Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δοκίμιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δοκίμιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2012

Η τέχνη της αγάπης


Ήταν ένα τραγουδάκι που το τραγουδούσα στα παιδιά. Όλα το αγάπησαν πολύ. Θυμάμαι μάλιστα ένα παιδί που με τις χούφτες του, τις μικρές τρυφερές χούφτες του, μου σκέπαζε το στόμα ώστε να μη πω το τέλος της ιστορίας που ήταν ένα τέλος θλίψης, τέλος που δεν είχε το «ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», το τέλος δηλαδή των παραμυθιών.
Πιστεύω πάντα και κάθε φορά με ένα καινούργιο γεγονός εδραιώνεται αυτή η πίστη μου, πως δεν μπορεί να υπάρχει ένα τέλος καλό αν η πορεία είναι λαθεμένη.
Γι΄ αυτό, χωρίς να θέλω να πικράνω τα παιδιά, επέμενα να ακούσουν και το τέλος. Το τραγούδι, λοιπόν, μιλούσε για ένα ευτυχισμένο αρκουδάκι που μαζί με την μάνα του χαιρόταν τον κόσμο. Μα το βόλι του κυνηγού σκοτώνει τη μητέρα. Το αρκουδάκι μου, «πίνει νερό, πικραίνεται και πάει, είναι μονάχο και γι΄ αυτό πονάει». Μια μέρα στο μικρό ρυάκι, ένα σκιουράκι συναντά, παιχνίδια κάνουνε τρελά. Θε μου, να μη τελειώσει αυτή η χαρά. Το αρκουδάκι μας ξαναγίνεται ευτυχισμένο. «Πίνει νερό, δροσίζεται και πάει, έχει έναν φίλο και τον αγαπάει!».
Η συντροφικότητα, η φιλία, ο άλλος, γεμίζει την ψυχή όχι μονάχα του μικρού αρκουδιού. Τη δικιά μας ερημιά καταργεί, δικιά μας ευτυχία είναι να έχουμε έναν σύντροφο. Σκέφτομαι πως σαφώς γι΄ αυτή τη συντροφικότητα μιλά στην Π. Διαθήκη, όταν δημιουργεί από τον Αδάμ ο Θεός την Εύα. Είδε, λέει, ο Θεός πως δεν είναι ευτυχία να βρίσκεται μόνος ο άνθρωπος στη Δημιουργία.
Είναι το αρκουδάκι μας τόσο ευτυχισμένο, συνεχίζει το παιδικό διδακτικότατο τραγουδάκι, που σφίγγει στην αγκαλιά του τον καινούργιο φίλο. Μα βάζει τόση δύναμη σ΄ αυτό το αγκάλιασμα, τόσο ασφυκτικά σφίγγει τον φίλο του που το σκιουράκι το μελί, άφησε μια κραυγή και πέθανε.
Το αρκουδάκι μας «πίνει νερό, πικραίνεται και πάει, δεν του ΄μαθαν πότε πως ν΄ αγαπάει!!!». Εδώ είναι το τέλος· το τέλος είναι τόσο θλιβερό ώστε να μη μπορεί να το αντέξει το νέο παιδί και να θέλει να μου σφραγίσει το στόμα, ή να βουλώσει τ΄ αυτιά του για να μην τ΄ ακούσει. Μα εγώ επέμενα να το λέω και τώρα τα παιδιά το τραγουδούν στα δικά τους παιδιά.
Βλέπετε το μήνυμα είναι διαχρονικό. Τα σκέφτηκα όλα αυτά όταν ένα ζευγάρι σε τέλεια αποσύνθεση, με παιδιά που κοντεύουν να διαλυθούν σαν προσωπικότητες, ήρθαν φιλικά να κουβεντιάσουμε αυτά τα προβλήματα, να βρούμε το τι έφταιξε και η κατάσταση είχε φτάσει εκεί που άλλο δεν πήγαινε. Ήταν φιλική, κοντινή η οικογένεια και τους γνώριζα καλά. Ένας ένας ήταν θαυμάσιοι, όλο αισθήματα και αγάπη. Οι γονείς άνθρωποι θυσίας, άνθρωποι όλο καρδιά. Μα δεν τους είχε μάθει κανένας να αγαπάνε σωστά. Κι έτσι ξεχασμένη, χαλασμένη κάνουλα η αγάπη, αντί να ποτίζει το χώμα, να το αφρατεύει, να το κάνει καρπερό, ώστε λουλούδια να γεμίζει ο τόπος, το ΄κανε το τόσο νερό, το άσκεφτα χυμένο, βάλτο. Και στο βάλτο τα κουνούπια μένουν· εστία μόλυνσης ο βάλτος.
Το αρκουδάκι από την πολλή αγάπη έγινε αιτία να πεθάνει η συντροφιά του. Δεν του ΄χε μάθει κανείς να αγαπά σωστά. Κανείς δεν του ΄χε πει πως τέχνη χρειάζεται η εκδήλωση της αγάπης. Τ΄ αγαπώ το παιδί μου τόσο που ανησυχώ μήπως μπλέξει. Και γι΄ αυτό το σπίτι γίνεται φυλακή· και ποιος ποτέ ονειρεύτηκε να μένει σε φυλακή και ποιος δεν παλεύει να δραπετεύει από κει; Τ΄ αγαπώ τόσο το παιδί μου, ώστε προλαβαίνω κάθε του επιθυμία. Ναι, μα τότε έχουμε ένα παιδί που δεν ποθεί τίποτα και που επιθυμία έχει να έχει ... επιθυμία.
Το αγαπώ το παιδί μου τόσο, ώστε του κρύβω τις δυσκολίες της ζωής.
Και έτσι το παιδί πιστεύει πως το ΜΗ είναι ανύπαρκτο, πως μέλι και γάλα οι δρόμοι, μαλθακεύει, παραιτείται από αγώνες, δεν τρίβεται, δεν ακονίζεται το μαχαίρι και έτσι όταν έλθει σε αντάμωση με τις δυσκολίες τα χάνει. Παραδίδεται χωρίς όρους και ζητά δεκανίκια όπως τα ναρκωτικά, το αλκοόλ κ.λπ.
Μα τη λαθεμένη εκδήλωση αγάπης την έχουμε για το σύντροφό μας. Η πνιγηρή, ασφυκτική υπερπροστατευτικότητα και εκεί προεκτείνεται. Και στα δύο φύλα συμβαίνει κάτι τέτοιο, όχι μόνο στο γυναικείο. Έχετε δει άβουλες γυναίκες; Πίσω τους κρύβεται ένας σούπερ δυναμικός άντρας που τις ... λατρεύει και γι΄ αυτό ή πιο σωστά εξ αιτίας αυτού η προσωπικότητα της γυναίκας δεν ξεδιπλώνεται φυσιολογικά. Δεν μπορεί να οδηγήσει αν ο άντρας της κάθεται πλάϊ της και της τονίζει τα λάθη της ακριβώς γιατί την αγαπά τόσο ώστε νοιάζεται γι΄ αυτήν, μην πάθει κάποιο ατύχημα.
Επειδή αγαπάμε το παιδί μας θέλουμε να του διαλέξουμε εμείς το σύντροφο της ζωής του. Και αργότερα γινόμαστε κακά πεθερικά γιατί το παιδί μας δεν αγαπιέται τόσο όσο του αξίζει από αυτό το σύντροφο, ή αγαπιέται κάπως αλλιώτικα.
Η Αγάπη είναι θεϊκό δώρο, λέει η Γραφή, καρπός του Αγίου Πνεύματος. Και εμείς αυτό το δώρο το κάνουμε κατάρα αν δεν μάθουμε την τεχνική του. Γι΄ αυτό επέμενα να το τραγουδώ στα παιδιά, παρά τις αντιδράσεις τους. Γι΄ αυτό και το σιγοτραγουδούσα σε κείνο το ταλαιπωρημένο ζευγάρι που έχοντας στις καρδιές τους τόση αγάπη, σφίγγονταν μεταξύ τους, παραμόρφωναν από το σφίξιμο την προσωπικότητα του πλαϊνού τους. Και έμεναν μόνοι. Ακριβώς σαν εκείνο το δυστυχισμένο αρκουδάκι!

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012

Ο ξυλουργός...χτίζοντας μια ζωή! (αντιγραμμένο)


Ένας ηλικιωμένος ξυλουργός κόντευε να βγει στη σύνταξη, και είπε στο αφεντικό του τα σχέδια του για να φύγει και να ζήσει πιο ξεκούραστα μαζί με τη γυναίκα του. Βέβαια δεν θα συνέχιζε να βγάζει τόσα λεφτά, όμως έπρεπε να βγει στη σύνταξη.
Θα τα κατάφερναν.
Ο εργολάβος του στεναχωρήθηκε που θα έφευγε ένας τόσο καλός μάστορας, και ζήτησε από τον ξυλουργό αν θα μπορούσε να του χτίσει άλλο ένα σπίτι σαν προσωπική του χάρη.
Ο ξυλουργός είπε ναι, όμως όσο περνούσε ο καιρός δεν ήταν δύσκολο να παρατηρήσει κάποιος πως δεν δούλευε με όλη του τη καρδιά.
Χρησιμοποιούσε υλικά κατώτερης ποιότητας, και έκανε επιπόλαιη δουλειά.
Ήταν ο χειρότερος τρόπος για να τελειώσει μια καριέρα γεμάτη αφοσίωση και επιτυχίες.
Όταν ο ξυλουργός τελείωσε το έργο, ήρθε ο εργολάβος να επιθεωρήσει το σπίτι. Έδωσε το κλειδί της εισόδου στον ξυλουργό και του είπε,
"Αυτό το σπίτι είναι δικό σου, ένα δώρο από μένα για σένα."
Ο ξυλουργός έμεινε άναυδος!
Τι κρίμα!
Αν μόνο ήξερε πως έχτιζε το δικό του σπίτι, θα το είχε κάνει εντελώς διαφορετικά.
Το ίδιο συμβαίνει και με μας.
Χτίζουμε τη ζωή μας, μέρα με την μέρα, πολύ συχνά μη κάνοντας το καλύτερο μας σε αυτό που κτίζουμε.
Και μετά μένουμε εμβρόντητοι όταν αντιλαμβανόμαστε ότι πρέπει να κατοικήσουμε στο σπίτι που κτίσαμε.
Αν μπορούσαμε να το κάνουμε ξανά, θα το χτίζαμε εντελώς διαφορετικά. Να όμως που δεν μπορούμε να επιστρέψουμε ...;.
Εσύ είσαι ο ξυλουργός στη ζωή σου. Κάθε μέρα βάζεις μια πρόκα, τοποθετείς άλλη μια τάβλα, ή ορθώνεις ένα τοίχο.
Οι προθέσεις και οι επιλογές που κάνεις σήμερα χτίζουν το αυριανό σου "σπίτι" ...;
Γι' αυτό να χτίζεις με σοφία!
Ζήτησε από το Θεό να γίνει Αυτός ο εργολάβος στη ζωή σου!
Αυτός θα σου δείξει πως να φτιάξεις ένα γερό θεμέλιο για να χτίσεις το σπιτικό της ζωής σου.
Αν βιάζεσαι να δεις τον κόσμο να γίνεται καλύτερος, άρχισε από τον εαυτό σου.
Είναι ο συντομότερος δρόμος.

