Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2010

Ηρώ και Βασίλης Α΄.

Η Ηρώ και ο Βασίλης.

Α΄. ο Βασίλης.
Οι μετακινήσεις πληθυσμών είναι στην ιστορία σύνηθες φαινόμενο. Από αυτές τις μετακινήσεις διευρύνονται ή συρρικνώνονται κράτη. Από τα αρχαία ακόμα χρόνια βλέπουμε να υπάρχουν οι αποικίες, διαφόρων εθνοτήτων για να μην σταματήσουμε μόνο στα Ελληνικά σύνορα. Η τελευταία για τους Έλληνες, μετακίνηση είναι εκείνη που ακολούθησε την Μικρασιατική καταστροφή. Δεν ήταν τυχαία, αφού η πλειονότητα κατοίκησε στην βόρειο χώρα, εκεί που εξεδιώχθησαν οι βούλγαροι. Εκείνη την εποχή, στις αποβάθρες των λιμανιών ήσαν και πολλοί εκείνοι που δεν επιβιβαζόντουσαν στα πλοία με προορισμό την Πατρίδα, αλλά περίμεναν τα αμερικάνικα υπερωκεάνια. Με αυτόν τον τρόπο άρχισε να δημιουργείτε η Ελληνική παροικία της Αμερικής, η μεγαλύτερη σήμερα ελληνική κοινότητα, αλλά όχι η μοναδική. Στην Αυστραλία, στον Καναδά, υπάρχουν εξ’ ίσου σημαντικές παροικίες. Αλλά και οι υπάρχουσες ήδη στην Αφρικανική ήπειρο, ενισχύθηκαν με νέους πάροικους προερχόμενους από τα χώματα της Μικρασίας.
Ακολούθησε το μεταπολεμικό μεταναστευτικό κύμα, προς την Ευρώπη την Γερμανία την Αυστραλία, αλλά αυτό δεν μας αφορά, αφού η ιστορία που περιγράφεται παρακάτω, ξεκινά από τα ιδρύματα της Πόλης.
Εκείνα τα ιδρύματα που η φιλανθρωπία ορισμένων οικονομικά εύρωστων πατριωτών τα συντηρούσε, για αν υποδέχονται τα ορφανά του πολέμου, αλλά και τα πολλά εγκαταλειμμένα από τις μανάδες που δεν είχαν τρόπο να τα μεγαλώσουν.
Όσο ο πόλεμος συνεχιζότανε, και οι εύποροι λιγόστευαν, τα έσοδα λιγοστεύανε, η λύση ήταν, τα παιδιά να μεταφερθούν στην Πατρίδα, αλλά δεν υπήρχε πάντα η οικονομική δυνατότητα. Έτσι τα παιδιά ταξιδεύανε πολλές φορές σε άλλους τόπους που οι Ελληνικές παροικίες ευημερούσαν και διατηρούσαν ορφανοτροφεία, για φιλοξενηθούν σε αυτά τα ιδρύματα.

Σε ένα από αυτά τα ιδρύματα, που έπρεπε να εξασφαλίσει τα έξοδα λειτουργίας του, που δεν ήταν και εύκολη υπόθεση, λειτουργούσε Δημοτικό σχολείο (βασική εκπαίδευση), με αποσπασμένους από την Ελλάδα δασκάλους. Η πηγή των εσόδων του, εκτός από τις προσφορές που κατά καιρούς κάνανε οι φιλάνθρωποι πάροικοι, ήταν και τα δίδακτρα και τα τροφεία που καταβάλανε οι γονείς των οικότροφων. Διότι εκτός από ορφανοτροφείο λειτουργούσε και ως οικοτροφείο. Έτσι υπήρχαν σε αυτό δύο κατηγορίες παιδιών, οι τρόφιμοι και οι οικότροφοι. Αγόρια και κορίτσια που αντάμωναν μόνο στην αίθουσα διδασκαλίας. Και εκεί ήταν χωρισμένα σε δυο διαφορετικές σειρές τα θρανία, όπως και στο συσσίτιο, η αίθουσα ήταν και εδώ χωρισμένη στα δύο, το δε φαγητό δεν ήταν κοινό. Μαθαίνανε τα παιδιά από μικρά πως άνηκαν σε διαφορετικές ομάδες.
Ορισμένοι από τους εύπορους παροίκους, αναλαμβάνανε τα έξοδα και την κηδεμονία πολλές φορές ορφανών. Εκείνα τα παιδιά ήταν σχετικά προνομιούχα, σε σχέση με τα υπόλοιπα που δεν τα αναλάμβανε κανείς. Είχαν κατά καιρούς δωράκια και επισκεπτήριο, και τις πολυήμερες διακοπές μετέβαιναν στο σπίτι του ευεργέτη κηδεμόνα τους.
Ένας από αυτούς τους προύχοντες της Ελληνικής παροικίας ήταν ο Κυριάκος Μπαλωμένος. Επιχειρηματίας με δύο εργοστάσια, ένα παρασκευής πλακιδίων και ένα κατασκευής μηχανημάτων, κυρίως αντλιών νερού και απορροφητήρων. Την έδρα του την είχε και στο κέντρο της πιάτσας, όπου διατηρούσε συνεργείο τοποθετήσεως και συντηρήσεως αντλιών στις πολυκατοικίες, από όπου επεκτάθηκε και έκαμε τα εργοστάσια του. Είχε τρία παιδιά, δύο αγόρια το Αλέξανδρο και τον Αριστοτέλη, και ένα κορίτσι την Ηρώ, ήταν χήρος η γυναίκα του είχε πεθάνει στην τελευταία γέννα μαζί με το παιδί. Από τότε ο Κυριάκος Μπαλωμένος, άρχισε τις φιλανθρωπίες και ξόδευε αρκετά χρήματα να βοηθά ορφανά παιδιά, τα οποία προσελάμβανε στις επιχειρήσεις του ως εργάτες, και εκείνα υποχρεωμένα τον κοιτάζανε ως ευεργέτη τους.

Παραμονές Χριστουγέννων του 1954, ο Κυριάκος Μπαλωμένος, επισκέφτηκε το ίδρυμα, να παραλάβει την κόρη του, που ζούσε ως οικότροφος, για τις διακοπές των εορτών. Μαθήτρια της πέμπτης τάξεως, η Ηρώ σε όλη την διάρκεια της διαδρομής μέχρι το σπίτι, μιλούσε συνέχεια για ένα αγόρι τον Βασίλη, πόσο καλός ήταν στα μαθηματικά και πως κρυφά την βοηθούσε και τις έλυνε τις ασκήσεις. Ακόμα πόσο αδύναμος ήταν και πόσο τον κυνηγούσαν οι παιδονόμοι του ιδρύματος. Ο Κυριάκος Μπαλωμένος, άκουγε με προσοχή, και θέλοντας να δώσει ένα τέλος στον ενθουσιασμό του παιδιού του, υποσχέθηκε την άλλη μέρα να πάει να το γνωρίσει.
την επομένη αφού είχε συνεννοηθεί τηλεφωνικά με τον διευθυντή του ιδρύματος, έφτασε μετά το μεσημέρι στο ορφανοτροφείο. Μόλις πληροφορήθηκε την άφιξη του, ο σχολάρχης έσπευσε να τον υποδεχθεί και να τον περάσει στο γραφείο του.
-καλώς τον, καλώς το κύριο Κυριάκο,
-καλημέρα σας, ασφαλώς και ξέρετε πως ο χρόνος μου είναι λίγος,
-ναι, ναι ξέρω απήντησε, αλλά θέλω να σας προϊδεάσω για κάτι,
-δεν χρειάζεται, προτιμώ να έχω ιδία αντίληψη, μπορείτε να μου φωνάξετε το παιδί αυτό να το γνωρίσω;
-γιατί δεν ενδιαφέρεστε για κάποιο άλλο παιδί, που να αξίζει την συμπάθεια και την φροντίδα σας, αυτό είναι απροσάρμοστο, άτακτο, ανυπάκουο και πολύ αυθάδικο. . .
-παρακαλώ μην συνεχίζετε, θέλω να το δώ τώρα, τον διέκοψε απότομα.
Ο σχολάρχης μην μπορώντας να φέρει άλλες αντιρρήσεις κτύπησε το κουδούνι στο γραφείο του, και πρόσταξε το κλητήρα που παρουσιάστηκε να του φέρει αμέσως τον Ράπτη. Σε λίγα λεπτά φάνηκε το αγόρι στην πόρτα.
-με φωνάξατε; Ρώτησε άφοβα και μάλλον ειρωνικά
-ζήτησε να σε δει ο κύριος Κυριάκος, να σου κάνει επισκεπτήριο.
Ο κύριος Κυριάκος γύρισε και κοίταξε το παιδί και σοκαρίστηκε. Δεν φόραγε παπούτσια αλλά τσόκαρα, δύο κομμάτια ξύλα που είχε καρφώσει ένα κομμάτι από ζωστήρα και τα έδενε πίσω από την φτέρνα μα σπάγκο. Το παντελόνι του ήταν κοντό παρά το κρύο που επικρατούσε, και με μια ζακέτα μάλλινη προσπαθούσε να ζεστάνει το κορμάκι του.
-παρακαλώ, θέλω να μείνω μόνος με τον μικρό, είπε στο διευθυντή σε τόνο που δεν σήκωνε αντίρρηση.
-περάστε στην διπλανή αίθουσα, απήντησε εκείνος σαστισμένος.
Μόλις περάσανε στην διπλανή αίθουσα, που ήταν ο χώρος αναμονής του διευθυντικού γραφείου, έκατσε σε μια καρέκλα ο Κυριάκος Μπαλωμένος, προσκάλεσε το Βασίλη να κάτσει δίπλα του. Εκείνος απόρησε
-μου λέτε να κάτσω;
-ναι παιδί μου, κάτσε δίπλα μου να μιλήσουμε
-και τι έχουμε να πούμε;
-κάτι θα βρεθεί, έλα κάτσε να γνωριστούμε. Άπλωσε το χέρι του
Ο Βασίλης πλησίασε έκατσε στην διπλανή καρέκλα από τον επισκέπτη του και το κοίταξε στα μάτια.
-λοιπόν;
-λοιπόν, εμένα με λένε κύριο Κυριάκο
-ωραία τον διέκοψε, και μένα με λένε κύριο Βασίλη, παρακάτω
Ο Κυριάκος Μπαλωμένος χαμογέλασε,
-χάρηκα πολύ κύριε Βασίλη, θέλεις να κάνουμε μερικές συμφωνίες μεταξύ κυρίων;
Σαν τι είδους συμφωνίες μπορούμε να κάνουμε οι δύο μας; Απόρησε ο Βασίλης
-ξέρω πως πηγαίνεις στην έκτη τάξη, το καλοκαίρι θα πρέπει να φύγεις από εδώ που θα πάς; Θέλεις θα σε φροντίσω εγώ; Θέλεις να είμαι ο κηδεμόνας σου;
-δηλαδή;
-θα σε πάρω μαζί μου, θα σου βρώ δουλειά και θα έχεις δικό σου δωμάτιο να μένεις, ρούχα καλά και φαγητό μαγειρεμένο, θα κάνεις παρέα με τα παιδιά μου, έχω δύο αγόρια πιο μεγάλα από σένα και την Ηρώ που την γνωρίζεις. Θα φροντίσω να βάλεις παπούτσια στα πόδια σου,
-τα παπούτσια αυτά τον έκοψε ο μικρός, τα έφτιαξα μόνος μου.
-θα πάρεις καινούργια καθαρά και καλά ρούχα, και ώσπου να τελειώσει η χρονιά θα έχουμε γνωριστεί καλά, τι λες λοιπόν κύριε Βασίλη;
-Βασίλη, με λένε όχι κύριο, είπε το αγόρι και σηκώθηκε να φιλήσει το χέρι του Κυριάκου Μπαλωμένου, εκείνος δεν το άφησε
-παπάς είμαι παιδάκι μου; πες μου μόνο αν θέλεις και την αγάπη σου μου την δείχνεις με τις πράξεις σου, αν είσαι φρόνιμος και αλλάξεις την διαγωγή και την συμπεριφορά σου, θα με κάνεις υπερήφανο, θα ξέρω πως δεν κάνω λάθος, θέλω όμως την υπόσχεση σου σαν άντρας προς άντρα, και οι άντρες κρατάνε τις υποσχέσεις τους, είμαστε σύμφωνοι;
Το παιδί έγνεψε καταφατικά, ήθελε να δακρύσει αλλά κρατιόταν, γιατί οι άνδρες δεν κλαίνε, όσο κι αν πονάνε. Τον πείρε από το χέρι ο Κυριάκος Μπαλωμένος και προχώρησε προς το γραφείο του σχολάρχη.
-από σήμερα αναλαμβάνω εγώ την κηδεμονία του κυρίου Βασίλη, είπε και χαμηλοκοίταξε προς το παιδί, για ότι χρειάζεται θα συνεννοείστε μαζί μου, θα το πάρω σήμερα το παιδί για τις διακοπές των Χριστουγέννων και θα επανέλθει όταν αρχίσουν τα μαθήματα.
-είστε σίγουρος πως το θέλετε αυτό; Ρώτησε ο διευθυντής
-ασφαλώς και πάντα ξέρω τι αποφασίζω, και στρεφόμενος προς τον προστατευόμενο του πλέον, -Βασίλη πάρε τα πράγματα σου να φύγουμε, και ο Βασίλης για άλλη μια φορά τον άφησε άφωνο λέγοντας –ποια πράγματα, δεν έχω τίποτε.
-τι θα πει ο Δεσπότης; Επέμενε ο σχολάρχης
-αν θέλει να πει κάτι να περάσει από το σπίτι μου όποτε νομίζει, μου επιτρέπετε; Ρώτησε σε τόνο που δεν σήκωνε αντίρρηση πλησιάζοντας το τηλέφωνο, σχημάτισε έναν αριθμό και παρήγγειλε «Η Χρύσα και ο Μιχάλης να πάνε στο γραφείο και να περιμένουν».
Τέλος στράφηκε στον Βασίλη «πάμε παιδί μου;».

Αμίλητος ο Βασίλης, ακολούθησε τον Κυριάκο Μπαλωμένο στο αυτοκίνητο που ήταν σταθμευμένο έξω από την είσοδο. Έκατσε υπομειδιώντας στην θέση του συνοδηγού που του πρότεινε ο ευεργέτης του. Μετά από αρκετή ώρα φθάσανε στο συνεργείο των αντλιών. Ήτανε παραμονή Χριστουγέννων. Τους περίμενα εκεί η Χρύσα και ο Μιχάλης. Ο Κυριάκος Μπαλωμένος, σύστησε το παιδί στους ανθρώπους του,
-ο κύριος Βασίλης, είπε χαμογελώντας, αλλά θα τον λέμε μόνο Βασίλη, έτσι συμφωνήσαμε, αλλά είναι κύριος. Πάρε Μιχάλη το αυτοκίνητο και οδήγησε την Χρύσα να ψωνίσει όσα χρειάζεται για να δείχνει κύριος, μην λυπηθείτε τα έξοδα Χριστούγεννα έχουμε. Άντε τώρα και σας περιμένω να επιστρέψουμε σπίτι όλοι μαζί.
Η Χρύσα ήταν η οικονόμος του σπιτιού, από τότε που πέθανε η γυναίκα του Κυριάκου, ορφανή από μικρή, την είχε περιθάλψει ο πατέρας του, και του έμεινε κληρονομιά. Νοικοκυρά καθαρή και τίμια, έχαιρε της απολύτου εμπιστοσύνης του Κυριάκου που τις είχε αναθέσει σχεδόν ολόκληρη την διαχείριση του σπιτιού και του προσωπικού του. Επτά άνθρωποι τρώγανε ψωμί στο αρχοντικό του Κυριάκου Μπαλωμένου. Ο Μιχάλης ήταν ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές, οδηγός, παραγγελιοδόχος, εισπράκτορας και για ότι άλλο χρειάζονταν έμπιστο και εχέμυθο άτομο κατάλληλος.
Μετά από δυο ώρες περίπου γύρισαν. Στο πατάρι υπήρχε ένα δωμάτιο, που πολλές φορές ξεκουραζότανε τα μεσημέρια ο Κυριάκος. Σε αυτό το δωμάτιο οδήγησε η Χρύσα τον μικρό Βασίλη, του έδειξε το μπάνιο, τον προέτρεψε να πλυθεί και να φορέσει τα καινούργια ρούχα να τον δει ο Κύριος Κυριάκος όπως παρήγγειλε κύριο. Όταν αργότερα κατέβηκε ο Βασίλης ήταν αγνώριστος. Τα μάτια του σπινθηροβόλα, το χαμόγελο του έφτανε μέχρι τα αυτιά. Καμαρωτός-καμαρωτός κατέβηκε την σκάλα, κρατώντας στα χέρια του τα τσόκαρα.
-Βασίλη τι τα θέλεις αυτά; Ρώτησε η Χρύσα
-αυτά τα έφτιαξα μόνος μου, δεν τα αφήνω
-αφού τώρα έχεις κανονικά παπούτσια, γιατί δεν τα αφήνεις; Επέμενε
-αυτά θα χαλάσουν, ενώ τα δικά μου δεν χαλούν
Ο Κυριάκος που παρακολουθούσε επέμβηκε στη συζήτηση
-άστα παιδί μου Βασίλη, και αν χαλάσουν θα βρούμε άλλα, αν με εμπιστεύεσαι πρέπει να τα αφήσεις εδώ.
-να τα φυλάξω πάνω, κύριε μήπως τα ξαναχρειαστώ;
-φύλαξε τα όπως νομίζεις.
Το παιδί ανέβηκε τρέχοντας τις σκάλες, έκρυψε τα τσόκαρα κάτω από κρεβάτι και κατέβηκε εξ ίσου δρομαίως. –έτοιμος είπε.
Ο Κυριάκος κοίταξε την Χρύσα με νόημα και φώναξε του Μιχάλη, εμπρός πάμε σπίτι, κλείσε και φύγαμε.
Κατά την διάρκεια της διαδρομής, στο αυτοκίνητο επικρατούσε ησυχία, ο Κυριάκος Μπαλωμένος, καθόταν στο πίσω κάθισμα έχοντας αριστερά του τον Βασίλη που καμάρωνε για τα ρούχα του, αλλά αναρωτιόταν αν είναι αληθινά αυτά που ζει, ή μήπως κανένα χριστουγεννιάτικο όνειρο, έπιανε τα πόδια του να βεβαιωθεί πως φορούσε μακρύ παντελόνι, και κρυφοκοιτούσε τον ευεργέτη του δίπλα, γιατί ντρεπότανε να το δει στα μάτια. Από δίπλα ο Κυριάκος βλέποντας την συστολή του παιδιού, χαιρότανε διότι διέκρινε σε αυτό αγνά και ευγνώμονα χαρακτηριστικά. Ο Μιχάλης οδηγούσε και η Χρύσα δίπλα του είχε σκύψει το κεφάλι της και λαγοκοιμότανε.

Όταν φτάσανε στο σπίτι, περίμενε άλλη έκπληξη τον Βασίλη, ένας μεγαλόσωμος σκύλος ήταν αμολητός. Όταν είδε το αμάξι έτρεξε να καλωσορίσει με τον τρόπο του το αφεντικό του, αλλά όταν αντιλήφθη τον Βασίλη άρχισε να γαυγίζει απειλητικά. Το αγόρι για μια στιγμή δείλιασε, αλλά την επόμενη άνοιξε θαρρετά την πόρτα και στράφηκε προς τον σκύλο.
-θέλεις να με φάς, φάε με, μα θα σου κάτσω στο λαιμό και θα πνιγείς.
Ο σκύλος λες και κατάλαβε, σταμάτησε και γύρισε στο αφεντικό του, εκείνος γύρισε να στον Μιχάλη, «φρόντισε να τον δέσεις μην έχουμε τίποτα απρόοπτα» και προχώρησαν προς το αρχοντικό.
Μετά από μικρό σχετικά χολ, υπήρχε μια τεράστια αίθουσα, με λιγοστά έπιπλα στις άκρες, πέντε πόρτες κλειστές και σκεπασμένες με κουρτίνες, οδηγούσαν σε άλλους χώρους. Σε μια από αυτές τις πόρτες κατευθύνθηκαν ο Κυριάκος Μπαλωμένος με τον Βασίλη, εκεί τους υποδέχθηκαν τα παιδιά του Κυριάκου, ο Αλέξανδρος σπούδαζε στην Αθήνα οικονομικές επιστήμες, ο Αριστοτέλης μαθητής της τρίτης τάξης του ελληνικού γυμνασίου, και η Ηρώ που έτρεξε και αγκάλιασε τον πατέρα της,
-ευχαριστώ Μπαμπά μου, ευχαριστώ,
-παιδιά να σας συστήσω τον Βασίλη, θα περάσει μερικές ημέρες μαζί μας, στράφηκε στον Βασίλη και συνέχισε
-ο μεγάλος είναι ο Αλέξανδρος και ο μικρός είναι ο Αριστοτέλης, θέλω να τα πάτε καλά, και είμαι σίγουρος πως θα τα καταφέρουμε, όλοι μαζί να κάνουμε καλά Χριστούγεννα.
Τα παιδιά χαιρέτησαν με χειραψία τον επισκέπτη του σπιτιού τους, και εκείνος άπλωσε αμήχανα και άτσαλα το χέρι, πρώτη του φορά χαιρετούσε με αυτόν τον τρόπο. Ο Κυριάκος χαμογέλασε και είπε στα παιδιά του,
-ώσπου να έρθει η ώρα του φαγητού, εγώ με τον Βασίλη θα είμαστε στο πάνω τζάκι να τα πούμε λίγο, μην μας ενοχλήσει κανείς μέχρι τότε. Στράφηκε στον επισκέπτη του, -έλα Βασίλη πάμε.
Ξαναβγήκαν στην μεγάλη σάλα, στην άκρη υπήρχε μια ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στον πάνω όροφο, ακριβώς απέναντι από εκεί που τελείωνε υπήρχε μια πόρτα με τζάμια, την οποία άνοιξε ο Κυριάκος και περάσανε σε ένα δωμάτιο καθιστικό, με καναπέδες και πολυθρόνες απλωμένες και το τζάκι να σκορπά την ζεστασιά του, πλησιάσανε κοντά στην φωτιά, έδειξε στο αγόρι μια πολυθρόνα ο Κυριάκος και είπε
-κάτσε Βασίλη
-που εδώ; Στην πολυθρόνα; Απόρησε ο μικρός
-ναι παιδί μου, κάτσε να τα πούμε λιγάκι
-δεν κάνει να είμαι όρθιος; ποτέ δεν έκατσα μπροστά σε μεγάλους, διστακτικά είπε ο Βασίλης
-άστα παιδάκι μου και κάτσε, θα γίνουμε φίλοι κα θα καθόμαστε πολλές φορές έτσι να τα λέμε, μόνο κάτσε γιατί η ώρα περνά.
Έκατσε ο μικρός και Κυριάκος έβγαλε να καπνίσει τσιγάρο, θέλοντας να αστειευτεί ρώτησε –θέλεις τσιγάρο; Ο Βασίλης ταράχτηκε, -ποιος το μαρτύρησε αυτό; Πές το όνομα του και θα καθαρίσω
-ηρέμησε παιδί μου Βασίλη, αστεία το είπα, ξέρω πως δεν καπνίζεις, είσαι καλό παιδί, δεν αμφιβάλω γι’ αυτό και ανέλαβα κηδεμόνας σου, πες μου τώρα ποιοι είναι οι γονείς σου; Από πού ήρθες;
-δεν ξέρω, είπε το παιδί χαμηλόφωνα, δεν ξέρω, είμαι από την Δευτέρα τάξη στο ορφανοτροφείο, ο αδελφός μου πιο μεγάλος έφυγε πριν δυο χρόνια, εκείνος ήξερε.
-δηλαδή, δεν έχεις γονείς δεν έχεις μάνα πατέρα,
-ο πατέρας μου πέθανε σίγουρα, η μάνα μου μας παρέδωσε εδώ γιατί είχε κι’ άλλα τρία αδέλφια πιο μικρά από μένα, αλλά από εκείνη την ημέρα δεν την ξανάδα, δεν την θυμάμαι, ούτε ένα επισκεπτήριο δεν είχα, έφυγε και ο αδελφός μου, και δεν έχω κανέναν, βούρκωναν τα μάτια του, αλλά κρατιόταν να μην κλάψει, οι άνδρες δεν κλαίνε ποτέ.
Σηκώθηκε ο Κυριάκος από την πολυθρόνα του, πέταξε το τσιγάρο στο τζάκι, και άπλωσε το χέρι στον παιδί.
-έχεις εμένα, έχεις την Ηρώ που σε αγαπάει και θέλει να είστε φίλοι. Ο μικρός έπιασε το χέρι να το φιλήσει, δεν το άφησε ο Κυριάκος, δεν είπαμε Παπάς είμαι; Πιο καλά έλα σε αγκαλιάσω, είπε και έσκυψε, το παιδί δεν κρατήθηκε και ξέσπασε σε κλάματα, εκείνη την ώρα μπήκε η Ηρώ να αναγγείλει πως το τραπέζι είναι στρωμένο, και είδε τον Βασίλη να κλαίει, πλησίασε, τον τράβηξε από το μπράτσο και του πρόσφερε το μαντιλάκι της.
-σκουπίσου μην σε δουν τα αγόρια και σε κοροϊδεύουν, οι άνδρες δεν κλαίνε, έτσι δεν λες συνέχεια; Και γυρνώντας προς τον πατέρα της
-μπαμπά είναι όλα έτοιμα, κατόπιν άπλωσε το χέρι στον Βασίλη, έλα θα κάτσουμε μαζί.
Η τραπεζαρία ήταν στον κάτω όροφο. Τακτοποιηθήκαν στο τραπέζι, από την μια πλευρά τα δυο αγόρια, και από την άλλη η Ηρώ και ο Βασίλης, στην κορυφή ο Κυριάκος Μπαλωμένος έκανε την προσευχή και άρχισαν να τρώνε. Μετά το φαγητό περάσανε στο διπλανό δωμάτιο που είχε γίνει η υποδοχή νωρίτερα, και αρχίσανε να κουβεντιάζουν με τον πατέρα τους διάφορα πράγματα. Ο Αριστοτέλης παραπονιόταν για τα μαθηματικά, πως ήταν δύσκολα, η Ηρώ του έλεγε να μην ανησυχεί, γιατί τώρα θα έχουν τον Βασίλη που είναι άσσος σε αυτά, ο Αλέξανδρος πιο μεγάλος είχε άλλα σοβαρότερα να συζητήσει και θεωρούσε πως είναι ακατάλληλη στιγμή, και η ώρα περνούσε ευχάριστα, μέχρι που τους διέκοψε η Χρύσα
-Κύριε, ετοίμασα του Βασίλη στο 6
-όχι Χρύσα, ο Βασίλης θα κοιμηθεί εδώ πάνω, μαζί με τα παιδιά, ετοίμασε εδώ ένα δωμάτιο, είπε ο Κυριάκος.
-όπως νομίζεται, στο πράσινο είναι καλά;
-ναι στο πράσινο
Ο Βασίλης δεν κατάλαβε τίποτα, πρώτη φορά βράδιαζε έξω από το ορφανοτροφείο. Από όταν θυμόταν, πάντα σε θάλαμο κοιμότανε, και τώρα ακούει το αριθμό 6 και νομίζει πως είναι ο αριθμός του θαλάμου και δεν δίνει σημασία, περιμένει να παίξει το σιωπητήριο γιατί είναι κουρασμένος και νυστάζει, αλλά εδώ δεν έχει σιωπητήριο. Σε λίγο ο Κυριάκος Μπαλωμένος, σηκώνεται,
-παιδιά ώρα για ύπνο. Τα αγόρια περνούν από μπροστά του, «καληνύχτα πατέρα», καληνύχτα Αλέξανδρε, «Καληνύχτα πατέρα» «Καληνύχτα Άρη» μετά η Ηρώ «Καληνύχτα μπαμπά» και τον αγκάλιασε και το φίλησε στο μάγουλο, εκείνος ανταπέδωσε το φίλημα «καληνύχτα κόρη μου», ο Βασίλης τελευταίος πλησίασε «Καληνύχτα σας, κύριε Κυριάκο» είπε με φωνή που μόλις ακουγότανε, ντρεπότανε πολύ το αγόρι, πρώτη φορά ακολουθούσε μια τέτοια διαδικασία πριν τον ύπνο. Αντί για απάντηση ο Κυριάκος άπλωσε το χέρι του στο ώμο του αγοριού, πάμε να σου δείξω που θα κοιμηθείς. Ανεβαίνοντας την σκάλα προσπαθούσε ο Βασίλης να συγχρονίσει το βήμα του με εκείνο του ευεργέτη του. Από την αριστερή πλευρά την τέταρτη πόρτα, άνοιξε ο Κυριάκος και μπήκανε στο πράσινο δωμάτιο. Όλα ήταν σε αποχρώσεις πρασίνου, και οι τοίχοι και οι κουρτίνες και τα έπιπλα ανοιχτόχρωμα πράσινα.
-Βασίλη εδώ θα κοιμάσαι, στην γωνία είναι το λουτρό, το πρωί θα σηκωθούμε πολύ νωρίς να πάμε στην Εκκλησία, αύριο είναι Χριστούγεννα.
-κύριε Κυριάκο, εγώ είμαι Ολυμπιακός, αλλά για χατίρι σας θα κοιμηθώ στα πράσινα, ευχαριστώ πολύ
-καληνύχτα παιδί μου, καληνύχτα.

