Παρασκευή, 18 Μαΐου 2012

Ποια φτώχια;


Είναι γεγονός αναμφισβήτητο πως οικονομικά η Ελλάδα δεν πάει καλά. Οι πρόσφατες εκλογές και η επικείμενη επανάληψη τους διογκώνουν τις δυσκολίες. Δεν εξετάζω το ποιος φταίει ή ακόμα το πώς φτάσαμε μέχρι εδώ, σταματώ σε μια άλλη παράμετρο που έχει να κάνει με την ιδιοσυγκρασία του Ρωμιού και την τάση του να είναι πάντα υπερβολικός. Συγκρίνουν πολλοί την σημερινή κατάσταση με τις δεκαετίες του 50 και του 60, είναι όμως δίκαιο;
Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία που ζήσανε εκείνη την εποχή δεν έχουν καλές σχέσεις με τις νέες τεχνολογίες και έτσι είναι σίγουρο πως δεν διαβάζουν τον Πυθαγόρα, για να του δώσουν εύσημα, οι νεώτεροι πάλι είναι βέβαιο πως θα ειρωνευτούν, «-Πάλι γκρινιάζει αυτός;»
Ας συγκρίνουμε λοιπόν τις δυο εποχές για να γίνω αντιληπτός.
Πόσα σπίτια είχαν εκείνη την εποχή ηλεκτρικό ρεύμα; Σήμερα θεωρούμε δεδομένο ακόμα και το πλυντήριο πιάτων. Πόσα σπίτια σήμερα ακόμα και στα χωριά διαθέτουν εναλλακτική λύση, μια φιάλη υγραερίου ας πούμε. Πόσοι κάτοικοι στις πόλεις ανεβαίνουν από τις σκάλες στον πρώτο όροφο, όταν υπάρχει διαθέσιμος ανελκυστήρας;
Θεωρώ περιττό να αναλύσω περισσότερο αυτήν την πρώτη φράση. Εγώ τουλάχιστον χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα δεν ζω, επειδή κοιμάμαι με αναπνευστήρα, και περιοδικά κάθομαι και στον νεφελοποιητή τρείς φορές την ημέρα.
Συνηθισμένη είναι η φράση «-Δεν έχω λεφτά για καύσιμα», εκείνη την εποχή δεν είχαν αυτοκίνητα, όχι καύσιμα. Τα λεωφορεία τα τραίνα και τα καράβια ήταν τα μέσα μεταφοράς, σήμερα τα αεροπλάνα μεταφέρουν περισσότερους από τα πλοία. Μόνιμο κυκλοφοριακό πρόβλημα έχουν όλες οι πόλεις, αυτό λέγεται άραγε φτώχια συγκρίσιμη με εκείνες τις εποχές;
Πόσα παιδιά σήμερα ακόμα και του δημοτικού διαθέτουν φορητό τηλέφωνο; Πόσα από αυτά είναι και συνδεδεμένα στο διαδίκτυο; Καθιστώντας μάλιστα τα παιδιά εξαρτημένα άτομα.  Για να τηλεφωνήσει κάποιος έπρεπε να πάει από το περίπτερο να αγοράσει κέρμα και μετά να πάει στον τηλεφωνικό θάλαμο, αν ήθελε να πει κάτι χωρίς να τον ακούει η γειτονιά.
Ακούω κάποιες φορές από γεροντότερους πως αν γίνει πόλεμος θα χαθούν οι νέοι γιατί δεν θα μπορέσουν να επιβιώσουν και δεν είναι λανθασμένη η σκέψη. Μήπως η κατάσταση που ζούμε δεν είναι εμπόλεμη; Αν και δεν κτυπούν οι σειρήνες και δεν γίνονται συσκοτίσεις, θα έπρεπε να γίνονται διακοπές παροχής του διαδικτύου, για να μάθουν τα παιδιά να ζουν και χωρίς αυτό, δυστυχώς όμως είναι ανέφικτο. Χωρίς διαδίκτυο δεν δουλεύει τίποτα ή σχεδόν τίποτα και δεν αναφέρομαι μόνο στον δημόσιο τομέα και τις τράπεζες, αλλά σε όλες τις επιχειρήσεις που είναι πλέον διαδικτυομένες.
Η ποδιά ήταν υποχρεωτική τότε στα σχολεία, έκρυβε την φτώχια αφού εξίσωνε την εμφάνιση όλων των παιδιών. Σήμερα γίνεται θέμα κάθε πρωί τι θα φορέσουν τα παιδιά για να πάνε σχολείο.
Η νοικοκυρά φρόντιζε το φαγητό της ημέρας που ήταν το ίδιο μεσημέρι και βράδυ, ούτε σκέψη για το γνωστό σήμερα delivery. Στα χωριά ο κήπος ήταν απαραίτητη προϋπόθεση και  μαγείρευε ότι υπήρχε εποχιακό. Δυστυχώς σήμερα ο κήπος σπανίζει και περνά ο μανάβης και ο φούρναρης, ε! ε! αυτό δεν είναι φτώχια.
Οι οικογένειες ζούσαν σε μικρότερα σπίτια και το κάθε άτομο δεν διεκδικούσε δικό του δωμάτιο. Αντέχανε ό ένας τον άλλο, λόγω της φτώχιας, δεν είχαν βέβαια κι άλλη επιλογή. Οι νέοι λαχταρούσαν όσο γινόταν νωρίτερα να βγουν στο μεροκάματο, να συνεισφέρουν στον οικογενειακό προϋπολογισμό, ένοιωθαν πως είχανε υποχρεώσεις στους γονείς τους, που πέρασαν τον πόλεμο και θέλανε να τους δουν να χαμογελούν, πολλές φορές ξενιτευόντουσαν κι όλας. Δεν φταίνε οι νέοι που έχουνε σήμερα μόνο «δικαιώματα», εμείς τους μάθαμε έτσι.
Εργάτες στα εργοστάσια ή υπάλληλοι στις επιχειρήσεις, σεβόντουσαν τότε τον εργοδότη και τον προσφωνούσαν αφεντικό, αναγνωρίζοντας πως τους έδινε μεροκάματο, σήμερα την εποχή της ισοπέδωσης είναι τελείως διαφορετικά. Αποτέλεσμα να φεύγουν για άλλους τόπους τα εργοστάσια και να μένουν οι εργάτες με τις διεκδικήσεις τους. Τι φταίει άραγε; Ο αρρωστημένος συνδικαλισμός, γιατί ο υγιής πάντα άφηνε περιθώρια συνεννοήσεως με την εργοδοσία.  Αυτό φέρνει φτώχια.
Γνώρισα κτηνοτρόφο πρίν μερικά χρόνια που απασχολούσε αλλοδαπούς για την φύλαξη των προβάτων του και αυτός καθόταν όλη την ημέρα στο καφενείο, λογαριάζοντας πόσα δικαιούτανε από την επιδότηση. Σε κάποιο χωριό από τα 98 σπίτια τα 97 παίρνανε σύνταξη αγωνιστή, είχαν δικαίωμα καμία υποχρέωση. Αυτό ακριβώς είναι και το μεγάλο πρόβλημα της εποχής μας.
 Όλοι έχουμε δικαιώματα και όχι υποχρεώσεις.
Τελειώνοντας λέγω, πως μπορεί να περνάμε οικονομικά δύσκολα, δεν μπορούμε όμως να συγκριθούμε με εκείνη την γενιά που γνώρισε την πραγματική φτώχια.  

