Β΄. Η Ηρώ.
Αφήνοντας το Βασίλη να ταξιδεύει, και μέχρι να καταπλεύσει στο Πειραιά, θα ασχοληθούμε με την Ηρώ.
Ξεκίνησε τα γυμνασιακά της χρόνια, στην Νέα Χαλκηδόνα, αλλά πριν έρθουν τα Χριστούγεννα του 1956, επέστρεψε στην Αφρικανική παροικία, δίπλα στον πατέρα της. Δικαιολογία ήταν η υγεία της Χρύσας, αυτό όμως ήταν η πρόφαση μόνο. Μακριά από το σπίτι και τον πατέρα της η Ηρώ, δεν ήταν το φρόνιμο κοριτσάκι που μεγάλωσε, και δεν μπορούσε να το κουμαντάρει. Ξεφεύγοντας το κορίτσι από το αυστηρό περιβάλλον του ιδρύματος και την συνεχή παρακολούθηση, εξελίχτηκε σε ζιζάνιο, και η Χρύσα ζήτησε την επιστροφή.
Μετά την επιστροφή γράφτηκε Ελληνικό γυμνάσιο της παροικίας, εκεί οι επιδώσεις ήταν ικανοποιητικές αλλά όχι άριστες. Ήτανε η χρυσή μετριότητα, που με την οικονομική επιφάνεια της οικογένειας περνούσε τις τάξεις, όπως πριν από αυτήν ο αδελφός της Αριστοτέλης. Μεγαλώνοντας ομόρφαινε, την κυνηγούσαν πολλά αγόρια αλλά μάταια. Έφτασε μέχρι την πέμπτη τάξη.
Εκείνη την χρονιά είχε έρθει αποσπασμένος ένας πρωτοδιόριστος γυμναστής από την Ελλάδα. Ο Χαράλαμπος Γρηγοριάδης, ζήτησε από τα παιδιά να τον φωνάζουν κύριο Μπάμπη. Αθλητής του Πανελληνίου στο άλμα επί κοντώ, είχε τελειώσει την γυμναστική ακαδημία και αφού δεν υπήρχε κενή θέση γυμναστού στα Αθηναϊκά σχολεία ζήτησε απόσπαση και βρέθηκε να διδάσκει σωματική αγωγή στο Ελληνικό γυμνάσιο της παροικίας. Αυτός ήταν ο νέος 25 χρόνων τότε, που ερωτεύτηκαν όλες οι μαθήτριες του γυμνασίου. Κολακευμένος αυτός, έκανε το μεγάλο βήμα, και συνδέθηκε με την Ηρώ. Το πάθος του ήταν τόσο μεγάλο, όσο και η απειρία της Ηρώς, και αποφάσισαν να κλεφτούν. Το τελευταίο πρωινό πριν κλείσουν τα σχολεία για το Πάσχα 1961, έβαλε λίγα πράγματα στην σχολική της τσάντα, και αντί να πάει στην στάση που το σχολικό λεωφορείο σταματούσε, έστριψε ένα τετράγωνο νωρίτερα. Όταν το μεσημέρι την αναζητούσαν, αυτή είχε ήδη με το Μπάμπη επιβιβαστεί στο καράβι και ταξιδεύανε για τον Πειραιά.
Κάνανε όνειρα και έπλεαν σε πελάγη της ευτυχίας. Άπειροι και οι δύο δεν ξέρανε τι είχαν αποτολμήσει. Λέγανε πως η Ηρώ είναι δεκαεπτά χρόνων, ώσπου να κινηθούν οι διαδικασίες θα ενηλικιωνότανε, δεν θα υπήρχε πρόβλημα. Σε πρώτη ευκαιρία θα παντρευόντουσαν, θα πουλούσαν το σπίτι στην Νέα Χαλκηδόνα, που ήταν στο όνομα της Ηρώς και θα άνοιγαν ένα γυμναστήριο και θα περνούσαν ζωή χαρισάμενη. Όνειρα της νιότης και του έρωτα, δυστυχώς αυτά τα όνειρα είναι συνήθως ουτοπίες, αλλά η διαπίστωση πάντα έρχεται αργά.
Μόλις φθάσανε στον Πειραιά, ξεκίνησαν με το τραίνο για την Νέα Χαλκηδόνα, αλλά στα μισά κατεβήκανε. Μήπως και τους περίμενε η αστυνομία ειδοποιημένη. Δεν έβαλαν με το νού τους, πως ο Κυριάκος Μπαλωμένος δεν θα τους κυνηγούσε. Είχαν το αίσθημα του φυγά και λαθραίου. Πήγαν στο σπίτι του Μπάμπη. Η μάνα του τους καλοδέχθηκε, τους έβαλε να φάνε, χωρίς να περιμένει την επιστροφή του πατέρα του. Ο Πατέρας του ήρθε μόλις είχαν αποφάει. Έκπληκτος άκουσε το Μπάμπη να του λέει πως αγαπά την Ηρώ και κλέφτηκε ναζί της για να παντρευτούν. Εκείνος, άστραψε και βρόντησε.
-δεν ντρέπεσαι; Σε έστειλε η πατρίδα να διδάξεις και εσύ κλέβεις ότι πολυτιμότερο υπάρχει για ένα δάσκαλο, την μαθήτρια σου. Πως θα μπορέσεις να αντικρίσεις τους γονείς της; Πως θα κυκλοφορήσει ο πατέρας αυτού του παιδιού στη κοινωνία; Να το έλεγες τουλάχιστον και στο αρνιότανε, θα είχες κάποια δικαιολογία, αλλά κρυφά σαν κλέφτης ενήργησες. Πως θα ζήσετε; Θα σε απολύσουν και δεν πρόκειται να ξαναβρείς δουλειά, το σκέφτηκε αυτό καθόλου;
Άφωνοι οι δύο νέοι παρακολουθούσαν τον πατέρα Γρηγοριάδη, να αγορεύει σε έντονο ύφος. Κατεβάσανε τα μάτια και περιμένανε να τελειώσει για να ακούσουν τι αποφάσισε. Μια στιγμή μετά από ώρα σταμάτησε, γύρισε στην γυναίκα του.
-στρώσε στον καναπέ θα κοιμηθεί ο προκομμένος, και η σουσουράδα στο δωμάτιο του, στρεφόμενος στους νέους συνέχισε. –αύριο πρωί θα πάμε στον ΟΤΕ να πάρουμε τηλέφωνο τον πατέρα της.
-όχι αυτό, είπε η Ηρώ,
-αυτό που λέω εγώ δεν σηκώνει αντίρρηση, σε αυτό το σπίτι αφεντικό είμαι εγώ
-μα δεν καταλαβαίνετε;
-καταλαβαίνω και πολύ καλά, ό άλλος τρόπος είναι η αστυνομία, ξέρεις πως είσαι ανήλικη, και για χάρη σου θα μπει φυλακή ο προκομμένος ο γιός μου;
-πατέρα σταμάτα, μπήκε ο Μπάμπης στην κουβέντα, θα παντρευτούμε, είμαστε αποφασισμένοι
-αποφασισμένοι ή όχι λίγο με ενδιαφέρει, απόψε κοιμάστε και αύριο το πρωί φεύγετε από εδώ, και δεν ξαναέρχεστε παρά μόνο στεφανωμένοι με όποιον τρόπο νομίζετε, τέλος, δεν ακούω τίποτα, το πρωί φεύγετε.
Το άλλο πρωί πριν φύγει ο πατέρας του Μπάμπη, φώναξε να μην σας βρω όταν γυρίσω. Σηκωθήκαν τα παιδιά φάγανε πρωινό, πήρανε χρήματα από την μητέρα του. Υποσχέθηκε ο Μπάμπης να την κρατά ενήμερη, για τις κινήσεις τους. Πήγαν στον πανελλήνιο, ζήτησε να δει τον πρόεδρο, εκείνος έλειπε αλλά ειδοποιήθηκε από το τηλέφωνο και του περίμενε στο σπίτι του. Έμενε στο Κουκάκι, φτάσανε εκεί μεσημέρι, και έκατσαν στο τραπέζι να φάνε και να κουβεντιάσουν. Ο πρόεδρος άκουγε και σκεφτότανε. Προσπαθούσε με το μυαλό του να βρει λύση στο πρόβλημα. Διατηρούσε εμπορικό κατάστημα στο κέντρο της Αθήνας, και πρότεινε. Η Ηρώ θα μπορούσε να πιάσει δουλειά στο κατάστημα, ενώ ο Μπάμπης θα επέστρεφε στον σύλλογο. Στους κοιτώνες που μένανε οι αθλητές η Ηρώ δεν θα μπορούσε να έχει πρόσβαση, έπρεπε να βρει έναν χώρο να μείνει. Ήταν διατεθειμένος να δανείσει και χρήματα που θα παρακρατούσε από τον μισθό της.
Η Ηρώ ρώτησε αν υπήρχαν κοιτώνες για αθλήτριες, για να πάρει την απάντηση πως «τα καλά κορίτσια κοιμούνται όλα στα σπίτια τους». προσβλήθηκε άσχημα και σηκώθηκε να φύγει, αμέσως έκατσε πάλι, που να πήγαινε; Ο πρόεδρος συνέχισε σκεφτείτε το, και μου λέτε. Μετά από δύο ώρες φεύγανε από το σπίτι του προέδρου, με σκυμμένα τα κεφάλια. Το δίλημμα μεγάλο, η πόλις άγνωστη για την Ηρώ, τα χρήματα λίγα και το Πάσχα ερχότανε. Κάτσανε στο παγκάκι της στάσεως του λεωφορείου αμίλητοι. Έσπασε την σιωπή ο Μπάμπης λέγοντας
-Ηρώ, κάναμε λάθος, δεν τα μετρήσαμε σωστά,
-τι λές Μπάμπη, αγαπιόμαστε δεν είναι;
-και βέβαια αγαπιόμαστε, αλλά που θα κοιμηθούμε το βράδυ; Τι θα φάμε αύριο; δεν υπάρχει περίπτωση να επιστρέψω σε κανένα σχολείο, μόνο στο σύλλογο έχω λίγα χρόνια ακόμα, και μετά θα γίνω προπονητής
-εγώ τι θα γίνω; Που θα μένω;
-θα ζητήσουμε από τον πρόεδρο να βρει μια δουλειά μέσα στο σύλλογο,
-τι ξέρω να κάνω;
-ότι χρειαστεί, θα το μάθεις, έλα να επιστρέψουμε στον πρόεδρο να του το πούμε
Επέστρεψαν στο σπίτι του προέδρου, εκείνος του δέχθηκε με χαμόγελα
-αποφασίσατε να δεχθείτε την βοήθεια μου;
-αποφασίσαμε να κουβεντιάσουμε περισσότερες λεπτομέρειες, είπε η Ηρώ.
-καθίστε είπε, και τους πέρασε στο σαλόνι, έχω ένα δωμάτιο άδειο δυο δρόμους παρακάτω από εδώ, μένετε εκεί μέχρι να περάσουν οι Άγιες μέρες του Πάσχα, και μετά κανονίζουμε τα υπόλοιπα. Θα σας δώσω χρήματα να πορευτείτε, μην ανησυχήστε θα περάσουμε καλά. που θα μείνετε απόψε;
-δεν ξέρω, μίλησε ο Μπάμπης.