Το άλλο πρωινό, Χριστούγεννα του 1954, αθόρυβα άνοιξε η Χρύσα την πόρτα του δωματίου, και πλησίασε τον Βασίλη που κοιμόταν μακαρίως, άπλωσε απαλά το χέρι της στο μέτωπο του παιδιού, και το ξύπνησε.
-ξύπνα Βασίλη, Χριστούγεννα είναι θα πάμε στην εκκλησία.
Ο μικρός άνοιξε τα μάτια του. Μόλις είδε την Χρύσα καθισμένη στο πλάι του κρεβατιού αυθόρμητα άπλωσε τα χέρια του και την αγκάλιασε, «ευχαριστώ κυρία Χρύσα, ευχαριστώ, καλημέρα»
-Βασίλη πλύσου στο λουτρό η οδοντόβουρτσα είναι δική σου, χτενίσου, και ντύσου, να βάλεις το κουστούμι σήμερα, και αν δεν μπορείς να δέσεις την γραβάτα φώναξε με, θα είμαι σε λίγο απέξω πάλι, πάω να ξυπνήσω και την δεσποινίδα μας.
Ο Βασίλης μόλις βγήκε από το δωμάτιο η Χρύσα, σηκώθηκε πλύθηκε και ετοιμάστηκε, την γραβάτα όμως δεν ήξερε να την δέσει, δεν είχε ποτέ του τέτοια εμπειρία. Έβγαλε δειλά-δειλά το κεφάλι του στην πόρτα και είδε την Χρύσα να βγαίνει από το δωμάτιο της Ηρώς, της έκανε νοήματα, αλλά άσκοπα διότι η Χρύσα ερχότανε να τον βοηθήσει. Φτιάχνοντας όσα εκείνος δεν μπορούσε, τον ενημέρωνε.
-θα πάμε στην Εκκλησία, στην Μητρόπολη, ο Κύριος θα πάει μπροστά από τα κάγκελα, εσύ θα είσαι με τα αγόρια και τον Μιχάλη στην δεξιά πλευρά, ο Μιχάλης ξέρει καλά, να είσαι συνέχεια δίπλα του, γιατί θα έχει κόσμο πολύ σήμερα.
-δεν γίνεται να μην έρθω, κα κάτσω εδώ να περιμένω;
-πα-πα-πα Χριστούγεννα μέρα δεν θα πάς στην Εκκλησία; Δεν είσαι χριστιανός, τον μάλωνε, με τόνο χαϊδευτικό, μετά θα πάμε στην φάμπρικά θα δεις και άλλα παιδιά πιο μεγάλα που δουλεύουν εκεί, θα φάμε όλοι μαζί, θα γνωρίσεις το Γεράσιμο, θα παίξεις με τα γατάκια του. . . .
Λέγοντας του διάφορα ταυτόχρονα τον σουλούπωνε,
-άντε πάμε τώρα να περιμένουμε στο αυτοκίνητο.
Κάτω, έξω από την πόρτα του αρχοντικού, περίμενε ο Μιχάλης, ενώ ο Αριστοτέλης και η Ηρώ είχαν επιβιβαστεί στο πίσω κάθισμα. Μόλις είδε τον Βασίλη τον πλησίασε και κλείνοντας το μάτι συνωμοτικά, του ψιθύρισε, «να είσαι κοντά μου και όλα θα πάνε καλά». ανέβηκε κι αυτός δίπλα στα άλλα παιδιά, έφτασε και ο κύριος Κυριάκος, ο Μιχάλης οδηγούσε και η Χρύσα δίπλα του. Όταν ξεκίνησαν, ο Βασίλης προτού περάσουν την μεγάλη πόρτα, έβαλε τις φωνές, «σταματήστε, ξεχάσαμε τον Αλέξανδρο», ο Κυριάκος Μπαλωμένος γέλασε με την καρδιά του, ο μικρός ντράπηκε για την γκάφα του, και η Ηρώ, ανέλαβε να εξηγήσει πως ο Αλέξανδρος, διαθέτει μοτοσικλέτα και κυκλοφορεί μονάχος του.
Στην Εκκλησία ο κόσμος πολύς. Μόλις προσκύνησε την εικόνα ο Κυριάκος, τον πλησίασε κάποιος και τον προέτρεψε να το ακολουθήσει, τον οδήγησε μπροστά στον σολέα, μαζί με άλλους. Αυτοί ήταν οι επίσημοι της παροικίας, ο Πρέσβης οι Πρόξενοι, ο πρόεδρος της κοινότητας, οι πρόεδροι των Σωματίων, και γενικά οι ταγοί αυτής της παροικίας. Ο Βασίλης κοντά στον Μιχάλη και στον Αριστοτέλη, πέρασαν στην δεξιά πλευρά, ενώ η Χρύσα κρατώντας από το χέρι την Ηρώ, πήγε στην αριστερή πλευρά. Του φάνηκαν ατελείωτες ώρες μέσα σε τόσο κόσμο του Βασίλη, που ήθελε να το σκάσει, ντρεπόταν τον Κυριάκο, την Χρύσα που του έδειξε τόση αγάπη, την Ηρώ. Κάποια στιγμή τελείωσε η λειτουργία, οι επίσημοι βγαίνανε και κατευθύνονταν στην αίθουσα υποδοχής της Μητροπόλεως για ανταλλάξουν τα καθιερωμένες ευχές. Ο Μιχάλης τον σκούντησε ελαφρά «πάμε και εμείς». στην είσοδο περίμενε η Χρύσα με την Ηρώ, και όλοι μαζί πήγανε προς το αμάξι, αφού επιβιβαστήκαν, τα παιδιά πίσω και η Χρύσα στην θέση του συνοδηγού, η Ηρώ είπε, «Βασίλη, μην φωνάξεις, δεν το ξεχάσαμε τον μπαμπά» και σκάσανε στα γέλια όλοι.
Το αυτοκίνητο με τον Μιχάλη οδηγό πήρε τον δρόμο που οδηγούσε έξω από την πόλη, εκεί που ήταν τα εργοστάσια του Μπαλωμένου, το συγκρότημα αυτό το λέγανε η Φάμπρικα. Σε ένα αρκετά μεγάλο οικόπεδο είχαν ανεγερθεί τα δύο εργοστάσια του Κυριάκου Μπαλωμένου, και στην μια του άκρη είχαν ανεγερθεί τα εργατόσπιτα. Εκεί γενικός κουμανταδόρος ήταν ο Γεράσιμος, ένας ακόμη άνθρωπος χωρίς οικογένεια στην δούλεψη του Μπαλωμένου. Φρόντιζε να λειτουργούν εύρυθμα, οι κουζίνα τα λουτρά και αίθουσες αναψυχής του συγκροτήματος. Για τους κοιτώνες υπεύθυνοι ήταν οι διαμένοντες εκεί. Θάλαμοι χωρητικότητα τριών και τεσσάρων κρεβατιών με μια προσωπική ντουλάπα για τον κάθε ένα.
Τέτοιος στρατωνισμός ήταν συνηθισμένο φαινόμενο. Τα παιδιά που τελείωναν το δημοτικό στα ορφανοτροφεία, και δεν είχαν που να πάνε, βρίσκανε καταφύγιο εκεί. Η άλλη επιλογή ήταν να φύγουν για την πατρίδα και καταλήξουν σε άλλα ιδρύματα, και δεν την προτιμούσαν αυτήν την λύση. Δούλευαν λοιπόν, και όταν πληρώνονταν, κατέβαλαν στον Γεράσιμο, το αντίτιμο της φιλοξενίας. Κάποια από αυτά, καταθέτανε και παραπάνω χρήματα, προκειμένου να μαζευτούν τα κόμιστρα για ένα ταξίδι για το Βέλγιο ή την νότιο Αφρική, για να δουλέψουν στα ορυχεία και να κάνουν χρήματα όπως νόμιζαν. Άλλα πάλι ζούσαν μέχρι την ενηλικίωση τους, ή το γάμο τους. αυτά για τα αγόρια των ορφανοτροφείων.
Τα κορίτσια πηγαίνανε υποχρεωτικά στα ιδρύματα της Βασίλισσας Φρειδερίκης, για να καταλήξουν οι περισσότερες νοσοκόμες του Ερυθρού σταυρού, ή Παπαδιές. Ελάχιστα από αυτά τα κορίτσια έκαναν οικογένειες επειδή γνώρισαν και αγάπησαν κάποιο αγόρι.
Εκεί τους άφησε ο Μιχάλης στην πόρτα, και έφυγε αμέσως, για να πάει στην Μητρόπολη να φέρει τον Κυριάκο Μπαλωμένο. Αυτός βρισκόταν μαζί με τους άλλους επισήμους στην αίθουσα για να ανταλλάξουν ευχές και να χαιρετίσουν τον Δεσπότη. Αυτός άρπαξε την ευκαιρία όταν τον πλησίασε ο Κυριάκος να του πει πως «πήρε τον διαβολάκο σπίτι του» και ο Μπαλωμένος απήντησε πως «το παιδί δεν είναι διαβολάκος, ένα πονεμένο παιδάκι είναι που ζητά την προσοχή και την αγάπη μας, και είμαι διατεθειμένος να του τη δώσω». Κάποια στιγμή άρχισαν να βγαίνουν από την αίθουσα, και τα αυτοκίνητα πλησιάζανε με σειρά ιεραρχική και φεύγανε γεμάτα. Πλησίασε και ο Μιχάλης επιβιβάστηκε ο Κυριάκος Μπαλωμένος και ξαναγύρισε στην φάμπρικα.
Είχαν μαζευτεί όσοι κατοικούσαν στα ενδιαιτήματα της φάμπρικάς, κυρίως νεαρά αγόρια, με τον Γεράσιμο επικεφαλής, και μόλις κατέβηκε από το αυτοκίνητο ο Κυριάκος, άρχισαν να λένε τα Κάλαντα. Ευχήθηκε χρόνια πολλά και προχώρησε προς το εντευκτήριο. Τα τραπέζια είχαν μαζευτεί σωρό σχηματίζοντα ένα μεγάλο Π, έκατσε στην κορυφή ο Κυριάκος και προσκάλεσε να κάτσουν όλοι. Η Ηρώ καθότανε στα δεξιά του πατέρα της, ενώ τα αγόρια είχαν χαθεί ανάμεσα στα άλλα παιδιά. Ο Βασίλης επεδίωξε να κάτσει δίπλα σε δύο παλιούς του γνώριμους, το Φάνη και τον Παμίνο (Θεοφάνη και Επαμεινώνδα), μεγαλύτερους του κατά δυο χρόνια και συμμαθητές του αδελφού του. Μόλις βρήκε την ευκαιρία ρώτησε «που βρίσκεται ο Παναγιώτης» για να πληροφορηθεί πως τον πήρε μια οικογένεια υπό την προστασία της και φύγανε για το Κεμπέκ του Καναδά, το όνομα αυτής της οικογένειας δεν το ξέρανε. Φάγανε τα παρατιθέμενα, που ήταν εξαιρετικά πλούσια, όλα κερασμένα από τη φάμπρικα, και φάγανε με όρεξη, ο Γεράσιμος δεν θα παρακρατούσε αντίτιμο για το σημερινό φαγητό. Τραγούδησαν και χόρεψαν μέχρι το απόγευμα.
Όταν σηκώθηκε ο Κυριάκος για να φύγει, έσπευσαν όλοι να το χαιρετίσουν και αυτό μοίραζε χειραψίες και ευχές. Στον γυρισμό, ο Κυριάκος βλέποντας την κόρη του κουρασμένη, τις ανακοίνωσε πως ήταν η τελευταία χρονιά που την έπαιρνε μαζί του στη φάμπρικα, επειδή μεγάλωσε και έπρεπε να αναλάβει να ξανανοίξει το σπίτι Χριστουγεννιάτικα. Η Φάμπρικα και οι εργάτες θα ήταν δουλειά του Αλέξανδρου από την επόμενη χρονιά. Ο Αλέξανδρος δεν είχε φανεί καθόλου μετά την εκκλησία.
Φθάνοντας στο αρχοντικό τον είδαν να παίζει με τον σκύλο. Ο Κυριάκος σε αυστηρό τόνο, τον κάλεσε να περάσει στο γραφείο του αυτήν την στιγμή και να το περιμένει. Επήγε ο νεαρός στο γραφείο, και αμέσως μπήκε ο Κυριάκος. Η Ηρώ τράβηξε από το χέρι τον Βασίλη,
-πάμε να ακούσουμε
-όχι δεν κάνει
-γιατί;
-γιατί κουβεντιάζουν δυο άνδρες και οι γυναίκες δεν πρέπει να ακούνε
-είσαι χαζούλης, εγώ θα πάω, είπε και ξεκίνησε
Ο Βασίλης που δεν του καλάρεσε χαζούλης την κυνήγησε, και τρέχοντας φτάσανε μπρός από την πόρτα του γραφείου. Ακούσανε τότε την φωνή του Κυριάκου να επιπλήττει το γιό του.
-θα πρέπει να ντρέπεσαι μέρα που είναι πρέπει να είσαι με την οικογένεια
-ποια οικογένεια, όλα αυτά τα μπάσταρδα;
-αυτά τα παιδιά είναι εργάτες που κερδίζουν το ψωμί τους τίμια, και μα αφήνουν και μας κέρδος για να μπορείς να ξοδεύεις εσύ, εδώ και εκεί,
Ο Βασίλης κοκκίνισε δεν ήθελε να ακούσει περισσότερα, και έφυγε τρέχοντας, η Ηρώ όμως ακούμπησε το κεφάλι της στην πόρτα για ακούσει καλλίτερα.
Βγήκε στην αυλή ο Βασίλης, και είδε τον Μιχάλη να προσπαθεί να δέσει τον σκύλο, και εκείνος να του φεύγει, έσπευσε να τον βοηθήσει.
-είσαι καλό παιδί Βασίλη; Ρώτησε
-όχι κύριε Μιχάλη, αλλά θα γίνω, θα γίνω από αύριο
-μπράβο, έτσι θα ευχαριστηθεί και ο κύριος και αρχίσανε την κουβέντα, για διάφορα θέματα, πως αν θέλει να τον βοηθάει με το αυτοκίνητο να πλένει, να μάθει να οδηγάει και στις διάφορες άλλες ασχολίες του.
Ο Βασίλης απαντούσε θετικά, και του πρότεινε κιόλας ένα κόλπο όπως το ονόμασε. Αντί να αγωνίζονται για να δέσουν το σκύλο, που προτιμούσε την ελευθερία, καλά θα ήταν να απλώνανε ένα σύρμα, δεμένο στις άκρες και περασμένο πάνω την αλυσίδα, έτσι ο σκύλος θα ήταν πάντα δεμένος, και ταυτόχρονα θα είχε περιθώρια να τρέχει και να ξεμουδιάζει. Τον επαίνεσε ο Μιχάλης και του είπε να πως θα το αναφέρει στο κύριο το κόλπο, για να το εφαρμόσουν. Πράγματι το ανέφερε στον Κυριάκο, και αυτός κάλεσε τον Βασίλη να τον συγχαρεί.
-μπράβο παιδί μου, έξυπνο κόλπο μου είπε ο Μιχάλης, αλλά δεν λέγεται κόλπο, λέγεται ευρεσιτεχνία
-όχι-όχι, λέγεται πατέντα, αλλά το είπα κόλπο για καταλάβει ο Μιχάλης
-καλά αφού το θέλεις πατέντα, ας το λέμε πατέντα
-κύριε Κυριάκο, πείρε θάρρος ο Βασίλης, εγώ ξέρω κι άλλες πατέντες, είμαι πατενταδόρος.
-σιώπα, έκανε δήθεν έκπληκτος ο Κυριάκος, άμα έχεις κάτι στο νου σου να μου το λές, και μπορεί να είναι χρήσιμες πατέντες, κύριε πατενταδόρε. Άμε να ξεκουραστείς και τα λέμε το βράδυ πάλι.
Το βράδυ εκείνο δεν τα είπαν, επειδή ανεβαίνοντας στο δωμάτιο ο Βασίλης έπεσε στο κρεβάτι ξερός από την κούραση, λυπήθηκε και η Χρύσα να το ξυπνήσει, έτσι απόλαυσε ένα ύπνο χορταστικό. Το άλλο βράδυ όμως, στο τραπέζι ο Κυριάκος προέτρεψε τα παιδιά του και τον Βασίλη μαζί, να γράψουν γράμμα στο άγιο Βασίλη, τι δώρο προσδοκούσαν να τους φέρει. Ο Αλέξανδρος ξίνισε το πρόσωπο του για λίγο, «ακόμα εκεί είστε», είπε με ειρωνική διάθεση. Ο πατέρας του, έκανε πως δεν άκουσε, για να μην χαλάσει την κουβέντα με τα άλλα παιδιά, του είπε πως το πρωί θα περίμενε τα γράμματα φεύγοντας για το γραφείο του, να τα ταχυδρομήσει.
Την άλλη μέρα μόλις έφτασε ο Κυριάκος Μπαλωμένος στο γραφείο, και άνοιξε την τσάντα του, είδε τους τρείς φακέλους των παιδιών. Ο Αλέξανδρος σνομπάρισε αυτήν την κίνηση. Ήταν μεγάλος για τέτοια πράγματα, εκτός από την Χριστουγεννιάτικη κατσάδα, τον είχε προβληματίσει πολύ, η ποινή που ήταν να κλειδώσει την μοτοσικλέτα του, και να κυκλοφορεί με την συγκοινωνία όλη την διάρκεια των εορτών μέχρι να ξαναφύγει για την Ελλάδα. Αυτό το ταπείνωνε στα μάτια των φίλων του, και έψαχνε τρόπο να αντιδράσει. Έπιασε στα χέρια τους φακέλους ο Κυριάκος, και επέλεξε να διαβάσει πρώτον του Βασίλη. Ποία έκπληξη τον περίμενε όταν το άρχισε μα διαβάζει;
«Κύριε Κυριάκο, δεν υπάρχει αυτός ο άγιος Βασίλης, αλλά δεν είπα τίποτα μην κακοκαρδίσω τα άλλα παιδιά. Αυτά είναι παραμύθια για τα μικρά και χαζά παιδάκια. Όλα τα χρόνια δεν ήρθε ποτέ σε μένα, και ότι μπορούσα να φανταστώ, μου ήρθε από Σας, τα Χριστούγεννα, δεν θέλω τίποτα, ευχαριστώ».
Το απόγευμα που γύρισε σπίτι, αναζήτησε το Βασίλη, και παρήγγειλε να τον πάνε στο γραφείο του. Τα παιδιά στο καθιστικό παίζανε σκάκι, ο Αριστοτέλης και η Ηρώ, ο Βασίλης παρακολουθούσε τις κινήσεις προσεκτικά, ήθελε να μάθει σκάκι. Ρωτούσε, του λέγανε κάθε φορά πως μετακινείτε το κάθε πιόνι. Εκείνος αποφασιστικά δήλωσε, πως μέχρι τα φώτα που θα γύριζαν στο ίδρυμα θα τους νικούσε και εκείνα γελάγανε. Τα γέλια έκοψε η παρουσία του Μιχάλη, -Βασίλη σε θέλει ο κύριος στο γραφείο. Τα παιδιά σοβάρεψαν απότομα, η πρόσκληση στο γραφείο ήταν πάντα για επίπληξη. Ακολούθησε τον Μιχάλη μέχρι την πόρτα, κτύπησε διστακτικά και όταν άκουσε «έλα μέσα» μπήκε, με μικρά δειλά βήματα πλησίασε το γραφείο.
-με ζητήσατε; Ρώτησε
-κάτσε Βασίλη, έκανα λάθος μαζί σου, εσύ δεν είσαι παιδί.
Πριν προλάβει να συνεχίσει ο Βασίλης σηκώθηκε βουρκωμένος.
-συγνώμη αν έκανα κάτι κακό, άθελα μου θα έγινε, θα είμαι πιο προσεκτικός,
-κάτσε κάτω, χαμογέλασε ο Κυριάκος, είσαι προπέτης, δεν με αφήνεις να μιλήσω, κάτσε κάτω.
Έκατσε ο Βασίλης και ο Κυριάκος συνέχισε.
εσύ δεν είσαι παιδί, είσαι μεγάλος, είσαι βέβαια και πατετανδόρος αλλά είσαι μεγάλος. Για πες μου τώρα, όλα τα χρόνια που ήσουν μικρός δεν σου έφερε τίποτα ο άγιος Βασίλης;
-αυτό ήταν; πήρε θάρρος ο μικρός, ποτέ ούτε σε όλους τους τροφίμους, μόνο στους οικότροφους φέρνει, δηλαδή οι γονείς τα πάνε.
-πόσα αγόρια είναι τρόφιμοι στο ίδρυμα; Ενδιαφέρθηκε ο Κυριάκος
-72 αγόρια είναι και 41 κορίτσια.
Έγραψε τα νούμερα σε ένα χαρτί ο Κυριάκος και στράφηκε πάλι στο παιδί,
-πήγαινε να βρεις τον Μιχάλη και ελάτε μαζί εδώ, και μην λές σε κανέναν κουβέντα, έφυγε το παιδί βρήκε τον Μιχάλη του είπε πως το ζητά ο κύριος και γυρίσανε μαζί στο γραφείο. Ο Κυριάκος κάπνιζε και πηγαινοερχόταν με νευρικότητα, μόλις τους είδε ησύχασε,
-επιτέλους ήρθατε, άκου Μιχάλη, αύριο το πρωί θα πάρεις τον Βασίλη και θα πάτε στου Σινάνη το εργοστάσιο να φορτώσεις 41 κούκλες, πρόσεξε να μην είναι ίδιες, και μετά στου Γαράτζα να πάρεις 72 αγορίστικα παιχνίδια, θα σε βοηθήσει να τα διαλέξεις ο Βασίλης, και θα τα πάτε στο ορφανοτροφείο, θα πείς του σχολάρχη πως είναι επιθυμία δική μου, την παραμονή της πρωτοχρονιάς το κάθε παιδί, είτε αγόρι, είτε κορίτσι, να πάρει από ένα παιχνίδι. Πηγαίνετε τώρα και τσιμουδιά, δεν πρέπει να μάθει κανείς.
Το βράδυ εκείνο, όταν έφτασε η ώρα της «καληνύχτα», μετά την Ηρώ ο Βασίλης αγκάλιασε τον Κυριάκο και είπε ευχαριστώ μέσα από την ψυχή του.
Οι μέρες των εορτών περνούσαν γρήγορα, ο Βασίλης έδειξε την ευφυΐα του πολλές φορές, προτείνοντας κόλπα όχι μόνο στα παιδιά αλλά και στο προσωπικό του αρχοντικού. Τώρα ένα σχοινί ανοίγει από μακριά την πόρτα χωρίς να χρειάζεται να πηγαίνει κανείς έως εκεί. Μπέρδεψε τα καλώδια στον Φωτεινό παντογνώστη του Άρη, και έβγαζε πρωτεύουσα της Ελλάδας τα Τίρανα, και το όνομα του Κολοκοτρώνη Θανάση. Ακόμα είχε γίνει αήττητος στο σκάκι, ενώ έλυσε και πολλές από τις ασκήσεις του Άρη. Έφτασε όμως ο καιρός να επιστρέψει στο ορφανοτροφείο, αλλά δεν μελαγχολούσε, επέστρεφε με κουράγιο και όνειρα να κάνει περήφανο τον κύριο Κυριάκο Μπαλωμένο που του φέρθηκε τόσο καλά.
Η Χρύσα είχε ετοιμάσει τις βαλίτζες, της Ηρώς και του Βασίλη, ο Μιχάλης τις φόρτωσε στο αυτοκίνητο, και περίμεναν το Κυριάκο Μπαλωμένο να επιβιβαστεί, για να πάνε στο ίδρυμα. Άλλες φορές πήγαινε την Ηρώ ο Μιχάλης με την Χρύσα, αυτήν την φορά θέλησε ο Κυριάκος να πάει ο ίδιος για να διευθετήσει την υπόθεση του Βασίλη. Ο διευθυντής τον υποδέχθηκε με το συνηθισμένο τρόπο, που υποδεχότανε όλους όσους προσφέρανε χρήματα και υποστήριξη στο ίδρυμα. Χωρίς να χάνει καιρό ο Κυριάκος άρχισε
-επιθυμώ ο Βασίλης να φύγει από τους κοιτώνες των τροφίμων, και να πάει με τους οικότροφους
-μα δεν υπάρχει διαθέσιμος χώρος κύριε Κυριάκο
-πρέπει να βρείτε τώρα προτού φύγω, θέλω να δω που θα καταλύσει αυτό το παιδί
-με φέρνεται σε πολύ δύσκολη θέση, τι μπορώ να κάμω
-τηλεφωνήστε στο πρόεδρο να δώσει λύσει
-στον Δεσπότη;
-στον Δεσπότη τώρα, παρακαλώ, περιμένω
Ο σχολάρχης υποκύπτοντας στην πίεση του δωρητή, σχημάτισε ένα αριθμό στο καντράν του τηλεφώνου, και ζήτησε τον Σεβασμιότατο:
-ο κύριος Μπαλωμένος επιμένει, να δει το κατάλυμα του Ράπτη, εδώ δεν υπάρχει κανένα διαθέσιμο και εκείνος επιμένει τι να κάνω;
Ο Δεσπότης διέθετε ένα διαμέρισμα στο ίδρυμα, που ελάχιστες φορές το χρόνο διανυχτέρευε, εκεί υπήρχε και ένα δεύτερο δωμάτιο του διάκου του, έδωσε την άδεια να μένει ο Βασίλης μέχρι το καλοκαίρι που θα έφευγε οριστικά από το ορφανοτροφείο στο διαμέρισμα αυτό.
-δηλαδή συνέχιζε στο τηλέφωνο ο διευθυντής, στο δωμάτιο του διάκου; Α΄, Α΄, κατάλαβα-κατάλαβα όπως ευλογείται.
Γύρισε στον Κυριάκο Μπαλωμένο,
-είπε ο Δεσπότης να τον βάλουμε στο δικό του διαμέρισμα, ελάτε να σας το δείξω.
Στον πρώτο όροφο του ιδρύματος, μετά τα γραφεία και στην άκρη-άκρη και δίπλα στο παρεκκλήσι της Παναγίας, ήταν το Δεσποτικό, όπως το λέγανε. Εκεί κατευθύνθηκαν ο σχολάρχης και ο Κυριάκος Μπαλωμένος κρατώντας από το χέρι τον Βασίλη. Άνοιξε την πόρτα και μπήκαν. Ο Βασίλης δεν τολμούσε να βγάλει μιλιά. Είχε την αίσθηση πως όπου νάναι, το όνειρο τελειώνει, θα φύγει ο Κυριάκος, και το κορμάκι του θα γεμίσει πάλι μελανιές απ’ τη ζωστήρα. Ο Κυριάκος του χάδεψε τα μαλλιά,
-εδώ θα μένεις Βασίλη, και κοίτα να με βγάλεις ασπροπρόσωπο,
-εδώ κύριε; Ευχαριστώ μα δεν είναι μεγάλο για μένα
-είναι ένα μοναδικό, δεν υπάρχει άλλο και σου αξίζει κύριε πατενταδόρε; Γελώντας συνέχισε, αλλά πρέπει να είσαι υπόδειγμα
-το υπόσχομαι, τα άλλα παιδιά όμως; Τι θα λένε, πως είμαι καρφί;
-αν δεν είσαι, και να μην γίνεις ποτέ, άστους να λένε, σύμφωνοι; Άμε να φέρεις τα πράγματα σου, τα έχει ο Μιχάλης
-έχω και πράγματα τώρα, ευχαριστώ κύριε, ευχαριστώ και έφυγε να πάει να φέρει την βαλίτζα του, εκείνη την ώρα βρήκε την ευκαιρία ο Κυριάκος Μπαλωμένος να επιστήσει την προσοχή του σχολάρχη ως προς την αντιμετώπιση του παιδιού.
-ο Βασίλης δεν είναι τυχαίο παιδί, και από σήμερα δεν θα λογίζεται και ορφανό, για ότι χρειαστεί θα ειδοποιείτε εμένα.
Η αλλαγή του Βασίλη ήταν τελείως απρόσμενη. Η επίδοση του στα μαθήματα αρίστη. Ενώ πρώτα μόνο στα μαθηματικά ήταν καλός, τώρα παρακολουθούσε όλα τα μαθήματα με την ίδια επιμέλεια. Φρόνιμος στην τάξη μέσα και στα διαλείμματα δεν κρυβόταν για να καπνίσει, δεν κάπνιζε πλέον. Τα βράδια δεν ανεβοκατέβαινε από τις υδρορροές, για συλήσει τις αποθήκες. Τα άλλα ορφανά που κάνανε παρέα, δεν τα σνομπάρισε καθόλου, αντίθετα τους μοίρασε πολλά από εκείνα που του έδωσε ο Κυριάκος. Το χαρτζιλίκι που έστελνε κάθε εβδομάδα μαζί εκείνο της Ηρώς, που ανταμώνανε στα διαλείμματα, μοιράζονταν στα παιδάκια αυτά. Οι δάσκαλοι και οι παιδονόμοι απορούσαν πως ήταν δυνατόν να γίνει αυτή η αλλαγή, και το δαιμονισμένο όπως το αποκαλούσαν να γίνει αγγελάκι. Οι πιο θρησκόληπτοι μιλάγανε για θαύμα. Ο μόνος που δεν μπορούσε να χωνέψει αυτήν την αλλαγή ήταν ο σχολάρχης, που επιζητούσε επιμόνως αφορμή, αλλά δεν εύρισκε.
Ο Βασίλης ήταν πρώτος μαθητής της τάξεως, αγαπητός από όλους τους συμμαθητές του, εάν εξακολουθούσε μέχρι το τέλος με την ίδια επίδοση θα ήταν ο σημαιοφόρος του σχολείου.