Τι είναι καλό και τι κακό;


Ο γέροντας και τ’ άλογο .
Κάποτε ζούσε σ’ ένα χωριό κάποιος φτωχός γέροντας, ο οποίος είχε ένα όμορφο άλογο που τον βοηθούσε στις γεωργικές του ασχολίες και το οποίο ήταν τόσο όμορφο και δυνατό, ώστε ήταν γνωστό σε όλη τη γύρω περιοχή.
Κάποια μέρα, ένας πρίγκιπας που εντυπωσιάστηκε από τη φήμη και το παρουσιαστικό του αλόγου, θέλησε να το αγοράσει, προσφέροντας στον γέροντα ένα υπέρογκο ποσό. Αυτός, όμως, αρνήθηκε να πουλήσει το αγαπημένο του άλογο, µε το οποίο είχε δεθεί τόσα χρόνια, και επέστρεψε στο χωριό του.
-“Μα καλά είσαι ανόητος;” ρωτούσαν οι συγχωριανοί του.“Πούλα το άλογο για το καλό σου, θα πιάσεις πολλά χρήματα και θα είσαι ευτυχισμένος!”
-“Ααα, εμένα το άλογο με βοηθά στην εργασία μου.. Καιποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό;” απαντούσε ο γέροντας, “Μόνο Ο Θεός το ξέρει!”
Οι μέρες περνούσαν και το άλογο παρέμενε αχώριστη συντροφιά του γέροντα. Ένα πρωί ξύπνησε και είδε ότι το άλογό του είχε φύγει.
Οι συγχωριανοί του μαζεύτηκαν για να του εκφράσουν τη λύπη τους:
-“Τι μεγάλο κακό που σε βρήκε, τώρα ποιος θα σε βοηθά στις δουλειές σου; Ήσουν ανόητος που δεν πούλησες το άλογο.
Τώρα δεν έχεις ούτε τα χρήματα, ούτε το άλογο”.
Ο γέροντας με τη χαρακτηριστική ηρεμία του απαντούσε:
-“Και ποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό; Μόνο Ο Θεός το ξέρει!”
Οι χωριανοί απομακρύνονταν νομίζοντας ότι του γέρου του έχει σαλέψει..
Ύστερα από λίγες μέρες το άλογο επέστρεψε στη μάντρα του γέροντα, μαζί µε μερικά άλλα πανέμορφα άγρια άλογα που είχε συναντήσει στο δάσος.
Μαζεύτηκαν ξανά οι συγχωριανοί και του έλεγαν:
-“Τι τυχερός που είσαι! Σου έτυχε μεγάλο καλό, αφού τώρα έχεις περισσότερα άλογα να σε βοηθούν.”
Ο γέροντας τους απάντησε:
-“Και ποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό.. Μόνο Ο Κύριος γνωρίζει! Πάντως, είμαι ευχαριστημένος που το άλογό μου γύρισε.”
Οι συγχωριανοί του τον κοιτάζανε πάλι περιφρονητικά.
Μετά από λίγες μέρες, ο γιος του, καβαλικεύοντας ένα από τα άλογα, έπεσε κι έσπασε τα πόδια του, μένοντας ανήμπορος.
Μαζεύτηκαν πάλι οι χωριανοί λέγοντας:
-“Τι κακό που σε βρήκε! Με τα άλογα που ήρθαν, έχασες τελικά το δεξί σου χέρι στις δουλειές – τον γιο σου – που υποφέρει τώρα από τους πόνους και ίσως υποφέρει για όλη του τη ζωή.”
Ο γέρος απαντούσε πάλι:
-“Ποιος ξέρει … μόνο Ο Θεός γνωρίζει τι είναι καλό και τι κακό!”
Δεν πέρασε μια βδομάδα από αυτό το ατύχημα και μια γειτονική χώρα κήρυξε τον πόλεμο στη χώρα του. Πέρασε, λοιπόν, και από την πόλη του ο στρατός και επιστράτευσε όλους τους νέους άντρες της πόλης. Δεν πήραν, φυσικά, τον γιο του, που είχε σπασμένα πόδια, κι έτσι δεν έλαβε μέρος στις άγριες μάχες που ακολούθησαν.
Ήρθαν πάλι οι συγχωριανοί και έλεγαν:
-“Είσαι πολύ τυχερός, αφού οι γιοι όλων μας πάνε να σκοτωθούν στον πόλεμο, ενώ εσύ θα έχεις τον γιο σου πάντα κοντά σου.”
Και ο γέροντας τούς απάντησε με τρυφερότητα:
-“Εμείς οι άνθρωποι δεν ξέρουμε ποτέ αρκετά, για να κρίνουμε αν κάτι είναι ευλογία ή συμφορά. Ακόμη αδελφοί μου δεν το καταλάβατε: Μόνο Ο Θεός γνωρίζει το καλό και το κακό μας!!”
Πρέπει λοιπόν να δείχνουμε απόλυτη εμπιστοσύνη Στον Θεό μας, όχι στα λόγια αλλά έμπρακτα! Υπάρχει άραγε περίπτωση αν αφεθούμε όπως ένα μικρό παιδί στο Θέλημά του, να νιώσουμε ποτέ θλίψη, άγχος, στενοχώρια;

Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011

Το στοιχειό και η μάγισσα.


Η ιστορία είναι γραμμένη λένε κάποιοι σύμφωνα με την άποψη του νικητή και σε αυτό δεν υπάρχει αμφιβολία, αλλά περνώντας τα χρόνια και αλλάζοντας οι καταστάσεις αναθεωρούνται απόψεις και τότε ξαναγράφεται η ιστορία με διαμετρικά αντίθετη άποψη. Αν σε αυτό το πνεύμα προσπαθήσουμε να πάμε στα παλιά χρόνια θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως με την πάροδο του χρόνου υπάρχουν πολλοί μύθοι και παραδώσεις που ξεκινούν από πραγματικά γεγονότα. Το γράφω σαν προοίμιο της ιστορίας που θα διαβάστε παρακάτω. Στο κάτω-κάτω και τον Μινώταυρο θηρίο τον κατάντησε η μυθολογία, για να μην προσβληθεί η υπόληψη του βασιλιά αναγνωρίζοντας το νόθο της γυναίκας του και του στρατηγού του.