-θα μείνετε εδώ, θα σας φιλοξενήσω εγώ, το πρωί θα πάμε να πάρουμε τα απαραίτητα έπιπλα, και ότι άλλο είναι αναγκαίο.
Σκύψανε το κεφάλι οι νέοι, ευχαρίστησαν τον πρόεδρο. Φώναξε την γυναίκα του, είπε να φροντίσει για τον βραδινό ύπνο του ζευγαριού κα εκείνος βγήκε έξω. Εκείνη έστρωσε στο δωμάτιο των ξένων, εκεί φιλοξενούσε συχνά ο πρόεδρος αθλητές και παράγοντες από την επαρχία. Και το ζευγάρι των ερωτευμένων κοιμήθηκαν στο ίδιο μεν δωμάτιο, αλλά σε χωριστά κρεβάτια. Το άλλο πρωί πήγανε μαζί με τον πρόεδρο που τους παρήγγειλε να τον φωνάζουν Θανάση, στο δωμάτιο που είχε άδειο. Η αυλή αυτή ήταν ιδιοκτησία του, με οκτώ δωμάτια τα οποία νοίκιαζε. Πέρασαν στην αυλή, τρίτη πόρτα αριστερά, άνοιξε και μπήκαν, πίσω από την πόρτα ήταν το κλειδί, το έβγαλε από την κλειδαριά κα τους το παρέδωσε.
-πάρτε το, δικό σας από τώρα, εδώ θα στεγάσετε την ευτυχία σας, πάμε τώρα να πάρουμε έπιπλα.
Κατευθύνθηκαν στην αγορά του συνοικισμού. Από όπου περνούσαν καλημέριζαν το πρόεδρο. Μπήκαν σε ένα κατάστημα, και έδωσε εντολή ο Θανάση, «Μάκη ότι θέλουν τα παιδιά δικά μου». Γύρισε στους νέους «εγώ φεύγω τώρα, ότι χρειαστείτε ελάτε σπίτι». Ο Μπάμπης και η Ηρώ ζήτησαν από τον Μάκη τον καταστηματάρχη να τους προμηθεύσει ένα κρεβάτι μια ντουλάπα πλαστική ένα τραπέζι δυο καρέκλες και τα απολύτως απαραίτητα σκεύη για στηθεί ένα νοικοκυριό, γκαζιέρα τσουκάλι πιάτα κλπ. Αφού συμπληρώθηκε ο κατάλογος, γυρίσανε στην αυλή πέρασαν την πόρτα, και ανοίξανε την δική τους πόρτα. Ένα μεγάλο δωμάτιο με φρεσκοβαμμένους τοίχους, και ένα παράθυρο που έβλεπε στην αυλή, το ανοίξανε. Το αφοδευτήριο κοινό στην αυλή, όπως και η βρύση. Δάκρυσε η Ηρώ, τα παιδιά στην φάμπρικα του Μπαμπά μου, είχαν δωμάτια με καλλίτερες προδιαγραφές, κι ας κοιμόντουσαν τρείς ή τέσσαρες μαζί.
-Ηρώ γιατί δακρύζεις μάτια μου;
-τίποτα-τίποτα κάτι θυμήθηκα
-αν έχει μετανιώσει δεν είναι αργά, να δανειστώ χρήματα να επιστρέψεις στον πατέρα σου.
-όχι Μπάμπη μου, θα παλέψουμε και θα νικήσουμε θα δείς θα νικήσουμε.
Εκείνη την ώρα κτύπησε η πόρτα, η γειτόνισσα της διπλανής πόρτας έφερε σε ένα δίσκο δυο καφέδες, «που θα το βάλουμε δεν έχετε έπιπλα ακόμα, ελάτε στην δική μου κάμαρα ελάτε ελάτε» και με το ζόρι σχεδόν του παρέσυρε στο δικό της δωμάτιο. Το ίδιο φτωχικό περιβάλλον με όλες τις κάμαρες της αυλής. Σταματημό δεν είχε η γλώσσα της προσπαθούσε να μάθει από πού ήρθαν, πως τους λένε, αλλά παράλληλα δεν σταματούσε να μιλά για τους γείτονες, να αναλύει ποιοι μένουν στα άλλα δωμάτια, τι να προσέχουν και πολλά άλλα. Κουράστηκαν με την πολυλογία της, όταν σαν λύτρωση ήρθε ο Μάκης με τα πράγματα. Ξετρυπώσανε από όλα σχεδόν τα δωμάτια της αυλής παιδιά κυρίως να βοηθήσουν στην μεταφορά και την τακτοποίηση του νέου νοικοκυριού. Έφτασε εν τω μεταξύ το μεσημέρι, το ζευγάρι το έκοβε η πείνα, αλλά κανείς από την αυλή δεν του πρότεινε να γευματίσουν μαζί. Βγήκε ο Μπάμπης να βρει το μπακάλικο και επιστρέφοντας άρχισε η κοινή ζωή του ζευγαριού με ψωμί τυρί και ντομάτα.
Σε αυτό το δωμάτιο ολοκληρώσανε την σχέση τους, ζήσανε τις πρώτες μέρες της ευτυχίας τους, όπως νόμιζαν μέσα στην φτωχική αυλή. Τα χρήματα του προέδρου, τους επαρκούσαν, ενώ ο Μπάμπης είδε και την μάνα του και πήρε και από εκεί χρήματα, έτσι πέρασαν εκείνο το Πάσχα του 1961.
Το Πάσχα πέρασε και του Θωμά, και έπρεπε να προσγειωθούν στην πραγματικότητα. Αν δεν θέλανε οι ίδιοι του προσγείωσε η πραγματικότητα με την μορφή του Θανάση.
Οι υπηρεσίες ανοίξανε, πρέπει να φτιάξουμε χαρτιά να νομιμοποιηθείτε. Να επαναφέρουμε το δελτίο του Μπάμπη για να έχει δικαίωμα τροφής και ύπνου στον σύλλογο, και να μπορέσει η Ηρώ να έχει ασφάλεια ως εργαζόμενη. Άγνωστα πράγματα και καταστάσεις που δεν τις φανταζόντουσαν. Μια εβδομάδα τρεχάματα σε υπηρεσίες και εξασφαλίστηκαν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, και νομιμοποιηθήκαν.
Ο Μπάμπης αναχώρησε για τον σύλλογο, κάθε Τετάρτη θα είχε απογευματινή έξοδο, και επιστροφή για ύπνο. Η Ηρώ έπιασε δουλειά στο εμπορικό του Θανάση.
Το μαγαζί αυτό ήταν στην οδό Ερμού, απασχολούσε δέκα γυναίκες και δυο παλικάρια κυρίως για τα κουβαλήματα. Πελάτες πολλοί, κυρίως γυναίκες αλλά και άνδρες που μεταπουλούσαν ότι παίρνανε από τον Θανάση. Εκτός από το προσωπικό του, όλοι τον φωνάζανε πρόεδρο και εκείνος καμάρωνε.
Τις πρώτες ημέρες πήγαινε στο μαγαζί μαζί με τον Θανάση, περνούσε από το σπίτι του και περίμενε να βγει και έμπαινε μαζί του στο αυτοκίνητο. Ο πρόεδρος άλλοτε τυχαία και άλλοτε επίτηδες άπλωνε το χέρι του στην Ηρώ. Αυτή αθώα δεν καταλάβαινε. Μια μέρα στο μαγαζί άλλες κοπέλες που δουλεύανε μαζί της, της είπαν να προσέχει τον πρόεδρο γιατί δεν έχει τόσο αγνές προθέσεις όσο δείχνει. Και επειδή είναι άβγαλτη και όμορφη είναι γι αυτόν πρόκληση. Ένα πρωινό την στρίμωξε στην αποθήκη, να φιλήσει και εκείνη αντέδρασε, «ντροπή σας». Την άρπαξε από το χέρι, «χρωστάς τόσα πως θα με ξεπληρώσεις;» τραβήχτηκε απότομα μακριά του και βγήκε πάνω με τις άλλες κοπέλες. Από τότε δεν ξαναήρθε στην δουλειά με το αυτοκίνητο, έπαιρνε το λεωφορείο της γραμμής.
Πελάτισσες του μαγαζιού ήταν και αρκετές μοδίστρες. Μια εξ αυτών η κυρία Φλώρα καλοέβλεπε την Ηρώ, της καλομιλούσε και στο τέλος τις πρότεινε να φωτογραφηθεί με τα ρούχα της, γιατί είναι άδικο τέτοιο σώμα να μην το εκμεταλλεύεται. Μετά από δυο τρείς φορές, το συζήτησε με τον Μπάμπη και αποφάσισε να ενδώσει στην πρόταση. Ο Μπάμπης γνώρισε αυτήν την Κυρία, έκανε παζάρια για την αμοιβή και ήταν σημαντική. Μια Κυριακή πρωί, Αύγουστος μήνας, μπροστά στην αυλή ήρθε ένα αυτοκίνητο και την πείρε. Πήγανε σε ένα στούντιο άλλαξε ένα σωρό φορέματα, φωτογραφήθηκε με μαγιό πολλές φορές. Πληρώθηκε καλά, και το ίδιο αυτοκίνητο την πήγε πίσω. Την Τετάρτη που βγήκε ο Μπάμπης του έδειξε τα χρήματα, και μαζί βρήκαν τον πρόεδρο και του έδωσαν μέρος από αυτά που χρωστούσαν. Δεν είχε πεί κουβέντα η Ηρώ στον Μπάμπη για την συμπεριφορά του Θανάση.
Στις αρχές του Οκτωβρίου, η κυρία Φλώρα έκανε πάλι την ίδια προσφορά στην Ηρώ, της είπε να παρουσιάσουν τα χειμωνιάτικα μοντέλα, αυτή την φορά δέχθηκε χωρίς ενδοιασμούς. Όταν τελείωσε η φωτογράφηση, πέρασε στο γραφείο να πληρωθεί, της είπε η Φλώρα, «πως αν θέλει μπορεί να βγάζει περισσότερα χρήματα από αυτήν την δουλειά. Είναι και άλλα κορίτσια που φορούν τα ρούχα και τα επιδεικνύουν. Λέγονται μοντέλα, η δουλειά είναι εύκολη, ευχάριστη και θα φύγει από εκείνη την αυλή, που χαραμίζει τα νιάτα της» κουρασμένη η Ηρώ και απογοητευμένη ζήτησε λίγο χρόνο να το κουβεντιάσει και με τον Μπάμπη.