Πέρασε ο καιρός και κόντευε το Πάσχα. Την κουφή εβδομάδα που κλείνανε τα σχολεία, ο Μιχάλης πήρε τα παιδιά σπίτι για τις εορτές στο. Όταν η Χρύσα άνοιξε την βαλίτσα του Βασίλη είδε ελάχιστα από εκείνα που είχε τοποθετήσει η ίδια.
-Βασίλη, ρώτησε που είναι τα υπόλοιπα;
-κυρία Χρύσα τα χάρισα στα άλλα ορφανά, που δεν τα ξέρει ο κύριος
-πρέπει να του το πούμε όμως,
-θα το πούμε μαζί με την Ηρώ το βράδυ, γιατί και εκείνη το ίδιο έκανε.
Αγκάλιασε το παιδί η Χρύσα και εκείνο ανταπέδωσε τον εναγκαλισμό
-είσαι μεγάλη καρδιά, πολύ μεγάλη.
Όταν το απόγευμα επέστρεψε ο Κυριάκος από το γραφείο, τον υποδέχθηκαν τα παιδιά, μαζί και ο Άρης, ο Αλέξανδρος θα ερχότανε σε δύο μέρες. Ο Βασίλης σοβαρά του είπε αμέσως μετά
-κύριε πρέπει να πούμε κάτι στο γραφείο
-μπα! μπα! στο γραφείο, γιατί στο γραφείο;
-είναι σοβαρό
-αφού είναι τόσο σοβαρό πάμε τώρα,
Προχώρησε μπροστά ο Κυριάκος, τον ακολουθούσε ο Βασίλης κρατώντας από το χέρι την Ηρώ. Αυτό δεν του άρεσε του Κυριάκου, από την άλλη σκέφτηκε ακόμα είναι παιδάκια.
-λοιπόν, κύριε πατενταδόρε, τι είναι τόσο σοβαρό;
-ξέρετε κύριε, η Ηρώ και εγώ, ότι μας δώσατε στην βαλίτζα μας, τα μοιράσαμε στα άλλα ορφανά, επειδή ξέρω πως αυτά στοιχίσανε χρήματα, υπόσχομαι μόλις κλίσει το σχολείο, να εργαστώ στην φάμπρικα να τα ξεπληρώσω.
Σηκώθηκε ο Κυριάκος Μπαλωμένος από την καρέκλα του, πλησίασε τα δύο παιδιά, που κρατιόνταν απ τα χέρια και είχαν το κεφάλι χαμηλά, γονάτισε και τα αγκάλιασε, τα φίλησε στα μάγουλα
-δεν χρειάζεται να κάνεις κάτι τέτοιο παιδί μου, είμαι πολύ χαρούμενος που ενέργησες με αυτόν τον τρόπο, και έδειξες και στην Ηρώ, αλλά δεν μπορούμε να φροντίζουμε όλα τα παιδιά, αλλιώς θα φτωχύνουμε και εμείς και θα χρειαζόμαστε βοήθεια και τότε ποιος θα μας την δώσει; Ας είναι χαλάλι τους, χίλιες φορές, και αυτό το Πάσχα θα το κάνουμε στο ίδρυμα μαζί με τα παιδιά, στην φάμπρικα θα πάει ο Αλέξανδρος, καιρός του είναι πια.
Τέτοια μεγαλοβδόμαδο και τέτοιο Πάσχα δεν είχε ξαναπεράσει ο Βασίλης, ούτε και η Ηρώ ούτε και ο Αριστοτέλης που παρά την διαφορά ηλικίας έδειχνε να δένει μια γερή φιλία με τον Βασίλη. Αλλά και τα παιδιά του ορφανοτροφείου με τα καινούργια ρούχα που είχαν φροντίσει η Χρύσα και ο Μιχάλης. Οι παιδονόμοι ευχαριστημένοι και απορημένοι για το αναπάντεχο φετινό Πάσχα, και ο μόνος που στραβομουτσούνιαζε ήταν ο διευθυντής. Έκανε και τα σχετικά παράπονα στον Κυριάκο «Εφέτος καλά, του χρόνου που θα απαιτούν τέτοια μεγαλεία, που θα βρεθούν τα χρήματα;» ήταν καμία πενηνταριά χρονών, ανύπαντρος, και με τέτοιο χαρακτήρα ποια τον έπαιρνε;
Η Κυριακή του Θωμά ήταν η ημέρας που επέστρεψαν τα παιδιά στο ίδρυμα. Μέχρι τέλος της σχολικής χρονιάς δεν υπήρχε άλλη ανάπαυλα. Ο Βασίλης με το ίδιο ζήλο συνέχισε τις επιδόσεις του, και η λήξη των μαθημάτων το ανέδειξε πρώτον μαθητή και σημαιοφόρο. Ήταν πρώτη φορά που ένας τρόφιμος θα σήκωνε την σημαία στην παρέλαση, πάντα οι οικότροφοι είχαν αυτήν την τιμή. Εκτός από αυτήν την τιμή, ήταν και ο θεσπισμένος έπαινος με χρηματικό έπαθλο (τρείς χρυσές λίρες), από τον σύλλογο των αποδήμων Χιωτών. Ήταν ο Βασίλης εκείνος που θα εκφωνούσε το αποχαιρετιστήριο εκ μέρους των μαθητών. Ήταν πολύ ευτυχισμένος ο Βασίλης, και πολύ περήφανος ο Κυριάκος Μπαλωμένος που έκανε σωστή διάγνωση και επιλογή για να βοηθήσει. Η Ηρώ δε, έλεγε «εγώ του χρόνου θα την σηκώσω την σημαία». Και μετά από όλα αυτά τα ευχάριστα, μπήκανε στο αυτοκίνητο για το αρχοντικό. Η ζωή στο ορφανοτροφείο για τον Βασίλη είχε τελειώσει, και άρχιζε μια άλλη περίοδος της ζωής του, εξ’ ίσου δύσκολη.

Όταν φτιάσανε στο σπίτι, ο Βασίλης δεν ανέβηκε στο πράσινο δωμάτιο, αλλά περίμενε υπομονετικά, πότε θα γυρίσει ο Κυριάκος Μπαλωμένος, να συζητήσουν. Μάταια η Χρύσα του έλεγε να ξεκουραστεί λίγο, από τις συγκινήσεις της ημέρας, αυτός είχε αποφασίσει να περιμένει, και τίποτα δεν του άλλαζε αυτήν την απόφαση. Τα απόγευμα που ήρθε ο Κυριάκος τον βρήκε στην είσοδο, του άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου να κατέβει, πήρε την τσάντα από το χέρι του και ξεκίνησε να πηγαίνει στο γραφείο.
-ε! Βασίλη, που πάμε;
-στο γραφείο κύριε, ελάτε,
Σαστισμένος ο Κυριάκος από την πρωτοβουλία του παιδιού το ακολούθησε μέχρι το γραφείο. Όταν έκατσε στη καρέκλα του ο Βασίλης άρχισε να αγορεύει
-κύριε Κυριάκο, ευχαριστώ για όσα κάνατε για μένα και για τα άλλα παιδιά. Το βραβείο για την επίδοση μου, το χρωστάω όλο σε Σας, λέγοντας αυτά έβγαλε από την τσέπη τρείς λίρες και τις άφησε πάνω στο γραφείο και συνέχισε
-τώρα δεν μπορεί να κοιμάμαι στο πράσινο δωμάτιο, πρέπει να πάω στην φάμπρικά, να δουλέψω, να αρχίσω να ζώ το εαυτό μου, γι αυτό δεν ανέβηκα μέχρι τώρα επάνω.
-Βασίλη με εκπλήσσεις! Γιατί να πάς στη φάμπρικα; Εγώ θέλω να πάς στο γυμνάσιο, το μυαλό σου κόβει και τώρα που είσαι και καλό παιδί είμαι σίγουρος πως θα προκόψεις και θα με κάνεις περήφανο που σε ανέλαβα.
-όχι κύριε όχι, δεν έχω το δικαίωμα αυτό, εγώ θέλω να δουλέψω για να εξασκηθεί το μυαλό μου και να γεμίσει η τσέπη μου, να βοηθήσω και εγώ άλλα ορφανά όπως εσείς εμένα. Τι όφελος έχει να μάθω πότε έγινε η μάχη του Μαραθώνα και πόσα τετραγωνικά χιλιόμετρα είναι η Ισπανία, άχρηστες γνώσεις. Εγώ είμαι πατετανδόρος, μόνο με την δουλειά θα αποδώσω.
-καλά παιδί μου, όπως θέλεις, να το πείς στην Ηρώ εσύ, σύμφωνοι; Πάρε τώρα τα χρήματα που άφησε στο τραπέζι και να τα δώσεις στον Γεράσιμο στην Φάμπρικα, αυτός θα σου ανοίξει λογαριασμό στην τράπεζα που θα είναι δικό σου και μόνο δικός σου. Αύριο το πρωί ο Μιχάλης θα σε πάει στην φάμπρικα, απόψε κοιμήσου στο πράσινο κι ας είσαι Ολυμπιακός.

Το άλλο πρωί ο Βασίλης επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο, μαζί με τον Κυριάκο, έκατσε στο μπροστινό κάθισμα πλάι στον Μιχάλη, και αφού αφήσανε το Κυριάκο Μπαλωμένο στο συνεργείο της πόλης, συνέχισαν για την φάμπρικα. Εκεί ο Γεράσιμος ειδοποιημένος τους καλωσόρισε, τακτοποίησε τον Βασίλη σε ένα τρίκλινο δωμάτιο, λέγοντας πως εδώ μένει ο Κώστας και θα περιμένουν ποιος ξέρει ποιος άλλος θα έρθει. Του έδειξε όλο το συγκρότημα, ακόμα του άνοιξε λογαριασμό στο μεγάλο τεφτέρι που κρατούσε. Του παρήγγειλε να ξεκουραστεί γιατί από αύριο θα έπιανε δουλειά στις αντλίες.
Η πρώτη ημέρα της δουλειάς στις αντλίες ήτανε και η τελευταία. Παρουσιάστηκε στον Λεωνίδα που ήταν επικεφαλής στο εργοστάσιο και εκείνος τον έστειλε στο βαφείο. Ο μάστορας (Βαφέας) του έριξε μια λοξή ματιά. «για πόσο καιρό;» ο Βασίλης δεν κατάλαβε, και δεν μίλησε. Ακολουθούσε τις εντολές του μάστορα πρόθυμα αλλά αμίλητος, κάποια στιγμή λέει του μάστορα,
-μάστορα να σου πω ένα κόλπο;
Αντί για απάντηση έφαγε μια ξεγυρισμένη σφαλιάρα, που είδε αστράκια, παραπάτησε λίγο και πέφτοντας το χέρι του έπιασε το ματσακόνι. (είδος σφυριού που σπάει τις σκουριές) το πήρε και κοπάνησε στα δάκτυλα του ποδιού τον μάστορα, εκείνος έχασε την ισορροπία του έπεσε και παρέσυρε το ράφι με τα χρώματα, διαλυτικά χημικά υγρά περιέλουσαν, δημιουργώντας του εγκαύματα. Αμέσως ο Βασίλης έφυγε τρέχοντας μην το πιάσει κανείς και χάθηκε. Πήγε ο μάστορας στο νοσοκομείο, ειδοποιήθηκε ο Κυριάκος Μπαλωμένος, που έσπευσε στο νοσοκομείο πρώτα να δει το τραυματία, και αμέσως μετά στο εργοστάσιο να μάθει από τον Λεωνίδα τι έγινε. Ο Λεωνίδας δεν κατάλαβε τίποτα, μια στιγμή είδε τον μικρό να τρέχει και την επόμενη το μάστορα να φωνάζει από τους πόνους.
Πήγε στην φάμπρικα μήπως βρει τον Βασίλη, αλλά ο Γεράσιμος του είπε πως δεν φάνηκε. Συλλογισμένος γύρισε στο σπίτι του, φώναξε την Χρύσα
-Χρύσα τι θα κάνουμε με το παιδί αυτό; Έκανε μεγάλη ζημιά και τραυμάτισε ένα μεγαλύτερο του.
-κύριε, πιστεύω πως δεν φταίει ο Βασίλης, που είναι τώρα παιδί;
-δεν γνωρίζω εξαφανίστηκε, λες και άνοιξε η γη και το κατάπιε
-να πάω εγώ να βρω το ορφανό;
-πήγαινε Χρύσα και κάνε οτιδήποτε νομίζεις ελεύθερα
-να πάρω και την Ηρώ μαζί μου;
-όχι-όχι την Ηρώ, μετά από δύο δευτερόλεπτα συνέχισε όχι την Ηρώ μόνη της πάρε και τον Αριστοτέλη.
Πέρασε στο γραφείο του, και η Χρύσα μαζί με τα παιδιά επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητο και ξεκίνησαν για την φάμπρικα. Όταν χαιρέτισαν το Γεράσιμο, εκείνος τους είπε πως δεν το είδε καθόλου. Η Ηρώ ήξερε τα κατατόπια, πήγε στην υπόγυια αποθήκη με τα τρόφιμα, και του φώναξε
-Βασίλη, έβγα μην φοβάσαι, δειλά πίσω από τα σακιά με τα κρεμμύδια πρόβαλε το κεφάλι του ο Βασίλης
-Σσσσς, σιγά βρε θα μας πιάσουν
-έλα ο μπαμπάς σε θέλει, πρέπει να μάθει τι έγινε, μην φοβάσαι
-είναι απάνω ο κύριος
-όχι μόνο η Χρύσα και ο Άρης, ξεθάρρεψε ο Βασίλης και ακολουθώντας την Ηρώ ανέβηκε τις σκάλες.
Ο Γεράσιμος τον πλησίασε, «πως τρύπωσε εκεί μέσα ρε παιδάκι μου;». γυρνώντας προς την Χρύσα «ορίστε ο λεβέντης ολόκληρος». Η Χρύσα πλησίασε το αγόρι, άπλωσε το χέρι της «έλα Βασίλη πάμε όλα τελειώσανε πάμε» μόλις φτάσανε στο αρχοντικό, η Χρύσα είπε του Βασίλη πως ο κύριος περίμενε στο γραφείο του, να τον δει και να εξηγηθούν. Εκείνος χωρίς καθόλου χρονοτριβή πήγε στο γραφείο, κτύπησε την πόρτα και δεν περίμενε απάντηση, αλλά την άνοιξε μπήκε θαρρετά.
-κύριε δεν φταίω εγώ
-Βασίλη με στενοχώρησες, φταις ή όχι με στενοχώρησες. Πες μου τι έγινε
Ο μικρός άρχισε να διηγιέται τι έτρεξε στο βαφείο.
Η Χρύσα με την Ηρώ στο μεταξύ είχαν τρυπώσει στο γραφείο, ακούγανε με προσοχή το παιδί να εξιστορεί και να παραπονιέται, «γιατί δηλαδή ο καθένας μπορεί να με δέρνει;» η Ηρώ πλησίασε τον πατέρα της,
-μπαμπά δεν είναι δίκιο να τον δέρνουν, έτσι δεν είναι;
-έτσι είναι κόρη μου, ο Βασίλης δεν θα ξαναπάει στην φάμπρικα τέλος. Περάστε έξω τώρα πρέπει να μιλήσουμε μόνοι μας. Όταν βγήκαν έξω, κοίταξε τον Βασίλη στα μάτια
-Βασίλη πιστεύω πως λές αλήθεια
-αλήθεια λέω κύριε, και τα μάτια του βούρκωσαν, σε Σας δεν θα πω ποτέ ψέματα, αλλού λέγω αλλά όχι σε Σας.
-ναι παιδί μου, θα ρυθμίσω εγώ τα υπόλοιπα, μην ανησυχείς, ούτε αστυνομίες ούτε δικαστήρια θα έχουμε μην ανησυχείς. Κάτσε στην καρέκλα τώρα, γιατί πρέπει να σκεφτούμε τι θα γίνει με σένα. Που θα δουλέψεις αφού δεν θέλεις να πας στο γυμνάσιο.
-να βοηθάω τον κύριο Μιχάλη, να πλένω το αυτοκίνητο, να φροντίζω τα λουλούδια το σκύλο, να βοηθάω την κυρία Χρύσα. . . .
-όχι δεν είναι δουλειές αυτές για σένα, εσύ έχεις μυαλό είπαμε, είσαι πατενταδόρος, θα σε πάρω στο συνεργείο στην πόλη, και θα μένεις στο γραφείο, θυμάσαι εκείνο το δωμάτιο που άλλαξες την πρώτη φορά. Θα είσαι φύλακας τα βράδια. Δίπλα υπάρχει εστιατόριο εκεί θα τρώς. Και θα πηγαίνεις με μάστορα, τον Λυκούργο, στις επισκευές. Πως σου φαίνεται;
-γιατί όχι στο σπίτι κύριε;
-στο σπίτι δουλεύουν επτά άνθρωποι, δεν χρειάζεται περισσότερους, άλλωστε εκεί κάτω θα είμαστε μαζί και θα μου λές τα κόλπα και τις πατέντες που σκέφτεσαι, και ότι είναι καλό θα το εφαρμόζουμε και χωρίς σφαλιάρες.
Κατέβασε το κεφάλι κάτω ο Βασίλης, είχε απεριόριστη ευγνωμοσύνη στο Κυριάκο, και δεν μπορούσε να φέρει αντίρρηση. Από την άλλη μέρα μετακόμισε στο δωμάτιο του συνεργείου στην πόλη. Ο Κυριάκος τον παρέδωσε στον Λυκούργο, με την προτροπή να το προσέχει ιδιαίτερα, διότι είναι ευέξαπτος. Και ο Βασίλης απεδείχθη για τον μάστορα του, ο ιδανικός βοηθός. Υπάκουος και έξυπνος, έλεγε πολλές φορές κάποια «κόλπα», και ο Λυκούργος άμα τα έκρινε σωστά τα εφάρμοζε.
Πέρασε έτσι κανένας μήνας λίγο παραπάνω ίσως, όταν ο Κυριάκος μαζί με τα παιδιά και την Χρύσα, ετοιμαζόντουσαν για τις διακοπές του καλοκαιριού. Ο Μιχάλης έμενε πίσω για να μην κλείσει όλη η επιχείρηση. Προορισμός όπως κάθε χρόνο η Ελλάδα. Εκεί είχε δυο σπίτια στην νέα Αρτάκη. Κάθε χρόνο το Αύγουστο τον περνάγανε εδώ, από την εποχή που ζούσε η μακαρίτισσα η γυναίκα του. Είχε ακόμα ένα στην νέα Χαλκηδόνα, εκεί έμενε ο Αλέξανδρος όσο καιρό σπούδαζε.
Προτού ξεκινήσουν ο Κυριάκος Μπαλωμένος, φώναξε τον Βασίλη και του πρότεινε να έρθει μαζί του στις διακοπές, και ο Βασίλης πολύ σοβαρά έφερε τις αντιρρήσεις του, «ποιός θα φυλάει το γραφείο τα βράδια, πως θα δουλεύει ο Λυκούργος μόνος του, ποιος θα κάνει παρέα στον κύριο Μιχάλη». Ο Κυριάκος ικανοποιημένος με την σοβαρότητα και την υπευθυνότητα του παιδιού δεν επέμενε. Είχε σκοπό στη Ελλάδα όταν θα ήταν να φροντίσει για το μέλλον του, σκεφτότανε την σχολή των εμποροπλοιάρχων, ή κάτι ανάλογο.

Γρήγορα κύλησε ο καιρός και επέστρεψαν ανανεωμένοι από τις διακοπές ο Κυριάκος με την παρέα του. Μετά τις πρώτες ενημερώσεις, από τον Μιχάλη, ζήτησε να παρουσιαστεί ο Βασίλης. Εκείνος έλειπε μαζί με τον μάστορα του. Υπομονετικά περίμενε να γυρίσουν, και όταν ήλθαν ζήτησε να δει το Λυκούργο πρώτα, να μάθει για τις επιδόσεις και την διαγωγή του αγοριού, και ο μάστορας είπε «πως είναι κρίμα ένα τέτοιο μυαλό να χαραμίζεται στις αντλίες», «αυτό λέω και εγώ, αλλά δεν ακούει» είπε ο Κυριάκος. Μετά μπήκε ο Βασίλης στο γραφείο
-καλημέρα κύριε, καλώς ορίσατε
-έλα κοντά παιδί μου να αγκαλιάσω
-όχι θα λερωθείτε, μετά που θα σχολάσω
-ωραία σχόλασε τώρα, άντε πλύσου να πάμε σπίτι να δεις τα παιδιά
-αμέσως είπε ο Βασίλης και χαμογέλασε ευτυχισμένος
Θέλησε να κάτσει πλάι στο Μιχάλη, αλλά ο Κυριάκος του είπε να κάτσει δίπλα του, και εκείνος υπάκουσε.
-άκου παιδί μου Βασίλη, είσαι μεγάλος και πρέπει υπεύθυνα να αντιμετωπίσεις την ζωή, τα εφόδια που έχεις είναι λίγα και το μυαλό σου βαστά περισσότερα. Δεν θέλεις να πάς εδώ στο γυμνάσιο, σέβομαι τους λόγους σου, αλλά αυτό να μην είναι αιτία να μένεις αμόρφωτος. Ρώτησα στην Αθήνα, μπορείς να πάς στην σχολή εμποροπλοιάρχων, να βγείς σε λίγα χρόνια καπετάνιος, να ταξιδέψεις όλο τον κόσμο.
-δεν θέλω κύριε να ταξιδεύω, εγώ θέλω να δουλεύω και να φτιάχνω πατέντες.
-να πάς τότε σε μια σχολή επαγγελματική να γίνεις μηχανικός
-τότε που θα μένω σε κανένα ορφανοτροφείο πάλι, ή σε κανένα ίδρυμα της Βασίλισσας; Προτιμώ εδώ με τον μάστορα να μαθαίνω τις αντλίες
-του χρόνου η Ηρώ θα έχει τελειώσει το σχολείο και θα πρέπει να πάει στο γυμνάσιο ή στις γαλλίδες καλόγριες. Σκέπτομαι όμως να την στείλω μαζί με την Χρύσα στην Αθήνα, τι λές τότε θα πάς και συ μαζί τους και θα δούμε σε ποιο σχολείο και τι θα επιλέξεις να μάθεις.
-κι Αλέξανδρος;
-αυτός θέλει δυο χρόνια ακόμα και θα γυρίσει να αναλάβεις την φάμπρικα. Τότε ποιος θα προσέχει τις δύο γυναίκες;
-καλά κύριε αφού είναι έτσι, να περάσει ο χρόνος και βλέπουμε
Με αυτήν την κουβέντα φτάσανε στο σπίτι, ανταμώσανε με τα παιδιά του Κυριάκου του δώσανε δώρα που φέρανε από την Ελλάδα και άρχισαν να του διηγούνται πως περάσανε. Όταν ήρθε η ώρα του φαγητού, δεν θέλησε να μπεί στην τραπεζαρία, προτίμησε να πάει στην κουζίνα μαζί με το προσωπικό, και αργότερα παρακάλεσε την Χρύσα να του στρώσει το δωμάτιο 6, γιατί και αυτός ανήκε προσωπικό. Ο Κυριάκος Μπαλωμένος δεν έφερε αντίρρηση, απεναντίας θαύμασε ακόμη μια φορά την διάκριση του παιδιού.

Τα Χριστούγεννα του 1955 ήταν διαφορετικά από τα προηγούμενα. Δεν πήγε ο Βασίλης στο αρχοντικό, δεν κοιμήθηκε στο πράσινο δωμάτιο. Στο δωμάτιο του συνεργείου μονάχος μετά από φαγητό στο διπλανό εστιατόριο. Την ημέρα της εορτής δεν πήγε στην φάμπρικα που πήγαν οι υπόλοιποι. Κοιμήθηκε πολλές ώρες, κουράστηκε από τον ύπνο. Έκανε σκέψεις πολλές, τα έβαλε με την μοίρα του, αναζήτησε παρέα, ήθελε να κλάψει, αλλά δεν έκλαψε. Οι άνδρες δεν κλαίνε. Περίμενε να περάσουν αυτές οι 48 ώρες που έμεινε κλειστό το συνεργείο. Όταν άνοιξε και άρχισαν να έρχονται οι εργαζόμενοι ανακουφίστηκε. Επιτέλους ξανανάσανε. Του ευχήθηκε ο Κυριάκος του ευχήθηκε ο μάστορας του, και η ζωή ξαναβρήκε το ρυθμό της, μέχρι το Πάσχα.
Τότε, ένοιωσε ακόμα βαρύτερο το αίσθημα της μοναξιάς, και μόλις άνοιξε το συνεργείο, μπήκε στο γραφείο του Κυριάκου,
-κύριε πάω όπου θέλετε, και κάνω ότι μου πείτε εσείς ξέρετε καλύτερα
-έλα εδώ πατενταδόρε, εγώ δε πονούσα νομίζεις, αλλά σε άφησα για καταλάβεις ότι μόνος κανείς ούτε στον παράδεισο δεν κάνει. Τον αγκάλιασε και συνέχισε.
-θα είσαι και συ παιδί μου, και θα σε αγαπώ το ίδιο, δεν σε υιοθέτησα ενώ ήταν πολύ εύκολη διαδικασία, επειδή σεβάστηκα την προσωπικότητα σου, μη φέρνεις αντιρρήσεις ποτέ, διότι όσο μυαλό και να νομίζεις πως κουβαλάς, τα χρόνια της ζωής βαραίνουν περισσότερο. Στην δουλειά τώρα και το καλοκαίρι μόλις κλείσουν τα σχολεία τα ξαναλέμε.
Το καλοκαίρι του 1956 ο Βασίλης είχε συμπληρώσει δεκατρία χρόνια ζωής και για πρώτη φορά θα ταξίδευε για την Ελλάδα να γνωρίσει την πατρίδα που ήξερε μόνο από τα βιβλία. Ο Κυριάκος Μπαλωμένος, με τα δύο παιδιά, την Ηρώ και τον Αριστοτέλη, την Χρύσα και τον προστατευόμενο του, μπήκαν στο τρένο, να ταξιδέψουν μέχρι το λιμάνι και από κεί στο πλοίο για Ελλάδα. Το καράβι έκανε δυο ημέρες και μισή για να δέσει στον Πειραιά, μετά το τρένο μέχρι την Χαλκίδα, και στην συνέχεια το λεωφορείο για την Νέα Αρτάκη. Μεγάλο ταξίδι για τον Βασίλη, και πρωτόγνωρη εμπειρία, ενώ τα άλλα παιδιά τον πειράζανε.
Όταν τακτοποιηθήκανε στην Νέα Αρτάκη, ο Κυριάκος Μπαλωμένος, μαζί με τον Βασίλη, επέστρεψαν στην Αθήνα. Είχε γνωριμίες ο Κυριάκος στην πρωτεύουσα. Σε όλο το διάστημα εξηγούσε στο νεαρό αγόρι, τι σπουδαία αποτελέσματα θα είχε αν μάθαινε όσα μπορούσε περισσότερα, από αυτά που διδάσκονται, πόσο μεγάλος πλούτος είναι οι γνώσεις και ακόμα πως επειδή ο Θεός το προίκισε με ένα εύστροφο μυαλό, δεν έχει δικαίωμα να το αφήσει να πάει χαμένο. Στην Αθήνα τον πήρε μαζί του, γνώρισε κάποιους φίλους του, όλοι θαύμασαν την σοβαρότητα του παιδιού, και κάποιοι από αυτούς προσφέρθηκαν να βοηθήσουν και οικονομικά. Η τελική απόφαση που πήραν ήταν να πάει ο Βασίλης στην Χίο, στην ναυτική σχολή, που εκείνη την εποχή δεχότανε οικότροφους μαθητές. Η Ηρώ θα πήγαινε γυμνάσιο στην Αθήνα και μαζί με την Χρύσα θα μένανε στο σπίτι της Νέας Χαλκηδόνας, φροντίζοντας και τον Αλέξανδρο, που του έλειπε ένα χρόνος να τελειώσει και να επιστρέψει να αναλάβει την φάμπρικα.
Μπήκαν στο καράβι για την Χίο, και εκεί τους περίμενε ο σχολάρχης, «μιλημένος καταλλήλως» ειδοποιημένος από τον Γιάννη Μπακόπουλο, φίλο του Κυριάκου. Μετά τις συστάσεις και τα προκαταρτικά γύρισε προς τον Βασίλη,
-νεαρέ μου, εδώ θα βρεις το μέλλον σου, χρειαζόμαστε παιδιά με όρεξη για δουλειά, με έξυπνο μυαλό, για ανταπεξέρχονται στις δυσκολίες της θάλασσας, με αποφασιστικότητα να παλέψουν την ζωή στα ίσα, και από ότι βλέπω στα μάτια σου, αυτά τα προσόντα τα έχεις. Όσο θα είσαι στη σχολή θα είσαι και θα καλείσαι κύριος, όπως και συ θα αποκαλείς τους άλλους σπουδαστές κυρίους. Θα έχεις ειδική στολή που θα φοράς κατά την διάρκεια της φοιτήσεως και καπέλο. Ακόμα αν είσαι καλός στις επιδόσεις σου θα πάρεις υποτροφία για να καλύψεις τα έξοδα της φοιτήσεως, αλλιώς θα πρέπει να δουλεύεις στη σχολή, ή να τα καταβάλει ο κηδεμόνας σου.
-θα αναλάβω εγώ ότι χρειαστεί, είπε ο Κυριάκος
-όχι κύριε, το διέκοψε ο Βασίλης, όχι, θα δουλέψω όπου με βάλουν, και θα πάρω και υποτροφία, Σας το υπόσχομαι. Θα Σας βγάλω ασπροπρόσωπο.
-Μπράβο παιδί μου, είπε ο σχολάρχης, έτσι αποφασιστικός πρέπει να είσαι, να σταθείς στα πόδια σου μόνος σου, η ζωή δεν χαρίζεται σε κανέναν. Ο ενθουσιασμός σου με ικανοποιεί, συνέχισε έτσι. Τώρα θέλεις να μείνεις εδώ ή θα έρθεις στην αρχή της χρονιάς, πρώτη Σεπτεμβρίου πρέπει να είσαι εδώ οπωσδήποτε.
Ο Βασίλης γύρισε προς τον Κυριάκο, «τι λέτε κύριε;» ο Κυριάκος σηκώθηκε
-κύριε σχολάρχα, θα φύγουμε είναι η πρώτη φορά, ίσως και η μοναδική που κάνει ο Βασίλης διακοπές, θα παρουσιαστείς στο τέλος του μήνα. Ήρθαμε για την εγγραφή και την γνωριμία, ευχαριστούμε πολύ
-θα σε περιμένω κύριε Ράπτη τον Σεπτέμβριο, ώρα καλή σας.

