα, θερμόμετρα και λοιπά . . .μετρα, χωρίς γιατρό και θεραπεία.
Και οι μεν και οι δε έχουν εγωισμό και ίδιον θέλημα. Και προκοπή δεν βλέπουν.