Την Τετάρτη αυτή ο Μπάμπης ήταν αλλιώτικος, πήγαν στον πρόεδρο του δώσανε και άλλα χρήματα έναντι του χρέους εκείνος τα πείρε αμίλητος και δεν τους έβαλε καθόλου μέσα στο σπίτι. Είχε έρθει στον σύλλογο ειδοποίηση να παρουσιαστεί ο Μπάμπης στην στρατολογία, διότι διακόπηκε η αναβολή στρατεύσεως λόγω κακής διαγωγής στην αλλοδαπή που εξέθεσε το Ελληνικό κράτος. Μαζί με αυτό και η ακύρωση του αθλητικού δελτίου. Έτσι ο Μπάμπης θα έφευγε και δεν γνώριζε που και πως θα καταταγεί. Έμεινε στην αυλή μερικές ημέρες, ξαναχαρήκανε τον έρωτα τους, μέχρι που ήρθε ένα πρωινό η ΕΣΑ και τον συνέλαβε.
Αυτές τις ημέρες κουβεντιάσανε και την πρόταση της Φλώρας, ο Μπάμπης δεν είχε αντίρρηση, αντίθετα το θεωρούσε ευκαιρία. Την επόμενη φορά που η Φλώρα ήρθε στο μαγαζί, της είπε πως δέχεται την πρόταση της. Άδικα τα υπόλοιπα κορίτσια του μαγαζιού την απέτρεπαν, αυτή όμως είχε πάρει την απόφαση της.
-πόσα χρωστάς κορίτσι μου ακόμα στον πρόεδρο; ρώτησε η κυρία Φλώρα, άκουσε το ποσό, αύριο θα έρθω να σε πάρω από εδώ να έχεις μαζί σου μόνο τα χαρτιά σου, για οτιδήποτε άλλο χρειαστείς θα το φροντίσουμε μαζί.
Την άλλη μέρα ήρθε πάλι η Φλώρα, ζήτησε τον πρόεδρο, και του έδωσε όσα χρήματα χρωστούσε η Ηρώ, την πήρε και φύγανε με ταξί για την Καστέλα. Φθάσανε στο σπίτι που έμενε η Φλώρα, ένα μεγάλο δίπατο με μεγάλη αυλή γεμάτη λουλούδια, της θύμισε το πατρικό της. Για μια στιγμή η Ηρώ βούρκωσε, την αγκάλιασε η κυρία Φλώρα, «τελείωσαν τα δύσκολα κορίτσι μου τελειώσανε».
Περάσανε μέσα είδε και άλλα κορίτσια της ηλικίας της λίγο μεγαλύτερες. Η Ηρώ ακολούθησε την Φλώρα σε ένα δωμάτιο που της έδειξε,
-εδώ θα μένεις για όσο καιρό θελήσεις, θα φωτογραφίζεσαι και θα επιδεικνύεις ρούχα στις πελάτισσες, θα πάς σε ένα ταχύρυθμο φροντιστήριο να μάθεις περπατάς με χάρη, θα αποκτήσεις φινέτσα, θα αναδείξεις αυτό το όμορφο κορμί που διαθέτεις και θα αμείβεσαι καλά.
-έτσι απλά; Απόρησε
-ναι κορίτσι μου έτσι απλά, αλλά πρέπει να βρούμε ένα άλλο όνομα, γιατί αυτό το Μπαλωμένου είναι κακόηχο.
-και το Ηρώ;
-το Ηρώ είναι καλό, το Μπαλωμένου είναι μακρύ, θα σκεφτείς όλο το βράδυ και μου λές αύριο. πάμε να γνωρίσεις τα άλλα κορίτσια.
Στο σαλόνι καθόντουσαν πέντε νεαρά κορίτσια, δίπλα στο γυμναστήριο ήταν άλλα τρία, έκανε τις συστάσεις η κυρία Φλώρα. Εντύπωση έκανε στην Ηρώ πως ήτανε όλες περιποιημένες και περιποιητικές. Την καλοδέχθηκαν και άρχισαν να κουβεντιάζουν ανάλαφρα θέματα κυρίως γύρω από τον κόσμο του θεάματος. Μετά το φαγητό αποσύρθηκαν όλες και η Ηρώ.
Ξάπλωσε στο κρεβάτι και την βασάνιζε ένας λογισμός, τι όνομα θα πάρει, με τι όνομα θα γίνει γνωστή. Ξενύχτισε για να αποφασίσει τα ξημερώματα, πως θα λέγεται από δω και ύστερα Κική Ράπτη. Έτσι και τον πατέρα της θα θυμάται και τον Βασίλη που χάθηκαν τα ίχνη του. Άρεσε και στην Φλώρα το όνομα αυτό και η Ηρώ μετονομάστηκε σε Κική Ράπτη. Άρχισε να κάνει καριέρα σαν μοντέλο έμαθε, και να χορεύει, έπαιρνε μέρος με μπαλέτα σε θεατρικές παραστάσεις. Φωτογραφιζόταν συχνά, και καμάρωνε όταν έβλεπε να φιγουράρει στα εξώφυλλα των περιοδικών. Έπαιρνε χρήματα στα χέρια της αλλά τα περισσότερα τα διαχειριζότανε η Φλώρα, αυτή έκλεινε συμφωνίες για λογαριασμό της, όπως και για όλα τα κορίτσια που μένανε στο σπίτι.
Γνώρισε πολύ κόσμο η Ηρώ, και ηθικό αλλά και ανήθικο. Πέρασαν δυο χρόνια, όταν ήρθε σε ρήξη με την Φλώρα, και αναγκάστηκε αποχωρίσει από το σπίτι. Η αιτία ήταν πως ζητούσε η Φλώρα να είναι πιο τρυφερή και παραχωρητική σε κάποιον, τότε αντιλήφτηκε πως της ζητούσε να κάνει βίζιτες, και με όσο κουράγιο είχε αρνήθηκε και η Φλώρα την έδιωξε από το σπίτι της.
Στην Καστέλα βρήκε ένα μικρό διαμέρισμα και το νοίκιασε. Αυτό τον καιρό είχε κάνει τις γνωριμίες της, και έτσι έβρισκε δουλειά. Πότε φωτογραφιζότανε, πότε χόρευε και άλλοτε ως ταξιθέτρια, πάντα δίπλα και γύρω από τον κόσμο του θεάματος. Ονειρευότανε πως θα εξελιχτεί σε τραγουδίστρια και θα γίνει βεντέτα. Μετρούσε τα εξώφυλλα και τα θεωρούσε εύσημα. Γνώρισε και έκανε καινούργιες παρέες, ο Μπάμπης δεν ξαναέδωσε σημεία ζωή ούτε και εκείνη τον έψαξε και έτσι τον διέγραψε από την ζωή της.
Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2010
Ηρώ και Βασίλης Γ΄.
Γ΄. Βασίλης και Ηρώ.
Ο Βασίλης μόλις κατέβηκε από το καράβι, ρώτησε και βρήκε το ξενοδοχείο του Χιώτη, άφησε την βαλίτζα του και ξεκίνησε για την Αθήνα. Είχε σχέδιο δράσης. Είχε προγραμματίσει τις κινήσεις του. Θα έβλεπε το Μπακόπουλο, παλιό γνώριμο του Μπαλωμένου, και θα ζητούσε βοήθεια στα πρώτα βήματα μέχρι να αρχίσει να πουλά τις πατέντες που θα σκαρφιζόταν.
Τα γραφεία του Γιάννη Μπακόπουλου, ήταν στην οδό Θησέως 16 στο κέντρο, θυμότανε το πάροδος Κολοκοτρώνη. Ρωτώντας έφτασε μέχρι εκεί. Ο δεύτερος όροφος ήταν όλος του Μπακόπουλου, είχε και εργοστάσιο στο Αιγάλεω που ετοίμαζε υλικά για γραφικές τέχνες. Το γραφείο διεύθυναν οι δύο του γιοί. Αριστερά, στην μία πόρτα έγραφε Γιώργος Μπακόπουλος εμπορικός διευθυντή και στην άλλη Μανόλης Μπακόπουλος τεχνικός διευθυντής. Από την δεξιά πλευρά υπήρχαν καμιά δεκαριά γραφεία, ενώ μια πόρτα στο βάθος έγραφε λογιστήριο.
Κοίταξε γύρω μια ματιά και περίμενε, το πλησίασε ένας ηλικιωμένος κλητήρας, και τον ρώτησε αν θέλει κάτι, ο Βασίλης ζήτησε τον κύριο Γιάννη.
-ο κύριος Γιάννης δεν έρχεται εδώ του εξήγησε ο κλητήρας
-πρέπει να τον δω, αυτήν την διεύθυνση μου έχει δώσει, ποιος είναι αρχηγός εδώ;
-έλα μαζί είπε αυτός και τον οδήγησε στο γραφείο του Γιώργου Μπακόπουλου, κτύπησε την πόρτα και διστακτικά το πέρασε μέσα. Ζητά το κύριο Γιάννη είπε και έφυγε πισωπατώντας. Ο Βασίλης θαρρετά πλησίασε τον Μπακόπουλο και άπλωσε το χέρι «καλημέρα σας είμαι ο Βασίλης Ράπτης».
-παρακαλώ σε τι μπορώ να φανώ χρήσιμος;
-πρέπει να δώ τον πατέρα σας, μπορείτε να τον ειδοποιήστε πως ήρθα από την Χίο για να τον βρώ.
-ναι αμέσως είπε αυτός νομίζοντας πως έχει μπροστά του έναν υποψήφιο πελάτη, και σήκωσε το τηλέφωνο, κάλεσε τον πατέρα του στο εργοστάσιο και εκείνος το είπε να τον κρατήσει οπωσδήποτε μέχρι να έρθει να τον συναντήσει, ο Βασίλης πρότεινε να πάει ο ίδιος στο Αιγάλεω αλλά δεν ήξερε τους δρόμους και θα χρειαζόταν βοήθεια. Επέμενε όμως ο Γιώργος Μπακόπουλος, στην εντολή του πατέρα του, και ο Βασίλης έκατσε στον καναπέ και περίμενε.
Μεσημέριασε και το προσωπικό περνούσε από το γραφείο του Μπακόπουλου να κτυπήσει την κάρτα στο ρολόι που κρέμονταν δίπλα στην πόρτα. Πεινούσε ο Βασίλης, και ρώτησε τον Μπακόπουλο αν υπήρχε στο κυλικείο στο κτίριο. Αρνητική ήταν η απάντηση, ένα καφενείο στην είσοδο υπάρχει μονάχα, εκεί παρήγγειλε ούζο και μεζέ για να ανοίξει η όρεξη όπως είπε. Μόλις έφτασε ο καφετζής, από πίσω ήταν ο Γιάννης Μπακόπουλος.
-βρέ-βρέ πόσο μεγάλωσες Βασίλη, άντρα με τα όλα σου, κάτσε κάτω,
Ο Βασίλης έτεινε το χέρι του, με θυμάστε καλά,
-ποιος σε ξεχνάει εσένα, πιες το ούζο και πάμε να φάμε να τα πούμε.
Ο γιός Μπακόπουλος έμεινε με το στόμα ανοικτό, ποιος ήταν αυτός ο νεαρός που έχαιρε τέτοιας εκτιμήσεως από τον πατέρα του. Για χάρη του ήλθε στα γραφεία, που σπάνια πατούσε, του άρεσε και έκανε κουμάντο από το εργοστάσιο.