Ξεκίνησαν για την επιστροφή στο Πειραιά με καράβι, δυο τρείς μέρες στην Αθήνα είδαν και άλλους γνωστούς του Κυριάκου. Στα σχέδια του ήταν και η μετεγκατάσταση στην πατρίδα, και έψαχνε τρόπους για να επενδύσει τα χρήματα που με διάφορους τρόπους έφερνε στην Αθήνα. Ο Αλέξανδρος θα αναλάμβανε την φάμπρικα σε ένα δυο χρόνια το πολύ τρία, αυτό θα αποδεσμευόταν και έπρεπε να φροντίσει για το Αριστοτέλη που δεν ήταν ιδιαίτερα έξυπνος, όσο για την Ηρώ θα παντρευότανε και θα ευτυχούσε. Αυτός ήταν και ο λόγος που αποφάσισε να πάει σε γυμνάσιο στην Ελλάδα και να μην την στείλει στις καλόγριες. Στην Νέα Αρτάκη ο Βασίλης έγινε πάλι παιδί, έτρεξε έπαιξε κολύμπησε με τα παιδιά του Κυριάκου, τους έλεγε πως θα γίνει καπετάνιος, πως τον είπε ο σχολάρχης κύριο Ράπτη και ένα σωρό άλλα σχέδια που έκανε. Και πέρασε ο μήνας Αύγουστος, οι διακοπές τελείωσαν. Η παρέα ξεκίνησε για την επιστροφή. Στην Αθήνα κατέληξαν στο σπίτι της Νέας Χαλκηδόνας, εκεί φρόντισε για την εγγραφή στο γυμνάσιο της Ηρώς ο Κυριάκος, ετοιμάστηκε και ο Βασίλης για την Χίο.
-θα μας έρθεις τα Χριστούγεννα, έτσι δεν είναι; Ρώτησε η Ηρώ
-βέβαια, θα έρθω, και το Πάσχα το καλοκαίρι όμως θα ταξιδεύω, απήντησε όλος σοβαρότητα ο Βασίλης, εσύ να διαβάζεις και εγώ θα διαβάζω για βγώ πρώτος, και θα βγώ σίγουρα.
-ναι Βασίλη είμαι σίγουρος για σένα, είπε η Χρύσα το ίδιο και ο κύριος όλοι σε πιστεύουμε.
Ήταν τριάντα Αυγούστου του 1956, στο λιμάνι του Πειραιά το καράβι για την Χίο περίμενε του επιβάτες του να επιβιβαστούν. Ένας εξ αυτών ήταν ο Βασίλης, με μια μικρή Βαλίτζα στο χέρι, αποχαιρετούσε στην αποβάθρα τον Κυριάκο και την Ηρώ που ήλθαν να το ξεπροβοδήσουν. Δεν ήθελε να τον πάει ο Κυριάκος στη σχολή, «είμαι ο κύριος Ράπτης από τώρα» έλεγε. Ανέβηκε στο πλοίο και τους ξαναχαιρέτισε από το κατάστρωμα, και μόλις απέπλευσε ζήτησε την καμπίνα του. Ψυχρολουσία του ήρθε όταν του είπαν πως δεν έχει καμπίνα για παιδιά που δεν συνοδεύονται, να κάτσει στο κατάστρωμα και να βρει μια γωνιά να κοιμηθεί, γιατί το ταξίδι είναι πολλές ώρες. Άδικα τους εξήγησε πως «είναι ο κύριος Ράπτης που πάει στην σχολή και θα γίνει καπετάνιος». Τα ειρωνικά σχόλια διαδέχθηκαν οι απειλές, ή θα καθόταν ήσυχος ή θα τον αρχίζανε στις σφαλιάρες. Ταπεινωμένος για άλλη μια φορά στην ζωή ο Βασίλης, βρήκε μια γωνιά, έκατσε με την βαλίτζα αγκαλιά, κοιμήθηκε εύκολα και έκανε όνειρα, πως ήταν αυτός ο καπετάνιος, και όλοι τον υπάκουαν πρόθυμα.
Το πρωί φθάνοντας στο νησί, πήρε τη άμαξα να το πάει στην σχολή. Ο θυρωρός μόλις άκουσε το όνομα του κοίταξε μια λίστα, και μετά του είπε
-περάστε κύριε Ράπτη,
Αυτός μόλις άκουσε αυτήν την προσφώνηση αναθάρρησε, που να πάω τώρα; Συλλογίστηκε και ο θυρωρός λές και κατάλαβε την σκέψη του συνέχισε
-στην αριστερή πτέρυγα, στο ραφείο σας περιμένουν. Θα σας ενημερώσουν και θα σας τακτοποιήσουν.
Μόλις πέρασε την πόρτα της πτέρυγας, κοίταξε γύρω να βρει το ραφείο. Είδε την επιγραφή «ΡΑΦΕΙΟΝ» σε μια πόρτα, κτύπησε δειλά και μπήκε. Εκεί υπήρχαν πέντε κυρίες στις ραπτομηχανές και ένας κύριος με στολή, που τον υποδέχθηκε
-παρακαλώ το όνομα σας
-Ράπτης Βασίλειος, είπε σοβαρά, ήταν ξαφνιασμένος από την αντιμετώπιση αυτή. Ήταν πρώτη φορά που του μιλούσαν έτσι. Μόνο ο Κυριάκος του είχε καλομιλήσει ίσαμε τώρα και εδώ όλοι τον υπολήπτοταν.
-μισό λεπτό κύριε, κοίταξε και αυτός μια λίστα, μάλιστα δωμάτιο 36, περάστε από εδώ παρακαλώ,
τον πέρασε πίσω από ένα παραβάν, και άρχισε να του παίρνει μέτρα, άγνωστες εμπειρίες για το παιδί που αμίλητο παρακολουθούσε τα γινόμενα. Όταν τελείωσε το μέτρημα συνέχισε
-θα είναι έτοιμα τα ρούχα σας σε δύο ημέρες, περάστε στο διπλανό δωμάτιο να πάρετε παπούτσια, και μετά στο τρίτο όροφο είναι το δωμάτιο σας, στην μεσαία κλίνη. Ευχαριστώ.
Περνώντας στο διπλανό δωμάτιο, είδε άλλο νεαρό να περνάει με την σειρά του στο ραφείο, ενώ στα παπούτσια ήταν άλλοι δύο που δοκίμαζαν.
-τι νούμερο παρακαλώ;
-έχω παπούτσια, δεν χρειάζομαι
-αυτά θα τα φορείτε μόνο εκτός σχολής, εδώ θα πρέπει να βάζετε της σχολής
-αφού είναι έτσι 37 νούμερο
Πήρε τα παπούτσια τα δοκίμασε και ικανοποιήθηκε με την πρώτη. Είπε ξανά ευχαριστώ και ξεκίνησε για να βρει το δωμάτιο στο τρίτο όροφο. Το 36 δωμάτια ήταν τρίκλινο, με θέα την αυλή της σχολής, και στο βάθος την θάλασσα. Στο μεσαίο κρεβάτι υπήρχε ένας σάκος γεμάτος ρούχα, εσώρουχα πετσέτες, κάλτσες παντόφλες, και προσωπικά είδη οδοντόβουρτσα, οδοντόκρεμα τσατσάρα και σαπούνι. Τρείς μεταλλικοί φωριαμοί, ένα για κάθε ένοικο. Ο δικός του θα ήταν ασφαλώς ο μεσαίος αφού μεσαίο ήταν και το κρεβάτι, τον άνοιξε και έβαλε μέσα το σάκο, και ξάπλωσε στο κρεβάτι να κοιμηθεί ήταν πολύ κουρασμένος.
Κατά την μία κτυπούσε ένα κουδούνι παρατεταμένα, μαθημένος από το ορφανοτροφείο κατάλαβε πως ήταν ώρα συσσιτίου. Κοίταξε από το παράθυρο να δει πως μαζεύονται εδώ, αλλά άδικα. Κατέβηκε τα σκαλιά και είδε κίνηση. Νεαρά αγόρια αλλά και μεγάλοι, ομοιόμορφα ντυμένοι κατευθυνόντουσαν στα εστιατόρια, όπως είδε την επιγραφή. Μπήκε και αυτός από πίσω. Τα τραπέζια χωράγανε 6 άτομα το καθένα, κοίταξε αμήχανα για προσδιορίσει που θα κάτσει. Ίσαμε τώρα κανείς δεν του είχε απευθύνει λόγο. Το πλησίασε ένας νεαρός, και του είπε συνωμοτικά, «ποιο δωμάτιο;» «36» είπε ο Βασίλης, «τότε θα πάς σε εκείνο» και του έδειξε ένα τραπέζι. Όλα τα τραπέζια ήταν σερβιρισμένα αλλά όχι πλήρως. Άλλα είχαν δύο τρία ή πέντε και έξ σερβίτσια. Σε κάθε τραπέζι κάθονταν δυο διπλανών δωματίων οι ένοικοι. Αυτό ο Βασίλης δεν το ήξερε. Πήγε λοιπόν να κάτσει στο τραπέζι που υπέδειξε ο νεαρός. Μόλις έκατσε ήρθε τρέχοντας ο τραπεζοκόμος, «Σαν πολύ γρήγορα δεν έγινες αρχηγός» ντράπηκε ο Βασίλης, «συγνώμη δεν το ήξερα, που να κάτσω είμαι στο 36» «παρακαλώ κύριε ακολουθείστε με» και τον οδήγησε σε ένα τραπέζι μακριά από εκείνο πού έκατσε, «εδώ θα είστε για όλη την χρονιά που θα μένετε στο 36». Στο συγκεκριμένο τραπέζι υπήρχαν τέσσερα σερβίτσια, οι άλλοι δύο οικότροφοι δεν είχαν δηλώσει παρουσία ακόμα. Κοίταξε ένα γύρω και είδε το νεαρό που τον είχε στείλει σε λάθος τραπέζι, να γελάει με τους συνδαιτυμόνες του. Θύμωσε πολύ ο Βασίλης και σκέφτηκε να του ζητήσει τον λόγο, ύστερα σκέφτηκε τον σχολάρχη και τον Κυριάκο, που τους υποσχέθηκε να είναι φρόνιμος, και αναθεώρησε.
Μετά το γεύμα, έκανε ένα γύρω στη αυλή να εγκλιματιστεί στο περιβάλλον. Μεγάλη η αυλή, στην άκρη είχε γυμναστήριο και γήπεδο μπάσκετ. Την έφερε βόλτα δυο και τρείς φορές και όταν κουράστηκε ανέβηκε πάλι στο δωμάτιο. Βρήκε εκεί έναν άλλο νεαρό που συστήθηκε,
-είμαι ο Στέλιος Μπαξάνης
-Βασίλης Ράπτης, είπε αυτό και άπλωσε το χέρι σε χειραψία που ανταπέδωσε ο Στέλιος.
-περιμένουμε και τρίτο φαίνεται εδώ
-μάλλον, πρώτη φορά έρχεσαι εδώ; Εγώ πρώτη φορά
-και εγώ πρώτη φορά ήρθα, μόλις τελείωσα το σχολειό, με έστειλε ο πατέρας μου, αλλά εγώ θα την κοπανήσω. Δεν θα γίνω εγώ παγωτατζής
-παγωτατζής; Απόρησε ο Βασίλης
-παγωτατζής βέβαια, δεν τους βλέπεις όλους που καμαρώνουν με τις στολές και χαιρετιούνται, και λέγονται κύριε και κύριε και κοροϊδεύονται μεταξύ του και κοροϊδεύουν και τον κόσμο. Εγώ όμως θα το σκάσω, δεν θα φάω εδώ τα χρόνια μου, θα γυρίσω στο νησί μου.
-από πού είσαι; Τόλμησε να ρωτήσει ο Βασίλης. Αυτά που άκουγε του φάνηκαν αλλόκοτα. Αυτός καμάρωνε που τον λέγανε κύριο και ο άλλος ντρεπότανε.
-από την Τήνο είμαι, και θα πάω γρήγορα, αν δεν μπορώ μονάχος θα με διώξουν θα φροντίσω γι αυτό.
-εγώ θα κοιμηθώ τώρα. Είπε ο Βασίλης για να τελειώσει η κουβέντα που έσπειρε ζιζάνια στο μυαλό του. Μετά το γεγονός στο πλοίο έρχεται αυτό να του εκμηδενίσει το όνειρο. «Όχι εγώ υποσχέθηκα στον κύριο κα θα το κάνω, θα είμαι ο καλύτερος εδώ».
Αδιάφορα κύλησαν οι πρώτες μέρες, προσπαθώντας να εγκλιματιστεί, περιφερόταν στην πτέρυγα στην οποία εγκαθιστούσαν του πρωτοερχόμενους στην σχολή. Έμαθε το πρόγραμμα, τις ώρες του φαγητού, ξανάκουσε το γνώριμο από το ορφανοτροφείο σιωπητήριο. Γνώρισε εκτός από τον Στέλιο και το Χαράλαμπο ως συγκάτοικο. Υπέγραψε πρακτικό παραλαβής στο ραφείο, φόρεσε την στολή που του δώσανε, και επιπλέον ένα πηλήκιο.
Στις 7 του Σεπτεμβρίου του 1956 άρχισαν τα μαθήματα στη σχολή. Στην τάξη του Βασίλη, περίμενε πως θα ήταν ο μεγαλύτερος, αφού ένα χρόνο δούλευε στο συνεργείο, υπήρχαν όμως και μεγαλύτεροι, και γενικά στο σχολείο αυτό που λεγότανε ναυτικό γυμνάσιο, δεν ήταν σαν το σχολείο που ήξερε. Πιστός στην υπόσχεση του, έβαλε όλες τις δυνάμεις για διάκριση. Στο μόνο που στερούσε ήταν στην γυμναστική. Σε όλα τα άλλα μαθήματα ήταν πρώτο και με διαφορά. Στις εργασίες της σχολής πρόθυμος στις λύσεις των δυσκολιών που τεχνηέντως βάζανε οι εκπαιδευτές, εξαιρετικά επιτήδειος. Είχε γίνει αγαπητός από τους διδάσκοντες, αλλά και από τους συμμαθητές του, τους επιμελείς αλλά και τους άτακτους. Το εμπιστευόντουσαν όλοι γιατί είχε μπέσα. Δεν πρόδωσε κανέναν, ότι και αταξία ή ζημιά και να έκανε.

Μπαίνοντας ο Δεκέμβριος, τον κάλεσε ο σχολάρχης να παρουσιαστεί. Εκείνος μπήκε στο γραφείο του με την πρέπουσα διαδικασία, και περίμενε να μάθει τι τον ήθελε.
-κύριε Ράπτη, άρχισε ο σχολάρχης, πρέπει να είσαι γενναίος. Έχω να σου ανακοινώσω δυο πράγματα.
-ακούω κύριε σχολάρχα
-πρώτον για πρώτη φορά στην σχολή, αποφασίστηκε να χορηγηθεί υποτροφία σε σπουδαστή τόσο νωρίς, δηλαδή όχι μόνο από την πρώτη τάξη, αλλά κα από το πρώτο δίμηνο. Αυτή βέβαια η υποτροφία έρχεται από το Σωματείο που σε έχει ξαναβραβεύσει, θυμάσαι τις λίρες. Μόνη σου υποχρέωση είναι μα μην τους απογοητεύσεις και πιστεύω θα το καταφέρεις. Δεύτερον, ένα γράμμα από τον κύριο Μπαλωμένο, που μου γνωστοποίησε και μένα το περιεχόμενο, θα στο δώσω εάν το απαιτήσεις.
-τι γράφει; Αφού Σας το γνωστοποίησε δεν είναι μυστικό.
-η Χρύσα με την Ηρώ επέστρεψαν πίσω, διότι η υγεία της Χρύσας δεν άντεξε το κλίμα της Αθήνας, και να μείνει η Ηρώ μονάχη είναι αδύνατον. Έτσι τα Χριστούγεννα και το Πάσχα θα μένεις στην σχολή. Το καλοκαίρι θα κάνεις εκπαιδευτικά ταξίδια δεν θα έχεις χρόνο για διακοπές, έτσι πρέπει να καταλάβεις, πως θα είσαι συνέχεια εδώ μαζί μας, στην σχολή και στο νησί
-μάλιστα κύριε, κατάλαβα ένα ορφανοτροφείο ακόμα, όσο και να το γλυκάνετε ορφανοτροφείο θα είναι, χωρίς επισκεπτήριο χωρίς δικού μου ανθρώπους, αλλά δεν πειράζει ξέρω από αυτά, εγώ θα τηρήσω την υπόσχεση μου στο κύριο Κυριάκο θα βγώ πρώτος από εδώ μέσα, ότι και αν χρειαστεί.
-παιδί μου, είπε ο σχολάρχης παρακάμπτοντας το πρωτόκολλο, μακάρι να είχα και εγώ ένα υιό σαν εσένα, είναι τυχερός ο Μπαλωμένος που σε έχει
-δεν με έχει κανείς κύριε, είμαι ελεύθερος και θα μείνω
Έφυγε χωρίς να πάρει το γράμμα του Κυριάκου προς αυτόν, και ο σχολάρχης το έβαλε στον φάκελο του, δεν διάβασε ποτέ τις δικαιολογίες του, και δεν του συγχώρεσε την εγκατάλειψη του, όπως νόμιζε στα βαθιά. Αισθανότανε προδομένος, διότι φανταζότανε πως αφού έφυγε η Ηρώ με την Χρύσα έπρεπε και αυτός να ακολουθήσει. Αλλά πάλι έλεγε μια ζωή ορφανός και παραπεταμένος δεν είμαι; Θα τους κάνω εγώ όλους να μιλάνε για μένα κάποια μέρα. Και με μεγαλύτερο ζήλο έπιασε την μελέτη. Ήταν μόλις δεκατριών ετών. Δεν φαντάζονταν πως η υποτροφία ήταν αποκλειστικά χορηγία του Κυριάκου Μπαλωμένου, που δεν ήθελε να τον προσβάλει.
Ο Κυριάκος είχε αγαπήσει μέσα από την καρδιά του αυτό το παιδί. ο Αλέξανδρος ήταν πολύ εγωιστής και ο Αριστοτέλης κάτω του μετρίου, έβλεπε λοιπόν στον Βασίλη το αγόρι που θα ήθελε να είχε, γι αυτό και το βοηθούσε.
Πέντε χρόνια στο ναυτικό γυμνάσιο, δεν πείρε ποτέ έξοδο. Στις επιδόσεις των μαθημάτων θεωρητικών και πρακτικών ήταν πάντα ο πρώτος στη τάξη του. Αγαπητός από όλους τους εκπαιδευτές και τους καθηγητές. Φίλος με όλο το προσωπικό της σχολής. Τακτικός συνομιλητής με το σχολάρχη, που φρόντισε να το διορίσει υπεύθυνο στην βιβλιοθήκη, με το προνόμιο να έχει δικό του δωμάτιο μονόκλινο. Αρκούμενος σε όσα η σχολή προσέφερε αποταμίευε τα έσοδα από τα εκπαιδευτικά ταξίδια, και της υποτροφίας. Ο σχολάρχης τον είχε για υπόδειγμα, αν και του Βασίλη του κακοφαινόταν όταν το παίνευαν. Παρά το γεγονός που δεν αρνιόταν ποτέ συνεργασία σε κάθε επίπεδο, ήταν εξαιρετικά λιγομίλητος. Είχε πάρει ύψος, αλλά εξακολουθούσε να είναι αδύνατος. Σκόπευε μόλις τελειώσει να πάει στην Ναυτικών Δοκίμων να γίνει αξιωματικός του πολεμικού Ναυτικού.
Όλα πήγαιναν καλά, μέχρι το Πάσχα του 1961. Μόλις πέρασαν οι Άγιες ημέρες, και ετοιμαζόντουσαν για το ταξίδι της χρονιάς, τον κάλεσε να παρουσιαστεί ο σχολάρχης. Χωρίς καθυστέρηση παρουσιάστηκε, εκείνος του έδωσε μια επιστολή. Είδε τον αποστολέα «Κυριάκος Μπαλωμένος».
-κύριε σχολάρχα, μπορώ να μην το παραλάβω;
-όχι, αυτήν την φορά δεν γνωρίζω το περιεχόμενο του, αλλά πρέπει να γνωρίζεις πως ο κύριος Μπαλωμένος είναι ο ευεργέτης σου όλα αυτά τα χρόνια, ανώνυμα και διακριτικά. Είναι αχαριστία να μην διαβάσεις τι σου γράφει.
-μάλιστα κύριε, όπως ορίζεται. Και έκανε μεταβολή να φύγει
-στάσου λίγο κύριε Ράπτη, δεν τελειώσαμε
-συγνώμη κύριε και στάθηκε προσοχή
-άκου παιδί μου, ξέρει πόσο σε εκτιμούμε όλοι στη σχολή και το αξίζεις, θέλω να με κρατά ενήμερο αν είναι κάτι σοβαρό, θέλω ακόμα να με θεωρείς φίλο σου και πρόθυμο να βοηθήσω σε κάθε περίπτωση.
-ευχαριστώ κύριε τιμή μου.
-πάρε άδεια για το υπόλοιπο της ημέρας, πήγαινε τώρα

Τα χρόνια που πέρασαν ο Αλέξανδρος είχε τελειώσει τις σπουδές του, και αναλάμβανε την διοίκηση της φάμπρικας ο Αριστοτέλης είχε τελειώσει το γυμνάσιο με το ζόρι, και δούλευε στο συνεργείο βοηθώντας τον Μιχάλη του οποίου το πόστο θα έπαιρνε, αφού δεν ήταν για περισσότερα. Η Ηρώ μεγάλωνε και ομόρφυνε, στην Πέμπτη τάξη του γυμνασίου ήταν η καλλονή του σχολείου, την κυνηγούσαν όλα τα αγόρια, αλλά εκείνη δεν ενέδιδε. Αυτά μέχρι το Πάσχα του 61, όταν κλέφτηκε με τον γυμναστή, έναν νέο που ήρθε με απόσπαση, και φύγανε για την Ελλάδα. Το σκάνδαλο ήταν για την παροικία τεράστιο. Ο Κυριάκος, πολύ ντροπιασμένος και απογοητευμένος σκεφτότανε να εγκατασταθεί στην Ελλάδα.

Αυτά με λίγα λόγια έγραφε στη επιστολή του ο Κυριάκος Μπαλωμένος, και ζητούσε την γνώμη του Βασίλη.
Όταν τελείωσε την ανάγνωση, το ξαναδιάβασε πολλές φορές. Δεν πίστευε τα γραφόμενα. Ζήτησε ακρόαση από τον σχολάρχη που τον δέχθηκε αμέσως
-κύριε σχολάρχα αιτούμαι έξοδο σήμερα
-ελεύθερα, αλλά που θα πάς, πρώτη φορά σε πέντε χρόνια ζητάς έξοδο.
-δεν ξέρω, θα περπατήσω στην χώρα, δεν ξέρω.
-πήγαινε στην γραμματεία, θα ειδοποιήσω
-ευχαριστώ και κάνοντας μεταβολή έφυγε. Πήγε στην γραμματεία πήρε την άδεια και πέρασε την πύλη με προορισμό την χώρα. Σκέφτηκε να πάει να μεθύσει, όταν μπήκε στην πόλη, ανακάλεσε, σκέφτηκε να μην ρεζιλέψει την στολή που φορούσε, να μην χαλάσει την διαγωγή που μέχρι τώρα έχει επιδείξει. Ήθελε όμως απεγνωσμένα να κάνει κάτι, να ξεσπάσει για όσα διάβασε στην επιστολή του Κυριάκου. Με αυτές τις σκέψεις και με το κεφάλι χαμηλά, περπατούσε όταν άκουσε να κτυπά μια καμπάνα, ήταν ώρα εσπερινού. Χωρίς να το σκεφτεί πέρασε το κατώφλι της Εκκλησίας. Έκατσε σε μια άκρη, δεν είχε καλές σχέσεις με την Εκκλησία, αλλά έκατσε και του φάνηκε πως τέλειωσε γρήγορα, όταν ήρθε ο Ιερέας και τον σκούντησε
-συμβαίνει κάτι παιδί μου, μπορώ να βοηθήσω
-όχι όχι, τίποτα, πρέπει να φύγω;
-όχι κάτσε να προσευχηθείς όσο θέλεις
-να προσευχηθώ; Αναρωτήθηκε και πήρε τον δρόμο της επιστροφής, μόλις πέρασε την πύλη ρώτησε αν ο σχολάρχης είναι ακόμα εδώ, και όταν πήρε καταφατική απάντηση αίτησε ακρόαση. Ο σχολάρχης τον δέχθηκε αμέσως.
-κύριε σχολάρχα μπορείτε να διαβάστε, είπε και του έδωσε το γράμμα.
-λοιπόν; Ρώτησε εκείνος όταν τελείωσε την ανάγνωση τι θα απαντήσεις;
-κύριε αποφάσισα, θα φύγω από την σχολή
-να πάς στο Μπαλωμένο, θα χαραμίσεις μια σπουδαία καριέρα
-όχι κύριε, βοηθήστε με, θα πάω να υπηρετήσω την θητεία μου στην αεροπορία ως εθελοντής, γνωρίζεται και εσείς πως έχω την κατάλληλη ηλικία, ξέρω πως θα υπηρετήσω περισσότερους μήνες, αλλά το έχω αποφασίσει. Βοηθήστε με να τα κάνω νόμιμα, για να μην υποπέσω σε παραπτώματα αφού θα υποχρεωθώ να το σκάσω από την σχολή.
-κύριε Ράπτη, με εκπλήσσεις. Κάνε μου την χάρη να τα ξαναπούμε μετά το ταξίδι, μια χρονιά έμεινε ακόμη.
-είμαι αποφασισμένος
-αν εσύ είσαι αποφασισμένος, εγώ πρέπει να σε συνετίσω, κάνε μου την χάρη να το σκεφτείς τουλάχιστον δυο μέρες, είναι σήμερα Τετάρτη, αν μέχρι την Κυριακή έχει την ίδια γνώμη, από Δευτέρα θα αρχίσουμε την διαδικασία.
-ευχαριστώ κύριε σχολάρχα, αλλά θα επανέλθω την Κυριακή ή μάλλον την Δευτέρα. Πήγε για ύπνο χωρίς να κατέβει στο βραδινό φαγητό.
Την άλλη μέρα ο σχολάρχης συγκάλεσε το συμβούλιο των καθηγητών, του είπε την απόφαση του Βασίλη και ζήτησε γνώμες. Όλοι είχαν να πού μόνο καλά λόγια, αλλά ήταν πεπεισμένοι πως αφού το αποφάσισε δεν θα έκανε πίσω για κανένα λόγο. Γνωρίζανε, πως είχε εμμονή σε ότι αποφάσιζε. Έτσι προέτρεψαν το σχολάρχη να τον βοηθήσει όσο μπορεί, αφού στο κάτω κάτω δεν ζητούσε κάτι παράνομο, και αν το ναυτικό έχανε κάποιο ταλέντο, κάποιο άλλο θα βρισκότανε. Βασανίστηκε ο σχολάρχης να βρει τρόπο να τον μεταπείσει, αλλά δεν εύρισκε. Ήρθε η Δευτέρα. Ο Βασίλης αντί να πάει στην τάξη του, παρουσιάστηκε στο γραφείου του σχολάρχη.
-ήρθα κύριε
-πες μου Βασίλη, μου επιτρέπεις να σε φωνάζω έτσι, δεν είσαι πλέον ναυτόπαιδο, γιατί το κάνεις αυτό;
-ο στρατός και το ναυτικό δεν παίρνουν εθελοντές στην δική μου ηλικία, κύριε. Για όσο καιρό θα υπηρετώ την θητεία μου, δεν θα μπορεί να έχει την βοήθεια μου ο κύριος Κυριάκος, στον οποίο δεν μπορώ να την αρνηθώ, και παράλληλα δεν θέλω να την προσφέρω. Πέντε χρόνια εδώ, και ούτε μια φορά δεν παρουσιάστηκε να μάθει για την πρόοδο μου, εγώ για χάρη του ήμουν τόσο επιμελής. Πέντε χρόνια είναι πολλά, αλλά εγώ είμαι μαθημένος από ορφανοτροφεία κα ιδρύματα, δεν θα μου κακοφανεί και ο στρατός, στο κάτω κάτω τι είναι, ένα ορφανοτροφείο για μεγαλύτερα παιδιά είναι.
-Βασίλη, εγώ θα είμαι εδώ, όταν τελειώσεις κα θέλεις να με δείς ή να συνεχίσεις,
-όχι κύριε, θα σας είμαι ευγνώμων, και θα έρθω ενδεχομένως να σας δω, αλλά το ναυτικό τελείωσε για μένα σήμερα.
-καλά, Βασίλη θα φροντίσω από σήμερα την υπόθεση, μπορείς να διαμένεις εδώ μέχρι να σε καλέσουν να παρουσιαστείς. Εν τω μεταξύ πρέπει να αρχίσεις να παραδίδεις καθήκοντα. Θα αλλάξεις δωμάτιο και θα πάς στον ξενώνα. Το τελευταίο που θέλω να σου πώ είναι πως εδώ υπάρχει ένα βιβλιάριο καταθέσεων στην Εθνική τράπεζα, με ένα σεβαστό ποσό, είναι δικό σου, είναι οι αμοιβές σου από τα ταξίδια και οι χορηγίες υπέρ σου για τις επιδόσεις σου, που ποτέ δεν πήρες στο χέρι, αυτά θα σου είναι χρήσιμα τώρα.
-κύριε σχολάρχα, είμαι εξαιρετικά ευγνώμων, σε σας και σε όλους τους εκπαιδευτές, κρατήστε το βιβλιάριο, δεν θα μου χρειαστούν στο στρατό θα αρκεστώ σε ότι υπάρχει, μαθημένος είμαι. Θα είναι ένας λόγος για να έρθω όταν απολυθώ να τα ξαναπούμε.
Ο Βασίλης με αυτήν την απόφαση του, δεν τελείωσε την ναυτική σχολή, πριν τελειώσει την πέμπτη τάξη εγκατέλειψε για να πάει εθελοντής στην αεροπορία σε ηλικία δεκαοκτώ χρόνων, το φθινόπωρο του 1961. Υπηρέτησε τρία ολόκληρα χρόνια, στην διάρκεια των οποίων δεν είχε απολύτως καμία επαφή, ούτε με τον Κυριάκο, ούτε με τον σχολάρχη. Υπόδειγμα φαντάρου, πρόθυμος και πειθαρχικός. Κατάφερε να πετύχει τον στόχο του και εδώ, ημέρα παρουσιάσεως, ημέρα απολύσεως. Το φθινόπωρο του 1964 απολυόταν, ο διοικητής του τον ρώτησε για πού θέλει το φύλο πορείας, και εκείνος ζήτησε για Χίο, να πάει όπως είχες υποσχεθεί στον σχολάρχη να το δει, αλλά και να πάρει τα χρήματα, θα ήταν η σιρμαγιά, για τα σχέδια που κατάστρωνε όσο καιρό υπηρετούσε, να ανοίξει ένα γραφείο να πουλάει πατέντες.
Χάρηκε ο σχολάρχης όταν τον είδε, τον προέτρεψε να συνεχίσει τη σχολή από το σημείο που την άφησε, δεν το έπεισε, ούτε και όταν του πρότεινε να τον προσλάβει στην σχολή ως θυρωρό ή ως μάγειρα. Ο Βασίλης ήταν ανένδοτος, ήθελε να πάει στην Αθήνα, να πιάσει σπίτι δικό του, να τρώει όποτε πεινά και όχι όταν σημαίνει το καμπανάκι συσσίτιο και να κοιμάται όποτε και όσο θέλει χωρίς σιωπητήριο. Παραδίδοντας του το βιβλιάριο της τράπεζας, του σύστησε με πολύ επιμονή, να βρει ένα συγκεκριμένο ξενοδοχείο στον Πειραιά, Χιώτη και γνωστού του σχολάρχη, τουλάχιστον μέχρι να βρει το σπίτι που ονειρευόταν. Εκείνος το υποσχέθηκε, έβαλε στην τσέπη του το βιβλιάριο και ξεκίνησε για το καράβι που θα τον έφερνε κοντύτερα στην υλοποίηση των σχεδίων του. Αυτήν την φορά ταξίδεψε σε καμπίνα.