Στην σημερινή ιστορία που διαδραματίζεται σε ένα ορεινό χωριό στην Ρούμελη, έχουμε δύο ήρωες το στοιχειό και την μάγισσα που πήραν αυτά τα κοσμητικά επίθετα ενώ ήταν απλοί άνθρωποι μια άλλης εποχής. Όχι πολύ μακριά από το χωριό ορμητικά κατέβαινε ένα ποτάμι με πολλές στροφές στο διάβα του, πυκνά δέντρα και κάλυπταν με τα φυλλώματα τους και αυτήν ακόμα την ύπαρξη του. έπρεπε κανείς να γνωρίζει καλά τον τόπο για να μην πέσει ξαφνικά μέσα στο ποτάμι και παρασυρθεί. Ακόμα σχημάτιζε κατά διαστήματα και νεροτριβές που πλένανε οι νοικοκυρές παλιότερα πριν ανακαλυφθούν τα πλυντήρια, και τσαλαβουτούσαν στα νερά τα παιδιά.
Ο θρύλος της περιοχής μιλούσε για την ύπαρξη ενός στοιχειού που τριγυρνούσε στο ποτάμι. Οι πιο ψύχραιμοι λέγανε πως ήταν ένας τρόπος για να προφυλάξουν τα παιδιά από την απερισκεψία της ηλικία τους, η αλήθεια όμως ήτανε τελείως διαφορετική, και την αποκάλυψε ένας φίλος και συνάδελφος (Ο Νικόλας) όταν διασταύρωσε τις ιστορίες που άκουγε από τους παλαιότερους.
Η μάγισσα ήταν μια χωριανή του που από μικρή ορφάνεψε και δεν ήθελε να πάει ψυχοκόρη πουθενά, αλλά προτίμησε να τριγυρνά ελεύθερη εδώ και εκεί βρίσκοντας ή ζητιανεύοντας πολλές φορές το φαγητό της ημέρας και μετά με τις ώρες καθότανε με τις ώρες πλάι στο ποτάμι. Το πατρικό της κατάντησε ρημάδι από την αφροντισιά και η ίδια από την απλυσιά μύριζε άσκημα. Τα παιδιά την πετροβολούσανε ή της τραβάγανε τα ρούχα και φεύγανε μην τα πιάσει. Η δύστυχη δεν είχε και πολλές επιλογές, μόλις είχε τελειώσει ο πόλεμος του 1897 και η Ελλάδα ήταν χαμένη. Ο εικοστός αιώνας που ανέτειλε δεν καλυτέρευε την κατάσταση, ο αγώνας για την επιβίωση δεν άφηνε και πολλά περιθώρια για φιλανθρωπίες. Καταφυγή της κοπέλας αυτής ήταν ένα ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής, που έβρισκε πολλές φορές καταφύγιο. Άλλωστε έβρισκε εκτός από το λάδι και ψωμί ή παξιμάδι φρούτα και ελιές, τα θεωρούσε σταλμένα από τον Θεό και βολευότανε με αυτά.
Τα τρόφιμα αυτά τα έστελνε ο ηγούμενος του μοναστηριού που υπήρχε εκεί κοντά, με το καλογέρι του. Γνώριζε την ύπαρξη του κοριτσιού και με αυτόν τον τρόπο την βοηθούσε να επιβιώσει, χωρίς να την προσβάλει αλλά και χωρίς να φαίνεται από πού έρχεται η βοήθεια. Το καλογέρι ένα παλικάρι που δεν ήταν ούτε εικοσάχρονο, είχε απορία και την εξέφρασε στον ηγούμενο του. Εκείνος πάλι θέλοντας να τον προφυλάξει από την κακοτοπιά του θύμιζε τακτικά τον θρύλο για το στοιχειό του ποταμιού. Του παράγγελνε δε, να αφήνει τα τρόφιμα να ανάβει τα καντήλια και αμέσως να φεύγει.
Πέρασαν τα χρόνια και πέθανε ο Ηγούμενος, το καλογέρι ηγούμενος ο ίδιος πλέον, συνέχισε αδιάλειπτα αν και αραιότερα να πηγαίνει τρόφιμα στο ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής, συνεχίζοντας την παράδοση και την υπακοή του στον Μακαρίτη.
Μετά την Μικρασιατική καταστροφή ήρθαν και εδώ πρόσφυγες. Το χωριό μεγάλωσε αλλά και η δύστυχη η μάγισσα δεν βρήκε ησυχία. Περισσότερα παιδιά τώρα την κυνηγούσαν και αυτής τα χρόνια πέρασαν και δεν μπορούσε να τρέχει να γλιτώνει τις πετριές, έτσι τακτικά την βρίσκανε οι πέτρες και σχεδόν πάντα τρέχανε αίματα στο πρόσωπο της και στα ρούχα της.
Ένα σούρουπο τα παιδιά την πήραν από πίσω με τις πέτρες και αυτή κατάφυγε στο ποτάμι. Τα ρούχα ήταν λασπωμένα και αποφάσισε να τα πλύνει. Διάλεξε μια συστάδα από τα δέντρα που νόμιζε πως δεν την έβλεπε κανείς και γδύθηκε. Μπήκε στο νερό και άρχισε να τρίβει τα ρούχα. Άκουσε θόρυβο λίγο παραπάνω και τρόμαξε, τεντώθηκε να δει τι συμβαίνει φοβισμένη και αμέσως πήρε το δρόμο για το χωριό τρέχοντας και ουρλιάζοντας «-το στοιχειό το στοιχειό». Βγήκε ο πρόεδρος και την μάζεψε τις έριξε μια κουβέρτα να κρύψει την γύμνια της και την πείρε στο σπίτι του. Εκείνη ακολουθούσε τρομαγμένη «-το είδα το στοιχειό, το είδα» φώναζε. Την έβαλε κοντά στο τζάκι παρήγγειλε της γυναίκας του να την τακτοποιήσει στον αχυρώνα και να φροντίσει να σταματήσει να φωνάζει. Η μάγισσα δεν ξαναπήγε σπίτι της ούτε και στη Αγία Παρασκευή, από τότε βολεύτηκε στο φουρνόσπιτο δίπλα στου προέδρου που της πήγαινε κάθε μέρα φαγητό. Η γυναίκα του προέδρου της έδωσε ρούχα, και προσπάθησε να δημιουργήσει ένα υποτυπώδες νοικοκυριό, αλλά άδικα δεν το κατάφερε. Φοβισμένη καθόταν σε μια γωνιά και μονολογούσε «-το είδα το στοιχειό, σας λέω το είδα, υπάρχει, υπάρχει τα στοιχειό».
Περνούσαν τα χρόνια μέχρι που ο Νικόλας πέρασε από το χωριό αναζητώντας και συλλέγοντας θρύλους από την Ελληνική ύπαιθρο μίλησε με την μάγισσα και φυσικά το επόμενο του βήμα ήταν το μοναστήρι να μιλήσει με τον ηγούμενο. Πέρασε ο Νικόλας το ποτάμι και ανέβηκε στο Μοναστήρι και κουβέντιασε με τον ηγούμενο για την ύπαρξη του στοιχειού.
Ο Ηγούμενος μόνος στο παλιό μοναστήρι τον υποδέχθηκε πολύ φιλικά και ευχαρίστως θέλησε να απαντήσει στις ερωτήσεις του, επειδή και αυτός είχε δει το στοιχειό και ήταν απόλυτα σίγουρος για την ύπαρξη του, του έλεγε και ο γέροντας του και η παράδοση του χωριού. Εξήγησε πως πριν από πολλά χρόνια, κάποιο σούρουπο θέλησε να πάει στο ποτάμι να πλυθεί. Διάλεξε έναν απόμερο τόπο που δεν φαινότανε από πουθενά και γδύθηκε να μπεί στο νερό, και σύμφωνα με την συνήθεια του άρχισε να ψέλνει, αλλά εκείνη ακριβώς την στιγμή του επιτέθηκε το στοιχειό φωνάζοντας το όνομα του και εκείνος φοβισμένος έφυγε, και κατέληξε με απόλυτη σιγουριά «-το είδα, το είδα το στοιχειό δεν είναι παραμύθια». Την επόμενη μέρα πήγε στην Αγία Παρασκευή και λειτούργησε και από τότε το στοιχειό δεν ξαναφάνηκε, ακόμα και τα τρόφιμα που του πήγαινε με εντολή του μακαρίτη δεν τελειώνανε και έτσι σταμάτησε να τα πηγαίνει.
Έτσι ξεδιαλύθηκε ο θρύλος του στοιχειού και της μάγισσας. Η άγνοια και η προκατάληψη έκανε δύο ανθρώπους να θεωρήσουν ο ένας τον άλλο στοιχειό και να ζωντανέψει ο θρύλος, αλλά οι χωριανοί δεν το παραδέχθηκαν και ακόμα φοβίζουν τα παιδιά τους με το στοιχειό για να προφυλάξουν από το ποτάμι.

Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2010

Οι συννυφάδες


Βρέθηκα πριν από λίγες ημέρες Κυριακάτικα σ’ ένα χωριό και μετά την Θεία λειτουργία ακλούθησε ένα μνημόσυνο. Ο αγαθός Παπάς μνημόνευε δύο ονόματα, Καίτη και Κατίνα. Μετά το πέρας του μνημόσυνου ρώτησα γιατί κακοποιεί την γλώσσα έτσι βάναυσα αφού η Εκκλησία τις έχει βαπτίσει και ονομάσει Αικατερίνη και τις δύο, θα μπορούσε κάλλιστα να τις μνημονεύει Αικατερίνη και Αικατερίνη. Η απάντηση με εξέπληξε λίγο, «ήταν συννυφάδες» «ε, και λοιπόν;» «υπάρχει και άλλη μία, εκείνη την λένε Κατερίνη, αν έλεγα το όνομα αυτό θα νόμιζε πως μνημονεύω αυτή ενώ είναι ζωντανή» δεν έδωσα συνέχεια γιατί ήταν χαμένος χρόνος, αλλά αποχωρώντας αυτόματα ο νους μου γύρισε χρόνια πολλά προς τα πίσω, στις Μαρίες τις συννυφάδες.

Ήμουν τότε νεαρός αστράτευτος ακόμα, δούλευα σε μια αποθήκη και είχα πιάσει φιλίες με μια Μαρία, θα ήταν καμιά τριανταριά χρονών και είχε τέσσερα παιδιά. Ήξερε για τον καημό μου με τα χωριά και πως έψαχνα ευκαιρίες να αποδράσω από την Αθήνα από τότε. Με κάλεσε να κάνω τις καλοκαιρινές διακοπές στο χωριό του άνδρα της. Δεν το πολυσκέφτηκα και πήγα τρία χρόνια συνεχόμενα. Το χωριό αυτό βρίσκεται στην ορεινή Τροιζηνία στην Αργολίδα. Εκεί γνώρισα το Πεθερό της τον Μπαρμπαγιώργη τον Τσουρέκη.

Ο Μπαρμαγιώργης ήταν ένας λεβέντης ηλικιωμένος που είχε γυναίκα την κερά Μαρία, η οποία του χάρισε δώδεκα υιούς, αυτοί και οι δώδεκα ήταν πολύτεκνοι, επιπλέον δε και οι δώδεκα συννυφάδες ονομαζόντουσαν Μαρία. Κάθε καλοκαίρι είχε ειδική μεταχείριση από τον πρόεδρο που του παραχωρούσε το σχολείο για να μπορεί να ανταπεξέλθει στις ανάγκες της φιλοξενίας των δικών του. Το προνόμιο αυτό του το είχε δώσει ο Παττακός, αντιπρόεδρος τότε της Κυβερνήσεως που επισκέφτηκε την οικογένεια αυτή.
Παρά τα πολλά χρόνια που κουβαλούσε στην πλάτη του, θυμόταν τα εγγόνια όλα με το όνομα τους κα ποιανού είναι το καθένα. Το σπίτι του ήταν ένα αγροτόσπιτο με πέντε μεγάλα δωμάτια γεμάτα μπαουλοντίβανα και κρεβάτια. Ανάλογος εξοπλισμός υπήρχε και σε ποτήρια και πιάτα και κπουταλοπίρουνα.
Η Μαρία η δική μου φίλη ήταν η προτελευταία από τις συννυφάδες. Κατά την διάρκεια του καλοκαιριού η φιλοξενία ήταν στις δόξες της ιδιαίτερα τον Αύγουστο. Καημό είχαν οι γέροι να βλέπουν όλα τα παιδιά μαζεμένα γύρω τους και εκείνα δεν χαλάγανε το χατίρι τους ξεχνώντας τις διαφορές του για λίγες ημέρες. Βολεμένοι όλοι σε υπηρεσίες με προνόμια, άλλος στην ΔΕΗ και άλλος ΕΛΤΑ και δεν θυμάμαι που αλλού. Εντυπωσιακό θέαμα ήταν η ημέρα της Παναγίας όταν σουβλίζανε αρνιά στην αυλή του σχολείου «Πάσχα έχουμε» έλεγε ο Παππούς αλλά εξίσου εντύπωσε έκανε και την παραμονή που ερχόντουσαν τρία ταξί, να πάνε τις Μαρίες στο Μοναστήρι για εξομολόγηση. Σχόλια στο χωριό και γέλια «Οι Μαρίες πάνε στους καλογέρους να αγιάσουν» εκείνες με την πεθερά αρχηγό αψηφούσαν τα σχόλια, υπήρχαν οι μεγαλύτερες κόρες να μαγειρέψουν και να αναλάβουν το νοικοκυριό.