Κάτσανε σε ένα εστιατόριο, και ο Βασίλης ανέπτυξε τα σχέδια του, πως ήθελε δηλαδή να ανοίξει ένα γραφείο να πουλά τις πατέντες που θα του παραγγέλνανε. Έπρεπε να βρεθεί ο κατάλληλος τόπος και η σχετική διαφήμιση. Ο Μπακόπουλος είχε διαφορετική άποψη, νέος άνθρωπος σε μια μεγάλη πόλη ξένος σίγουρα θα χαθεί, καλλίτερα να δούλευε για λογαριασμό του, ο Βασίλης ανένδοτος, «θα γίνω αφεντικό και θα με λένε μια μέρα όλοι κύριο Ράπτη». Αφού είδε πως δεν μπορεί να του αλλάξει μυαλά, πρότεινε ο Μπακόπουλος, να έρθει στο εργοστάσιο να δει, και αν έχει να προτείνει κάτι αυτός θα ήταν ο πρώτος του πελάτης. Και μετά θα τον βοηθούσε με ένα γραφείο στην Θησέως και γραμματειακή υποστήριξη. Δεν τα κατάλαβε όλα, αλλά έδωσε ραντεβού την επομένη στο εργοστάσιο στο Αιγάλεω στο Άνω Λιούμι.
Χαιρετηθήκαν και ο Βασίλης επέστρεψε στο Πειραιά στο ξενοδοχείο, ο δε Μπακόπουλος στην Θησέως να επικοινωνήσει με τον Κυριάκο Μπαλωμένο να τον ενημερώσει πως ο Βασίλης βρέθηκε.
Το επόμενο πρωινό ο Βασίλης έφθασε στο εργοστάσιο του Μπακόπουλου. Μετά το κέρασμα του καφέ, ρώτησε ο Μπακόπουλος, τι θα είχε χρήσιμο κόλπο ή πατέντα να του πουλήσει, και ο Βασίλης ζήτησε πίστωση χρόνου μέχρι το μεσημέρι. Άρχισε να περιφέρεται στο εργοστάσιο και να παρατηρεί. Στο εργοστάσιο αυτό ετοίμαζαν υλικά και μηχανήματα για τα λιθογραφία. Απασχολούσε περίπου 20 άτομα.
Στον κάτω όροφο υπήρχαν σε σειρά 10 μηχανές, που φρέσκαραν τους τσίγκους. Σε μια μεγάλη σκάφη στρώνονταν οι τσίγκοι που είχαν πρωτίστως τριφτεί με το χέρι με χημικά υλικά, και έπεφταν πάνω τους χιλιάδες ατσάλινες μπίλιες, που λείαναν με παλμικές κινήσεις, και ετοίμαζαν την επιφάνια να δεχθεί την νέα απεικόνιση και έτσι να καταστεί κατάλληλη για το τυπογραφείο. Η παλμική κίνηση επιταχύνονταν, με ηλεκτρικό μοτέρ, που με ιμάντα ταρακουνούσε την σκάφη. Οι μπίλιες κάποιες φορές αν είχαν παραπάνω σκόνη σβολιάζανε και χρειαζόταν κατάβρεγμα με το λάστιχο να σπάνε οι σβόλοι. Αυτό σήμαινε καθυστέρηση στην παραγωγή και ασταθή χρόνο. Στο τέλος της κάθε παρτίδας, ανοίγοντας της πόρτα έσπρωχνε με την στέκα τις μπίλιες στον κουβά.
Πήρα μια καρέκλα ο Βασίλης και έκατσε απέναντι από τις μηχανές. Δεν κάπνιζε, δεν μίλαγε, μόνο κοίταζε. Θα πέρασαν δυο ώρες, όταν ζήτησε χαρτί και μολύβι από τον Μπακόπουλο, και του ανακοίνωσε πως έχει την πατέντα έτοιμη. Εκείνος χωρίς να βιάζεται τον προέτρεψε να αρχίσει να λέει ότι έχει να πεί. Ο Βασίλης του ζήτησε να πάνε σε μια από τις μηχανές να του δήξει τι ήθελε να αλλάξει. Περισσότερο από περιέργεια και λιγότερο από ενδιαφέρον, τον ακολούθησε.
-πέστε τους να σταματήσει η μηχανή αυτή. Κατόπιν πλησιάσανε και του είπε να σκύψει κάτω από την σκάφη.
-αν το μοτέρ εκείνο στην άκρη μετακινηθεί ακριβώς στο κέντρο, σε ένα άξονα, και γυρίζει έκκεντρα, θα έχουμε αντί την παλινδρομική κίνηση κυκλική προς τα έξω. Οι μπίλιες δεν θα σβολιάζουν γιατί συνέχεια θα σπρώχνονται, σημαίνει σταθερός χρόνος παραγωγής, εν συνεχεία με αμορτισέρ στην πίσω μεριά η σκάφη, θα ανασηκώνετε και δεν θα χρειάζεται το χασομέρι με την στέκα, θα πέφτουνε στο κουβά αυτόματα, στον οποίο θα τρέχει νερό για να πλένονται, μέχρι να στρωθούν οι επόμενες λαμαρίνες θα είναι καθαρές.
-στάσου, στάσου Βασίλη, είμαστε από τους λίγους που έχουμε τέτοια μηχανήματα, άλλοι τρίβουν ακόμα με τα χέρια. Αλλά περίμενε, να έρθει ο Μανώλης.
Πήρε τηλέφωνο στα γραφεία και ζήτησε να αφήσει οτιδήποτε κάνει ο Μανόλης και να έρθει στο εργοστάσιο, το μεσημέρι δε να ακολουθήσει και ο Γιώργος μόλις κλείσουν. Πράγματι σε καμιά ώρα φάνηκε ο Μανώλης και άκουσε τα σχέδια του Βασίλη για τις μηχανές. Ενθουσιάστηκε με τις ιδέες, και για να κλείσουν συμφωνία παρήγγειλαν τα ούζα στο διπλανό καφενείο. Συζήτησαν πολλές λεπτομέρειες και ο Βασίλης είχε λύση σε κάθε απορία του Μανόλη. Όταν ο Γιώργος έφτασε, στράφηκε η κουβέντα στο κέρδος που θα είχαν. Σταθερή παραγωγή, σημαίνει δυνατότητα σωστού προγραμματισμού, λιγότερα κολλήματα σημαίνει περισσότερη παραγωγή, και ακόμη είπε ο Βασίλης θα μπορούσαν να ενωθούν δύο σκάφες σε κάθε έκκεντρο μοτέρ, που σήμαινε τα μισά μεροκάματα για την ίδια δουλειά με λιγότερο ρεύμα.
Ο Μπακόπουλος έβλεπε του γιούς του, να κουβεντιάζουν με τον Βασίλη και χαιρόταν. Αποφάσισε κάποια στιγμή να μπει και αυτός στην συζήτηση.
-τώρα που μας τα είπες αυτά Βασίλη, τι όφελος έχεις;
-θα σας πουλήσω την πατέντα
-αν δεν θέλουμε να την αγοράσουμε, τι θα κάνεις, εσύ θα φύγεις και εμείς θα κάνουμε ότι σκέφτηκες, μας άνοιξες τα μάτια.
-χωρίς να με πληρώσετε; Αυτό δεν είναι τίμιο, ας είναι ευχαριστώ χαίρετε, και σηκώθηκε να φύγει.
-κάτσε παιδί μου κάτω, είπε ο Μπακόπουλος. Θα πλερωθείς και καλά μην αμφιβάλεις, έκανα αυτήν την κίνηση για να σε προφυλάξω, είναι πολλά που δεν ξέρεις όσο μυαλό και να κουβαλάς. Οι γιοί μου ξέρουν άλλα πράγματα που δεν τα φαντάζεσαι. Θα σου δώσω μια ευκαιρία να το διαπιστώσεις. Θα πάρεις ένα γραφεία στην Θησέως, και θα έχεις γραμματειακή υποστήριξη, μέχρι να αδειάσει κανένα γραφείο στο μέγαρο, να το νοικιάσεις μόνος σου. Θα σε βοηθήσουν τα παιδιά να κατοχυρώνεις τις πατέντες σου, να μην σε ξεγελάει κανένας, ακόμα θα σου μάθουν πως και πόσο να πουλάς, ότι σκάφτεσαι, γιατί εσένα εργαλείο είναι το μυαλό σου. Πάμε να φάμε τώρα να το γιορτάσουμε.
Από εκείνη την μέρα άλλαξε η ζωή του Βασίλη. Τον βοήθησαν οι Μπακόπουλοι, βρήκε ένα σπίτι στην πλάκα στα Αναφιώτικα, κοντά υπήρχε μια ταβέρνα που τα μεσημέρια πήγαινε για φαγητό, πλήρωνε κάτι παραπάνω στην νοικοκυρά μια ηλικιωμένη χήρα, και του φρόντιζε τα ρούχα και την καθαριότητα του σπιτιού. Τα βράδια άμα γυρνούσε ή αν ήτανε μέσα έβγαινε μέχρι το καφενείο να πιεί ένα καραφάκι ούζο, και να γυρίσει πίσω. Διάβαζε ότι βρισκότανε μπροστά του. Η Αθήνα ταλανιζόταν από απεργίες από διαδηλώσεις από την πολιτική αστάθεια, αλλά αυτός δεν καταλάβαινε τίποτα. Πολλές φορές του πρότειναν οι Μπακόπουλοι να βγουν παρέα να διασκεδάσουν, ποτέ δεν τους ακολούθησε. Στην τσέπη του είχε ένα μπλοκ και ένα μολύβι και κατά καιρούς σημείωνε και έκανε σκαριφήματα. Παράλληλα επέβλεπε μαζί με τον Μανόλη την ανακατασκευή των δυο μηχανών, που αποφάσισε ο Μπακόπουλος για να μην σταματήσει η παραγωγή.
Κόντευαν τα Χριστούγεννα του 1964 και ο Γιάννης Μπακόπουλος, θέλησε να συστήσει τον Βασίλη κα σε άλλους εργοστασιάρχες, να διευρύνει τον κύκλο των πελατών του. Ένα μεσημεράκι τον έβαλε στο αυτοκίνητο και φύγανε για το τυπογραφείο του τυπογραφείο του Δοξιάδη, όταν φτάσανε επικρατούσε πανικός στο προσωπικό. Είχε συμβεί ατύχημα, ένας εργάτης έκοψε το χέρι του στο ηλεκτρικό ψαλίδι, και δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε.
Ο Δοξιάδης μόλις γύρισε από το νοσοκομείο που πήγαν τον εργάτη, ενημέρωσε το προσωπικό ότι έχασε οριστικά τέσσαρα δάκτυλα ο εργάτης. Με κατεβασμένα τα κεφάλια γύρισαν στις δουλειές τους οι υπόλοιποι. Ο Βασίλης άκουγε και κατά την προσφιλή του συνήθεια δεν έβγαζε μιλιά. Όταν ησύχασαν όλοι ζήτησε να δει τον τόπο του ατυχήματος. Ο Δοξιάδης απόρησε, «ιατροδικαστική έρευνα θα κάνεις;» ο Μπακόπουλος όμως του είπε να μην βιάζεται να βγάλει συμπεράσματα μόνο να οδηγήσει τον Βασίλη εκεί. Πήγαν στο ψαλίδι.