Ηρώ και Βασίλης Β΄.

Β΄. Η Ηρώ.

Αφήνοντας το Βασίλη να ταξιδεύει, και μέχρι να καταπλεύσει στο Πειραιά, θα ασχοληθούμε με την Ηρώ.
Ξεκίνησε τα γυμνασιακά της χρόνια, στην Νέα Χαλκηδόνα, αλλά πριν έρθουν τα Χριστούγεννα του 1956, επέστρεψε στην Αφρικανική παροικία, δίπλα στον πατέρα της. Δικαιολογία ήταν η υγεία της Χρύσας, αυτό όμως ήταν η πρόφαση μόνο. Μακριά από το σπίτι και τον πατέρα της η Ηρώ, δεν ήταν το φρόνιμο κοριτσάκι που μεγάλωσε, και δεν μπορούσε να το κουμαντάρει. Ξεφεύγοντας το κορίτσι από το αυστηρό περιβάλλον του ιδρύματος και την συνεχή παρακολούθηση, εξελίχτηκε σε ζιζάνιο, και η Χρύσα ζήτησε την επιστροφή.
Μετά την επιστροφή γράφτηκε Ελληνικό γυμνάσιο της παροικίας, εκεί οι επιδώσεις ήταν ικανοποιητικές αλλά όχι άριστες. Ήτανε η χρυσή μετριότητα, που με την οικονομική επιφάνεια της οικογένειας περνούσε τις τάξεις, όπως πριν από αυτήν ο αδελφός της Αριστοτέλης. Μεγαλώνοντας ομόρφαινε, την κυνηγούσαν πολλά αγόρια αλλά μάταια. Έφτασε μέχρι την πέμπτη τάξη.
Εκείνη την χρονιά είχε έρθει αποσπασμένος ένας πρωτοδιόριστος γυμναστής από την Ελλάδα. Ο Χαράλαμπος Γρηγοριάδης, ζήτησε από τα παιδιά να τον φωνάζουν κύριο Μπάμπη. Αθλητής του Πανελληνίου στο άλμα επί κοντώ, είχε τελειώσει την γυμναστική ακαδημία και αφού δεν υπήρχε κενή θέση γυμναστού στα Αθηναϊκά σχολεία ζήτησε απόσπαση και βρέθηκε να διδάσκει σωματική αγωγή στο Ελληνικό γυμνάσιο της παροικίας. Αυτός ήταν ο νέος 25 χρόνων τότε, που ερωτεύτηκαν όλες οι μαθήτριες του γυμνασίου. Κολακευμένος αυτός, έκανε το μεγάλο βήμα, και συνδέθηκε με την Ηρώ. Το πάθος του ήταν τόσο μεγάλο, όσο και η απειρία της Ηρώς, και αποφάσισαν να κλεφτούν. Το τελευταίο πρωινό πριν κλείσουν τα σχολεία για το Πάσχα 1961, έβαλε λίγα πράγματα στην σχολική της τσάντα, και αντί να πάει στην στάση που το σχολικό λεωφορείο σταματούσε, έστριψε ένα τετράγωνο νωρίτερα. Όταν το μεσημέρι την αναζητούσαν, αυτή είχε ήδη με το Μπάμπη επιβιβαστεί στο καράβι και ταξιδεύανε για τον Πειραιά.
Κάνανε όνειρα και έπλεαν σε πελάγη της ευτυχίας. Άπειροι και οι δύο δεν ξέρανε τι είχαν αποτολμήσει. Λέγανε πως η Ηρώ είναι δεκαεπτά χρόνων, ώσπου να κινηθούν οι διαδικασίες θα ενηλικιωνότανε, δεν θα υπήρχε πρόβλημα. Σε πρώτη ευκαιρία θα παντρευόντουσαν, θα πουλούσαν το σπίτι στην Νέα Χαλκηδόνα, που ήταν στο όνομα της Ηρώς και θα άνοιγαν ένα γυμναστήριο και θα περνούσαν ζωή χαρισάμενη. Όνειρα της νιότης και του έρωτα, δυστυχώς αυτά τα όνειρα είναι συνήθως ουτοπίες, αλλά η διαπίστωση πάντα έρχεται αργά.
Μόλις φθάσανε στον Πειραιά, ξεκίνησαν με το τραίνο για την Νέα Χαλκηδόνα, αλλά στα μισά κατεβήκανε. Μήπως και τους περίμενε η αστυνομία ειδοποιημένη. Δεν έβαλαν με το νού τους, πως ο Κυριάκος Μπαλωμένος δεν θα τους κυνηγούσε. Είχαν το αίσθημα του φυγά και λαθραίου. Πήγαν στο σπίτι του Μπάμπη. Η μάνα του τους καλοδέχθηκε, τους έβαλε να φάνε, χωρίς να περιμένει την επιστροφή του πατέρα του. Ο Πατέρας του ήρθε μόλις είχαν αποφάει. Έκπληκτος άκουσε το Μπάμπη να του λέει πως αγαπά την Ηρώ και κλέφτηκε ναζί της για να παντρευτούν. Εκείνος, άστραψε και βρόντησε.
-δεν ντρέπεσαι; Σε έστειλε η πατρίδα να διδάξεις και εσύ κλέβεις ότι πολυτιμότερο υπάρχει για ένα δάσκαλο, την μαθήτρια σου. Πως θα μπορέσεις να αντικρίσεις τους γονείς της; Πως θα κυκλοφορήσει ο πατέρας αυτού του παιδιού στη κοινωνία; Να το έλεγες τουλάχιστον και στο αρνιότανε, θα είχες κάποια δικαιολογία, αλλά κρυφά σαν κλέφτης ενήργησες. Πως θα ζήσετε; Θα σε απολύσουν και δεν πρόκειται να ξαναβρείς δουλειά, το σκέφτηκε αυτό καθόλου;
Άφωνοι οι δύο νέοι παρακολουθούσαν τον πατέρα Γρηγοριάδη, να αγορεύει σε έντονο ύφος. Κατεβάσανε τα μάτια και περιμένανε να τελειώσει για να ακούσουν τι αποφάσισε. Μια στιγμή μετά από ώρα σταμάτησε, γύρισε στην γυναίκα του.
-στρώσε στον καναπέ θα κοιμηθεί ο προκομμένος, και η σουσουράδα στο δωμάτιο του, στρεφόμενος στους νέους συνέχισε. –αύριο πρωί θα πάμε στον ΟΤΕ να πάρουμε τηλέφωνο τον πατέρα της.
-όχι αυτό, είπε η Ηρώ,
-αυτό που λέω εγώ δεν σηκώνει αντίρρηση, σε αυτό το σπίτι αφεντικό είμαι εγώ
-μα δεν καταλαβαίνετε;
-καταλαβαίνω και πολύ καλά, ό άλλος τρόπος είναι η αστυνομία, ξέρεις πως είσαι ανήλικη, και για χάρη σου θα μπει φυλακή ο προκομμένος ο γιός μου;
-πατέρα σταμάτα, μπήκε ο Μπάμπης στην κουβέντα, θα παντρευτούμε, είμαστε αποφασισμένοι
-αποφασισμένοι ή όχι λίγο με ενδιαφέρει, απόψε κοιμάστε και αύριο το πρωί φεύγετε από εδώ, και δεν ξαναέρχεστε παρά μόνο στεφανωμένοι με όποιον τρόπο νομίζετε, τέλος, δεν ακούω τίποτα, το πρωί φεύγετε.
Το άλλο πρωί πριν φύγει ο πατέρας του Μπάμπη, φώναξε να μην σας βρω όταν γυρίσω. Σηκωθήκαν τα παιδιά φάγανε πρωινό, πήρανε χρήματα από την μητέρα του. Υποσχέθηκε ο Μπάμπης να την κρατά ενήμερη, για τις κινήσεις τους. Πήγαν στον πανελλήνιο, ζήτησε να δει τον πρόεδρο, εκείνος έλειπε αλλά ειδοποιήθηκε από το τηλέφωνο και του περίμενε στο σπίτι του. Έμενε στο Κουκάκι, φτάσανε εκεί μεσημέρι, και έκατσαν στο τραπέζι να φάνε και να κουβεντιάσουν. Ο πρόεδρος άκουγε και σκεφτότανε. Προσπαθούσε με το μυαλό του να βρει λύση στο πρόβλημα. Διατηρούσε εμπορικό κατάστημα στο κέντρο της Αθήνας, και πρότεινε. Η Ηρώ θα μπορούσε να πιάσει δουλειά στο κατάστημα, ενώ ο Μπάμπης θα επέστρεφε στον σύλλογο. Στους κοιτώνες που μένανε οι αθλητές η Ηρώ δεν θα μπορούσε να έχει πρόσβαση, έπρεπε να βρει έναν χώρο να μείνει. Ήταν διατεθειμένος να δανείσει και χρήματα που θα παρακρατούσε από τον μισθό της.
Η Ηρώ ρώτησε αν υπήρχαν κοιτώνες για αθλήτριες, για να πάρει την απάντηση πως «τα καλά κορίτσια κοιμούνται όλα στα σπίτια τους». προσβλήθηκε άσχημα και σηκώθηκε να φύγει, αμέσως έκατσε πάλι, που να πήγαινε; Ο πρόεδρος συνέχισε σκεφτείτε το, και μου λέτε. Μετά από δύο ώρες φεύγανε από το σπίτι του προέδρου, με σκυμμένα τα κεφάλια. Το δίλημμα μεγάλο, η πόλις άγνωστη για την Ηρώ, τα χρήματα λίγα και το Πάσχα ερχότανε. Κάτσανε στο παγκάκι της στάσεως του λεωφορείου αμίλητοι. Έσπασε την σιωπή ο Μπάμπης λέγοντας
-Ηρώ, κάναμε λάθος, δεν τα μετρήσαμε σωστά,
-τι λές Μπάμπη, αγαπιόμαστε δεν είναι;
-και βέβαια αγαπιόμαστε, αλλά που θα κοιμηθούμε το βράδυ; Τι θα φάμε αύριο; δεν υπάρχει περίπτωση να επιστρέψω σε κανένα σχολείο, μόνο στο σύλλογο έχω λίγα χρόνια ακόμα, και μετά θα γίνω προπονητής
-εγώ τι θα γίνω; Που θα μένω;
-θα ζητήσουμε από τον πρόεδρο να βρει μια δουλειά μέσα στο σύλλογο,
-τι ξέρω να κάνω;
-ότι χρειαστεί, θα το μάθεις, έλα να επιστρέψουμε στον πρόεδρο να του το πούμε
Επέστρεψαν στο σπίτι του προέδρου, εκείνος του δέχθηκε με χαμόγελα
-αποφασίσατε να δεχθείτε την βοήθεια μου;
-αποφασίσαμε να κουβεντιάσουμε περισσότερες λεπτομέρειες, είπε η Ηρώ.
-καθίστε είπε, και τους πέρασε στο σαλόνι, έχω ένα δωμάτιο άδειο δυο δρόμους παρακάτω από εδώ, μένετε εκεί μέχρι να περάσουν οι Άγιες μέρες του Πάσχα, και μετά κανονίζουμε τα υπόλοιπα. Θα σας δώσω χρήματα να πορευτείτε, μην ανησυχήστε θα περάσουμε καλά. που θα μείνετε απόψε;
-δεν ξέρω, μίλησε ο Μπάμπης.
-θα μείνετε εδώ, θα σας φιλοξενήσω εγώ, το πρωί θα πάμε να πάρουμε τα απαραίτητα έπιπλα, και ότι άλλο είναι αναγκαίο.
Σκύψανε το κεφάλι οι νέοι, ευχαρίστησαν τον πρόεδρο. Φώναξε την γυναίκα του, είπε να φροντίσει για τον βραδινό ύπνο του ζευγαριού κα εκείνος βγήκε έξω. Εκείνη έστρωσε στο δωμάτιο των ξένων, εκεί φιλοξενούσε συχνά ο πρόεδρος αθλητές και παράγοντες από την επαρχία. Και το ζευγάρι των ερωτευμένων κοιμήθηκαν στο ίδιο μεν δωμάτιο, αλλά σε χωριστά κρεβάτια. Το άλλο πρωί πήγανε μαζί με τον πρόεδρο που τους παρήγγειλε να τον φωνάζουν Θανάση, στο δωμάτιο που είχε άδειο. Η αυλή αυτή ήταν ιδιοκτησία του, με οκτώ δωμάτια τα οποία νοίκιαζε. Πέρασαν στην αυλή, τρίτη πόρτα αριστερά, άνοιξε και μπήκαν, πίσω από την πόρτα ήταν το κλειδί, το έβγαλε από την κλειδαριά κα τους το παρέδωσε.
-πάρτε το, δικό σας από τώρα, εδώ θα στεγάσετε την ευτυχία σας, πάμε τώρα να πάρουμε έπιπλα.

Κατευθύνθηκαν στην αγορά του συνοικισμού. Από όπου περνούσαν καλημέριζαν το πρόεδρο. Μπήκαν σε ένα κατάστημα, και έδωσε εντολή ο Θανάση, «Μάκη ότι θέλουν τα παιδιά δικά μου». Γύρισε στους νέους «εγώ φεύγω τώρα, ότι χρειαστείτε ελάτε σπίτι». Ο Μπάμπης και η Ηρώ ζήτησαν από τον Μάκη τον καταστηματάρχη να τους προμηθεύσει ένα κρεβάτι μια ντουλάπα πλαστική ένα τραπέζι δυο καρέκλες και τα απολύτως απαραίτητα σκεύη για στηθεί ένα νοικοκυριό, γκαζιέρα τσουκάλι πιάτα κλπ. Αφού συμπληρώθηκε ο κατάλογος, γυρίσανε στην αυλή πέρασαν την πόρτα, και ανοίξανε την δική τους πόρτα. Ένα μεγάλο δωμάτιο με φρεσκοβαμμένους τοίχους, και ένα παράθυρο που έβλεπε στην αυλή, το ανοίξανε. Το αφοδευτήριο κοινό στην αυλή, όπως και η βρύση. Δάκρυσε η Ηρώ, τα παιδιά στην φάμπρικα του Μπαμπά μου, είχαν δωμάτια με καλλίτερες προδιαγραφές, κι ας κοιμόντουσαν τρείς ή τέσσαρες μαζί.
-Ηρώ γιατί δακρύζεις μάτια μου;
-τίποτα-τίποτα κάτι θυμήθηκα
-αν έχει μετανιώσει δεν είναι αργά, να δανειστώ χρήματα να επιστρέψεις στον πατέρα σου.
-όχι Μπάμπη μου, θα παλέψουμε και θα νικήσουμε θα δείς θα νικήσουμε.
Εκείνη την ώρα κτύπησε η πόρτα, η γειτόνισσα της διπλανής πόρτας έφερε σε ένα δίσκο δυο καφέδες, «που θα το βάλουμε δεν έχετε έπιπλα ακόμα, ελάτε στην δική μου κάμαρα ελάτε ελάτε» και με το ζόρι σχεδόν του παρέσυρε στο δικό της δωμάτιο. Το ίδιο φτωχικό περιβάλλον με όλες τις κάμαρες της αυλής. Σταματημό δεν είχε η γλώσσα της προσπαθούσε να μάθει από πού ήρθαν, πως τους λένε, αλλά παράλληλα δεν σταματούσε να μιλά για τους γείτονες, να αναλύει ποιοι μένουν στα άλλα δωμάτια, τι να προσέχουν και πολλά άλλα. Κουράστηκαν με την πολυλογία της, όταν σαν λύτρωση ήρθε ο Μάκης με τα πράγματα. Ξετρυπώσανε από όλα σχεδόν τα δωμάτια της αυλής παιδιά κυρίως να βοηθήσουν στην μεταφορά και την τακτοποίηση του νέου νοικοκυριού. Έφτασε εν τω μεταξύ το μεσημέρι, το ζευγάρι το έκοβε η πείνα, αλλά κανείς από την αυλή δεν του πρότεινε να γευματίσουν μαζί. Βγήκε ο Μπάμπης να βρει το μπακάλικο και επιστρέφοντας άρχισε η κοινή ζωή του ζευγαριού με ψωμί τυρί και ντομάτα.
Σε αυτό το δωμάτιο ολοκληρώσανε την σχέση τους, ζήσανε τις πρώτες μέρες της ευτυχίας τους, όπως νόμιζαν μέσα στην φτωχική αυλή. Τα χρήματα του προέδρου, τους επαρκούσαν, ενώ ο Μπάμπης είδε και την μάνα του και πήρε και από εκεί χρήματα, έτσι πέρασαν εκείνο το Πάσχα του 1961.
Το Πάσχα πέρασε και του Θωμά, και έπρεπε να προσγειωθούν στην πραγματικότητα. Αν δεν θέλανε οι ίδιοι του προσγείωσε η πραγματικότητα με την μορφή του Θανάση.
Οι υπηρεσίες ανοίξανε, πρέπει να φτιάξουμε χαρτιά να νομιμοποιηθείτε. Να επαναφέρουμε το δελτίο του Μπάμπη για να έχει δικαίωμα τροφής και ύπνου στον σύλλογο, και να μπορέσει η Ηρώ να έχει ασφάλεια ως εργαζόμενη. Άγνωστα πράγματα και καταστάσεις που δεν τις φανταζόντουσαν. Μια εβδομάδα τρεχάματα σε υπηρεσίες και εξασφαλίστηκαν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, και νομιμοποιηθήκαν.
Ο Μπάμπης αναχώρησε για τον σύλλογο, κάθε Τετάρτη θα είχε απογευματινή έξοδο, και επιστροφή για ύπνο. Η Ηρώ έπιασε δουλειά στο εμπορικό του Θανάση.
Το μαγαζί αυτό ήταν στην οδό Ερμού, απασχολούσε δέκα γυναίκες και δυο παλικάρια κυρίως για τα κουβαλήματα. Πελάτες πολλοί, κυρίως γυναίκες αλλά και άνδρες που μεταπουλούσαν ότι παίρνανε από τον Θανάση. Εκτός από το προσωπικό του, όλοι τον φωνάζανε πρόεδρο και εκείνος καμάρωνε.
Τις πρώτες ημέρες πήγαινε στο μαγαζί μαζί με τον Θανάση, περνούσε από το σπίτι του και περίμενε να βγει και έμπαινε μαζί του στο αυτοκίνητο. Ο πρόεδρος άλλοτε τυχαία και άλλοτε επίτηδες άπλωνε το χέρι του στην Ηρώ. Αυτή αθώα δεν καταλάβαινε. Μια μέρα στο μαγαζί άλλες κοπέλες που δουλεύανε μαζί της, της είπαν να προσέχει τον πρόεδρο γιατί δεν έχει τόσο αγνές προθέσεις όσο δείχνει. Και επειδή είναι άβγαλτη και όμορφη είναι γι αυτόν πρόκληση. Ένα πρωινό την στρίμωξε στην αποθήκη, να φιλήσει και εκείνη αντέδρασε, «ντροπή σας». Την άρπαξε από το χέρι, «χρωστάς τόσα πως θα με ξεπληρώσεις;» τραβήχτηκε απότομα μακριά του και βγήκε πάνω με τις άλλες κοπέλες. Από τότε δεν ξαναήρθε στην δουλειά με το αυτοκίνητο, έπαιρνε το λεωφορείο της γραμμής.
Πελάτισσες του μαγαζιού ήταν και αρκετές μοδίστρες. Μια εξ αυτών η κυρία Φλώρα καλοέβλεπε την Ηρώ, της καλομιλούσε και στο τέλος τις πρότεινε να φωτογραφηθεί με τα ρούχα της, γιατί είναι άδικο τέτοιο σώμα να μην το εκμεταλλεύεται. Μετά από δυο τρείς φορές, το συζήτησε με τον Μπάμπη και αποφάσισε να ενδώσει στην πρόταση. Ο Μπάμπης γνώρισε αυτήν την Κυρία, έκανε παζάρια για την αμοιβή και ήταν σημαντική. Μια Κυριακή πρωί, Αύγουστος μήνας, μπροστά στην αυλή ήρθε ένα αυτοκίνητο και την πείρε. Πήγανε σε ένα στούντιο άλλαξε ένα σωρό φορέματα, φωτογραφήθηκε με μαγιό πολλές φορές. Πληρώθηκε καλά, και το ίδιο αυτοκίνητο την πήγε πίσω. Την Τετάρτη που βγήκε ο Μπάμπης του έδειξε τα χρήματα, και μαζί βρήκαν τον πρόεδρο και του έδωσαν μέρος από αυτά που χρωστούσαν. Δεν είχε πεί κουβέντα η Ηρώ στον Μπάμπη για την συμπεριφορά του Θανάση.
Στις αρχές του Οκτωβρίου, η κυρία Φλώρα έκανε πάλι την ίδια προσφορά στην Ηρώ, της είπε να παρουσιάσουν τα χειμωνιάτικα μοντέλα, αυτή την φορά δέχθηκε χωρίς ενδοιασμούς. Όταν τελείωσε η φωτογράφηση, πέρασε στο γραφείο να πληρωθεί, της είπε η Φλώρα, «πως αν θέλει μπορεί να βγάζει περισσότερα χρήματα από αυτήν την δουλειά. Είναι και άλλα κορίτσια που φορούν τα ρούχα και τα επιδεικνύουν. Λέγονται μοντέλα, η δουλειά είναι εύκολη, ευχάριστη και θα φύγει από εκείνη την αυλή, που χαραμίζει τα νιάτα της» κουρασμένη η Ηρώ και απογοητευμένη ζήτησε λίγο χρόνο να το κουβεντιάσει και με τον Μπάμπη.
Την Τετάρτη αυτή ο Μπάμπης ήταν αλλιώτικος, πήγαν στον πρόεδρο του δώσανε και άλλα χρήματα έναντι του χρέους εκείνος τα πείρε αμίλητος και δεν τους έβαλε καθόλου μέσα στο σπίτι. Είχε έρθει στον σύλλογο ειδοποίηση να παρουσιαστεί ο Μπάμπης στην στρατολογία, διότι διακόπηκε η αναβολή στρατεύσεως λόγω κακής διαγωγής στην αλλοδαπή που εξέθεσε το Ελληνικό κράτος. Μαζί με αυτό και η ακύρωση του αθλητικού δελτίου. Έτσι ο Μπάμπης θα έφευγε και δεν γνώριζε που και πως θα καταταγεί. Έμεινε στην αυλή μερικές ημέρες, ξαναχαρήκανε τον έρωτα τους, μέχρι που ήρθε ένα πρωινό η ΕΣΑ και τον συνέλαβε.
Αυτές τις ημέρες κουβεντιάσανε και την πρόταση της Φλώρας, ο Μπάμπης δεν είχε αντίρρηση, αντίθετα το θεωρούσε ευκαιρία. Την επόμενη φορά που η Φλώρα ήρθε στο μαγαζί, της είπε πως δέχεται την πρόταση της. Άδικα τα υπόλοιπα κορίτσια του μαγαζιού την απέτρεπαν, αυτή όμως είχε πάρει την απόφαση της.
-πόσα χρωστάς κορίτσι μου ακόμα στον πρόεδρο; ρώτησε η κυρία Φλώρα, άκουσε το ποσό, αύριο θα έρθω να σε πάρω από εδώ να έχεις μαζί σου μόνο τα χαρτιά σου, για οτιδήποτε άλλο χρειαστείς θα το φροντίσουμε μαζί.
Την άλλη μέρα ήρθε πάλι η Φλώρα, ζήτησε τον πρόεδρο, και του έδωσε όσα χρήματα χρωστούσε η Ηρώ, την πήρε και φύγανε με ταξί για την Καστέλα. Φθάσανε στο σπίτι που έμενε η Φλώρα, ένα μεγάλο δίπατο με μεγάλη αυλή γεμάτη λουλούδια, της θύμισε το πατρικό της. Για μια στιγμή η Ηρώ βούρκωσε, την αγκάλιασε η κυρία Φλώρα, «τελείωσαν τα δύσκολα κορίτσι μου τελειώσανε».
Περάσανε μέσα είδε και άλλα κορίτσια της ηλικίας της λίγο μεγαλύτερες. Η Ηρώ ακολούθησε την Φλώρα σε ένα δωμάτιο που της έδειξε,
-εδώ θα μένεις για όσο καιρό θελήσεις, θα φωτογραφίζεσαι και θα επιδεικνύεις ρούχα στις πελάτισσες, θα πάς σε ένα ταχύρυθμο φροντιστήριο να μάθεις περπατάς με χάρη, θα αποκτήσεις φινέτσα, θα αναδείξεις αυτό το όμορφο κορμί που διαθέτεις και θα αμείβεσαι καλά.
-έτσι απλά; Απόρησε
-ναι κορίτσι μου έτσι απλά, αλλά πρέπει να βρούμε ένα άλλο όνομα, γιατί αυτό το Μπαλωμένου είναι κακόηχο.
-και το Ηρώ;
-το Ηρώ είναι καλό, το Μπαλωμένου είναι μακρύ, θα σκεφτείς όλο το βράδυ και μου λές αύριο. πάμε να γνωρίσεις τα άλλα κορίτσια.
Στο σαλόνι καθόντουσαν πέντε νεαρά κορίτσια, δίπλα στο γυμναστήριο ήταν άλλα τρία, έκανε τις συστάσεις η κυρία Φλώρα. Εντύπωση έκανε στην Ηρώ πως ήτανε όλες περιποιημένες και περιποιητικές. Την καλοδέχθηκαν και άρχισαν να κουβεντιάζουν ανάλαφρα θέματα κυρίως γύρω από τον κόσμο του θεάματος. Μετά το φαγητό αποσύρθηκαν όλες και η Ηρώ.
Ξάπλωσε στο κρεβάτι και την βασάνιζε ένας λογισμός, τι όνομα θα πάρει, με τι όνομα θα γίνει γνωστή. Ξενύχτισε για να αποφασίσει τα ξημερώματα, πως θα λέγεται από δω και ύστερα Κική Ράπτη. Έτσι και τον πατέρα της θα θυμάται και τον Βασίλη που χάθηκαν τα ίχνη του. Άρεσε και στην Φλώρα το όνομα αυτό και η Ηρώ μετονομάστηκε σε Κική Ράπτη. Άρχισε να κάνει καριέρα σαν μοντέλο έμαθε, και να χορεύει, έπαιρνε μέρος με μπαλέτα σε θεατρικές παραστάσεις. Φωτογραφιζόταν συχνά, και καμάρωνε όταν έβλεπε να φιγουράρει στα εξώφυλλα των περιοδικών. Έπαιρνε χρήματα στα χέρια της αλλά τα περισσότερα τα διαχειριζότανε η Φλώρα, αυτή έκλεινε συμφωνίες για λογαριασμό της, όπως και για όλα τα κορίτσια που μένανε στο σπίτι.
Γνώρισε πολύ κόσμο η Ηρώ, και ηθικό αλλά και ανήθικο. Πέρασαν δυο χρόνια, όταν ήρθε σε ρήξη με την Φλώρα, και αναγκάστηκε αποχωρίσει από το σπίτι. Η αιτία ήταν πως ζητούσε η Φλώρα να είναι πιο τρυφερή και παραχωρητική σε κάποιον, τότε αντιλήφτηκε πως της ζητούσε να κάνει βίζιτες, και με όσο κουράγιο είχε αρνήθηκε και η Φλώρα την έδιωξε από το σπίτι της.
Στην Καστέλα βρήκε ένα μικρό διαμέρισμα και το νοίκιασε. Αυτό τον καιρό είχε κάνει τις γνωριμίες της, και έτσι έβρισκε δουλειά. Πότε φωτογραφιζότανε, πότε χόρευε και άλλοτε ως ταξιθέτρια, πάντα δίπλα και γύρω από τον κόσμο του θεάματος. Ονειρευότανε πως θα εξελιχτεί σε τραγουδίστρια και θα γίνει βεντέτα. Μετρούσε τα εξώφυλλα και τα θεωρούσε εύσημα. Γνώρισε και έκανε καινούργιες παρέες, ο Μπάμπης δεν ξαναέδωσε σημεία ζωή ούτε και εκείνη τον έψαξε και έτσι τον διέγραψε από την ζωή της.