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Δε θα διαφωνήσω μαζί σας στο γεγονός, ότι η σημερινή φτώχεια μας δε συγκρίνεται με τη φτώχεια άλλων δεκαετιών. Σύμφωνα με την Οικονομική Επιστήμη, υπάρχει η Απόλυτη Φτώχεια και η Σχετική Φτώχεια. Απόλυτη φτώχεια υπάρχει όταν μια οικογένεια δεν μπορεί να καλύψει ούτε τις βασικές της ανάγκες για επιβίωση. Δηλαδή για τροφή ένδυση και στέγη.
Σήμερα οι περισσότεροι βιώνουν τη λεγόμενη Σχετική φτώχεια. Δηλαδή μια οικογένεια δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες σύμφωνα με τα σημερινά καταναλωτικά πρότυπα. Αδυνατούν οι γονείς να στείλουν τα παιδιά τους φροντιστήριο να μάθουν μια ξένη γλώσσα, να πάνε φροντιστήριο για τις Πανελλαδικές,να ασχοληθούν με ένα άθλημα, να μάθουν ένα μουσικό όργανο, ακόμη και να αγοράσουν ένα 2ο ζευγάρι παπούτσι για τα παιδιά τους. Δεν ξέρω τι γίνεται στην επαρχία, πάντως στην Αθήνα το πρόβλημα είναι ορατό ιδιαίτερα στα δημόσια σχολεία που οπως αναφέρετε δεν φορούν πλέον ποδιές. Όταν τα παιδιά θέλουν διακοπές το καλοκαίρι όπως οι φίλοι τους και δεν έχουν πάει τα τελευταία 3 χρόνια. Οι τελευταίοι θεωρούνται σχετικά φτωχοί, συγκρινόμενοι με τα περισσότερα μέλη της κοινωνίας τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο.
Σας ευχαριστώ πολύ για το άρθρο.