Ζήτησε ο Βασίλης να δει πως δουλεύει, ο Δοξιάδη του έδειξε βάζοντας ένα σωρό βιβλίων για ξάκρισμα (να κοπούν τα περισσεύματα), και κρατώντας την ντάνα πάτησε το κουμπί να κατέβει ο ψαλίδι.
-θα γίνουν και άλλα ατυχήματα πολλά και φταίει το ψαλίδι. Πρέπει να βάλετε μια βέργα οδηγό να σπρώχνει το σωρό των βιβλίων, από κάτω να έχετε δύο μπουτόν που να πατάει με τα δάκτυλα και στο πόδι θα είναι ο διακόπτης που κατεβάζει το ψαλίδι.
Ο Δοξιάδης κοίταζε τον Μπακόπουλο στα μάτια, εκείνος χαμογέλασε
-σκέψου πόσα θα γλυτώσεις στο μέλλον από αποζημιώσεις, και κόψε μια επιταγή για τον Βασίλη,
-πόσα;
-όσα μπορείς περισσότερα, και θα τον ξανακαλέσεις να είσαι σίγουρος
Ο Βασίλης άκουγε αλλά σιωπούσε, κοίταζε γύρω τα άλλα μηχανήματα και με το μυαλό του σκεφτότανε τι είδους βελτιώσεις μπορούν να γίνουν.
Ο Δοξιάδης ήταν ο πρώτος από μια σειρά γνωριμιών που έκανε ο Βασίλης. Ακολούθησαν και άλλοι που ζήτησαν να τον γνωρίσουν, να ακούσουν προτάσεις να βελτιώσουν τις δουλειές τους. εκείνος για όλα είχε απαντήσεις και λύσεις εφαρμόσιμες. Λιγόλογος πάντα και μαζεμένος. Δεν κυκλοφορούσε στην πιάτσα, δεν είχε παρέες εκτός από τους γιούς του Μπακόπουλου, και αυτούς μόνο στην Θησέως 16. Δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για χρήματα, όποτε χρειάζονταν πήγαινε στην τράπεζα και έβγαζε, φρόντιζε ο Μπακόπουλος για τις αμοιβές του, εκείνος άλλωστε ήταν εξαιρετικά ολιγοέξοδος. Μόνο τα τελείως απαραίτητα ξόδευε, και ο λογαριασμός της τράπεζας αυξάνονταν. Του είχαν κολλήσει το παρατσούκλι «ο Τρελός επιστήμων»
Περνούσαν τα χρόνια μονότονα, οι κυβερνήσεις αλλάζανε, έγινε η «επανάσταση» στρατιωτικοποιήθηκε η χώρα, αυτός δεν καταλάβαινε τίποτα, συνέχιζε την ζωή του στο ίδιο ρυθμό. Μέχρι την άνοιξη του 1968. Είκοσι πέντε χρονών τότε ο Βασίλης, είχε ένα μοτοσακό, να κυκλοφορεί στην Αθήνα να προλαβαίνει τις υποχρεώσεις του. Είχε εν τω μεταξύ είχε αδειάσει γραφείο στην Θησέως στον τρίτο όροφο και μετακόμισε. Ο Μπακόπουλος είχε συμβιβαστεί και του παρεχώρησε μια κοπέλα έμπειρη από το δικό του λογιστήριο, έγραψε στην πόρτα με μεγάλα γράμματα (Βασίλης Ράπτης Ευρεσιτεχνίες).
Εκείνη την άνοιξη, γέμισε η Αθήνα από αφίσες διαφημιστικές, για ένα λάδι της θάλασσας. Ήταν μια πολύ όμορφη κοπέλα ξαπλωμένη στην παραλία. Κοίταζε ο Βασίλης την διαφήμιση και του φαινότανε γνώριμη η φυσιογνωμία αυτή. Δεν μπορούσε να θυμηθεί που την γνώρισε. Απέφευγε γενικώς τις συναναστροφές, κι όμως αυτήν κάπου την γνώριζε. Ήθελε να ρωτήσει το όνομα της αλλά ντρεπότανε, ποιόν να ρωτήσει την κοπέλα στο γραφείο ή την νοικοκυρά του; Θα τον κακοχαρακτήριζαν, αλλά πάλι είχε έντονη την περιέργεια να θυμηθεί που την γνώριζε.
Την περιέργεια του την ικανοποίηση με ένα τρόπο αναπάντεχο. Ένα τηλεφώνημα από τα συνηθισμένα του Μπακόπουλου, του όριζε ραντεβού για το απόγευμα να δούνε κάποιον υποψήφιο πελάτη. Πέρασε από τα Αναφιώτικα, ο Γιάννης Μπακόπουλος πήρε τον Βασίλη και ξεκίνησαν με προορισμό την Νέα Χαλκηδόνα, χωρίς να τον ενημερώσει. Ο Βασίλης τρωγόταν από την περιέργεια πέταξε την σπόντα.
-γέμισε η Αθήνα με το αντηλιακό, ποιος το κυκλοφόρησε
-μάλλον δουλειά του Δοξιάδη μοιάζει,
-ναι μάλλον βρήκε όμως το κατάλληλο μοντέλο
-ναι το βρήκε, χαμογέλασε, σε ενδιαφέρει; Θέλεις μήπως να στην γνωρίσω;
-όχι, έτσι το είπα, είπε ο Βασίλη και κοκκίνισε.
Σταμάτησαν μπροστά σε ένα σπίτι, του φάνηκε γνώριμο, αλλά δεν θυμότανε.
-πάμε μέσα Βασίλη. Πέρασαν την πόρτα του κήπου και πριν προλάβουν να κτυπήσουν η πόρτα άνοιξε. Μια κυρία ηλικιωμένη τους υποδέχθηκε.
-περάστε, ο κύριος σας περιμένει,
Η φωνή ήταν γνώριμη, ο Βασίλης άρχισε να συνειδητοποιεί που βρισκότανε. Καθώς ανέβαιναν την σκάλα γύρισε να δει την κυρία αλλά αυτή είχε χαθεί. Στο κεφαλόσκαλο τους περίμενε ο Κυριάκος Μπαλωμένος.
-καλώς τους, τι κάνεις κύριε πατενταδόρε;
Ο Βασίλης δάκρυσε έπιασε το χέρι του Κυριάκου και το φίλησε με πολύ σεβασμό
-δεν τα ξανάπαμε παπάς είμαι; Να μην μου φιλάς το χέρι έλα να σε αγκαλιάσω. Τον αγκάλιασε μια στιγμή και την επόμενη τον έσπρωξε «κάτσε να δω, πως έγινες έτσι, πως μεγάλωσες»
Ο Βασίλης ήταν αμίλητος, κοιτούσε μια τον Μπαλωμένο και μια τον Μπακόπουλο. Αισθανότανε άσχημα ήθελε να ανοίξει η γη να το καταπιεί, τόσο μεγάλη ήταν η αμηχανία του. Ο Μπακόπουλος το πείραξε
-άντε να δούμε τώρα τι πατέντα θα κάνεις;
-κύριε, μίλησε ο Βασίλης προς τον Κυριάκο, κύριε συγχωρέστε την αχαριστία μου.
-παιδί μου όλα το χρόνια ήξερα που είσαι και τι κάνεις, δεν σε έχασα, όχι εσένα δεν σε έχασα, έχασα όμως την Ηρώ.
-θυμάμαι, το γράμμα εκείνο ακόμα το έχω φυλαγμένο, δεν την ξαναείδατε από τότε;
-την είδα αυτές τις ημέρες, όλη η Αθήνα την βλέπει, δεν βλέπεις τα χάλια μας, που καταντήσαμε, αυτή η κοπέλα είναι η Ηρώ.
Ο Βασίλης σώπασε, σηκώθηκε πήγε μέχρι το παράθυρο, κοίταξε λίγο την αυλή του σπιτιού ξαναγύρισε και έκατσε
-πέστε μου κύριε τι έτρεξε;
Ο Μπακόπουλος σηκώθηκε να φύγει.
-δεν νομίζω να χρειάζομαι, θα τα πούμε αύριο, σύμφωνοι Βασίλη.
Μόλις έφυγε ο Κυριάκος τράβηξε ένα κορδόνι και κτύπησε ένα κουδούνι, «θυμάσαι η πρώτη σου πατέντα» «όχι η πρώτη ήταν τα παπούτσια». Ανέβηκε εν τω μεταξύ η κυρία που τους άνοιξε την πόρτα.
-με ζητήσατε κύριε;
Ο Κυριάκος στράφηκε προς τον Βασίλη, «η Χρύσα» τότε ο Βασίλη την αναγνώρισε και αυθόρμητα την αγκάλιασε «αχ κυρία Χρύσα πόσο μου λείπετε, καθίστε μαζί μας.»
-φέρε μας καφέδες σε παρακαλώ, και να ειδοποιήσεις τον Άρη να έρθει. Είπε ο Κυριάκος και γύρισε πάλι προς τον Βασίλη και άρχισε να του εξιστορεί τα διατρέξαντα. Μετά την φυγή της Ηρώς, δεν είχε πρόσωπο να κυκλοφορεί στην κοινωνία, και αποφάσισε να έρθει στην Ελλάδα, με δύο στόχους, ο ένας να μπορέσει ευκολότερα το κορίτσι να επιστρέψει στο σπίτι του και δεύτερος, να τακτοποιηθεί ο Άρης, που δεν ήταν ιδιαίτερα ευφυής, και τσακωνότανε συνέχεια με τον Αλέξανδρο. Άφησε λοιπόν την φάμπρικα στον Αλέξανδρο, και ξεκίνησε στην Αθήνα οικοδομικές επιχειρήσεις, αγοραπωλησίες οικοπέδων, αντιπαροχές και όλα τα συναφή. Ο Άρης μαζί του από την αρχή, για να έχει πλήρη αντίληψη, αλλά πάλι ήταν λίγος. Ώρες και φορές σκεπτότανε να του ανοίξει ένα ψιλικατζίδικο αν και γι αυτό αμφέβαλε αν το καταφέρει. Από την Ηρώ δεν είχε κανένα νέο, καμιά προσπάθεια συμφιλίωσης δεν έγινε. Δεν ήξερε που να την βρει μέχρι αυτές τις ημέρες που γέμισε η Αθήνα με τις αφίσες της. Ρώτησε στην διαφημιστική εταιρία, να μάθει που μπορούσε να βρει το μοντέλο, και έμαθε πως λεγότανε Κική Ράπτη, και αν θέλουν οποιαδήποτε διαφήμιση μόνο μέσω της εταιρίας.