Ηρώ και Βασίλης Γ΄.

Γ΄. Βασίλης και Ηρώ.


Ο Βασίλης μόλις κατέβηκε από το καράβι, ρώτησε και βρήκε το ξενοδοχείο του Χιώτη, άφησε την βαλίτζα του και ξεκίνησε για την Αθήνα. Είχε σχέδιο δράσης. Είχε προγραμματίσει τις κινήσεις του. Θα έβλεπε το Μπακόπουλο, παλιό γνώριμο του Μπαλωμένου, και θα ζητούσε βοήθεια στα πρώτα βήματα μέχρι να αρχίσει να πουλά τις πατέντες που θα σκαρφιζόταν.
Τα γραφεία του Γιάννη Μπακόπουλου, ήταν στην οδό Θησέως 16 στο κέντρο, θυμότανε το πάροδος Κολοκοτρώνη. Ρωτώντας έφτασε μέχρι εκεί. Ο δεύτερος όροφος ήταν όλος του Μπακόπουλου, είχε και εργοστάσιο στο Αιγάλεω που ετοίμαζε υλικά για γραφικές τέχνες. Το γραφείο διεύθυναν οι δύο του γιοί. Αριστερά, στην μία πόρτα έγραφε Γιώργος Μπακόπουλος εμπορικός διευθυντή και στην άλλη Μανόλης Μπακόπουλος τεχνικός διευθυντής. Από την δεξιά πλευρά υπήρχαν καμιά δεκαριά γραφεία, ενώ μια πόρτα στο βάθος έγραφε λογιστήριο.
Κοίταξε γύρω μια ματιά και περίμενε, το πλησίασε ένας ηλικιωμένος κλητήρας, και τον ρώτησε αν θέλει κάτι, ο Βασίλης ζήτησε τον κύριο Γιάννη.
-ο κύριος Γιάννης δεν έρχεται εδώ του εξήγησε ο κλητήρας
-πρέπει να τον δω, αυτήν την διεύθυνση μου έχει δώσει, ποιος είναι αρχηγός εδώ;
-έλα μαζί είπε αυτός και τον οδήγησε στο γραφείο του Γιώργου Μπακόπουλου, κτύπησε την πόρτα και διστακτικά το πέρασε μέσα. Ζητά το κύριο Γιάννη είπε και έφυγε πισωπατώντας. Ο Βασίλης θαρρετά πλησίασε τον Μπακόπουλο και άπλωσε το χέρι «καλημέρα σας είμαι ο Βασίλης Ράπτης».
-παρακαλώ σε τι μπορώ να φανώ χρήσιμος;
-πρέπει να δώ τον πατέρα σας, μπορείτε να τον ειδοποιήστε πως ήρθα από την Χίο για να τον βρώ.
-ναι αμέσως είπε αυτός νομίζοντας πως έχει μπροστά του έναν υποψήφιο πελάτη, και σήκωσε το τηλέφωνο, κάλεσε τον πατέρα του στο εργοστάσιο και εκείνος το είπε να τον κρατήσει οπωσδήποτε μέχρι να έρθει να τον συναντήσει, ο Βασίλης πρότεινε να πάει ο ίδιος στο Αιγάλεω αλλά δεν ήξερε τους δρόμους και θα χρειαζόταν βοήθεια. Επέμενε όμως ο Γιώργος Μπακόπουλος, στην εντολή του πατέρα του, και ο Βασίλης έκατσε στον καναπέ και περίμενε.
Μεσημέριασε και το προσωπικό περνούσε από το γραφείο του Μπακόπουλου να κτυπήσει την κάρτα στο ρολόι που κρέμονταν δίπλα στην πόρτα. Πεινούσε ο Βασίλης, και ρώτησε τον Μπακόπουλο αν υπήρχε στο κυλικείο στο κτίριο. Αρνητική ήταν η απάντηση, ένα καφενείο στην είσοδο υπάρχει μονάχα, εκεί παρήγγειλε ούζο και μεζέ για να ανοίξει η όρεξη όπως είπε. Μόλις έφτασε ο καφετζής, από πίσω ήταν ο Γιάννης Μπακόπουλος.
-βρέ-βρέ πόσο μεγάλωσες Βασίλη, άντρα με τα όλα σου, κάτσε κάτω,
Ο Βασίλης έτεινε το χέρι του, με θυμάστε καλά,
-ποιος σε ξεχνάει εσένα, πιες το ούζο και πάμε να φάμε να τα πούμε.
Ο γιός Μπακόπουλος έμεινε με το στόμα ανοικτό, ποιος ήταν αυτός ο νεαρός που έχαιρε τέτοιας εκτιμήσεως από τον πατέρα του. Για χάρη του ήλθε στα γραφεία, που σπάνια πατούσε, του άρεσε και έκανε κουμάντο από το εργοστάσιο.
Κάτσανε σε ένα εστιατόριο, και ο Βασίλης ανέπτυξε τα σχέδια του, πως ήθελε δηλαδή να ανοίξει ένα γραφείο να πουλά τις πατέντες που θα του παραγγέλνανε. Έπρεπε να βρεθεί ο κατάλληλος τόπος και η σχετική διαφήμιση. Ο Μπακόπουλος είχε διαφορετική άποψη, νέος άνθρωπος σε μια μεγάλη πόλη ξένος σίγουρα θα χαθεί, καλλίτερα να δούλευε για λογαριασμό του, ο Βασίλης ανένδοτος, «θα γίνω αφεντικό και θα με λένε μια μέρα όλοι κύριο Ράπτη». Αφού είδε πως δεν μπορεί να του αλλάξει μυαλά, πρότεινε ο Μπακόπουλος, να έρθει στο εργοστάσιο να δει, και αν έχει να προτείνει κάτι αυτός θα ήταν ο πρώτος του πελάτης. Και μετά θα τον βοηθούσε με ένα γραφείο στην Θησέως και γραμματειακή υποστήριξη. Δεν τα κατάλαβε όλα, αλλά έδωσε ραντεβού την επομένη στο εργοστάσιο στο Αιγάλεω στο Άνω Λιούμι.
Χαιρετηθήκαν και ο Βασίλης επέστρεψε στο Πειραιά στο ξενοδοχείο, ο δε Μπακόπουλος στην Θησέως να επικοινωνήσει με τον Κυριάκο Μπαλωμένο να τον ενημερώσει πως ο Βασίλης βρέθηκε.

Το επόμενο πρωινό ο Βασίλης έφθασε στο εργοστάσιο του Μπακόπουλου. Μετά το κέρασμα του καφέ, ρώτησε ο Μπακόπουλος, τι θα είχε χρήσιμο κόλπο ή πατέντα να του πουλήσει, και ο Βασίλης ζήτησε πίστωση χρόνου μέχρι το μεσημέρι. Άρχισε να περιφέρεται στο εργοστάσιο και να παρατηρεί. Στο εργοστάσιο αυτό ετοίμαζαν υλικά και μηχανήματα για τα λιθογραφία. Απασχολούσε περίπου 20 άτομα.
Στον κάτω όροφο υπήρχαν σε σειρά 10 μηχανές, που φρέσκαραν τους τσίγκους. Σε μια μεγάλη σκάφη στρώνονταν οι τσίγκοι που είχαν πρωτίστως τριφτεί με το χέρι με χημικά υλικά, και έπεφταν πάνω τους χιλιάδες ατσάλινες μπίλιες, που λείαναν με παλμικές κινήσεις, και ετοίμαζαν την επιφάνια να δεχθεί την νέα απεικόνιση και έτσι να καταστεί κατάλληλη για το τυπογραφείο. Η παλμική κίνηση επιταχύνονταν, με ηλεκτρικό μοτέρ, που με ιμάντα ταρακουνούσε την σκάφη. Οι μπίλιες κάποιες φορές αν είχαν παραπάνω σκόνη σβολιάζανε και χρειαζόταν κατάβρεγμα με το λάστιχο να σπάνε οι σβόλοι. Αυτό σήμαινε καθυστέρηση στην παραγωγή και ασταθή χρόνο. Στο τέλος της κάθε παρτίδας, ανοίγοντας της πόρτα έσπρωχνε με την στέκα τις μπίλιες στον κουβά.
Πήρα μια καρέκλα ο Βασίλης και έκατσε απέναντι από τις μηχανές. Δεν κάπνιζε, δεν μίλαγε, μόνο κοίταζε. Θα πέρασαν δυο ώρες, όταν ζήτησε χαρτί και μολύβι από τον Μπακόπουλο, και του ανακοίνωσε πως έχει την πατέντα έτοιμη. Εκείνος χωρίς να βιάζεται τον προέτρεψε να αρχίσει να λέει ότι έχει να πεί. Ο Βασίλης του ζήτησε να πάνε σε μια από τις μηχανές να του δήξει τι ήθελε να αλλάξει. Περισσότερο από περιέργεια και λιγότερο από ενδιαφέρον, τον ακολούθησε.
-πέστε τους να σταματήσει η μηχανή αυτή. Κατόπιν πλησιάσανε και του είπε να σκύψει κάτω από την σκάφη.
-αν το μοτέρ εκείνο στην άκρη μετακινηθεί ακριβώς στο κέντρο, σε ένα άξονα, και γυρίζει έκκεντρα, θα έχουμε αντί την παλινδρομική κίνηση κυκλική προς τα έξω. Οι μπίλιες δεν θα σβολιάζουν γιατί συνέχεια θα σπρώχνονται, σημαίνει σταθερός χρόνος παραγωγής, εν συνεχεία με αμορτισέρ στην πίσω μεριά η σκάφη, θα ανασηκώνετε και δεν θα χρειάζεται το χασομέρι με την στέκα, θα πέφτουνε στο κουβά αυτόματα, στον οποίο θα τρέχει νερό για να πλένονται, μέχρι να στρωθούν οι επόμενες λαμαρίνες θα είναι καθαρές.
-στάσου, στάσου Βασίλη, είμαστε από τους λίγους που έχουμε τέτοια μηχανήματα, άλλοι τρίβουν ακόμα με τα χέρια. Αλλά περίμενε, να έρθει ο Μανώλης.
Πήρε τηλέφωνο στα γραφεία και ζήτησε να αφήσει οτιδήποτε κάνει ο Μανόλης και να έρθει στο εργοστάσιο, το μεσημέρι δε να ακολουθήσει και ο Γιώργος μόλις κλείσουν. Πράγματι σε καμιά ώρα φάνηκε ο Μανώλης και άκουσε τα σχέδια του Βασίλη για τις μηχανές. Ενθουσιάστηκε με τις ιδέες, και για να κλείσουν συμφωνία παρήγγειλαν τα ούζα στο διπλανό καφενείο. Συζήτησαν πολλές λεπτομέρειες και ο Βασίλης είχε λύση σε κάθε απορία του Μανόλη. Όταν ο Γιώργος έφτασε, στράφηκε η κουβέντα στο κέρδος που θα είχαν. Σταθερή παραγωγή, σημαίνει δυνατότητα σωστού προγραμματισμού, λιγότερα κολλήματα σημαίνει περισσότερη παραγωγή, και ακόμη είπε ο Βασίλης θα μπορούσαν να ενωθούν δύο σκάφες σε κάθε έκκεντρο μοτέρ, που σήμαινε τα μισά μεροκάματα για την ίδια δουλειά με λιγότερο ρεύμα.
Ο Μπακόπουλος έβλεπε του γιούς του, να κουβεντιάζουν με τον Βασίλη και χαιρόταν. Αποφάσισε κάποια στιγμή να μπει και αυτός στην συζήτηση.
-τώρα που μας τα είπες αυτά Βασίλη, τι όφελος έχεις;
-θα σας πουλήσω την πατέντα
-αν δεν θέλουμε να την αγοράσουμε, τι θα κάνεις, εσύ θα φύγεις και εμείς θα κάνουμε ότι σκέφτηκες, μας άνοιξες τα μάτια.
-χωρίς να με πληρώσετε; Αυτό δεν είναι τίμιο, ας είναι ευχαριστώ χαίρετε, και σηκώθηκε να φύγει.
-κάτσε παιδί μου κάτω, είπε ο Μπακόπουλος. Θα πλερωθείς και καλά μην αμφιβάλεις, έκανα αυτήν την κίνηση για να σε προφυλάξω, είναι πολλά που δεν ξέρεις όσο μυαλό και να κουβαλάς. Οι γιοί μου ξέρουν άλλα πράγματα που δεν τα φαντάζεσαι. Θα σου δώσω μια ευκαιρία να το διαπιστώσεις. Θα πάρεις ένα γραφεία στην Θησέως, και θα έχεις γραμματειακή υποστήριξη, μέχρι να αδειάσει κανένα γραφείο στο μέγαρο, να το νοικιάσεις μόνος σου. Θα σε βοηθήσουν τα παιδιά να κατοχυρώνεις τις πατέντες σου, να μην σε ξεγελάει κανένας, ακόμα θα σου μάθουν πως και πόσο να πουλάς, ότι σκάφτεσαι, γιατί εσένα εργαλείο είναι το μυαλό σου. Πάμε να φάμε τώρα να το γιορτάσουμε.
Από εκείνη την μέρα άλλαξε η ζωή του Βασίλη. Τον βοήθησαν οι Μπακόπουλοι, βρήκε ένα σπίτι στην πλάκα στα Αναφιώτικα, κοντά υπήρχε μια ταβέρνα που τα μεσημέρια πήγαινε για φαγητό, πλήρωνε κάτι παραπάνω στην νοικοκυρά μια ηλικιωμένη χήρα, και του φρόντιζε τα ρούχα και την καθαριότητα του σπιτιού. Τα βράδια άμα γυρνούσε ή αν ήτανε μέσα έβγαινε μέχρι το καφενείο να πιεί ένα καραφάκι ούζο, και να γυρίσει πίσω. Διάβαζε ότι βρισκότανε μπροστά του. Η Αθήνα ταλανιζόταν από απεργίες από διαδηλώσεις από την πολιτική αστάθεια, αλλά αυτός δεν καταλάβαινε τίποτα. Πολλές φορές του πρότειναν οι Μπακόπουλοι να βγουν παρέα να διασκεδάσουν, ποτέ δεν τους ακολούθησε. Στην τσέπη του είχε ένα μπλοκ και ένα μολύβι και κατά καιρούς σημείωνε και έκανε σκαριφήματα. Παράλληλα επέβλεπε μαζί με τον Μανόλη την ανακατασκευή των δυο μηχανών, που αποφάσισε ο Μπακόπουλος για να μην σταματήσει η παραγωγή.
Κόντευαν τα Χριστούγεννα του 1964 και ο Γιάννης Μπακόπουλος, θέλησε να συστήσει τον Βασίλη κα σε άλλους εργοστασιάρχες, να διευρύνει τον κύκλο των πελατών του. Ένα μεσημεράκι τον έβαλε στο αυτοκίνητο και φύγανε για το τυπογραφείο του τυπογραφείο του Δοξιάδη, όταν φτάσανε επικρατούσε πανικός στο προσωπικό. Είχε συμβεί ατύχημα, ένας εργάτης έκοψε το χέρι του στο ηλεκτρικό ψαλίδι, και δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε.
Ο Δοξιάδης μόλις γύρισε από το νοσοκομείο που πήγαν τον εργάτη, ενημέρωσε το προσωπικό ότι έχασε οριστικά τέσσαρα δάκτυλα ο εργάτης. Με κατεβασμένα τα κεφάλια γύρισαν στις δουλειές τους οι υπόλοιποι. Ο Βασίλης άκουγε και κατά την προσφιλή του συνήθεια δεν έβγαζε μιλιά. Όταν ησύχασαν όλοι ζήτησε να δει τον τόπο του ατυχήματος. Ο Δοξιάδης απόρησε, «ιατροδικαστική έρευνα θα κάνεις;» ο Μπακόπουλος όμως του είπε να μην βιάζεται να βγάλει συμπεράσματα μόνο να οδηγήσει τον Βασίλη εκεί. Πήγαν στο ψαλίδι.
Ζήτησε ο Βασίλης να δει πως δουλεύει, ο Δοξιάδη του έδειξε βάζοντας ένα σωρό βιβλίων για ξάκρισμα (να κοπούν τα περισσεύματα), και κρατώντας την ντάνα πάτησε το κουμπί να κατέβει ο ψαλίδι.
-θα γίνουν και άλλα ατυχήματα πολλά και φταίει το ψαλίδι. Πρέπει να βάλετε μια βέργα οδηγό να σπρώχνει το σωρό των βιβλίων, από κάτω να έχετε δύο μπουτόν που να πατάει με τα δάκτυλα και στο πόδι θα είναι ο διακόπτης που κατεβάζει το ψαλίδι.
Ο Δοξιάδης κοίταζε τον Μπακόπουλο στα μάτια, εκείνος χαμογέλασε
-σκέψου πόσα θα γλυτώσεις στο μέλλον από αποζημιώσεις, και κόψε μια επιταγή για τον Βασίλη,
-πόσα;
-όσα μπορείς περισσότερα, και θα τον ξανακαλέσεις να είσαι σίγουρος
Ο Βασίλης άκουγε αλλά σιωπούσε, κοίταζε γύρω τα άλλα μηχανήματα και με το μυαλό του σκεφτότανε τι είδους βελτιώσεις μπορούν να γίνουν.
Ο Δοξιάδης ήταν ο πρώτος από μια σειρά γνωριμιών που έκανε ο Βασίλης. Ακολούθησαν και άλλοι που ζήτησαν να τον γνωρίσουν, να ακούσουν προτάσεις να βελτιώσουν τις δουλειές τους. εκείνος για όλα είχε απαντήσεις και λύσεις εφαρμόσιμες. Λιγόλογος πάντα και μαζεμένος. Δεν κυκλοφορούσε στην πιάτσα, δεν είχε παρέες εκτός από τους γιούς του Μπακόπουλου, και αυτούς μόνο στην Θησέως 16. Δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για χρήματα, όποτε χρειάζονταν πήγαινε στην τράπεζα και έβγαζε, φρόντιζε ο Μπακόπουλος για τις αμοιβές του, εκείνος άλλωστε ήταν εξαιρετικά ολιγοέξοδος. Μόνο τα τελείως απαραίτητα ξόδευε, και ο λογαριασμός της τράπεζας αυξάνονταν. Του είχαν κολλήσει το παρατσούκλι «ο Τρελός επιστήμων»

Περνούσαν τα χρόνια μονότονα, οι κυβερνήσεις αλλάζανε, έγινε η «επανάσταση» στρατιωτικοποιήθηκε η χώρα, αυτός δεν καταλάβαινε τίποτα, συνέχιζε την ζωή του στο ίδιο ρυθμό. Μέχρι την άνοιξη του 1968. Είκοσι πέντε χρονών τότε ο Βασίλης, είχε ένα μοτοσακό, να κυκλοφορεί στην Αθήνα να προλαβαίνει τις υποχρεώσεις του. Είχε εν τω μεταξύ είχε αδειάσει γραφείο στην Θησέως στον τρίτο όροφο και μετακόμισε. Ο Μπακόπουλος είχε συμβιβαστεί και του παρεχώρησε μια κοπέλα έμπειρη από το δικό του λογιστήριο, έγραψε στην πόρτα με μεγάλα γράμματα (Βασίλης Ράπτης Ευρεσιτεχνίες).
Εκείνη την άνοιξη, γέμισε η Αθήνα από αφίσες διαφημιστικές, για ένα λάδι της θάλασσας. Ήταν μια πολύ όμορφη κοπέλα ξαπλωμένη στην παραλία. Κοίταζε ο Βασίλης την διαφήμιση και του φαινότανε γνώριμη η φυσιογνωμία αυτή. Δεν μπορούσε να θυμηθεί που την γνώρισε. Απέφευγε γενικώς τις συναναστροφές, κι όμως αυτήν κάπου την γνώριζε. Ήθελε να ρωτήσει το όνομα της αλλά ντρεπότανε, ποιόν να ρωτήσει την κοπέλα στο γραφείο ή την νοικοκυρά του; Θα τον κακοχαρακτήριζαν, αλλά πάλι είχε έντονη την περιέργεια να θυμηθεί που την γνώριζε.
Την περιέργεια του την ικανοποίηση με ένα τρόπο αναπάντεχο. Ένα τηλεφώνημα από τα συνηθισμένα του Μπακόπουλου, του όριζε ραντεβού για το απόγευμα να δούνε κάποιον υποψήφιο πελάτη. Πέρασε από τα Αναφιώτικα, ο Γιάννης Μπακόπουλος πήρε τον Βασίλη και ξεκίνησαν με προορισμό την Νέα Χαλκηδόνα, χωρίς να τον ενημερώσει. Ο Βασίλης τρωγόταν από την περιέργεια πέταξε την σπόντα.
-γέμισε η Αθήνα με το αντηλιακό, ποιος το κυκλοφόρησε
-μάλλον δουλειά του Δοξιάδη μοιάζει,
-ναι μάλλον βρήκε όμως το κατάλληλο μοντέλο
-ναι το βρήκε, χαμογέλασε, σε ενδιαφέρει; Θέλεις μήπως να στην γνωρίσω;
-όχι, έτσι το είπα, είπε ο Βασίλη και κοκκίνισε.
Σταμάτησαν μπροστά σε ένα σπίτι, του φάνηκε γνώριμο, αλλά δεν θυμότανε.
-πάμε μέσα Βασίλη. Πέρασαν την πόρτα του κήπου και πριν προλάβουν να κτυπήσουν η πόρτα άνοιξε. Μια κυρία ηλικιωμένη τους υποδέχθηκε.
-περάστε, ο κύριος σας περιμένει,
Η φωνή ήταν γνώριμη, ο Βασίλης άρχισε να συνειδητοποιεί που βρισκότανε. Καθώς ανέβαιναν την σκάλα γύρισε να δει την κυρία αλλά αυτή είχε χαθεί. Στο κεφαλόσκαλο τους περίμενε ο Κυριάκος Μπαλωμένος.
-καλώς τους, τι κάνεις κύριε πατενταδόρε;
Ο Βασίλης δάκρυσε έπιασε το χέρι του Κυριάκου και το φίλησε με πολύ σεβασμό
-δεν τα ξανάπαμε παπάς είμαι; Να μην μου φιλάς το χέρι έλα να σε αγκαλιάσω. Τον αγκάλιασε μια στιγμή και την επόμενη τον έσπρωξε «κάτσε να δω, πως έγινες έτσι, πως μεγάλωσες»
Ο Βασίλης ήταν αμίλητος, κοιτούσε μια τον Μπαλωμένο και μια τον Μπακόπουλο. Αισθανότανε άσχημα ήθελε να ανοίξει η γη να το καταπιεί, τόσο μεγάλη ήταν η αμηχανία του. Ο Μπακόπουλος το πείραξε
-άντε να δούμε τώρα τι πατέντα θα κάνεις;
-κύριε, μίλησε ο Βασίλης προς τον Κυριάκο, κύριε συγχωρέστε την αχαριστία μου.
-παιδί μου όλα το χρόνια ήξερα που είσαι και τι κάνεις, δεν σε έχασα, όχι εσένα δεν σε έχασα, έχασα όμως την Ηρώ.
-θυμάμαι, το γράμμα εκείνο ακόμα το έχω φυλαγμένο, δεν την ξαναείδατε από τότε;
-την είδα αυτές τις ημέρες, όλη η Αθήνα την βλέπει, δεν βλέπεις τα χάλια μας, που καταντήσαμε, αυτή η κοπέλα είναι η Ηρώ.
Ο Βασίλης σώπασε, σηκώθηκε πήγε μέχρι το παράθυρο, κοίταξε λίγο την αυλή του σπιτιού ξαναγύρισε και έκατσε
-πέστε μου κύριε τι έτρεξε;
Ο Μπακόπουλος σηκώθηκε να φύγει.
-δεν νομίζω να χρειάζομαι, θα τα πούμε αύριο, σύμφωνοι Βασίλη.
Μόλις έφυγε ο Κυριάκος τράβηξε ένα κορδόνι και κτύπησε ένα κουδούνι, «θυμάσαι η πρώτη σου πατέντα» «όχι η πρώτη ήταν τα παπούτσια». Ανέβηκε εν τω μεταξύ η κυρία που τους άνοιξε την πόρτα.
-με ζητήσατε κύριε;
Ο Κυριάκος στράφηκε προς τον Βασίλη, «η Χρύσα» τότε ο Βασίλη την αναγνώρισε και αυθόρμητα την αγκάλιασε «αχ κυρία Χρύσα πόσο μου λείπετε, καθίστε μαζί μας.»
-φέρε μας καφέδες σε παρακαλώ, και να ειδοποιήσεις τον Άρη να έρθει. Είπε ο Κυριάκος και γύρισε πάλι προς τον Βασίλη και άρχισε να του εξιστορεί τα διατρέξαντα. Μετά την φυγή της Ηρώς, δεν είχε πρόσωπο να κυκλοφορεί στην κοινωνία, και αποφάσισε να έρθει στην Ελλάδα, με δύο στόχους, ο ένας να μπορέσει ευκολότερα το κορίτσι να επιστρέψει στο σπίτι του και δεύτερος, να τακτοποιηθεί ο Άρης, που δεν ήταν ιδιαίτερα ευφυής, και τσακωνότανε συνέχεια με τον Αλέξανδρο. Άφησε λοιπόν την φάμπρικα στον Αλέξανδρο, και ξεκίνησε στην Αθήνα οικοδομικές επιχειρήσεις, αγοραπωλησίες οικοπέδων, αντιπαροχές και όλα τα συναφή. Ο Άρης μαζί του από την αρχή, για να έχει πλήρη αντίληψη, αλλά πάλι ήταν λίγος. Ώρες και φορές σκεπτότανε να του ανοίξει ένα ψιλικατζίδικο αν και γι αυτό αμφέβαλε αν το καταφέρει. Από την Ηρώ δεν είχε κανένα νέο, καμιά προσπάθεια συμφιλίωσης δεν έγινε. Δεν ήξερε που να την βρει μέχρι αυτές τις ημέρες που γέμισε η Αθήνα με τις αφίσες της. Ρώτησε στην διαφημιστική εταιρία, να μάθει που μπορούσε να βρει το μοντέλο, και έμαθε πως λεγότανε Κική Ράπτη, και αν θέλουν οποιαδήποτε διαφήμιση μόνο μέσω της εταιρίας.
Όσο μιλούσε ο Κυριάκος, ο Βασίλης τον κοίταζε αμίλητος με το ερευνητικό του μάτι. Τον έβλεπε γερασμένο και πονεμένο. Ένοιωθε την υποχρέωση να βοηθήσει αλλά δεν ήξερε πως. Εδώ δεν χωρούσαν πατέντες. Κάποια στιγμή που σταμάτησε να μιλά τον ρώτησε
-τι μπορώ να κάνω κύριε;
-αν θέλεις να βοηθήσεις έλα να δουλέψεις μαζί μου, θα είσαι συνέταιρος, να κάνουμε μαζί εταιρία να την πούμε Ράπτης-Μπαλωμένος, όταν φύγω από αυτήν την ζωή να είναι εξασφαλισμένος ο Άρης. Αυτός είναι ο καημός μου. Έχασα το κορίτσι μου, είναι μακριά ο μεγάλος μου και ο Άρης δεν τα καταφέρνει, βοήθησε με, και θα στο χρωστώ χάρη, είπε παρακαλετά
-μη κύριε, όχι μην παρακαλάτε, θα κάνω ότι θέλετε, αν είμαι άνθρωπος σήμερα το οφείλω σε σας. Μην παρακαλάτε, πέστε μόνο τι πρέπει να κάνω.
Αναθάρρησε ο Κυριάκος Μπαλωμένος, τράβηξε πάλι το κορδόνι και παρήγγειλε στην Χρύσα να ετοιμάσει το βραδινό με ένα πιάτο παραπάνω. Στο τραπέζι έκατσε και ο Άρης που είχε ειδοποιηθεί να επιστρέψει, έπαιζε μπιλιάρδο στην λέσχη της γειτονιάς. Χάρηκε που ξαναείδε τον Βασίλη και μετά το φαγητό άρχισαν να καταστρώνουν τα σχέδια της εταιρίας που ξεκινούσε την πορεία της. Βράδιασε καλά όταν η Χρύσα εμφανίστηκε πάλι, «ο Βασίλης θα μείνει εδώ;» όταν πήρε καταφατική απάντηση με το κούνημα των κεφαλιών και των τριών, πήγε να ετοιμάσει το δωμάτιο.