Την χρονιά που φιλοξενήθηκα και εγώ μαζί με άλλους φίλους της οικογένεια στο σχολείο, ήταν η τελευταία που χόρευε ο Μπαρμπαγιώργης, την επόμενη το πήρε ο χάρος. Τα δύο επόμενα χρόνια που πήγα η Κερά Μαρία είχε σπάσει. Δεν ξαναπήγα γιατί στρατεύτηκα, αλλά έμαθα πως πέθανε και αυτή από τότε δεν ξαναμαζεύτηκε η οικογένεια όλη μαζί. Ήταν σαν την αλυσίδα που της έλειπε εκείνος ο χαλκάς που την έκανε κόσμημα.

Πέμπτη 15 Ιουλίου 2010

Ο ποντικός και ο πανικός.

Στο αγρόκτημα για άλλη μια φορά, γίνεται σχολείο για όσους θέλουν να μάθουν εκείνα που η ζωή της πόλις τους έκανε να ξεχάσουν, ή ακόμα να μην τα βίωσαν ποτέ.
Στο παρτέρι με τα κηπευτικά, ο Μιχάλης και η Ασιμούλα ξεχορτάριαζαν τις ντομάτες. Είχαν ρίξει από την προηγούμενη πολύ νερό, για να ξεριζώνονται τα ζιζάνια εύκολα. Σε αυτό το παρτέρι δεν ραντίζουν, επειδή αυτά προορίζονται για κατανάλωση από την οικογένεια. Είναι λίγο άσχημες οι ντομάτες στην όψη, αλλά έχουν μυρουδιά και γεύση ντομάτας.
Ξαφνικά, ο Μιχάλης κάνει αργά-αργά και αθόρυβα όσο μπορεί προς τα πίσω, σιμώνει στο αυτοκίνητο, παίρνει το δίκαννο, σημαδεύει και πυροβολεί.
Του αγρότη το μάτι είναι τόσο γυμνασμένο, που αλλού βλέπει και αλλού κοιτά. Μόλις πέτυχε ο Μιχάλης το στόχο, αναφώνησε, <τον κερατά ησυχάσαμε>. Τι είχε προηγηθεί και τι σκότωσε με τόσο μένος; Έναν ποντικό, μπορεί και ποντικίνα. <τα υπόλοιπα οι γάτες και τα νυχτοπούλια> και πήγε στις ντομάτες να συνεχίσει το ξεχορτάριασμα.
Ας δούμε λοιπόν, από κοντά το πρόβλημα, και τον καημό του Μιχάλη. Οι γάτες, άφθονες στο αγρόκτημα μέσα κυνηγούν τα ποντίκια, όσο αυτά είναι μικρά, άμα μεγαλώσουν και μπορούν να αντισταθούν πάλι δεν γλύτωσαν την ζωούλα τους, γιατί τα μεγαλύτερα τα κυνηγούν οι σκύλοι. Την περίοδο αυτή που τα κηπευτικά είναι στην παραγωγή οι σκύλοι δεν λύνονται, διότι παίζοντας κάνουν ζημιά στα φύτρα, έτσι είναι η εποχή που οι ποντικοί δρουν.
Μπαίνουν στο κοτέτσι, ή όπου αλλού εντοπίσουν αυγά, τα σηκώνουν με τα δύο μπροστινά πόδια και τα μεταφέρουν στην φωλιά τους, που πολλές φορές μπορεί να απέχει και 50 μέτρα ή και παραπάνω. Εκεί ταΐζουν τα μικρά τους, αλλά συσσωρεύουν τα τσόφλια στον ίδιο τόπο. Αν ο νοικοκύρη εντοπίσει τα άδεια τσόφλια, και τα μαζέψει, αλλάζουν φωλιά την ίδια ώρα.
Έτσι λοιπόν και ο Μιχάλης παλιός γεωργός και γνώστη του θέματος, ξεχορτάριαζε τις ντομάτες, αλλά το μάτι του έπαιζε μεταξύ του κοτετσιού και της φωλιά που είχε εντοπίσει, γι’ αυτό είχε και το ντουφέκι έτοιμο. Τα μικρότερα τώρα όταν πεινάσουν θα βγουν, και είναι εύκολη λεία για τις γάτες, που όσο χορτάτες κι’ αν είναι τα κυνηγούν.
Γεννιέται το ερώτημα, γιατί η βία του τουφεκιού, δεν μπορούσε άραγε να βάλει λίγο δόλωμα; Αυτό θα γινόταν στην πόλη, ποτέ στο κτήμα. Αν υποθέσουμε, πως έριχνε λίγο σταράκι, το γνωστό ποντικοφάρμακο, θα περνάγανε τα μυρμήγκια, θα το έπαιρναν να το μεταφέρουν στις υπόγειες φωλιές τους, κατά την διάρκεια της μεταφοράς τα κλωσόπουλα και κότες θα το τσιμπολογούσαν, με αποτέλεσμα να ψοφήσουν.
Οι κότες για το κτήμα είναι σημαντικός παράγων. Εκτός από τα φρέσκα αυγά, που και αυτά έχουν τελείως διαφορετική γεύση από εκείνα των super markets δίνουν το κρέας τους όλο το χρόνο, χώρια που καθαρίζουν το τόπο από κάθε λογής σκουλήκι, και ακόμα βολεύονται με τα αποφάγια. Ακόμα είναι η φυσική ανακύκλωση όλων εκείνων των προϊόντων της γης, που δεν είναι κατάλληλα προς βρώση.
Η ικανοποίηση του αγρότη όταν υπερασπίζεται τα ζωντανά του, και τα φυτέματα του, είναι απερίγραπτή.

Τετάρτη 23 Ιουνίου 2010

Ηρακλής

Βραδάκι και ο Ηρακλής ανήσυχος φέρνει βόλτες. Ηρακλής είναι ένα από τα σκυλιά του γείτονα. Ψάχνει τον φίλο του, τον Φουντωτό, αυτός είναι ο γάτος, που από μικρά μεγαλώσανε μαζί και κοιμούνται αγκαλιά.
Ο Ηρακλής βρέθηκε από μικρό ορφανό κουταβάκι, να κάνει με μια οικογένεια γατιών, και από όλα ξεχώρισε τον Φουντωτό, με το οποίον έπαιζε, μοιράζονταν το φαγητό, και κοιμόντουσαν παρέα. Σε ένα αγρόκτημα όλα τα ζώα έχουν ονόματα, και γι’ αυτό φροντίζουν τα παιδιά που διαβιούν ή πηγαινοέρχονται εκεί.
Ο Φουντωτός όμως δεν βρίσκεται, και δεν πρόκειται να βρεθεί επειδή σήμερα εκτελέστηκε δια τυφεκισμού. Το παράπτωμα του, κανιβαλισμός στα κλωσόπουλα. Δικαστήριο αυτόφωρο και καταδίκη εκτελέσιμη πάραυτα. Οι κλώσες κάνοντας το καθήκον τους, γέμισαν το κοτέτσι με πουλάκια. Νομίζοντας παιχνίδι ίσως, ο γάτος δοκίμασε και γλυκάθηκε, αλλά πονηρός όταν ξύπνησε η φύση του, το έκρυβε και φυλαγότανε ειδικά από το αφεντικό του. Είναι πράγματι εντυπωσιακό πως αντιδρούν τα ζώα σε διάφορες καταστάσεις. Όταν έβλεπε τον νοικοκύρη να έρχεται, έκανε τον αδιάφορο. Τα πουλιά λιγοστεύανε, και οι υποψίες για ύπαρξη αλεπούς ή νυφίτσας πολλές, αλλά πάλι με τρία σκυλιά είναι απίθανο. Και ένα σούρουπο αποκαλύφθηκε ο φονιάς. Χωρίς δεύτερη σκέψη ήρθε ο σκοτωμός.
Φυσιολογικά και συνηθισμένα φαινόμενα για ένα αγρόκτημα, εδώ όμως αρχίζει το μάθημα δεοντολογίας. Από την γκρίνια των παιδιών προς τον πατέρα που τόλμησε και σκότωσε το γάτο. Άδικα προσπαθεί να εξηγήσει πως είναι υποχρέωση να φυλάμε το κόπο μας και τα ζώα μας από κάθε απειλή, μα και ο Φουντωτός ζώο μας ήτανε, και το δάκρυ αυλακώνει τα προσωπάκια.
-τα ζώα τα χωρίζουμε σε δυο κατηγορίες, εκείνα που τρώμε, και τα άλλα που δεν τρώμε. Τα πρώτα είναι πιο χρήσιμα και τα προστατεύουμε από τα δεύτερα.
-βαρέθηκε και ο Φουντωτός το ίδιο φαγητό και θέλησε κοτόπουλο, έπρεπε να το σκοτώσουμε για αυτό.
Και ο Ηρακλής απεγνωσμένα να ψάχνει και να κλαψουρίζει, οι άλλες γάτες σε μια άκρη τρώγανε αμέριμνες ενώ κάποιες άλλες γουργούριζαν ευχαριστημένες και χορτάτες.