Όσο μιλούσε ο Κυριάκος, ο Βασίλης τον κοίταζε αμίλητος με το ερευνητικό του μάτι. Τον έβλεπε γερασμένο και πονεμένο. Ένοιωθε την υποχρέωση να βοηθήσει αλλά δεν ήξερε πως. Εδώ δεν χωρούσαν πατέντες. Κάποια στιγμή που σταμάτησε να μιλά τον ρώτησε
-τι μπορώ να κάνω κύριε;
-αν θέλεις να βοηθήσεις έλα να δουλέψεις μαζί μου, θα είσαι συνέταιρος, να κάνουμε μαζί εταιρία να την πούμε Ράπτης-Μπαλωμένος, όταν φύγω από αυτήν την ζωή να είναι εξασφαλισμένος ο Άρης. Αυτός είναι ο καημός μου. Έχασα το κορίτσι μου, είναι μακριά ο μεγάλος μου και ο Άρης δεν τα καταφέρνει, βοήθησε με, και θα στο χρωστώ χάρη, είπε παρακαλετά
-μη κύριε, όχι μην παρακαλάτε, θα κάνω ότι θέλετε, αν είμαι άνθρωπος σήμερα το οφείλω σε σας. Μην παρακαλάτε, πέστε μόνο τι πρέπει να κάνω.
Αναθάρρησε ο Κυριάκος Μπαλωμένος, τράβηξε πάλι το κορδόνι και παρήγγειλε στην Χρύσα να ετοιμάσει το βραδινό με ένα πιάτο παραπάνω. Στο τραπέζι έκατσε και ο Άρης που είχε ειδοποιηθεί να επιστρέψει, έπαιζε μπιλιάρδο στην λέσχη της γειτονιάς. Χάρηκε που ξαναείδε τον Βασίλη και μετά το φαγητό άρχισαν να καταστρώνουν τα σχέδια της εταιρίας που ξεκινούσε την πορεία της. Βράδιασε καλά όταν η Χρύσα εμφανίστηκε πάλι, «ο Βασίλης θα μείνει εδώ;» όταν πήρε καταφατική απάντηση με το κούνημα των κεφαλιών και των τριών, πήγε να ετοιμάσει το δωμάτιο.
Η νοικοκυρά και ο καφετζής στα Αναφιώτικα, περιηγήθηκαν επειδή πρώτη φορά στα τόσα χρόνια ο Βασίλης, δεν ακολούθησε το συγκεκριμένο πρόγραμμα του. Η περιέργεια τους μεγάλωσε περισσότερο όταν ανακοίνωσε στην νοικοκυρά πως θα μετακομίσει.
Στο τέλος του χρόνου άδειασαν και άλλα γραφεία στο τρίτο όροφο της Θησέως, και τα νοίκιασε η νέα εταιρία οικοδομικών επιχειρήσεων αντιπαροχών, αγορών και πωλήσεων οικοπέδων και διαμερισμάτων με τίτλο ΜΠΑΡΑ από Μπαλωμένος-Ράπτης. Όλος ο όροφος ήταν της ΜΠΑΡΑ εκτός από ένα γραφείο που υπήρχε η ταμπέλα (Βασίλης Ράπτης Ευρεσιτεχνίες). Σε αυτό διανυχτέρευε πολλές φορές ο Βασίλης, όταν οι υποχρεώσεις δεν του αφήναν περιθώρια χρόνου να πάει μέχρι την Νέα Χαλκηδόνα.
Εκεί σε ένα σπίτι δίπλα στου Μπαλωμένου είχε εγκατασταθεί. Είχε μάθει να είναι μόνος, δεν μπορούσε να μείνει με κανέναν άλλον όσο κι αν του ήταν αγαπητός. Κυριακές και σχόλες τις περισσότερες φορές τον βρίσκανε στην Θησέως, με το μολύβι στο χέρι να σχεδιάζει πατέντες και να ψάχνει λύσεις, οι οικοδομές του παρείχανε πολλές ευκαιρίες να αναδεικνύει το ταλέντο του, Ο Άρης τον παραδεχότανε, δεν έφερνε αντιρρήσεις, το επιτελείο που είχε οργανώσει ο Κυριάκος ήταν συνεργάσιμο και όλα πήγαιναν καλά.
Ο μόνιμος καημός του Κυριάκου ήταν η απουσία της Ηρώς, τον είχε μεταφέρει και στον Βασίλη. Λίγο τον ένοιαζε για την Ηρώ, αλλά πολύ περισσότερο ενδιαφερότανε να μην στεναχωριέται ο Κυριάκος. Ο Άρης την είχε ξεγράψει εντελώς, και όποτε ο πατέρας του την ανέφερε, δυσανασχετούσε και άλλαζε κουβέντα. Έτσι κύλησαν δυο χρόνια, κατά την διάρκεια των οποίων σε τακτικά διαστήματα γέμιζε η Αθήνα από αφίσες με την Ηρώ (Κική Ράπτη) άλλοτε να διαφημίζει κραγιόν, άλλοτε αρώματα, άλλοτε γυαλιά, και τις περισσότερες καλτσόν και εσώρουχα.
Παραμονή πρωτοχρονιάς του 1970, ο Βασίλης βρισκόταν στο γραφείο της Θησέως, δυο άτομα μονάχα στο λογιστήριο της ΜΠΑΡΑ εκείνη την ώρα, κλείσανε το ταμείο, και τον χαιρετίσανε «καλή χρονιά κύριε Ράπτη» «στο καλό καλή χρονιά» αντευχήθηκε και πήγε στη πόρτα, την έκλεισε και επειδή ήταν αργά σκέφτηκε να διανυχτερεύσει στο διπλανό γραφείο, το είχε κάνει πολλές φορές. Μόλις μπήκε και προσπάθησε να κλείσει την πόρτα αισθάνθηκε κάποιο εμπόδιο, έσπρωξε δυνατότερα, αλλά πάλι δεν έκλεινε, άνοιξε να ερευνήσει τι συμβαίνει και έμεινε άλαλος. Μπροστά του στεκότανε η Ηρώ.
-παρακαλώ, έκανε πως δεν την γνώριζε
-θα με αφήσεις να περάσω; Ρώτησε και έσπρωξε την πόρτα,
-περάστε, τι μπορώ να κάνω για σας, συνέχισε στον ίδιο τόνο
-Βασίλη, μη με κοροϊδεύεις, βλέπω στα μάτια σου πως με αναγνώρισες, είμαι η Ηρώ, είπε και έκλεισε την πόρτα πίσω της, δύο ώρες περίμενα να φύγουν οι υπάλληλοι για να μπω
-η Ηρώ, α! μάλιστα η Ηρώ, ο Βασίλης τα είχε χαμένα, ήταν εικοσιεπτά χρόνων και δεν είχε βρεθεί μόνος του με γυναίκα σε κλειστό χώρο, δεν ήξερε πώς να φερθεί, την κοίταξε μια στιγμή στα μάτια και αμέσως τα χαμήλωσε, ήταν τόσο όμορφη. Κοκκίνισε, -τι μπορώ να κάνω για σας;
-να μου πεις να κάτσω πρώτα, είπε και έβγαλε το παλτό της, ένα ευχάριστο άρωμα πλημμύρησε το χώρο, -ήξερα πως θα σε βρω εδώ, τέτοια μέρα και τέτοια ώρα μόνο άνθρωποι σαν εσένα δουλεύουν.
-κάτσε Ηρώ είπε αφού επιστράτευσε όλο το θάρρος του, αλλά πάλι δεν άντεχε να την βλέπει στα μάτια.
-είμαι σε δύσκολη θέση Βασίλη, πρέπει να με βοηθήσεις
-εγώ εσένα, εσύ είσαι φίρμα, όλη η Αθήνα είναι γεμάτη από τις αφίσες σου, τι μπορώ να κάνω εγώ για σένα;
-άκου, είπε και άρχισε να του διηγείται, όλα όσα νόμιζε πως δεν γνώριζε. Το φευγιό με τον Μπάμπη, την γνωριμία με την Φλώρα, στην οποία αρνήθηκε όταν της ζήτησε να κάνει βίζιτες, και την προσπάθεια να σταθεί στα πόδια της στον κόσμο του θεάματος. Για να γίνει φίρμα και φτάσει να γεμίσουν την Αθήνα με την φωτογραφία της, υποχρεώθηκε να κάνει παραχωρήσεις, να κοιμηθεί σε διάφορα κρεβάτια και όχι πάντα μόνη της, και τώρα κυοφορούσε, χωρίς να είναι σίγουρη ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού, έλεγε και έκλεγε, για καταλήξει,
-λυπήσου με και θυμήσου, πριν κάποια χρόνια σε έβγαλα από το κολαστήριο, βγάλε με τώρα εσύ από τον βούρκο, και τον κοίταξε ικετευτικά στα μάτια, εκείνος πάλι χαμήλωσε τα δικά του, εκείνη συνέχισε, -εγώ πρέπει να χαμηλώνω το βλέμμα όχι εσύ,
Ο Βασίλης σηκώθηκε από την καρέκλα, πήγε όπως συνήθιζε μέχρι το παράθυρο, κοίταξε λίγο έξω, ψιλόβρεχε, απέναντι υπήρχε αφίσα με την Ηρώ να διαφημίζει ένα ποτό. Γύρισε και την είδε να έχει ακουμπήσει το κεφάλι της στο γραφείο πάνω στα κουλουριασμένα χέρια της. Την πλησίασε, την άγγιξε στο ώμο δειλά, όταν σήκωσε το κεφάλι της χαμογέλασε
-Ηρώ, μια είναι η λύση,
-ποια
-θα σε παντρευτώ αν θέλεις, να έχει το παιδί έναν πατέρα, και σου υπόσχομαι να το φροντίσω μέχρι να ξεσκολίσει.
Σηκώθηκε η Ηρώ από την καρέκλα της, του έπιασε το κεφάλι και το φίλησε στο στόμα, «θα το κάνεις στ αλήθεια;»
Σαστισμένος από την αντίδραση της, πρώτη φορά είχε τέτοια εμπειρία, τραβήχτηκε πίσω. Γι αυτήν ήταν μια συνηθισμένη εκδήλωση μέσα στο κύκλωμα που ζούσε.
-με ξέρεις από μικρό πως ήμουν πάντα άνδρας με λόγο, δεν άλλαξα εγώ, εσύ εξόκειλες, σε δέκα μέρες από σήμερα υπόσχομαι να είμαστε επίσημα ζευγάρι, αλλά απαιτώ την υποταγή σου, για όσο καιρό θα είμαστε μαζί, αν συμφωνείς. Αν πάλι δεν θέλεις πες τι άλλο σκέφτεσαι.
-τίποτα Βασίλη, τίποτα, ότι πεις θα γίνει, και όποτε εσύ βαρεθείς σήκω και φύγε, το παιδί θα έχει όνομα.