Η νοικοκυρά και ο καφετζής στα Αναφιώτικα, περιηγήθηκαν επειδή πρώτη φορά στα τόσα χρόνια ο Βασίλης, δεν ακολούθησε το συγκεκριμένο πρόγραμμα του. Η περιέργεια τους μεγάλωσε περισσότερο όταν ανακοίνωσε στην νοικοκυρά πως θα μετακομίσει.
Στο τέλος του χρόνου άδειασαν και άλλα γραφεία στο τρίτο όροφο της Θησέως, και τα νοίκιασε η νέα εταιρία οικοδομικών επιχειρήσεων αντιπαροχών, αγορών και πωλήσεων οικοπέδων και διαμερισμάτων με τίτλο ΜΠΑΡΑ από Μπαλωμένος-Ράπτης. Όλος ο όροφος ήταν της ΜΠΑΡΑ εκτός από ένα γραφείο που υπήρχε η ταμπέλα (Βασίλης Ράπτης Ευρεσιτεχνίες). Σε αυτό διανυχτέρευε πολλές φορές ο Βασίλης, όταν οι υποχρεώσεις δεν του αφήναν περιθώρια χρόνου να πάει μέχρι την Νέα Χαλκηδόνα.
Εκεί σε ένα σπίτι δίπλα στου Μπαλωμένου είχε εγκατασταθεί. Είχε μάθει να είναι μόνος, δεν μπορούσε να μείνει με κανέναν άλλον όσο κι αν του ήταν αγαπητός. Κυριακές και σχόλες τις περισσότερες φορές τον βρίσκανε στην Θησέως, με το μολύβι στο χέρι να σχεδιάζει πατέντες και να ψάχνει λύσεις, οι οικοδομές του παρείχανε πολλές ευκαιρίες να αναδεικνύει το ταλέντο του, Ο Άρης τον παραδεχότανε, δεν έφερνε αντιρρήσεις, το επιτελείο που είχε οργανώσει ο Κυριάκος ήταν συνεργάσιμο και όλα πήγαιναν καλά.
Ο μόνιμος καημός του Κυριάκου ήταν η απουσία της Ηρώς, τον είχε μεταφέρει και στον Βασίλη. Λίγο τον ένοιαζε για την Ηρώ, αλλά πολύ περισσότερο ενδιαφερότανε να μην στεναχωριέται ο Κυριάκος. Ο Άρης την είχε ξεγράψει εντελώς, και όποτε ο πατέρας του την ανέφερε, δυσανασχετούσε και άλλαζε κουβέντα. Έτσι κύλησαν δυο χρόνια, κατά την διάρκεια των οποίων σε τακτικά διαστήματα γέμιζε η Αθήνα από αφίσες με την Ηρώ (Κική Ράπτη) άλλοτε να διαφημίζει κραγιόν, άλλοτε αρώματα, άλλοτε γυαλιά, και τις περισσότερες καλτσόν και εσώρουχα.

Παραμονή πρωτοχρονιάς του 1970, ο Βασίλης βρισκόταν στο γραφείο της Θησέως, δυο άτομα μονάχα στο λογιστήριο της ΜΠΑΡΑ εκείνη την ώρα, κλείσανε το ταμείο, και τον χαιρετίσανε «καλή χρονιά κύριε Ράπτη» «στο καλό καλή χρονιά» αντευχήθηκε και πήγε στη πόρτα, την έκλεισε και επειδή ήταν αργά σκέφτηκε να διανυχτερεύσει στο διπλανό γραφείο, το είχε κάνει πολλές φορές. Μόλις μπήκε και προσπάθησε να κλείσει την πόρτα αισθάνθηκε κάποιο εμπόδιο, έσπρωξε δυνατότερα, αλλά πάλι δεν έκλεινε, άνοιξε να ερευνήσει τι συμβαίνει και έμεινε άλαλος. Μπροστά του στεκότανε η Ηρώ.
-παρακαλώ, έκανε πως δεν την γνώριζε
-θα με αφήσεις να περάσω; Ρώτησε και έσπρωξε την πόρτα,
-περάστε, τι μπορώ να κάνω για σας, συνέχισε στον ίδιο τόνο
-Βασίλη, μη με κοροϊδεύεις, βλέπω στα μάτια σου πως με αναγνώρισες, είμαι η Ηρώ, είπε και έκλεισε την πόρτα πίσω της, δύο ώρες περίμενα να φύγουν οι υπάλληλοι για να μπω
-η Ηρώ, α! μάλιστα η Ηρώ, ο Βασίλης τα είχε χαμένα, ήταν εικοσιεπτά χρόνων και δεν είχε βρεθεί μόνος του με γυναίκα σε κλειστό χώρο, δεν ήξερε πώς να φερθεί, την κοίταξε μια στιγμή στα μάτια και αμέσως τα χαμήλωσε, ήταν τόσο όμορφη. Κοκκίνισε, -τι μπορώ να κάνω για σας;
-να μου πεις να κάτσω πρώτα, είπε και έβγαλε το παλτό της, ένα ευχάριστο άρωμα πλημμύρησε το χώρο, -ήξερα πως θα σε βρω εδώ, τέτοια μέρα και τέτοια ώρα μόνο άνθρωποι σαν εσένα δουλεύουν.
-κάτσε Ηρώ είπε αφού επιστράτευσε όλο το θάρρος του, αλλά πάλι δεν άντεχε να την βλέπει στα μάτια.
-είμαι σε δύσκολη θέση Βασίλη, πρέπει να με βοηθήσεις
-εγώ εσένα, εσύ είσαι φίρμα, όλη η Αθήνα είναι γεμάτη από τις αφίσες σου, τι μπορώ να κάνω εγώ για σένα;
-άκου, είπε και άρχισε να του διηγείται, όλα όσα νόμιζε πως δεν γνώριζε. Το φευγιό με τον Μπάμπη, την γνωριμία με την Φλώρα, στην οποία αρνήθηκε όταν της ζήτησε να κάνει βίζιτες, και την προσπάθεια να σταθεί στα πόδια της στον κόσμο του θεάματος. Για να γίνει φίρμα και φτάσει να γεμίσουν την Αθήνα με την φωτογραφία της, υποχρεώθηκε να κάνει παραχωρήσεις, να κοιμηθεί σε διάφορα κρεβάτια και όχι πάντα μόνη της, και τώρα κυοφορούσε, χωρίς να είναι σίγουρη ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού, έλεγε και έκλεγε, για καταλήξει,
-λυπήσου με και θυμήσου, πριν κάποια χρόνια σε έβγαλα από το κολαστήριο, βγάλε με τώρα εσύ από τον βούρκο, και τον κοίταξε ικετευτικά στα μάτια, εκείνος πάλι χαμήλωσε τα δικά του, εκείνη συνέχισε, -εγώ πρέπει να χαμηλώνω το βλέμμα όχι εσύ,
Ο Βασίλης σηκώθηκε από την καρέκλα, πήγε όπως συνήθιζε μέχρι το παράθυρο, κοίταξε λίγο έξω, ψιλόβρεχε, απέναντι υπήρχε αφίσα με την Ηρώ να διαφημίζει ένα ποτό. Γύρισε και την είδε να έχει ακουμπήσει το κεφάλι της στο γραφείο πάνω στα κουλουριασμένα χέρια της. Την πλησίασε, την άγγιξε στο ώμο δειλά, όταν σήκωσε το κεφάλι της χαμογέλασε
-Ηρώ, μια είναι η λύση,
-ποια
-θα σε παντρευτώ αν θέλεις, να έχει το παιδί έναν πατέρα, και σου υπόσχομαι να το φροντίσω μέχρι να ξεσκολίσει.
Σηκώθηκε η Ηρώ από την καρέκλα της, του έπιασε το κεφάλι και το φίλησε στο στόμα, «θα το κάνεις στ αλήθεια;»
Σαστισμένος από την αντίδραση της, πρώτη φορά είχε τέτοια εμπειρία, τραβήχτηκε πίσω. Γι αυτήν ήταν μια συνηθισμένη εκδήλωση μέσα στο κύκλωμα που ζούσε.
-με ξέρεις από μικρό πως ήμουν πάντα άνδρας με λόγο, δεν άλλαξα εγώ, εσύ εξόκειλες, σε δέκα μέρες από σήμερα υπόσχομαι να είμαστε επίσημα ζευγάρι, αλλά απαιτώ την υποταγή σου, για όσο καιρό θα είμαστε μαζί, αν συμφωνείς. Αν πάλι δεν θέλεις πες τι άλλο σκέφτεσαι.
-τίποτα Βασίλη, τίποτα, ότι πεις θα γίνει, και όποτε εσύ βαρεθείς σήκω και φύγε, το παιδί θα έχει όνομα.
Αφού συμφωνήσαν, σήκωσε το τηλέφωνο και πήρα στο σπίτι του Μπαλωμένου, ήταν η Χρύσα που σήκωσε το ακουστικό. Ο Κυριάκος είχε πάει στου Μπακόπουλου να παίξουν χαρτιά να υποδεχτούν τον νέο χρόνο. Της παρήγγειλε να τον βρει οπωσδήποτε, και να επιστρέψει στο σπίτι γιατί θα ερχότανε εκεί και έπρεπε να τον δει. Η Χρύσα δεν είχε μάθει να φέρνει αντιρρήσεις, και εκτέλεσε την εντολή. Δεν άργησε ο Κυριάκος να έρθει σπίτι του, ήξερε πως για να ζητάει κάτι ο Βασίλης σίγουρα θα άξιζε τον κόπο. Άργησε να φτάσει ο Βασίλης όμως, ερχότανε με το μοτοσακό και φέρνοντας μαζί του την Ηρώ. Κτύπησε την πόρτα περασμένα μεσάνυκτα, όταν άνοιξε με το κορδόνι από ψιλά, πέρασε μέσα και φώναξε χαρούμενα,
-καλή χρονιά, τι σας έχω για ποδαρικό;
-ανέβα πάνω και άσε τα αστεία, μίλησε ο Κυριάκος
-όχι, κατέβα τώρα εσύ, έλα να δεις ποιος θα κάνει ποδαρικό, μην αργείς έλα έλα, με τόνο που σήκωνε αντιρρήσεις.
Κατέβηκε τις σκάλες ο Κυριάκος και πλησίασε την πόρτα, ευτυχώς ήταν κοντά του ο Βασίλης και τον κράτησε, αλλιώς θα είχε σωριαστεί κάτω, από την έκπληξη του, μόλις είδε την κόρη του, την επόμενη στιγμή που στάθηκε στα πόδια του, άλλαξε το ύφος του και πήρα μια παγωμένη έκφραση. Κοίταξε τον Βασίλη στα μάτια με ένα βλέμμα ακαθόριστο, έκπληξη, θυμός, ενθουσιασμός και χαρά συνυπήρχαν. Ο Βασίλης τον πρόλαβε πριν πει καμιά κουβέντα.
-κύριε, από δω είναι η αρραβωνιάρα μου,
-μη λες κύριε πλέον, πες με πατέρα, είπε και άνοιξε την αγκαλιά του να σφίξει την κόρη του, -με την ευχή μου χίλιες φορές.
-μια μας φτάνει, μετά τα φώτα θα γίνει ο γάμος,
-Χρύσα φώναξε ο Κυριάκος, έλα να δεις ποιος μας κάνει ποδαρικό, βγήκε η Χρύσα, αγκάλιασε κλαίγοντας την Ηρώ, «παιδάκι μου που ήσουν;»
-κυρία Χρύσα ντύσου και στολίσου πάμε να γλεντήσουμε, σήμερα έχουμε αρραβωνιάσματα είπε ο Βασίλης και πλησίασε την Ηρώ την αγκάλιασε από το ώμο, -σε λίγες μέρες παντρευόμαστε.
Πρώτη φορά στην ζωή του ο Βασίλης, έκανε νυχτερινή έξοδο την πρωτοχρονιά του 1970, ζαλίστηκε από την φασαρία και την οχλοβοή που συνάντησε στο κέντρο διασκεδάσεως, και ζήτησε να φύγουν γρήγορα. Ο Κυριάκος κουρασμένος και η Χρύσα το ίδιο, δεν φέρανε αντίρρηση, ενώ η Ηρώ κοίταζε το Βασίλη στα μάτια και δεν έβγαζε κουβέντα. Επιστρέφοντας στο σπίτι του Μπαλωμένου, κατέβηκε νωρίτερα στο δικό του, τους χαιρέτισε και δώσανε ραντεβού για το αυριανό μεσημεριανό φαγητό.

Σε δέκα ημέρες έγινε στον Μητροπολιτικό ναό και ο γάμος. Πέρασαν πολλοί να ευχηθούν, κυρίως από το επιχειρηματικό κόσμο, (αγαπούσαν όλοι τον «τρελό επιστήμονα» με τις ευρεσιτεχνίες του οποίου οικονομούσαν χρήματα). Κάποιοι από τον καλλιτεχνικό και δημοσιογράφοι. Καρτερικά χαιρετούσαν όσους παρέλαυναν από μπροστά τους, μέχρι κάποια στιγμή που η Ηρώ, σήκωσε το χέρι της και άστραψε ένα χαστούκι σε αυτόν που ήταν μπροστά της, «εξαφανίσου από εδώ», εκείνος ταπεινωμένος και κρατώντας το μάγουλο του, οπισθοχώρησε πέφτοντας σε άλλους που περίμεναν να χαιρετίσουν το ζευγάρι. Γύρισε στον Βασίλη η Ηρώ, «ο Μπάμπης, πάμε να φύγουμε». Την ίδια στιγμή ξεκίνησαν να φύγουν, αφήνοντας να περιμένουν άδικα όσοι θελαν να τους ευχηθούν.
Γράφανε οι εφημερίδες την άλλη μέρα για τον επεισοδιακό γάμο της ομορφότερης και του εξυπνότερου. Πολλά τα σχόλια και καλοπροαίρετα και κακοπροαίρετα. Πολλά πληρωμένα από τις διαφημιστικές εταιρίες που συντηρούσαν ένα μύθο. Τίποτα από αυτά δεν διάβασε, το νιόπαντρο ζευγάρι, αφού την επομένη κι όλας μέρα ταξίδευαν για το Μιλάνο, να περάσουν τον μήνα του μέλιτος. Με το ίδιο αεροπλάνο ταξίδευε και ο Γιώργος Μπακόπουλος, προκειμένου μαζί με τον Βασίλη να κατοχυρώσουν διεθνώς την νέα ευρεσιτεχνία του, που αφορούσε σωληνωτές σκαλωσιές, που γινόντουσαν πύργοι. Και παράλληλα να βρουν και χρηματοδότη ή εργοστάσιο που θα αναλάμβανε την παραγωγή.

Άρχισε ο έγγαμος βίος για τον Βασίλη ήταν ένα βασανιστικό μαρτύριο. Αγαπούσε την Ηρώ, όμως το φιλότιμο του και ο εγωισμός δεν του επέτρεπαν να το παραδεχθεί. Αυτός την παντρεύτηκε για να έχει πατέρα και όνομα το παιδί και όχι να επωφεληθεί αυτός, έτσι σκεφτότανε. Όταν επέστρεψαν μετά από είκοσι μέρες, τους περίμενε ένα τεσσάρι ρετιρέ στη Φωκίωνος Νέγρη. Είχε φροντίσει ο Κυριάκος την αγορά και η Χρύσα είχε αναλάβει τον εξοπλισμό. Πήγε το ζευγάρι να εγκατασταθεί. Ο Βασίλης πέρασε στην κρεβατοκάμαρα και είδε ένα μεγάλο διπλό κρεβάτι, έκλεισε την πόρτα και είπε στην Ηρώ πως θα γυρίσει σε λίγο. Κατέβηκε αναζήτησε μια έκθεση επίπλων κα παρήγγειλε δυο μονά κρεβάτια, και επέστρεψε. Ανακοίνωσε στην Ηρώ την παραγγελία και το βράδυ κοιμήθηκαν σε χωριστά δωμάτια. Αυτό συνεχίστηκε λίγες ημέρες, μέχρι που ήρθαν τα κρεβάτια που αντικατάστησαν το μεγάλο. Από τότε κοιμόντουσαν δίπλα και χώρια, στο ίδιο δωμάτιο. Σε αυτό το δωμάτιο δεν έμπαινε κανείς εκτός απ την Χρύσα, που ερχότανε και βοηθούσε στο νοικοκυριό.
Γέννησε η Ηρώ ένα όμορφο αγόρι, και δεν σκεφτήκαν πολύ για το ονομάσουν Κυριάκο. Η ζωή του ζευγαριού κυλούσε ομαλά, το παιδάκι μεγάλωνε φυσιολογικά, ο Βασίλης υποδειγματικός πατέρας, και τρυφερός σύζυγος, όσο υπήρχαν ξένοι δίπλα τους, το ίδιο και η Ηρώ.
Κουβέντα δεν ξαναέγινε στο σπίτι για τον Μπάμπη, ή την περιπέτεια της Ηρώς, με την Φλώρα και τα μοντέλα, όλα ξεχαστήκανε. Η Χρύσα έμαθε την Ηρώ να πηγαίνει στην εκκλησία της γειτονιάς, την έμαθε ακόμα να μαγειρεύει, και να φροντίζει το σπιτικό της. Όλα αυτά δεν αρκούσαν για την Ηρώ, ήταν ανήσυχο πνεύμα. Προσπάθησε πολλές φορές να πλησιάσει το Βασίλη, με διάφορους τρόπους, εύρισκε μπροστά της ένα τοίχος. Κανείς εκτός από την Χρύσα δεν είχε καταλάβει τίποτα.
Όταν ο μικρός Κυριάκος πήγε στο σχολείο, περίσσευε χρόνος. Για να μη πηγαίνει χαμένος, ο Βασίλης της πρότεινε να έρχεται στην ΜΠΑΡΑ, να βοηθάει και να μαθαίνει την εταιρία, μια και ο Άρης ήταν πάντα λίγος. Δεν είχε αντίρρηση αυτή και σε λίγο καιρό είχε γίνει απαραίτητη στην εταιρία. Όσο περνούσαν οι μήνες, αποσυρόταν από την ΜΠΑΡΑ ο Βασίλης ρίχνοντας το βάρος του στις ευρεσιτεχνίες, ερχότανε η εποχή του αλουμινίου στα κουφώματα και σχεδίαζε πατέντες να μην πηγαίνουν χαμένα υλικά από ρετάλια. Είχε οργανωθεί καλά, αλλά δεν σταμάτησε την συνεργασία με τους Μπακόπουλους, ούτε και το είχε σκοπό, ήταν ευγνώμων και το έδειχνε σε κάθε ευκαιρία. Αποκαλούσε τον Κυριάκο Μπαλωμένο πατέρα και το ένοιωθε. Όλες τις πατέντες τις κατοχύρωνε στο όνομα της γυναίκας του, όπως και ότι περιουσιακό στοιχείο αποκτούσε. Είχε ακόμα αποσύρει την συμμετοχή του στην ΜΠΑΡΑ, υπέρ της Ηρώς. Στην ουσία δεν είχε κρατήσει για το εαυτό του τίποτα, τα είχε δώσει όλα στην οικογένεια.
Η Ηρώ αυτό έβλεπε και δεν ήξερε πώς να ανταποδώσει αυτήν την ευτυχία, που όμως δεν ήταν ολοκληρωμένη.
Πέθανε η Χρύσα και η Ηρώ πολλαπλασίασε τις επισκέψεις στην εκκλησία, παρέσυρε και τον Βασίλη και κάθε Κυριακή η οικογένεια έδινε παρών στην λειτουργία, έπειτα ο περίπατος και το φαγητό κάπου έξω. Και ο καιρός περνούσε ρουτινιάρικος. Στα 1981 η Αθήνα ξαναζούσε στιγμές έντασης, αλλά ο Βασίλης δεν καταλάβαινε από αυτά.
Το παιδί μεγάλωσε το επόμενο χρόνο τέλειωνε το δημοτικό, ξεσκόλιζε κατά την προσφιλή του έκφραση. Τελείωνε το συμβόλαιο, είχε τηρήσει τον λόγο του σαν άνδρας, έπρεπε να σκεφτεί το επόμενο βήμα. Αυτό που τον προβλημάτιζε ήταν που έπρεπε να δικαιολογήσει την όποια απόφαση έπαιρνε στον Κυριάκο Μπαλωμένο.

Ο Κυριάκος Μπαλωμένος είχε αποσυρθεί από όλες τις δουλειές. Είχε πιάσει φιλίες με τον Παπά, και ξόδευε τις ώρες του ως επίτροπος στην εκκλησία της γειτονιάς. Δοξολογούσε τον Θεό, που τελείωνε η ζωή του, ήρεμα μετά την μεγάλη περιπέτεια με την κόρη του, και την ντροπή που ένιωσε. Θεωρούσε ανταμοιβή από τον Θεό, για όσα πρόσφερε στον Βασίλη και στα άλλα παιδιά που μάζευε στην φάμπρικα, άσχετα αν από αυτό πάντα είχε όφελος.
Μια φορά από τις πολλές που παρακολουθούσε την ακολουθία να εξελίσσεται, πίσω από το παγκάρι, έγειρε προς τα μπρός και ένας γδούπος ακούστηκε όταν έπεσε. Κάλεσαν ασθενοφόρο αλλά μάταια, τον είχε προδώσει η καρδιά του. Καλό σημάδι λέγανε οι θρησκόληπτοι, να πεθάνει στον ναό, κακό σημάδι λέγανε οι αντίθετοι, δεν τον ήθελε ο Θεός στην εκκλησία. Έγινε η κηδεία και Βασίλης θεώρησε πως ελευθερώθηκε. Ήταν ο ουσιαστικός αρχηγός της οικογένειας, αλλά όχι ο τυπικός.

Το καλοκαίρι 1982 ήρθε, ο μικρός Κυριάκος θα έλειπε πρώτη φορά σε κατασκήνωση. Το διάστημα αυτό νόμιζε ο Βασίλης πως έπρεπε να δράσει. Είχε φτάσει ο καιρός του χωρισμού, από την άλλη αγαπούσε την Ηρώ, είχε μάθει κοντά της, είχε συνηθίσει σε ένα τρόπο ζωής και του άρεσε αυτός ο ρυθμός. Αλλά ο εγωισμός του έλεγε, πως το συμβόλαιο τελείωσε. Μετά από πολύ σκέψη, πρότεινε στην Ηρώ να περάσουνε ένα διήμερο στο Πήλιο. Εκείνη δεν έφερνε ποτέ αντίρρηση στον Βασίλη, ούτε και τώρα. Στο ξενοδοχείο που φτάσανε, θέλησε να εκφράσει ότι τον βασάνιζε και μετά το βραδινό φαγητό της πρότεινε να περπατήσουν, εκεί άνοιξε το στόμα του, και τι δεν είπε τότε.
Μίλησε με πίκρα για το γεγονός που τον άφησαν στην Χίο και έφυγαν, έβγαζε ένα βάρος χρόνων, δεν είχε το θάρρος να τα πεί στον πατέρα της και τα έλεγε στην Ηρώ, μίλαγε για τις δυσκολίες που πέρασε για την μοναξιά που το κυνηγά πάντα. Ακόμα είπε πως όταν είδε τις αφίσες της τρελάθηκε να την γνωρίσει αλλά δεν ήξερε ποια είναι, και όταν εκείνη πήγε στο γραφείο προτιμούσε να ανοίξει η γη να τον καταπιεί. Ότι ήταν ερωτευμένος μαζί της τόσα χρόνια, και τα περνούσε μαρτυρικά δίπλα της, αλλά σαν άνδρας κρατούσε τον λόγο του. Τώρα που το παιδί ξεσκόλιζε, έφτασε η ώρα που έπρεπε να τον αφήσει, και τι θα γίνει παρακάτω. Μιλούσε και έκλεγε. Δεν το φανταζότανε ποτέ θα κλάψει έτσι, αλλά δεν μπορούσε να συγκρατηθεί. Είχε παράπονα πολλά, είχε περάσει τα σαράντα του χρόνια, και γυναίκα δεν είχε γνωρίσει, κι ας είχε δίπλα του μια από τις πλέον επιθυμητές της Αθήνας.
Η Ηρώ άκουγε, και δάκρυζε. Σκούπιζε τα μάτια της αλλά αυτά δεν έλεγαν να σταματήσουν. Όσο ο Βασίλης μιλούσε ένα μαχαίρι τις ξέσκιζε τα σωθικά. Πήρε τον λόγο κάποια στιγμή για να εκφράσει και αυτή τον πόνο της, να του πεί πως του είναι ευγνώμων για την σωτηρία που τις προσέφερε, αλλά ο εγωισμός του πάντα την κρατούσε μακριά, ήθελε να τον πλησιάσει, αλλά θυμόταν το πρώτο σπρώξιμο όταν τον φίλησε στο γραφείο και τα δυο μονά κρεβάτια όταν εγκατασταθήκαν στο σπίτι και είχε ενδοιασμούς. Φοβόταν μήπως κάνει κάτι και τον δυσαρεστήσει, γι αυτό ήταν πάντα τόσο προσεκτική και τυπική, είπε και άλλα πολλά, αυτός πάλι είπε τα δικά του, και κλαίγοντας και οι δύο επέστρεψαν στο ξενοδοχείο.
Στο δωμάτιο τους η Ηρώ θέλησε να τον πλησιάσει να ζευγαρώσουν επί τέλους, μετά από τόσα χρόνια γάμου. Εκείνος στο παράθυρο κοίταζε έξω αμίλητος. Η Ηρώ αδημονούσε
-έλα άνδρα μου στο κρεβάτι μας, πρώτη φορά το αποκάλεσε άνδρα μου.
Πλησίασε αυτός ακούμπησε τα χέρια στην μέση του και έβγαλε από μέσα του πολλή κακία.
-γιατί; Για να κάνεις σύγκριση με τους άλλους;
Γύρισε από την άλλη η Ηρώ και ξέσπασε σε λυγμούς, ο Βασίλης ντύθηκε και κατέβηκε στο μπαρ. Από την μία πλευρά η αγάπη νίκησε το πόνο, από την άλλη νικήθηκε από τον εγωισμό. Το άλλο πρωί η Ηρώ τον μάζεψε από το μπαρ, τον έβαλε στο αυτοκίνητο κα γυρίσανε σπίτι τους. όταν ξύπνησε ο Βασίλης αναρωτιόταν που βρίσκεται και πως είχε έρθει μέχρι εδώ.

Ηρώ και Βασίλης Δ΄.

Δ΄. το τέλος


Την Δευτέρα σαν να μην συνέβη τίποτα, στα γραφεία της ΜΠΑΡΑ, συνεχίζονταν η ρουτίνα. Ο Βασίλης ήταν απασχολημένος με μια πατέντα που του ζήτησαν από Νάουσα, έναν τρόπο να κόβονται τα ροδάκινα και να αφαιρείτε το κουκούτσι. Για να γίνουν κομπόστα, τα έκοβαν με το χέρι και αυτό σήμαινε εργατικά, ψάχνανε λοιπόν ένα τρόπο να εξοικονομήσουν χέρια.
Εκείνο το πρωί, μάζεψε τα χαρτιά στην τσάντα του ο Βασίλης, φεύγω πάω Νάουσα, ανακοίνωσε στην Ηρώ. Εκείνη του έπιασε το χέρι, «μην πάς, δεν είναι απαραίτητο», αντί για απάντηση, την χτύπησε απαλά στο ώμο. Και έφυγε. Η Ηρώ έμεινε στην θέση της ακίνητη κάμποση ώρα, μέχρι που την πλησίασε μια κοπέλα του λογιστηρίου και τη επανέφερε στην πραγματικότητα.
Πράγματι ο Βασίλης, πήγαινε στην Νάουσα, ήταν μια δουλειά που έπρεπε να τελειώσει, τις υπόλοιπες δουλειές, θα τις φρόντιζαν στην εταιρία. Βρήκε τον πελάτη του, του έδωσε τα σχέδια για το μηχάνημα όπως το φαντάζονταν, του διευκρίνισε πως δεν θέλει καθόλου αμοιβή, αλλά να μην το ενοχλήσει καθόλου στην κατασκευή. Ήταν η τελευταία εκκρεμότητα πριν την μεγάλη αλλαγή που είχε αποφασίσει να κάνει στην ζωή του. Χωρίς να ρωτήσει κανέναν, χωρίς να συμβουλευτεί ή να πάρει γνώμη, αποφάσισε να τελειώσει η ζωή του στο Άγιον Όρος.
Τράβηξε γραμμή για Θεσσαλονίκη, πούλησε το αυτοκίνητο του, το μοναδικό περιουσιακό στοιχεί που είχε στο όνομα του, μπήκε στο λεωφορείο για την Ουρανούπολη.

Άγνωστος ανάμεσα σε αγνώστους ανέβηκε στο καραβάκι για την Δάφνη. Από εκεί στο λεωφορείο για τις Καρυές, στο πρωτάτο για διαμονητήριο. Τον ρώτησαν για πόσες ημέρες, χωρίς δισταγμό είπε για πάντα.
Με το χαρτί στο χέρι, και με ελάχιστα ρούχα στο βαλιτσάκι που κρατούσε, κατέβηκε τα σκαλιά του πρωτάτου. Κοίταξε γύρω του και είδε έναν άλλο κόσμο που δεν φαντάζονταν πως υπάρχει. Αγωγιάτες κα μουλάρια, φορτωμένοι με ντορβαδίνες μοναχοί, άλλοι με ξύλα στην πλάτη σαν γαϊδούρια, άσφαλτος πουθενά. Αναρωτήθηκε «που βρίσκομαι και γιατί;».
Δεν ήξερε που να πάει, δεν ήξερε τι να κάνει, ασυναίσθητα σήκωσε το χέρι του και έκανε το σήμα του σταυρού, «Παναγία βόηθα». Ήταν πεπεισμένος πως ούτε και τώρα θα χανότανε, είχε περάσει τόσα και τόσα, εδώ στον ιερό τόπο θα χαθεί; Στο κάτω κάτω το μυαλό του θα είχε λύσεις και πατέντες για τα πάντα, έτσι νόμιζε. Τον πλησίασε ένας μοναχός
-ευλογείται, είπε
-πως είπατε; Ρώτησε απορημένος
-κατάλαβα πρώτη φορά έρχεστε εδώ, έχετε να πάτε πουθενά;
-όχι δεν γνωρίζω κανέναν, δεν έχει ξενώνες, σε κάποιο ξενώνα θα πάω
-ξενώνες δεν έχουμε, μόνο στα μοναστήρια, και τα λένε αρχονταρίκια, θέλετε να σας δείξω ένα μοναστήρι να πάτε;
-ναι θέλω, νυχτώνει άλλωστε και πρέπει να ξεκουραστώ, ευχαριστώ με λένε Ράπτη
-εδώ δεν έχουμε επίθετα μόνο ονόματα πως σας λένε;
-Βασίλη με λένε εσάς;
-είμαι ο πατήρ Αρσένιος, τραβήξετε αυτό το μονοπάτι και μετά από μιάμιση ώρα θα είστε στο Φιλοθέου. Στο δρόμο έχει πολλές πινακίδες δεν θα χαθείτε. Πέστε σας έστειλα εγώ.