Τετάρτη 26 Μαΐου 2010

Ζωολογία εμπειρική

Παίρνοντας αφορμή από ένα σκαντζόχοιρο, που εισέβαλε στην ηλεκτρονική γειτονιά και σε κήπο φίλου, αναφέρομαι σήμερα στην ζωολογία, σύμφωνα με την δική μου προσωπική εμπειρία.
Και βέβαια δεν θα μιλήσω για γάτες, που τις έχω σπουδάσει πάρα πολύ, αλλά για άλλα όντα.
Μένω όπως είναι γνωστό στη εξοχή, και παραθαλάσσια. Πριν από εξ ή επτά χρόνια, φάνηκε ένας σκαντζόχοιρος. Μου έκανε εντύπωση επειδή δεν είχα ξαναδεί από κοντά. Ρώτησα λοιπόν το γείτονα -τι τρώει-, και η απάντηση ήταν απλή και μονολεκτική, -τίποτα-. Μα είναι δυνατόν; Και όμως είναι.
Μου εξήγησε πως κάπου κοντά, υπάρχει φιδοφωλιά, και τα μικρά φίδια είναι το χόμπι του. Όσο κυκλοφορεί ο σκαντζόχοιρος τα φίδια θα εξαφανίζονται. Τα φίδια πλησιάσανε επειδή φανήκαν ποντικοί. Δεν είχα τότε γάτα, και η φύση έφερε τα φίδια και τον σκαντζόχοιρο. Από τότε ότι περίσσευμα φαγητού υπάρχει, το πετάω σε ορισμένο τόπο, έτσι που οι ποντικοί κατευθύνονται προς τα εκεί, και χορτάτοι δεν πλησιάζουν στο κατάλυμα.
Μόλις κατάφερα και πήρα γάτα, ο σκαντζόχοιρος ήταν περιττός. Η γάτα κυνηγάει και τα ποντίκια και τα φίδια, υπό την προϋπόθεση να είναι ζωντανή. Γιατί η μαγδάλω αυτοκτόνησε στις ρόδες διερχομένου αυτοκινήτου. Ο σκαντζόχοιρος εν τω μεταξύ, πήγε σηκωτός στο δημοτικό σχολείο της πόλης μας, για να δουν και να μάθουν τα παιδάκια πως είναι.
Το εντυπωσιακό είναι πως αμέσως εγκαταστάθηκε μια οικογένεια νυφίτσες. Αμέσως ανέλαβαν το κυνήγι των ποντικιών και των φιδιών. Δεν έχω κανένα πρόβλημα μέχρι τώρα. Παρά το γεγονός πως υπήρχαν δύο σκυλιά, ο Σπίθας και η Αιμιλία, μεγαλόσωμα, δεν έφευγαν, και ας υπήρχε και γάτα. Όταν όμως ήρθε ο τρίχας ένα μαλλιαρό μικρό σκυλάκι, οι νυφίτσες εξαφανίστηκαν.
Η φύση δουλεύει άψογα από μόνη της, και πως αλλιώς να γινότανε αφού είναι δημιουργία του Θεού. Όταν την βιάζουμε δεν ανταποκρίνεται και έχουμε τις αλλοπρόσαλλες καταστάσεις.
Τα σκυλιά αυτά διαδέχθηκε, μετά από το φαρμάκωμα τους, ο Κανέλλος, ακόμα πιο μεγαλόσωμο, που δεν έκατσε πολύ καιρό επειδή δεν μπορούσα να το κουμαντάρω, και μετακόμισε στην γειτονιά. Όταν ήρθε αυτός πάψανε να κατεβαίνουν στην αυλή τα κοράκια και οι γλάροι. Και όσο καιρό ήταν στην αυλή ο ράμπο, δεν ερχόντουσαν. Όταν έφυγε κατεβήκαν πάλι, και τρώνε φαγητό από το ρόκυ, το νέο μας σκυλάκι.
Αυτή την εποχή δεν έχω γάτα, δεν ανησυχώ όμως, πιστεύω πως θα γυρίσει η νυφίτσα.
Λεπτομέρειες, που για τους ανθρώπους της πολιτείας μοιάζουν εξωπραγματικές. Για μας είναι καθημερινότητα.
Κάνω αγώνα να διώξω τα σπουργίτια, που τρυπώνουν στα κεραμίδια. Πήρα αφρό πολυουρεθάνης, και έκλισα τις τρύπες στις άκρες, για να μην μπαίνουν μέσα. Αυτά τώρα έρχονται και κατατρώγουν το ξεραμένο αφρό, και δημιουργούν ευκολότερα φωλιές και μάλιστα ζεστές και απάνεμες. Αυτά τα πουλάκια, επιβιώνουν τρώγοντας εκτός από τα ψίχουλα που πετάω στην αυλή, από τα έντομα που πετάνε γύρω-γύρω από τα λουλούδια. Και εγώ υποχρεώνομαι σε τακτά διαστήματα να σαρώνω την αυλή που γεμίζει κουτσουλιές. Ο κύκλος της φύσης.
Διερωτώμαι καμιά φορά, πως θα ησυχάσω από όλα αυτά; Και η απάντηση είναι απλή, μόνο φεύγοντας και μένοντας σε ένα κλουβί στην πολιτεία (από κείνα που λέγονται διαμερίσματα). Και εκεί θα έχω άλλου είδους ενοχλήσεις, από ζώα που δεν είναι τετράποδα.

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2010

Φτώχια

Το αίσθημα της ντροπής από αυτό της ενοχής, δεν είναι εύκολο να το ξεδιακρίνει κανένας. Ντρέπεσαι για κάτι που κάνεις, ενώ δεν πρέπει, ενώ όταν παρέλθει ο χρόνος έχεις ενοχές για εκείνο που έκανες ενώ δεν έπρεπε.
Σαν όλους τους μισθοσυντήρητους, περίμενα το μισθό του Δεκεμβρίου, που λόγω Χριστουγέννων είναι αρκετά προσαυξημένος, έχοντας υπολογίσει κατά το δυνατόν πως και που θα κατανεμηθεί. Λογαριάζοντας να προμηθευτώ δύο παντελόνια και παπούτσια. Με τα χρήματα στην τσέπη κατευθύνθηκα στην αγορά. Σκέφτηκα να περάσω από κάποιο μεγάλο πολυκατάστημα, να πάρω και τροφή για τον σκύλο μου, εκεί συνήθως ψωνίζω την κονσέρβα διότι είναι συμφέρουσα η τιμή. Η συνηθισμένη ποσότητα είναι δύο κούτες, που περιέχουν από 12 κουτιά, για όλο τον μήνα, αξίας περίπου ένα ευρώ το καθένα. Ξύπνησε το πνεύμα του καταναλωτισμού μέσα μου φαίνεται, και πήρα την διπλάσια ποσότητα, αφού είχα χρήματα στην τσέπη και ήμουν άνετος, και την φόρτωσα στο καροτσάκι.
Την ώρα που φόρτωνα το καροτσάκι, ήρθε ο έλεγχος της συνειδήσεως, με την μορφή μια κυρίας, η οποία χαμηλόφωνα και πολύ ευγενικά, με ρώτησε, <τόσες τροφές θα πάρεις για τον σκύλο σου, όταν υπάρχουν παιδιά που πεινάνε;> σοκαρίστηκα, η πρώτη αντίδραση μου ήταν να την κοιτάξω στα μάτια, και το ίδιο ευγενικά αποκρίθηκα, <βλέπεις παιδί μου κανέναν εδώ μέσα, να πεινάει, όλοι ψωνίζουν>, η κυρία η οποία ήταν νεαρά γύρω στα τριάντα ή λίγο παραπάνω, με πολύ συστολή απήντησε <τα παιδιά μου, ο άντρα μου με άφησε και έφυγε, και εμένα με απολύσανε από την δουλειά λόγω περικοπών>. Την ξανακοίταξα και φαίνεται πως η ματιά μου ήταν εξεταστική, διότι αντέδρασε πάλι ευγενικά, <δεν ζητιανεύω, απλά μια παρατήρηση έκανα, συγνώμη> και γύρισε να φύγει. Τόλμησα και άπλωσα το χέρι και την συγκράτησα από το μπράτσο, <πάρε παιδί μου ότι χρειάζεσαι>, χαμογέλασε αλλά δεν συγκράτησε το δάκρυ <ότι χρειάζομαι> στο καταφατικό γνέψιμο μου, έσκυψε και μου φίλησε το χέρι <ευχαριστώ>.
Παρά την ντροπή που ένοιωθα, περίμενα στο ταμείο, κάποια στιγμή που ήρθε με το καρότσι γεμάτο, ο πειρασμός με έβαλε να κοιτάξω, το περισσότερο χώρο έπιαναν οι πάνες, και μια κούτα γάλατα. Πρέπει να ήμουν εκφραστικός όταν την ρώτησα, <πόσα παιδιά έχεις;> έπιασε το χέρι μου το έβαλε στην κοιλιά της, δύο και ένα εδώ τρία. Χαμογέλασε ευτυχισμένα, ευχαριστώ γέροντα, ξανάπε, και έφυγε. Δεν την ακολούθησα να δω με τι μέσο θα κουβαλούσε τα ψώνια αυτά, ούτε ρώτησα το όνομα της ή το χωριό της, έμεινα πολύ ώρα δίπλα στο ταμείο αμίλητος.
Οι άνθρωποι του καταστήματος με γνωρίζουν, και δεν με ενόχλησαν καθόλου, όταν ξεφόρτωσα τις παραπανίσιες κονσέρβες, από το καρότσι και τις έβαλα στο ράφι ξανά. Περνώντας από το ταμείο, ταχτοποίησα το χρέος μου και έφυγα. Στο μυαλό μου νόμιζα πως ζούσα σε καμιά ταινία της δεκαετίας του 60, τόσο εντύπωση μου έκανε η αξιοπρέπεια και το καθάριο βλέμμα της κοπέλας, συνάμα ντρεπόμουνα, πώς να πάρω παντελόνια, όταν υπάρχουν ακόμα παιδάκια που δεν έχουν φαΐ; Απλά δεν προμηθεύτηκα καινούργια.
Αυτό το αίσθημα της ενοχής, μέσα στο εορταστικό πνεύμα των Χριστουγέννων, ξεχάστηκε και εγώ ανέμελος συνεχίζω την ζωή μου. Εχθές το βράδυ, μετά από μια κοπιαστική ημέρα, μη έχοντας όρεξη να γράψω τίποτα, περιηγήθηκα στους φίλους αναγνώστες του Πυθαγόρα, και σκόνταψα κυριολεκτικά στην καλή μας φίλη, Έλενα Καπακίοτου που διαχειρίζεται το Blog σε αυτήν την διεύθυνση. http://elenakapakiotou.blogspot.com/
Εδώ λοιπόν είδα φωτογραφίες που δεν περιγράφονται, επισκεφτείτε όλοι σας, να σχηματίσετε μια εικόνα γιατί μέγεθος φτώχιας μιλάμε. Μετά από την περιήγηση αυτή, εγώ έχω ενοχές σαν άνθρωπος, που ταΐζω το σκύλο μου κονσέρβα, όταν τα παιδάκια αυτά . . . . . . . . . . δεν έχω άλλα λόγια. Μόνο φωτογραφίες από εκεί.


Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2009

Ο σκύλος

Τα σχόλια που ακολούθησαν την ανάρτηση με θέμα την απανθρωπιά, αφορούσαν περισσότερο την ανθρωπιά του ζώου και λιγότερο την κατάντια του ανθρώπου.




Πολλά χρόνια τώρα έχω κατοικίδια ζώα συντροφιά, μια εποχή είχα φτάσει τον αριθμό των γατιών 40, από δύο μικρά πεταμένα στα σκουπίδια. Και ενώ αυτά καθάρισαν μια μεγάλη έκταση από φίδια και ποντίκια, άρχισαν να εξαφανίζονται απότομα και σε τέσσαρες ημέρες δεν είχε μείνει ούτε ένα. Λυπήθηκα, αλλά ο ανθρώπινος παράγοντας είναι ανεξέλεγκτος.
Κάποια εποχή που ζούσα μέσα στο δάσος της Καλαμπάκας, είχα δύο σκυλιά, κοπρίτες, ένα μικρό μαύρο, το έλεγα σκύλα, και ένα μεγαλόσωμο το φώναζα ρόνι, προς τιμήν του Ρόλαντ Ρήγκαν, πρόεδρου της Αμερικής. Νοέμβριος μήνας ήταν, του 1986.
Κάποιο σούρουπο άρχισε να βρέχει δυνατά και ασταμάτητα. Ο ρόνι είχε τρελαθεί να γαυγίζει και να ορμά μια στην πόρτα και μια επάνω μου. το κοιτούσα και απορούσα τι ήθελε, με τα πολλά άνοιξα την πόρτα και το άφησα, αλλά δεν έφευγε. Έβαλα την μουσαμαδιά και τον ακολούθησα, η σκύλα ξωπίσω μου και παραπίσω παρά την βροχή ένα γατάκι που είχα μαζέψει εκείνες τις μέρες. Με οδήγησε ο σκύλος στην ρεματιά που είχα τον νεροσυλλέκτη.
Εκεί διαπίστωσα ότι το νερό είχε γίνει χείμαρρος, και κινδύνευε να παρασυρθεί όλη την κατασκευή. Προσπαθώντας να περισώσω το μηχάνημα (αντλία), γλίστρησα, πιάστηκα από το δέντρο αλλά μου έφυγε το καπέλο. Το μικρό σκυλί όρμησε μέσα στο νερό για να το πιάσει, και το νερό το παρέσυρε, το μεγάλο τριβότανε απάνω μου.
Γύρισα πίσω λυπημένος και κουρασμένος από την προσπάθεια, αλλά και παράλληλα προβληματισμένος, διότι χωρίς αντλία πώς θα ερχότανε το νερό στο καλύβι. Όταν έκατσα δίπλα στην σόμπα, αφού άλλαξα ρούχα, ο ρόνι ήρθε δίπλα μου, να με παρηγορήσει με τον τρόπο του, αψηφούσε τα δικά του χάλια και μου έκανε παιχνίδια. Το γατάκι είχε στεγνώσει και ροχάλιζε δίπλα στην σόμπα.
Ήθελα να φωνάξω, δεν μπορούσα από το κρύο, ήθελα να μιλήσω αλλά σε ποιόν, ο σκύλος σύντροφος, όσο καλός και χρήσιμος κι αν είναι, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υποκαθιστά την ανθρώπινη παρουσία.
Κόντευε να ξημερώσει, όταν ο ρόνι άρχισε να γρυλίζει, μάταια προσπαθούσα να καταλάβω, το ζωντανό έτρεχε στην πόρτα και γυρνούσε, πήγα να ανοίξω και απέξω ήταν η σκύλα με το καπέλο μου στο στόμα, την υποδέχθηκε ο σκύλος και την οδήγησε κοντά στην σόμπα. Το γατάκι κοιμότανε και ροχάλιζε. Η αλληλεγγύη μεταξύ των σκυλιών, με έκανε να προβληματιστώ πολύ τότε, αν την είχαν οι άνθρωποι αυτήν την αλληλεγγύη και την συμπόνια μεταξύ τους, θα ήταν αλλιώς ο κόσμος.
Δυο μέρες αργότερα, η σκύλα ψόφησε, την έθαψα και ξεκίνησα για την βάση μου, για ανεφοδιασμό. Ο σκύλος από κοντά, τον έδιωχνα να γυρίσει στο καλύβι, δεν άκουγε, δύο βήματα πήγαινε πίσω και αμέσως με ακολουθούσε πάλι. Χειμώνας, και στο δάσος δεν είναι καθόλου ευχάριστη η πορεία. Πήγα και γύριζα με τις προμήθειες και ο ρόνι με ακολουθούσε. Κόντεψα να φτάσω στο καλύβι, όταν άρχισε να τρέχει έξαλα, τον ακολούθησα μέχρι το λάκκο που είχα θάψει την σκύλα, εκεί διαπίστωσα πως κάποιο άλλο ζώο, την είχε ξεθάψει και την είχε φάει. Ο ρόνι δεν ήθελε να περάσει την πόρτα, καιροφυλακτούσε γύρω γύρω από τον λάκκο. Το σούρουπο, ακούστηκε μια ντουφεκιά, βγήκα έξω βιαστικά και τον είδα ξαπλωμένο κάτω να σπαρταρά, από το ρέμα ερχότανε κάποιος άνθρωπος, με το δίκαννο στο χέρι, δικός σου είναι; Μου ξέκανε 7 γίδια. Αμίλητος τον κοίταξα. –θα με κεράσεις ένα τσίπουρο; Έγνεψα αρνητικά, πήρα το φτυάρι και μεγάλωσα το λάκκο για να χωρέσει τον ρόνι.

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2009

Στ’Αποστόλη το κουτούκι

Συνήθως όταν κάθομαι μπροστά στο πληκτρολόγιο, το ραδιόφωνο αναλαμβάνει καθήκοντα. Με κάποιο θέμα που απασχολούσε, και απλά έβλεπα την οθόνη, άκουσα ένα παλιό τραγούδι από τον Στράτο Διονυσίου, «το μπουζούκι του Νικόλα του το σπάσανε», και αμέσως άλλαξα θέμα και τίτλο.
Το μπουζούκι κάποτε ήτανε παρεξηγημένο όργανο, και ας τραγουδήθηκαν με την συνοδεία του χιλιάδες τραγούδια. Ταβέρνα και κουτούκι δεν υπήρχε που να μην είχε κρεμασμένο στον τοίχο ένα Μπουζούκι, για όποιον μερακλή ήθελε να ρίξει δυό πενιές. Ένα τέτοιο καπηλειό, ήτανε τ’ Αποστόλη στην Ν Φιλαδέλφεια. Υπόγεια ταβέρνα, κατέβαινες δέκα επτά σκαλιά, για να αντικρίσεις έναν τεράστιο μαλλιαρό σκύλο κουλουριασμένο στην μέση του μαγαζιού, σήκωνε το κεφάλι σε έβλεπε και ξανακοιμότανε, σαν να γνώριζε ή να αναγνώριζε τους θαμώνες. Αργά το βράδυ και όταν ο Αποστόλης τον διέταζε ανέβαινε την σκάλα και κανείς δεν τολμούσε να κατέβει.
Γύρω γύρω υπήρχε μια σιδεροκατασκευή που άντεχε το βάρος 10 μεγάλων βαρελιών, που το καθένα είχε μια ξεχωριστή επιγραφή.
Το πρώτο φέρνει την χαρά,
Το δεύτερο ευτυχία
Το τρίτο την απόλαυση
Το τέταρτο ευθυμία
Το πέμπτο την συζήτηση
Το έκτο διαφωνία
Το έβδομο την διαφορά
Το όγδοο φασαρία
Το ένατο την συμπλοκή
Το δέκατο την αστυνομία.
Το μαγαζί δεν σερβίριζε μπίρα ή ούζο ή οποιοδήποτε άλλο οινοπνευματώδη εκτός από κρασί. Ο Αποστόλης, ήταν απόλυτος σε αυτό το θέμα, «αυτό είναι το αίμα του Χριστού», το έλεγε και το πίστευε και ας μην ήξερε που πέφτει η εκκλησία. Αυτός ήταν μάγειρας, σερβιτόρος και λαντζέρης. Δεν υπήρχε δεύτερο άτομο σε αυτήν την δουλειά, γι αυτό στην πινακίδα απέξω έγραφε απλά, Αποστόλης.
Ακριβώς απέναντι από την σκάλα, εκατέρωθεν του Βενιζέλου, υπήρχαν κρεμασμένα δύο μπουζούκια και από κάτω ένας μπαγλαμάς, και όταν τον πείραζε κανείς γιατί δεν είχε άλλα όργανα, κορδωνότανε, εδώ είναι αντρικό το μαγαζί, λιμοκοντόροι δεν φτουράνε. Πράγματι μόνο άνδρες κατεβαίνανε, οι περισσότεροι ρεμπέτες, μεροκαματιάρηδες μικρέμποροι περιπλανώμενοι, μικροπωλητές, λαχειοπώληδες, κάτι κρατούσαν στο χέρι όταν έρχονταν, και αυτό το μοιράζονταν. Ήταν μια ιδιόρρυθμη οικογένεια θα έλεγα. Κάθε αργά ανέβαινε ο σκύλος απάνω και τότε άναβε ο ναργιλές.
Κάποιοι από αυτούς παίρνανε το μπουζούκι στο χέρι, και γρατζουνούσαν τραγουδώντας παράφωνα, νταλκάδες και καημούς, κυρίως μικρασιάτικους.
Ο χώρος ήταν πηγή εμπνεύσεως, και δεν ήταν λίγες οι φορές που αντάμωναν σημαντικοί μουσικοί.
Το γνωστότερο τραγούδι ήταν «στ’Αποστόλη το κουτούκι μπήκα και άκουσα μπουζούκι». Γράφτηκε αφού έφυγε από την τούτη ζωή ο Αποστόλης, η κηδεία έγινε ρεφενέ όλων των μερακλήδων φίλων του, και ο σκύλος, εγκαταστάθηκε στο κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο του χωρίς να τρώει και να πίνει μέχρι που ψόφησε.