Αφού συμφωνήσαν, σήκωσε το τηλέφωνο και πήρα στο σπίτι του Μπαλωμένου, ήταν η Χρύσα που σήκωσε το ακουστικό. Ο Κυριάκος είχε πάει στου Μπακόπουλου να παίξουν χαρτιά να υποδεχτούν τον νέο χρόνο. Της παρήγγειλε να τον βρει οπωσδήποτε, και να επιστρέψει στο σπίτι γιατί θα ερχότανε εκεί και έπρεπε να τον δει. Η Χρύσα δεν είχε μάθει να φέρνει αντιρρήσεις, και εκτέλεσε την εντολή. Δεν άργησε ο Κυριάκος να έρθει σπίτι του, ήξερε πως για να ζητάει κάτι ο Βασίλης σίγουρα θα άξιζε τον κόπο. Άργησε να φτάσει ο Βασίλης όμως, ερχότανε με το μοτοσακό και φέρνοντας μαζί του την Ηρώ. Κτύπησε την πόρτα περασμένα μεσάνυκτα, όταν άνοιξε με το κορδόνι από ψιλά, πέρασε μέσα και φώναξε χαρούμενα,
-καλή χρονιά, τι σας έχω για ποδαρικό;
-ανέβα πάνω και άσε τα αστεία, μίλησε ο Κυριάκος
-όχι, κατέβα τώρα εσύ, έλα να δεις ποιος θα κάνει ποδαρικό, μην αργείς έλα έλα, με τόνο που σήκωνε αντιρρήσεις.
Κατέβηκε τις σκάλες ο Κυριάκος και πλησίασε την πόρτα, ευτυχώς ήταν κοντά του ο Βασίλης και τον κράτησε, αλλιώς θα είχε σωριαστεί κάτω, από την έκπληξη του, μόλις είδε την κόρη του, την επόμενη στιγμή που στάθηκε στα πόδια του, άλλαξε το ύφος του και πήρα μια παγωμένη έκφραση. Κοίταξε τον Βασίλη στα μάτια με ένα βλέμμα ακαθόριστο, έκπληξη, θυμός, ενθουσιασμός και χαρά συνυπήρχαν. Ο Βασίλης τον πρόλαβε πριν πει καμιά κουβέντα.
-κύριε, από δω είναι η αρραβωνιάρα μου,
-μη λες κύριε πλέον, πες με πατέρα, είπε και άνοιξε την αγκαλιά του να σφίξει την κόρη του, -με την ευχή μου χίλιες φορές.
-μια μας φτάνει, μετά τα φώτα θα γίνει ο γάμος,
-Χρύσα φώναξε ο Κυριάκος, έλα να δεις ποιος μας κάνει ποδαρικό, βγήκε η Χρύσα, αγκάλιασε κλαίγοντας την Ηρώ, «παιδάκι μου που ήσουν;»
-κυρία Χρύσα ντύσου και στολίσου πάμε να γλεντήσουμε, σήμερα έχουμε αρραβωνιάσματα είπε ο Βασίλης και πλησίασε την Ηρώ την αγκάλιασε από το ώμο, -σε λίγες μέρες παντρευόμαστε.
Πρώτη φορά στην ζωή του ο Βασίλης, έκανε νυχτερινή έξοδο την πρωτοχρονιά του 1970, ζαλίστηκε από την φασαρία και την οχλοβοή που συνάντησε στο κέντρο διασκεδάσεως, και ζήτησε να φύγουν γρήγορα. Ο Κυριάκος κουρασμένος και η Χρύσα το ίδιο, δεν φέρανε αντίρρηση, ενώ η Ηρώ κοίταζε το Βασίλη στα μάτια και δεν έβγαζε κουβέντα. Επιστρέφοντας στο σπίτι του Μπαλωμένου, κατέβηκε νωρίτερα στο δικό του, τους χαιρέτισε και δώσανε ραντεβού για το αυριανό μεσημεριανό φαγητό.
Σε δέκα ημέρες έγινε στον Μητροπολιτικό ναό και ο γάμος. Πέρασαν πολλοί να ευχηθούν, κυρίως από το επιχειρηματικό κόσμο, (αγαπούσαν όλοι τον «τρελό επιστήμονα» με τις ευρεσιτεχνίες του οποίου οικονομούσαν χρήματα). Κάποιοι από τον καλλιτεχνικό και δημοσιογράφοι. Καρτερικά χαιρετούσαν όσους παρέλαυναν από μπροστά τους, μέχρι κάποια στιγμή που η Ηρώ, σήκωσε το χέρι της και άστραψε ένα χαστούκι σε αυτόν που ήταν μπροστά της, «εξαφανίσου από εδώ», εκείνος ταπεινωμένος και κρατώντας το μάγουλο του, οπισθοχώρησε πέφτοντας σε άλλους που περίμεναν να χαιρετίσουν το ζευγάρι. Γύρισε στον Βασίλη η Ηρώ, «ο Μπάμπης, πάμε να φύγουμε». Την ίδια στιγμή ξεκίνησαν να φύγουν, αφήνοντας να περιμένουν άδικα όσοι θελαν να τους ευχηθούν.
Γράφανε οι εφημερίδες την άλλη μέρα για τον επεισοδιακό γάμο της ομορφότερης και του εξυπνότερου. Πολλά τα σχόλια και καλοπροαίρετα και κακοπροαίρετα. Πολλά πληρωμένα από τις διαφημιστικές εταιρίες που συντηρούσαν ένα μύθο. Τίποτα από αυτά δεν διάβασε, το νιόπαντρο ζευγάρι, αφού την επομένη κι όλας μέρα ταξίδευαν για το Μιλάνο, να περάσουν τον μήνα του μέλιτος. Με το ίδιο αεροπλάνο ταξίδευε και ο Γιώργος Μπακόπουλος, προκειμένου μαζί με τον Βασίλη να κατοχυρώσουν διεθνώς την νέα ευρεσιτεχνία του, που αφορούσε σωληνωτές σκαλωσιές, που γινόντουσαν πύργοι. Και παράλληλα να βρουν και χρηματοδότη ή εργοστάσιο που θα αναλάμβανε την παραγωγή.
Άρχισε ο έγγαμος βίος για τον Βασίλη ήταν ένα βασανιστικό μαρτύριο. Αγαπούσε την Ηρώ, όμως το φιλότιμο του και ο εγωισμός δεν του επέτρεπαν να το παραδεχθεί. Αυτός την παντρεύτηκε για να έχει πατέρα και όνομα το παιδί και όχι να επωφεληθεί αυτός, έτσι σκεφτότανε. Όταν επέστρεψαν μετά από είκοσι μέρες, τους περίμενε ένα τεσσάρι ρετιρέ στη Φωκίωνος Νέγρη. Είχε φροντίσει ο Κυριάκος την αγορά και η Χρύσα είχε αναλάβει τον εξοπλισμό. Πήγε το ζευγάρι να εγκατασταθεί. Ο Βασίλης πέρασε στην κρεβατοκάμαρα και είδε ένα μεγάλο διπλό κρεβάτι, έκλεισε την πόρτα και είπε στην Ηρώ πως θα γυρίσει σε λίγο. Κατέβηκε αναζήτησε μια έκθεση επίπλων κα παρήγγειλε δυο μονά κρεβάτια, και επέστρεψε. Ανακοίνωσε στην Ηρώ την παραγγελία και το βράδυ κοιμήθηκαν σε χωριστά δωμάτια. Αυτό συνεχίστηκε λίγες ημέρες, μέχρι που ήρθαν τα κρεβάτια που αντικατάστησαν το μεγάλο. Από τότε κοιμόντουσαν δίπλα και χώρια, στο ίδιο δωμάτιο. Σε αυτό το δωμάτιο δεν έμπαινε κανείς εκτός απ την Χρύσα, που ερχότανε και βοηθούσε στο νοικοκυριό.
Γέννησε η Ηρώ ένα όμορφο αγόρι, και δεν σκεφτήκαν πολύ για το ονομάσουν Κυριάκο. Η ζωή του ζευγαριού κυλούσε ομαλά, το παιδάκι μεγάλωνε φυσιολογικά, ο Βασίλης υποδειγματικός πατέρας, και τρυφερός σύζυγος, όσο υπήρχαν ξένοι δίπλα τους, το ίδιο και η Ηρώ.
Κουβέντα δεν ξαναέγινε στο σπίτι για τον Μπάμπη, ή την περιπέτεια της Ηρώς, με την Φλώρα και τα μοντέλα, όλα ξεχαστήκανε. Η Χρύσα έμαθε την Ηρώ να πηγαίνει στην εκκλησία της γειτονιάς, την έμαθε ακόμα να μαγειρεύει, και να φροντίζει το σπιτικό της. Όλα αυτά δεν αρκούσαν για την Ηρώ, ήταν ανήσυχο πνεύμα. Προσπάθησε πολλές φορές να πλησιάσει το Βασίλη, με διάφορους τρόπους, εύρισκε μπροστά της ένα τοίχος. Κανείς εκτός από την Χρύσα δεν είχε καταλάβει τίποτα.
Όταν ο μικρός Κυριάκος πήγε στο σχολείο, περίσσευε χρόνος. Για να μη πηγαίνει χαμένος, ο Βασίλης της πρότεινε να έρχεται στην ΜΠΑΡΑ, να βοηθάει και να μαθαίνει την εταιρία, μια και ο Άρης ήταν πάντα λίγος. Δεν είχε αντίρρηση αυτή και σε λίγο καιρό είχε γίνει απαραίτητη στην εταιρία. Όσο περνούσαν οι μήνες, αποσυρόταν από την ΜΠΑΡΑ ο Βασίλης ρίχνοντας το βάρος του στις ευρεσιτεχνίες, ερχότανε η εποχή του αλουμινίου στα κουφώματα και σχεδίαζε πατέντες να μην πηγαίνουν χαμένα υλικά από ρετάλια. Είχε οργανωθεί καλά, αλλά δεν σταμάτησε την συνεργασία με τους Μπακόπουλους, ούτε και το είχε σκοπό, ήταν ευγνώμων και το έδειχνε σε κάθε ευκαιρία. Αποκαλούσε τον Κυριάκο Μπαλωμένο πατέρα και το ένοιωθε. Όλες τις πατέντες τις κατοχύρωνε στο όνομα της γυναίκας του, όπως και ότι περιουσιακό στοιχείο αποκτούσε. Είχε ακόμα αποσύρει την συμμετοχή του στην ΜΠΑΡΑ, υπέρ της Ηρώς. Στην ουσία δεν είχε κρατήσει για το εαυτό του τίποτα, τα είχε δώσει όλα στην οικογένεια.
Η Ηρώ αυτό έβλεπε και δεν ήξερε πώς να ανταποδώσει αυτήν την ευτυχία, που όμως δεν ήταν ολοκληρωμένη.
Πέθανε η Χρύσα και η Ηρώ πολλαπλασίασε τις επισκέψεις στην εκκλησία, παρέσυρε και τον Βασίλη και κάθε Κυριακή η οικογένεια έδινε παρών στην λειτουργία, έπειτα ο περίπατος και το φαγητό κάπου έξω. Και ο καιρός περνούσε ρουτινιάρικος. Στα 1981 η Αθήνα ξαναζούσε στιγμές έντασης, αλλά ο Βασίλης δεν καταλάβαινε από αυτά.
Το παιδί μεγάλωσε το επόμενο χρόνο τέλειωνε το δημοτικό, ξεσκόλιζε κατά την προσφιλή του έκφραση. Τελείωνε το συμβόλαιο, είχε τηρήσει τον λόγο του σαν άνδρας, έπρεπε να σκεφτεί το επόμενο βήμα. Αυτό που τον προβλημάτιζε ήταν που έπρεπε να δικαιολογήσει την όποια απόφαση έπαιρνε στον Κυριάκο Μπαλωμένο.