Ο Βασίλης πήρε το βαλιτσάκι του και μπήκε στο μονοπάτι που του έδειξε ο Μοναχός να βρει το Μοναστήρι. Ήταν το καλοκαίρι του 1982. Έφτασε πέρασε την πύλη, τον υποδέχθηκε ένας άλλος μοναχός. Είχε τελειώσει ο εσπερινός κα βρισκόντουσαν στην τράπεζα. Εκεί τον οδήγησε, τον έβαλε σε μια άκρη να κάτσει, είχε μπροστά του ένα πιάτο φακές μια ντομάτα και μια φέτα ψωμί. Καθ όλη την διάρκεια του φαγητού, σε έναν άμβωνα ένας μοναχός διάβαζε, δεν καταλάβαινε τι έλεγε. Έφαγε και όταν σηκώθηκαν οι Μοναχοί σηκώθηκε και αυτός πήγαν στην ναό διαβάσανε το απόδειπνο, έβλεπε αυτός μέσα στο μισοσκόταδο, να περνούν όλοι και να φιλούν το χέρι, ενός καλογέρου που στεκότανε πίσω από την κολόνα, όταν τελείωσαν οι Μοναχοί πήγαιναν λαϊκοί, θεώρησε πως έπρεπε να πάει και αυτός, και πήγε.
Ένας άλλος μοναχός το οδήγησε σε ένα δωμάτιο με δώδεκα κρεβάτια από τα οποία τα μισά ήταν άδεια, ψηλά στο αρχονταρίκι για τον ύπνο, εκείνη την ώρα έδυε ο ήλιος. Μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα κτύπαγε η πόρτα και φώναζε απ’ έξω κάποιος «δι ευχών», ξανά και ξανά μέχρι που κάποιους από τους κοιμώμενους στο ίδιο δωμάτιο απήντησε «αμήν». Ακολούθησαν κτυπήματα από σήμαντρα και άλλα σήμαντρα και στο τέλος μια καμπάνα χάλασε τον κόσμο. Έκανε την ντροπή φιλότιμο και κατέβηκε στον Ναό.
Αλλιώς ήταν μαθημένος από τις ακολουθίες της ενορίες του, στις οποίες δεν πήγαινε από την αρχή. Αυτοί οι καλόγηροι διαβάζανε, και ξαναδιαβάζανε, ψέλνανε για λίγο και ξαναδιαβάζανε, μέσα στο μισοσκόταδο κινιόντουσαν φιγούρες, ανάβανε καντήλια σβήνανε άλλα. Γονατίζανε και συρνόντουσαν, ανεβοκατέβαιναν στα στασίδια τους, όλα αυτά με τάξη και ρυθμό. Ατέλειωτη του φάνηκε όλη αυτή η διαδικασία, αλλά κανείς δεν του έδινε σημασία, σαν να μην υπήρχε. Όταν απόλυσε κάποια στιγμή ο ιερέας, πήγανε για φαγητό, μέσ’ την νύχτα, και μετά εξαφανίστηκαν. Ανέβηκε και αυτός στο δωμάτιο να συνεχίσει τον ύπνο του.
Ύστερα από δυο ή τρείς ώρες ξανάρχισαν τα σήμαντρα, σηκώθηκε αυτήν την φορά ξεκούραστος, και κατέβηκε στην αυλή. Τον πλησίασε ένας μοναχός και του είπε πως πρέπει να παρουσιαστεί στον Γέροντα.
-εγώ θέλω να δώ τον ηγούμενο, δεν έχω καιρό για γέροντες
-ευλογημένε, ο ηγούμενος λέγετε και προσφωνείτε Γέροντας, αλλά από ότι φαίνετε είσαι αρχάριος, ακολούθα με, και ξεκίνησαν μαζί να βρουν τον Γέροντα.
Περνώντας μέσα από διαδρόμους και στοές σταμάτησαν μπρός σε μια πόρτα, την κτύπησε ο Μοναχός και είπε «δι ευχών», όταν από μέσα άκουσαν αμήν, άνοιξε και πέρασαν μέσα.
Ένα τραπέζι και μερικές καρέκλες, ήταν η επίπλωση του δωματίου, στην άκρη υπήρχε ένα στενό κρεβάτι κατασκευασμένο πρόχειρα από σανίδια και γύρω γύρω στα ράφια γεμάτα βιβλία.
-κάτσε παιδί μου, είπε ο Γέροντας, πως σε λένε;
-Βασίλης Ράπτης, είπε και έκατσε,
-λοιπόν Βασίλη, εδώ που είσαι δεν χωράν υπεκφυγές και ψέματα, αν θές να βρεις λύση στο πρόβλημα που σε απασχολεί πρέπει να είσαι απόλυτα ειλικρινής απέναντι μου.
-που ξέρετε Γέροντα πως με απασχολεί κάποιο πρόβλημα;
-αν δεν είχες πρόβλημα δεν θα ερχόσουν εδώ, είσαι άσχετος με τα μοναστήρια, φαίνεται από τις κινήσεις σου, από το λεξιλόγιο σου, ήρθες αναζητώντας κάτι, σίγουρα θέλεις βοήθεια και εδώ στο περιβόλι της Παναγίας θα την βρεις, μόνο αν είσαι ειλικρινής, αν θέλεις να βοηθήσω πές τι συμβαίνει αλλιώς κάτσε όσες μέρες θέλεις και φύγε με το πρόβλημα σου.
Ο Βασίλης πράγματι αναζητούσε κάτι που δεν το είχε ακόμα προσδιορίσει, αναζητούσε την γαλήνη της ψυχής του. «θα σου πω Γέροντα» και άρχισε να λέει να λέει χωρίς σταματημό, να αναλύει την ζωή του από το ορφανοτροφείο μέχρι το τελευταίο ταξίδι στο Πήλιο, και την απόφαση του να μην ξαναβγεί στον κόσμο. Ο Γέροντας άκουγε, και δεν μιλούσε, κρατώντας ένα κομποσκοίνι στο χέρι το γύρισε και μουρμούριζε μέσα από τα δόντια του. Όταν απόκαμε την διήγηση ο Βασίλης, σηκώθηκε τον πλησίασε,
-ο Χριστός σε διάλεξε και σε θέλει αγνό, σε κάλεσε εδώ στο περιβόλι της Μητέρας Του. Είσαι μεγάλος για να μείνει στο κοινόβιο, θα δυσκολευτείς νομίζω πως είναι καλλίτερα να πάς σε ένα γέροντα να κάνεις την υπακοή σου και την δοκιμασία σου, να τον βοηθήσεις στα γεράματα, και να σου μείνει το κελί να ασκηθείς.
-ξέρω από κοινόβια, έζησα πολλά χρόνια στα ιδρύματα, αλλά θα κάνω ότι πεις.
-άμε να ξεκουραστείς και αύριο ή μεθαύριο θα τα ξαναπούμε, κοίτα μόνο να μιλάς λίγο και διακριτικά.
Πέρασαν δυο μέρες σε αργούς ρυθμούς, κι ένας Μοναχός το πλησίασε στη αυλή με τον ίδιο τρόπο που τον πλησίασε ο προηγούμενος «σε θέλει ο Γέροντας». Τον οδήγησε στο γνωστό δωμάτιο, πέρασαν μέσα και ο Γέροντας του ανακοίνωσε πως ο Πάτερ Δαμασκηνός, τον δέχεται για παραγιό του. Και το άλλο πρωί θα τον πήγαινε ο βουρδουνάρης με το μουλάρι. Αναρωτήθηκε ποιος να είναι άραγε αυτός ο Δαμασκηνός, και σαν κατάλαβε την απορία του ο Γέροντας τον ενημέρωσε. Ήταν από την Πόλη και στα σεπτεμβριανά του 1955 έχασε την οικογένεια του, την γυναίκα του και τα πέντε παιδιά τους, δεν τους βρήκε όσο και αν προσπάθησε και αποτραβήχτηκε εδώ να προσεύχεται γι αυτούς.
Το επόμενο πρωινό μετά την ακολουθία και το φαγητό, καβάλησε ένα μουλάρι, ενώ είχε για οδηγός έναν Μοναχό που φόρτωσε σε άλλο μουλάρι το βαλιτσάκι του, και ένα ντορβά γεμάτο προμήθειες για τον πατέρα Δαμασκηνό. Περπατούσαν πολύ ώρα χωρίς ο οδηγός του να βγάζει μιλιά, ο ίδιος ο Βασίλης ήταν ολιγόλογος και απερίεργος. Είχε σηκωθεί καλά ο ήλιος όταν φτάσανε στο καλύβι του πατρός Δαμασκηνού. Ξεπέζεψε ο οδηγός του, τον ακολούθησε κι αυτός. Πήρε μια πέτρα και σημάδεψε ένα παράθυρο, δεν το βρήκε με την πρώτη, με την δεύτερη το πέτυχε, και άνοιξε και φάνηκε ένας γέροντας ασπρογένης καλόγερος, έγνεψε με τα χέρια του να πλησιάσουν.
-ευλογείται, είπε ο Μοναχός συνοδός του
-ο Κύριος ευλογεί αποκρίθηκε εκείνος, «δι ευχών»
-των Αγίων Πατέρων
-καλώς ήλθατε στο φτωχικό μας.
Στιχομυθία και λεξιλόγιο άγνωστο στον Βασίλη, κοίταζε γύρω και δεν μιλούσε. Έβλεπε ένα μεγάλο αγροτόσπιτο, με κήπο γεμάτο ζαρζαβατικά, δεν είχε ξαναδεί από κοντά φυτώρια. Από την άλλη μεριά του σπιτιού καμιά εικοσαριά ελιές, και άλλα δένδρα που δεν ήξερε τι είναι.
-έφερα Γέροντα ευλογίες από το Μοναστήρι και τον καινούργιο σου Δόκιμο. Στερεωμένος να είναι και καλές υπομονές.
-ευχαριστώ παιδί μου, βάλτα μέσα, ξέρεις εσύ και έλα να τα πούμε λίγο. Μετά στράφηκε στον Βασίλη,
-εσύ θα μείνεις εδώ; Το έχεις σκεφτεί καλά; πως σε λένε;
-Βασίλης Ράπτης απήντησε, ανακουφισμένος, επιτέλους κάποιος του απέτεινε τον λόγο.
-άκου Βασίλη, έμπα μέσα στο σπίτι, ανέβα στο πάνω πάτωμα, διάλεξε ένα δωμάτιο να μείνεις, εκτός από κείνο, και του έδειξε το παράθυρο που σημάδεψε με την πέτρα ο οδηγός του, εκείνο είναι δικό μου.
-μάλιστα πάτερ,
-δεν θα λες μάλιστα, θα λές να είναι ευλογημένο Γέροντα. Μόλις φύγει ο αδελφός μας, θα έλθω να τα πούμε.
Ανέβηκε ο Βασίλης στο πάνω πάτωμα, την πρώτη πόρτα που βρήκε άνοιξε, και είδε ένα φτωχικό εξοπλισμό. Ένα κρεβάτι από τάβλες στηριγμένες σε τσιμεντόλιθους, ένα σκαμνάκι, ένα τραπέζι που έτριζε, και ένα μπαούλο. Βγήκε άνοιξε την διπλανή πόρτα, είδε ακριβώς τον ίδιο εξοπλισμό. Επέστρεψε στην πρώτη κάμαρα άφησε το βαλιτσάκι του και κάθισε στο σκαμνί. Ο Γέροντας ξεπροβόδισε τον Μοναχό οδηγό του, δίνοντας του ένα σακουλάκι σταυρουδάκια από το εργόχειρο του. Ευλογία έναντι της ευλογίας, όπως έλεγε.
Ανέβηκε μετά στο πάνω πάτωμα, να βρει τον Βασίλη.
-λοιπόν Βασίλη, θέλεις να μείνεις για πάντα εδώ, έτσι; με το νεύμα της κεφαλής συνέχισε, άκου σε καλά τι θα σου πω τώρα. Σήμερα σε περίμενα κα μαγείρεψα φακές, σε λίγο θα φάμε και μετά θα πάμε στην ιματιοθήκη, να βρεις ρούχα στα μέτρα σου. Αυτά που φοράς να φυλάξεις στο βαλιτσάκι σου, γιατί θα σου χρειαστούν όταν θα επιστρέφεις στον κόσμο. Δεν πιστεύω να αντέξεις την καλογερική πάνω από εξ μήνες
-Γέροντα με απορρίπτεις πριν ακόμα με γνωρίσεις;
-ξέρω εγώ τι λέω, είσαι μεγάλος για δοκιμασίες και καλομαθημένος, τώρα, θέλεις τίποτα να ρωτήσεις, όχι καλά έλα σε λίγο κάτω για φαγητό.
Στο κάτω πάτωμα στο βάθος υπήρχε ένα μαγειρείο με τα απολύτως βασικά. Ένας μεγάλος τσιμεντένιος νεροχύτης, με μια σωλήνα από το παράθυρο έμπαινε και κατέληγε σε βρύση, μια πιατοθήκη και Μασσίνα για μαγείρεμα. Στην άκρη ένα τραπέζι ξύλινο, στρωμένο με νάιλον τραπεζομάντηλο, στην κορυφή είχε μια καρέκλα και στα πλευρά του από ένα πάγκο. Κάτσανε και ο γέροντα ευλόγησε το φαγητό τους.
Όταν τελειώσανε, πέρασαν δίπλα στο ναΐδριο, που υπήρχε ενσωματωμένο μέσα στο σπίτι. Φόρεσε το κρεμασμένο πετραχήλι ο Γέροντας και έβαλε ευλογητό, γύρισε στον Βασίλη «λέγε», εκείνος δεν ήξερε τι να «λέγει» και περίμενε, ήρθε ο Γέροντας του άνοιξε το Μέγα Ωρολόγιον, «εδώ είμαστε». Έτσι άρχισε ο Βασίλης την Μοναχική του Βιωτή.

Διέψευσε τον Γέροντα, και δεν έφυγε στους έξ μήνες, αντίθετα του είχε γίνει απαραίτητος. Έμαθε ένα σωρό αγροτικές εργασίες που δεν είχε ιδέα, ακόμα βελτίωσε τα αυτοσχέδια εργαλεία που είχε το κελί για το εργόχειρο, σκαλίζανε σταυρούς στο ξύλο, φτιάχνανε καντηλήθρες με φελλό και σύρμα, και ακόμα υπήρχε αγιογραφείο σε αχρηστία.
Είχαν περάσει από κελί αυτό στα χρόνια που έμενε ο Πάτερ Δαμασκηνός πολλοί μοναχοί. Δεν στερεώνονταν.
Στην συνοδεία του Γέροντα του, αυτός ήταν ο ευνοούμενος, τον άφηνε διάδοχο όταν πεθάνει, οι παραδελφοί του δεν το χώνεψαν, και έφυγαν. Έμεινε μόνος αυτός τον γεροκόμησε και του έμεινε το κελί αυτό. Είχε γεράσει και αυτός δεν αξιώθηκε να στερεώσει παραγιό να τον γηροκομήσει, παρόλο που πέρασαν αρκετοί δόκιμοι. Τώρα ο Βασίλης έκανε την έκπληξη, έμαθε να τον ξελειτουργά από τον πρώτο μήνα κιόλας. Το κελί καθαρίστηκε, ο Ναός του έλαμψε από την πάστρα. Έλεγε ο Γέροντα πως ο Μέγας Βασίλειος, τον Φανέρωσε τον Βασίλειο για να του ευπρεπίσει το σπιτικό του.
Κάποτε θέλησε ο Βασίλης να καθαρίσει τα λούκια του νερού που μαζεύανε φύλλα και πρότεινε στον Γέροντα να αντικατασταθούν με σωλήνα πλαστική. Αντέδρασε ο Γέροντας,
-θα έρθει το νερό ίσαμε εδώ γρηγορότερα και καθαρότερο, αλλά τα πουλάκια που θα ξεδιψούν, θαρρείς πως είναι δικό μας μόνο το νερό, πόσα ζώα του δάσους δεν ξεδιψούν μέσα στις υδρορροές, μην καμώνεσαι πως τα ξέρεις όλα.
Τέτοιες πολλές ήταν οι διδασκαλίες, που κάνανε τον Βασίλη να δει με άλλο μάτι και να αναθεωρήσει πολλές απόψεις του. Τον πολεμούσε ο εγωισμός του, του έλεγε πως αδικείται ένα τέτοιο μυαλό στο αγροτόσπιτο και πάει σε κανένα μοναστήρι να το αναδείξει κα να αναδειχθεί. Αυτός ήταν ο καθημερινός πόλεμος στο νού του. Ο Γέροντας τον ήξερε τον πόλεμο αυτό και προσευχόταν να τον φωτίσει ο Θεός να κάνει το καλλίτερο. Αποφάσισε να τον κάνει παπά, προτού πεθάνει. Να αφήσει στο κελί κάτοικο και στο θυσιαστήριο διάδοχο. Η κουρά έγινε στο κελί και του έδωσε το όνομα Κυριάκος, που ζήτησε και οι χειροτονίες στο Κυριακό της Αγία Άννας. Δεν πρόλαβε να τελειώσει το πρώτο σαρανταλείτουργο του, ο νέοχειροτονημένος, και κοιμήθηκε ο Γέροντας, αφήνοντας τον διάδοχο στο κελί.
Τα χρόνια περνούσαν γρήγορα, μετά από απαίτηση πολλών γειτόνων Μοναχών, προχειρίστηκε και Πνευματικός, και είχε υπόληψη και σεβασμό σε όλο το Όρος.

Στην Αθήνα, μετά την φυγή του Βασίλη, αφού πέρασε μια εβδομάδα, δήλωσε η Ηρώ την εξαφάνιση του στην Αστυνομία. Εκείνη μέσα της ήξερε πως δεν θα ξαναερχόταν ποτέ, αλλά δεν ήθελε να το αποδεχθεί. Πλήθυναν οι επισκέψεις της στην εκκλησία, άρχισε να κάνει περισσότερα ευχέλαια και αγιασμούς. Η ΜΠΑΡΑ άρχισε να έχει καθοδική πορεία, πρόλαβε και κράτησε μερικά διαμερίσματα για παίρνει τα νοίκια, και αποχώρισε αφήνοντας της όλη στον αδελφό της. Μεγάλη εντύπωση τις έκανε όταν άρχισε την εκκαθάριση στο γραφείο των ευρεσιτεχνιών, η απόλυτη ταχτοποίηση όλων των θεμάτων. Δεν υπήρχε η παραμικρή ακαταστασία λές και κανόνιζε πολύ καιρό αυτήν την αποχώρηση. Όλα νομικά τακτοποιημένα να παίρνει όσο θα ζει η Ηρώ τα δικαιώματα από όλες τις πατέντες που είχε εφεύρει.

Και ο μικρός Κυριάκος μεγάλωνε. Μεγαλώνοντας επηρεαζόταν από την μητέρα του που ξημεροβραδιαζότανε στις εκκλησίες και τα μοναστήρια. Τελειώνοντας το Λύκειο, πέρασε πρώτος στη Θεολογική Αθηνών. Τεταρτοετής φοιτητής, με τον ενθουσιασμό της ηλικίας θέλησε με άλλους συμφοιτητές να πάνε στο Άγιο Όρος για προσκύνημα. Να γνωρίσουν Μοναστήρια και ασκητές από κοντά. Ξεκίνησαν και με την γνωστή ταλαιπωρία φθάσανε στην Δάφνη. Με το ζήλο του αρχαρίου, αντί να πάνε στις Καριές, διαλέξανε να συνεχίσουν με το μοτόρι προς την Λαύρα. Είχαν αποφασίσει η παρέα πέντε αγόρια να διανυχτερεύσει στην Αγία Άννα, να γνωρίσουν τον Μεγάλο υμνογράφο που έμενε στην Μικρή Αγία Άννα.
Όταν τους υποδέθηκαν στο Κυριακό της Αγία Άννας, ο Δικαίος του φιλοξένησε και στην κουβέντα που έγινε, τους πρότεινε επειδή ο Υμνογράφος έλειπε να επισκεφτούν το ΓέροΚυριάκο, σίγουρα θα ωφεληθείτε μια και ήρθατε. Το αποφάσισαν για την επόμενη μέρα.
Φθάνοντας στο κελί από το δρόμο μακριά του είδε ο ΓεροΚυριάκος, άφησε το τσαπί που δούλευε να πέσει κάτω. Ο ένας νεαρός ήταν ίδιος η Ηρώ στα νιάτα της. Σκούπισε ένα δάκρυ που κύλισε, και φώναξε
-ελάτε παιδιά ελάτε, τα παιδιά πλησίασαν, ευλογείται Γέροντα, και του βάλανε μετάνοιες.
-καθίστε εδώ, και τους έδειξε δυο παγκάκια στην σκιά μια κρεβατίνας, όταν έκατσαν μπήκε στο κελί να φέρει κεράσματα, σύκα και σταφύλια και μια κανάτα νερό. Βγαίνοντας αντιμετώπισε αναταραχή.
-τι συμβαίνει παιδιά; Ζήτησε να μάθει
-ένα κομμάτι σύρμα Γέροντα σας βρίσκετε να δέσουμε το σακίδιο αυτό που έσπασε;
-για να δώ, είπε και το πείρε στα χέρια του, ήταν του Κυριάκου. Το κοίταξε στα μάτια, και συνέχισε. Εσένα λοιπόν σε λένε Κυριάκο, έχουμε το ίδιο όνομα και έρχεσαι από την Αθήνα, σωστά, πρίν προλάβει το παιδί να βγάλει λέξη συνέχυσε, η μάνα σου η Ηρώ είναι καλά; ο θείος σου Αριστοτέλης;
Τα παιδιά έμειναν όλα άφωνα, ό Κυριάκος έσκυψε και φίλησε το χέρι του Γέροντα, «που τα ξέρετε αυτά;»
-ξέρω και άλλα, θέλεις να σου πω, αλλά όχι δεν θα σου πώ, θα αφήσεις εδώ το χαλασμένο σακίδιο και θα σου δώσω εγώ ένα βαλιτσάκι να βάλεις μέσα τα πράγματα σου, και να το κρατήσει ευλογία, μην το ξαναφέρει πίσω.
Ανέβηκε στο πάνω πάτωμα, άδειασε τα ρούχα που ήταν ακόμα φυλαγμένα μέσα, άφησε μόνο ένα μαντήλι που το κόλλησε στο μεντεσεδάκι για μην φεύγει. Το έδωσε στον μικρό Κυριάκο, βάλε τα εδώ μέσα τα πράγματα. Εκείνος άνοιξε το βαλιτσάκι είδε το μαντίλι, δεν το έβγαλε και δεν προσπάθησε καθόλου να το βγάλει, το θεωρούσε μεγάλη ευλογία από έναν Άγιο Γέροντα με προορατικό χάρισμα όπως διαπίστωσε πριν από λίγο. Έβαλε τα πράγματα του μέσα, και έσπρωξε τους υπόλοιπους άντε να φύγουμε μη αρχίσει να λέει και τα κακά μας. Θορυβημένοι και τρομαγμένοι έφυγαν αμέσως, χωρίς να κάτσουν να κεραστούν. Ήταν σίγουροι πως είχαν βρει έναν μεγάλο ασκητή με Θεία χαρίσματα, και έπρεπε να διαλαλήσουν.
Μάταια ο ΓεροΚυριάκος, του έλεγε να κάτσουν λιγάκι και αν θέλουν να τους φιλοξενήσει το μεσημέρι.
Όταν φτάσανε στο Κυριακό, ο Κυριάκος τους έδειξε το μαντίλι.
-καταλάβατε τώρα γιατί έπρεπε να φύγουμε, αν το έπαιρνε χαμπάρι δεν θα μας το άφηνε. Κόψανε το μαντίλι σε πέντε κομμάτια και πήρε ο καθένας από ένα για ευλογία. Αυθημερόν επέστρεψαν στην Δάφνη και την επομένη ταξιδεύανε για την Αθήνα. Αισθανόντουσαν τόσο τυχεροί ή ακόμη ιδιαίτερα ευλογημένοι που στο πρώτο ταξίδι πέσανε αμέσως σε χαρισματούχο ασκητή.

Πασίχαρος ο Κυριάκος γύρισε σπίτι του, αγκάλιασε την μάνα του,
-μάνα είμαι πολύ τυχερός
Εκείνη δεν μιλούσε αναγνώρισε το βαλιτσάκι που κρατούσε ο γιός της,
-μάνα με ακούς που σου μιλάω, με το πρώτο μου ταξίδι στον Όρος έπεσα σε έναν μεγάλο ασκητή, με προορατικό χάρισμα, χωρίς να του πω τίποτα, μου είπε το όνομα μου, ήξερε το δικό σου, ήξερε για τον θείο. Κατά λάθος στο βαλιτσάκι αυτό που μου χάρισε άφησε ένα μαντίλι, το μοιραστήκαμε για ευλογία, να αυτό είναι το δικό μου κομμάτι, μάνα δεν μιλάς τι έχεις, γιατί κλαίς;
Η Ηρώ δεν μιλούσε, πήρε το κομμάτι από μαντίλι, σκούπισε με αυτό τα δάκρυα της και το απόθεσε στα εικονίσματα.

Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2010

μαντινάδα (έτσια για να μην χανόμαστε)

Ατομική ενέργεια
έχουν τα δυό σου μάτια
γι' αυτό και τονε κάνουνε
όποιο κοιτάς, κομμάτια.



υπομονή και έρχεται κάτι καλό

Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2010

Απάντηση στον κ. Πιπερόπουλο

Θα ήθελα να απαντήσω στην ανάρτηση του κυρίου Πιπερόπουλου.
Κύριε Πιπερόπουλε ευτύχως η πνευματικότητα δεν χάθηκε άκομα, ίσως δεν...φαίνεται στα μέσα από τα οποία φροντίζουν να ενημερώνουν τον κόσμο για το τι συμβαίνει, αλλά υπάρχει άκομα. Βρίσκεται σε συζητήσεις αιωνίων φοιτητών σε κάποιο ταβερνακί,στα ανώνυμα μπλογκ στον ωκεανό του
διαδικτύου, στις συζητήσεις των μαθητών στα καφε.
 Οι δάσκαλοι δεν χάσανε όλοι το μεράκι τους, υπάρχουν δάσκαλοι σε όλες τις βαθμίδες που
έχουν τετοιο πάθος για να μεταδώσουν, γνώσεις, αξίες και τρόπο σκέψης που το εκπαιδευτικό σύστημα φαίνεται ανίκανο να τους περιορίσει.
Υπάρχουν ακόμα αυτοί οι δάσκαλοι που αγαπούν τη γνώση και προσπαθούν να τη μεταδώσουν.
Δεν έχει χαθεί η ελπίδα,Κύριε Πιπερόπουλε ως κοινωνιολόγος που είστε γνωρίζετε και ο ίδιος ότι οι κοινωνίες είναι δίκτυα. Δίκτυα που επηρρεάζονται και μεταβάλλονται ανάλογα με τις κυριάρχες αντιλήψεις.
Εσείς, που είστε δάσκαλος, που είστε άτομο που μπορεί να επηρρεάσει μεγάλο αριθμό ανθρώπων μπορείτε να ξεφύγετε από την μίζέρη και καταστρεπτική συνήθεια του κράξιμου. Τη συνήθεια αυτή όπου όλα είναι μάυρα και άραχνα, η κοινωνία διαλυμένη και οι ικανοί κάθονται στο περιθώριο και δεν έχουν θάρρος για πράξεις. Επιτέλους ας πράξουν οι ικανοί, ας δείξουν στον Έλληνα τι σημαίνει να είσαι χαρούμενος, αισιόδοξος, να πιστεύεις στις δυνάμεις σου και να μην μένεις στα αρνητικά αλλά να θέλεις να βελτιωθείς. Θέλετε να δείτε δασκάλους κύριε Πιπερόπουλε με αξία, πηγαίνετε στα σχολεία και θα δείτε ότι υπάρχουν ακόμα δάσκαλοι με μεράκι. Επιτέλους ας αντιληφθούμε όλοι οτί ΕΜΕΙΣ θα αλλάξουμε την Ελλάδα, όχι οι πολιτικοί.
 Μπορούμε και θα τα καταφέρουμε αν το πιστέψουμε. Ας αρχίσουμε οι ιδιοι να βραβεύουμε τους εαυτούς μας και να μην περιμένουμε την πολιτεία.
Προσωπικα θέλω να αφήσω τα τοπικά, περιφερειακά και εθνικά βραβεία που θα μπορούσαν να δημιουργηθουν στο περιθώριο. Εχω δεί πολλές φορές να δημιουργούνται βραβεία και να καπελώνονται από κουστουμαρισμένους κοιλαράδες που στο τέλος βγάζουν ως καλύτερο τον κολλητό τους. Για μενα το καλυτερο βραβείο για ένα δάσκαλο είναι το ευχαριστώ από τους
μαθητές του. Αν θέλουμε να βραβεύσουμε το δάσκαλο μας αρκεί να τον πάρουμε τηλέφωνο και να του πούμε σε ευχαριστώ για όλα δάσκαλε, σου χρωστάω τόσα που ποτέ δεν θα μπορέσω να στα ξεπληρώσω. ο Θεός να σε έχει καλά!