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2009

Ευτυχία και καταξίωση.

Με την καλοπροαίρετη και ευπρεπή παρέμβαση του, το «καπιταλιστικό κουμμούνι» όπως αυτοπροσδιορίζεται, δίνοντας πιθανόν με περισσή σαφήνεια και το πολιτικό του στίγμα, προβληματίζομαι σήμερα. Την παραθέτω ολόκληρη και εδώ.

Είναι σίγουρα ένα μεγάλο άλμα να γίνεις γονιός, είτε μάνα είτε πατέρας (αντίστοιχα και για τους άνδρες το μεγαλύτερο κατόρθωμα είναι να γίνουν καλοί πατεράδες και σύντροφοι), αλλά ο καλός γονιός είναι ο γονιός που αισθάνεται καταξιωμένος προσωπικά. Με το περιβάλλον που περιγράφεις και μια φορά να έκανε τη δουλειά ο Τάσος και να γεννούσε η Φρόσω, μάλλον πιο δυστυχισμένη θα ήταν!!

Ασφαλώς δεν υπάρχει καμία αντίρρηση, στη αξία του καλού γονιού, ανεξάρτητα από το φύλο. Η προσωπική καταξίωση όμως, πως μετριέται. Εάν αισθάνεται ευτυχισμένος είσαι κιόλας, εάν, εσύ προσδιορίζεις και αποφασίζεις την προσωπική σου ευτυχία.
Η καταξίωση είναι θέμα των άλλων να στην αποδώσουν. Να σε αποδεχτούν και να ανταμείψουν. Στο θέμα της οικογένειας, ειδικά, η καταξίωση νομίζω, πρέπει να μετριέται ανάλογα με την αγάπη που διέπει τα άτομα που την απαρτίζουν.
Έχουμε παραδείγματα πατεράδων, που με φασιστικό τρόπο διοικούν την οικογένεια, και θεωρούν εαυτούς καταξιωμένους. Τον φόβο των υπολοίπων μελών, τον εκλαμβάνουν ως αναγνώριση της υπεροχής τους, την σιωπή ως συμφωνία και την τυχόν διαφωνία ως επανάσταση που χρήζει καταστολής.
Έχουμε πάλι παραδείγματα μανάδων, που ο καλλωπισμός τους είναι στην πρώτη προτεραιότητα, ενώ η μαγειρική θεωρείται πάρεργο. Θεωρεί εαυτή καταξιωμένη, όταν αποσπά φιλοφρονήσεις και κομπλιμέντα, από τις άλλες γυναίκες, και παραβλέπει ότι είναι μάταια και προπάντων ψεύτικα.
Η καλή και σωστή οικογένεια διακρίνεται από ένα απλό πράγμα, τρώνε όλοι μαζί; κουβεντιάζουν όλοι μαζί; Εάν η απάντηση είναι καταφατική τότε έχουμε να κάνουμε με καλούς και καταξιωμένους γονείς, οι οποίοι πιθανό είναι να βγάλουν και καλά παιδιά.
Η καταξίωση και η ευτυχία έξω από το σπίτι, είναι το μεγάλο ζητούμενο. Εάν εδώ έχουμε καλά αποτελέσματα, εύκολα θα μεταφερθούν και στη οικογένεια, και το αντίστροφο η αποτυχία και τα ανεκπλήρωτα όνειρα φέρουν γρίνια και στεναχώρια στο σπίτι.
Ευτυχία εδώ θεωρείτε ότι δεν έχουμε και προσδοκούμε πως μπορούμε να το αποκτήσομε. Ευτυχισμένο παιδί είναι εκείνο που απέκτησε κάποιο συγκεκριμένο παιχνίδι.
Ευτυχισμένος νέος, είναι εκείνος που πήρε το απολυτήριο του στρατού, ή το πτυχίο του πανεπιστημίου. Είναι όμως; Τα δύσκολα έρχονται.
Ευτυχισμένος είναι εκείνος που βρήκε δουλειά, εξασφάλισε μεροκάματο, ανασφάλιστος ή με σύμβαση. Είναι όμως;
Ευτυχισμένος είναι ο ερωτευμένος, βρήκε το ταίρι του. Μπορεί όμως να στήσει σπιτικό;
Η ζωή συνεχίζεται σε αυτό τον ρυθμό, πάντα κάτι κυνηγάμε, πάντα ένα στόχο θέτουμε, αν δεν υπήρχε αυτή η λογική θα είχαμε αποτελματωθεί.
Ναι, αλλά μέχρι πότε αυτό το αέναο κυνήγι του παραπάνω από ότι έχουμε; Πότε θα πούμε μέσα από την καρδιά μας, Δόξα τω Θεώ. Συνέχεια στο Κύριε ελέησον και στο βοήθα Παναγιά βρισκόμαστε.
Σε αυτό το σημείο βρίσκεται η ευτυχία και η προσωπική ανάπαυση του καθενός μας, να ξέρουμε δηλαδή μέχρι που και τι μπορούμε να κάνουμε. Να μην παραβλέψουμε τον σημαντικότερο παράγοντα της ζωής μας, που είναι η αγάπη και η σωστή διαβίωση στη οικογένεια. Ας έχουμε λιγότερα αγαθά και γνώσεις, φτάνει να έχουμε περισσή την αγάπη μεταξύ μας.
Ακραία παραδείγματα θα αναφέρω, γιατί έτσι γίνομαι πιο κατανοητός. Γνώρισα κάποιον που στα ογδόντα του χρόνια, συνταξιούχος, δούλευε ακόμα, για να κάνει σπίτι στον εγγονό του, της εγγονής της είχε γράψει. Παρά το γεγονός ότι είχε δώσει στον γιό του δύο σπίτια. Σύμφωνη ήταν και η γυναίκα του και περνούσαν μίζερα, αυτός ήταν δυστυχισμένος και δεν το ήξερε.
Υποχρέωση του γονιού είναι να εφοδιάσει το παιδί του με προσόντα, να του μάθει να είναι ηθικό και χρήσιμο άτομο στην κοινωνία. Δεν είναι να του εξασφαλίσει περιουσία, την οποία άλλωστε δεν θα την εκτιμήσει.
Μια άλλη περίπτωση αφορά ένα ζευγάρι αγροτών, που όσο βλέπουν δουλεύουν. Επτά ημέρες την εβδομάδα ασταμάτητα εργάζονται μαζί, και είναι ευτυχισμένοι ή μάλλον έτσι νομίζουν. Πότε θα χαρούν τους κόπους των; Θα αφήσουμε τα κτήματα στο παιδί, και το παιδί ούτε κουβέντα δεν θέλει να ακούσει, για ότι έχει σχέση με χωράφια. Είναι άραγε πραγματικά ευτυχισμένοι;
Κλείνοντας, επειδή το «καπιταλιστικό κουμμούνι» φαίνεται πολιτικοποιημένο άτομο, και με το δεδομένο ότι βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο, ήθελα να του απευθύνω το ερώτημα, ταυτόχρονα σε όλους τους αναγνώστες του Πυθαγόρα.
Όλοι αυτοί που ζητούν την ψήφο μας για να κυβερνήσουν την χώρα, είναι άξιοι οικογενειάρχες; Εάν το σπιτικό του υποψηφίου, (το κύτταρο της κοινωνίας), δεν λειτουργεί ικανοποιητικά, πως θα λειτουργήσει σωστά η πολιτεία;
Δεν πολιτικολογώ, ρητορικό το ερώτημα.

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2009

Τα προσόντα

Το φθινόπωρο δειλά-δειλά, μας ενημερώνει πως έρχεται η σειρά του. Το καλοκαίρι όμως αντιστέκεται, ποιος ξέρει για πόσο καιρό ακόμα. Έτσι η κουβεντούλα στο μπαλκονάκι του Πυθαγόρα συνεχίζεται, φορώντας τις ζακέτες.

Το θέμα αυτή την φορά, αφορά τα προσόντα για την εργαζόμενη γυναίκα. Βλέπετε ζούμε σε μια εποχή που η γυναίκα, κάνει όνειρα για καριέρα, από τα μαθητικά της χρόνια. Και αγωνίζονται τα κορίτσια να μαζέψουν χαρτιά, διπλώματα, μεταπτυχιακά διδακτορικά κ.λπ. ο στόχος είναι να έχουν πλούσιο βιογραφικό γεμάτο προσόντα για να βρουν δουλειά. Περνούν τα χρόνια με τις σπουδές, θέτοντας σε δεύτερη μοίρα την δημιουργία της οικογένειας. Για τα προσόντα που χρειάζεται, η γυναίκα προκειμένου να γίνει σωστή μάνα, ικανή να στηρίξει την οικογένεια λίγος λόγος γίνεται.
Όπως συνήθως, ανατρέξαμε πάλι στα περασμένα χρόνια, σκαλίζοντας την μνήμη μου έφτασα στην Φρόσω. Την γνώρισα σε προχωρημένη ηλικία σε κάποιο χωριό κοντά στην Καλαμπάκα, είχε λίγα πρόβατα και τυροκομούσε μονάχη της. Ήταν η εποχή που στην Καλαμπάκα μιλούσαν Ελληνικά, δεν είχε εξελιχθεί τόσο τουριστικά που να συναγωνίζεται την Μύκονο. Τα μοναστήρια των Μετεώρων ήτανε ακόμα τόποι προσευχής και όχι τουριστικό αξιοθέατο. Αυτά άλλαξαν με τον καιρό το παράπονο της Φρόσως ήτανε το ίδιο. Δεν την αξίωσε ο Θεός να κάμει παιδιά.
Όταν ήτανε μικρό κορίτσι, πέρα από σχολειό του χωριού, ούτε συζήτηση να πάει, και ας ήτανε η καλλίτερη μαθήτρια. Στα χωράφια και στα ζώα βγήκε για να μάθει πως να κουμαντάρει το σπιτικό που θα στήσει κάποτε. Και όταν αυτό το κάποτε έφτασε, το προξενιό δηλαδή, ήταν δεν ήταν 16 χρονών. Ο γαμπρός από χωριό του Μετσόβου με σημαντικό αριθμό αιγοπροβάτων.
Αποφάσισαν οι γονείς της, το γάμο με τους γονείς του γαμπρού, που εκείνο τον καιρό υπηρετούσε τη θητεία του. Ούτε αυτόν ούτε αυτήν ρωτήσανε. Τα παιδιά δεν είχαν δικαίωμα για άρνηση και ας μην γνωρίζονταν μεταξύ τους.
Ένα πρωινό η Φρόσω, με τα μπογαλάκια της ανηφόριζε για την στάνη των πεθερικών της. Μόλις τελείωσε το άρμεγμα ο μέλλον πεθερός της, και έπινε καφέ αμέριμνος. Κάποια στιγμή τα σκυλιά άρχισαν να αγριεύουν, τρομαγμένη η μέλλουσα πεθερά φώναξε, -Παναγία μου το κορίτσι μας-, και ο άντρα της ατάραχος -άσε να δούμε αν περάσει από τα σκυλιά, αλλιώς, δεν μας κάνει-.
Γι’ αυτόν, το προσόν που μετρούσε ήταν να περάσει τα σκυλιά, και η Φρόσω τα κατάφερε και πέρασε. Απολύθηκε και ο Τάσος, και έγινε ο γάμος, δεν είχε όμως τα προσόντα να κάνει οικογένεια.
Το παιδί που όλοι περίμεναν αργούσε και άρχισε η γκρίνια, το παράπονα του πεθερού, πως τους γελάσανε οι συμπέθεροι δίνοντας τους στέρφα νύφη. Η Φρόσω καρτερικά υπέμεινε την βάναυση πολλές φορές συμπεριφορά όλης της οικογένειας, μέχρι την ημέρα που την διώξανε να πάει στην μάνα της.
Εκεί αντί να βρει παρηγοριά αντιμετώπισε ένταση. Μη αντέχοντας άλλο, ομολόγησε στην μάνα της, την αιτία του κακού, την ανικανότητα του Τάσου. Και το άλλο πρωί μάνα και κόρη ανεβαίνανε στην στάνη, αποφασισμένες να ξεκαθαρίσουν την κατάσταση.
Η πεθερά που αγαπούσε την Φρόσω, έκατσε ψύχραιμα να πληροφορηθεί, πως ο Τάσος στο στρατό αντί να γίνει άντρας, έμαθε να του αρέσουν οι άνδρες. Ο πεθερός μόλις το άκουσε τρελάθηκε, ο Τάσος ήταν μοναχοπαίδι, ντροπή μεγάλη για την οικογένεια. Θα τον -σκοτώσω- η πρώτη αντίδραση, και το ίδιο βράδυ του έδωσε ένα κομπόδεμα να φύγει μακριά, και να μην τον ξαναδεί. Αγκαλιάσανε την Φρόσω, που αποδήχθηκε πράγματι προσοντούχα, κόρη πλέον αφού τους γηροκόμησε.
Όταν πέθαναν τα πεθερικά της, γύρισε ο Τάσος διεκδικώντας την περιουσία. Μεγάλη καρδιά η Φρόσω αποφασίζει να πάει σε μοναστήρι να τελειώσει εκεί την ζωή της, ήταν γύρω στα 30 τότε, ικανή και πεπειραμένη σε κάθε είδους αγροτικές ή ποιμενικές εργασίες. Κτύπησε την πόρτα ενός Μοναστηριού, στα περίχωρα της Καλαμπάκας, ζήτησε να μιλήσει στην ηγουμένη για τα προσόντα της, και πήρε την απάντηση –εδώ είναι Παρθενώνας, -δηλαδή, ερώτησε, -εδώ βρίσκονται μοναχές που δεν γνώρισαν ποτέ άνδρα, -μα και εγώ παρθένα είμαι ακόμη, -ναι αλλά ήσουν παντρεμένη δεν μπορούμε να σε κρατήσουμε.
Με σκυμμένο κεφάλι γύρισε στο χωριό της, το πατρικό της ήταν ερείπιο, το σουλούπωσε όπως μπορούσε, και χάρη στην προσωπικότητα και την νοικοκυροσύνη της, έκαμε λίγα προβατάκια, να πουλά το γάλα να τυροκομεί και να περνά την υπόλοιπη ζωή της τίμια. Πέθανε πριν την μεταπολίτευση, με τον καημό πως δεν ολοκλήρωσε τον προορισμό της ζωής της, ποτέ δεν έγινε μάνα και ποτέ δεν είχε οικογένεια δική της.
Είχε η Φρόσω τα προσόντα να γίνει μια καλή νοικοκυρά, να κάμει σωστή οικογένεια, όμως μόνα τα προσόντα δεν είναι αρκετά, χρειάζονται και συγκυρίες να είναι ευνοϊκές, για να πραγματοποιηθούν τα όνειρα.
Πολλές κοπέλες σήμερα δύσκολα βρίσκουν την αντίστοιχη με τα προσόντα τους μεταχείριση. Παρασύρονται και αυτές από τον εγωισμό τους, να αναδειχθούν και κάνουν καριέρα και στον αγώνα αυτόν ξεχνούν τον κυρίως προορισμό της φύσεως τους που τις θέλει μανάδες και νοικοκυρές.

Τρίτη 14 Ιουλίου 2009

Άνθρωποι και ζώα

Η θεωρία της εξέλιξης των ειδών έχει οπαδούς σε πολλά και διαφορετικά πνευματικά επίπεδα. Η κοινή συνισταμένη είναι η άρνηση της ύπαρξης του Θεού. Την αποδέχονται κάποιοι επιστήμονες, την απορρίπτουν άλλοι και πάει λέγοντας. Την υποστηρίζουν όμως και απλοί αφελείς ίσως άνθρωποι, απλά για να διαφέρουν από τους πολλούς, ικανοποιώντας έτσι τον εγωισμό τους.
Ένα από αυτούς είναι και ο κυρ Μανόλης, βοσκός στο επάγγελμα. Ζει όλη την μέρα έξω στην φύση και παρατηρώντας τα ζωντανά του, έχει μάθει όσα δεν έχουν μάθει όλοι οι σπουδαγμένοι μαζί. Είναι καλός νοικοκύρης, πιστεύει στον Θεό με τον δικό του τρόπο, και τον έχει φέρει στα δικά του μέτρα. Γι’ αυτόν άνθρωποι και ζώα είναι το ίδιο πράγμα, και ας λέει ο παπάς, πως ο Θεός έκανε τον άνθρωπο με τα χέρια του, και πως του φύσηξε πνοή, ενώ τα ζώα είπε και έγιναν. Πασίχαρος ένα βράδυ, γυρίζει στο σπιτικό του από το καφενείο, είχε δει στην τηλεόραση επιστήμονες που υποστήριζαν τις απόψεις του, μιλούσαν για τα πρωτογενή θηλαστικά και την εξέλιξη τους και άλλα που δεν τα καταλάβαινε αλλά δεν είχε σημασία. Αυτό που μετρούσε ήταν η δικαίωση του και μάλιστα από την τηλεόραση. -Γυναίκα άμα μιλάω εγώ, έχω πάντα δίκιο, το είπε και η τηλεόραση για τα πρωτόγονα θηλυκά. (Δεν μπορεί καν να μεταφέρει ούτε ότι έχει ακούσει, αλλά αυτό δεν πειράζει.) Άνθρωποι και ζώα είναι ίδια. Και η κερά Μαρία η γυναίκα του από πολλά χρόνια συνηθισμένη δεν δίνει σημασία. Εκείνος επιμένει, -αυτά που ξέρω εγώ τόσα χρόνια τώρα το βρήκανε στην τηλεόραση. Η κερά Μαρία λύνει την σιωπή της με μια ερώτηση. -Δεν μου λες Μανόλη, έχεις δει κανένα ζώο αχάριστο, λίγο φαγητό του δίνεις και αυτό στο επιστρέφει με χίλιους τρόπους, ένα χάδι του κάνεις και αυτό σκλαβώνεται, είδες άντρα μου, κανέναν άνθρωπο να είναι έτσι ευγνώμων; Να του δώσεις κάτι και να πάρεις ένα ευχαριστώ; Αν μπορεί θα σου αρπάξει κι’ άλλα.
Ο κυρ Μανόλης δεν μιλά, έχει δίκιο η γυναίκα, η αχαριστία είναι ανθρώπινο γνώρισμα, άρα άνθρωποι και ζώα δεν είναι το ίδιο. Πηγαίνει για ύπνο και συλλογίζεται, πως όμως δεν το σκέφτηκα εγώ αλλά η γυναίκα, μήπως άντρας και γυναίκα είναι ίδιοι; Που θα πάει θα το βρω προτού το πουν στην τηλεόραση.