Ο Κυριάκος Μπαλωμένος είχε αποσυρθεί από όλες τις δουλειές. Είχε πιάσει φιλίες με τον Παπά, και ξόδευε τις ώρες του ως επίτροπος στην εκκλησία της γειτονιάς. Δοξολογούσε τον Θεό, που τελείωνε η ζωή του, ήρεμα μετά την μεγάλη περιπέτεια με την κόρη του, και την ντροπή που ένιωσε. Θεωρούσε ανταμοιβή από τον Θεό, για όσα πρόσφερε στον Βασίλη και στα άλλα παιδιά που μάζευε στην φάμπρικα, άσχετα αν από αυτό πάντα είχε όφελος.
Μια φορά από τις πολλές που παρακολουθούσε την ακολουθία να εξελίσσεται, πίσω από το παγκάρι, έγειρε προς τα μπρός και ένας γδούπος ακούστηκε όταν έπεσε. Κάλεσαν ασθενοφόρο αλλά μάταια, τον είχε προδώσει η καρδιά του. Καλό σημάδι λέγανε οι θρησκόληπτοι, να πεθάνει στον ναό, κακό σημάδι λέγανε οι αντίθετοι, δεν τον ήθελε ο Θεός στην εκκλησία. Έγινε η κηδεία και Βασίλης θεώρησε πως ελευθερώθηκε. Ήταν ο ουσιαστικός αρχηγός της οικογένειας, αλλά όχι ο τυπικός.
Το καλοκαίρι 1982 ήρθε, ο μικρός Κυριάκος θα έλειπε πρώτη φορά σε κατασκήνωση. Το διάστημα αυτό νόμιζε ο Βασίλης πως έπρεπε να δράσει. Είχε φτάσει ο καιρός του χωρισμού, από την άλλη αγαπούσε την Ηρώ, είχε μάθει κοντά της, είχε συνηθίσει σε ένα τρόπο ζωής και του άρεσε αυτός ο ρυθμός. Αλλά ο εγωισμός του έλεγε, πως το συμβόλαιο τελείωσε. Μετά από πολύ σκέψη, πρότεινε στην Ηρώ να περάσουνε ένα διήμερο στο Πήλιο. Εκείνη δεν έφερνε ποτέ αντίρρηση στον Βασίλη, ούτε και τώρα. Στο ξενοδοχείο που φτάσανε, θέλησε να εκφράσει ότι τον βασάνιζε και μετά το βραδινό φαγητό της πρότεινε να περπατήσουν, εκεί άνοιξε το στόμα του, και τι δεν είπε τότε.
Μίλησε με πίκρα για το γεγονός που τον άφησαν στην Χίο και έφυγαν, έβγαζε ένα βάρος χρόνων, δεν είχε το θάρρος να τα πεί στον πατέρα της και τα έλεγε στην Ηρώ, μίλαγε για τις δυσκολίες που πέρασε για την μοναξιά που το κυνηγά πάντα. Ακόμα είπε πως όταν είδε τις αφίσες της τρελάθηκε να την γνωρίσει αλλά δεν ήξερε ποια είναι, και όταν εκείνη πήγε στο γραφείο προτιμούσε να ανοίξει η γη να τον καταπιεί. Ότι ήταν ερωτευμένος μαζί της τόσα χρόνια, και τα περνούσε μαρτυρικά δίπλα της, αλλά σαν άνδρας κρατούσε τον λόγο του. Τώρα που το παιδί ξεσκόλιζε, έφτασε η ώρα που έπρεπε να τον αφήσει, και τι θα γίνει παρακάτω. Μιλούσε και έκλεγε. Δεν το φανταζότανε ποτέ θα κλάψει έτσι, αλλά δεν μπορούσε να συγκρατηθεί. Είχε παράπονα πολλά, είχε περάσει τα σαράντα του χρόνια, και γυναίκα δεν είχε γνωρίσει, κι ας είχε δίπλα του μια από τις πλέον επιθυμητές της Αθήνας.
Η Ηρώ άκουγε, και δάκρυζε. Σκούπιζε τα μάτια της αλλά αυτά δεν έλεγαν να σταματήσουν. Όσο ο Βασίλης μιλούσε ένα μαχαίρι τις ξέσκιζε τα σωθικά. Πήρε τον λόγο κάποια στιγμή για να εκφράσει και αυτή τον πόνο της, να του πεί πως του είναι ευγνώμων για την σωτηρία που τις προσέφερε, αλλά ο εγωισμός του πάντα την κρατούσε μακριά, ήθελε να τον πλησιάσει, αλλά θυμόταν το πρώτο σπρώξιμο όταν τον φίλησε στο γραφείο και τα δυο μονά κρεβάτια όταν εγκατασταθήκαν στο σπίτι και είχε ενδοιασμούς. Φοβόταν μήπως κάνει κάτι και τον δυσαρεστήσει, γι αυτό ήταν πάντα τόσο προσεκτική και τυπική, είπε και άλλα πολλά, αυτός πάλι είπε τα δικά του, και κλαίγοντας και οι δύο επέστρεψαν στο ξενοδοχείο.
Στο δωμάτιο τους η Ηρώ θέλησε να τον πλησιάσει να ζευγαρώσουν επί τέλους, μετά από τόσα χρόνια γάμου. Εκείνος στο παράθυρο κοίταζε έξω αμίλητος. Η Ηρώ αδημονούσε
-έλα άνδρα μου στο κρεβάτι μας, πρώτη φορά το αποκάλεσε άνδρα μου.
Πλησίασε αυτός ακούμπησε τα χέρια στην μέση του και έβγαλε από μέσα του πολλή κακία.
-γιατί; Για να κάνεις σύγκριση με τους άλλους;
Γύρισε από την άλλη η Ηρώ και ξέσπασε σε λυγμούς, ο Βασίλης ντύθηκε και κατέβηκε στο μπαρ. Από την μία πλευρά η αγάπη νίκησε το πόνο, από την άλλη νικήθηκε από τον εγωισμό. Το άλλο πρωί η Ηρώ τον μάζεψε από το μπαρ, τον έβαλε στο αυτοκίνητο κα γυρίσανε σπίτι τους. όταν ξύπνησε ο Βασίλης αναρωτιόταν που βρίσκεται και πως είχε έρθει μέχρι εδώ.
Ο Βασίλης μόλις κατέβηκε από το καράβι, ρώτησε και βρήκε το ξενοδοχείο του Χιώτη, άφησε την βαλίτζα του και ξεκίνησε για την Αθήνα. Είχε σχέδιο δράσης. Είχε προγραμματίσει τις κινήσεις του. Θα έβλεπε το Μπακόπουλο, παλιό γνώριμο του Μπαλωμένου, και θα ζητούσε βοήθεια στα πρώτα βήματα μέχρι να αρχίσει να πουλά τις πατέντες που θα σκαρφιζόταν.
Τα γραφεία του Γιάννη Μπακόπουλου, ήταν στην οδό Θησέως 16 στο κέντρο, θυμότανε το πάροδος Κολοκοτρώνη. Ρωτώντας έφτασε μέχρι εκεί. Ο δεύτερος όροφος ήταν όλος του Μπακόπουλου, είχε και εργοστάσιο στο Αιγάλεω που ετοίμαζε υλικά για γραφικές τέχνες. Το γραφείο διεύθυναν οι δύο του γιοί. Αριστερά, στην μία πόρτα έγραφε Γιώργος Μπακόπουλος εμπορικός διευθυντή και στην άλλη Μανόλης Μπακόπουλος τεχνικός διευθυντής. Από την δεξιά πλευρά υπήρχαν καμιά δεκαριά γραφεία, ενώ μια πόρτα στο βάθος έγραφε λογιστήριο.
Κοίταξε γύρω μια ματιά και περίμενε, το πλησίασε ένας ηλικιωμένος κλητήρας, και τον ρώτησε αν θέλει κάτι, ο Βασίλης ζήτησε τον κύριο Γιάννη.
-ο κύριος Γιάννης δεν έρχεται εδώ του εξήγησε ο κλητήρας
-πρέπει να τον δω, αυτήν την διεύθυνση μου έχει δώσει, ποιος είναι αρχηγός εδώ;
-έλα μαζί είπε αυτός και τον οδήγησε στο γραφείο του Γιώργου Μπακόπουλου, κτύπησε την πόρτα και διστακτικά το πέρασε μέσα. Ζητά το κύριο Γιάννη είπε και έφυγε πισωπατώντας. Ο Βασίλης θαρρετά πλησίασε τον Μπακόπουλο και άπλωσε το χέρι «καλημέρα σας είμαι ο Βασίλης Ράπτης».
-παρακαλώ σε τι μπορώ να φανώ χρήσιμος;
-πρέπει να δώ τον πατέρα σας, μπορείτε να τον ειδοποιήστε πως ήρθα από την Χίο για να τον βρώ.
-ναι αμέσως είπε αυτός νομίζοντας πως έχει μπροστά του έναν υποψήφιο πελάτη, και σήκωσε το τηλέφωνο, κάλεσε τον πατέρα του στο εργοστάσιο και εκείνος το είπε να τον κρατήσει οπωσδήποτε μέχρι να έρθει να τον συναντήσει, ο Βασίλης πρότεινε να πάει ο ίδιος στο Αιγάλεω αλλά δεν ήξερε τους δρόμους και θα χρειαζόταν βοήθεια. Επέμενε όμως ο Γιώργος Μπακόπουλος, στην εντολή του πατέρα του, και ο Βασίλης έκατσε στον καναπέ και περίμενε.
Μεσημέριασε και το προσωπικό περνούσε από το γραφείο του Μπακόπουλου να κτυπήσει την κάρτα στο ρολόι που κρέμονταν δίπλα στην πόρτα. Πεινούσε ο Βασίλης, και ρώτησε τον Μπακόπουλο αν υπήρχε στο κυλικείο στο κτίριο. Αρνητική ήταν η απάντηση, ένα καφενείο στην είσοδο υπάρχει μονάχα, εκεί παρήγγειλε ούζο και μεζέ για να ανοίξει η όρεξη όπως είπε. Μόλις έφτασε ο καφετζής, από πίσω ήταν ο Γιάννης Μπακόπουλος.
-βρέ-βρέ πόσο μεγάλωσες Βασίλη, άντρα με τα όλα σου, κάτσε κάτω,
Ο Βασίλης έτεινε το χέρι του, με θυμάστε καλά,
-ποιος σε ξεχνάει εσένα, πιες το ούζο και πάμε να φάμε να τα πούμε.
Ο γιός Μπακόπουλος έμεινε με το στόμα ανοικτό, ποιος ήταν αυτός ο νεαρός που έχαιρε τέτοιας εκτιμήσεως από τον πατέρα του. Για χάρη του ήλθε στα γραφεία, που σπάνια πατούσε, του άρεσε και έκανε κουμάντο από το εργοστάσιο.
Κάτσανε σε ένα εστιατόριο, και ο Βασίλης ανέπτυξε τα σχέδια του, πως ήθελε δηλαδή να ανοίξει ένα γραφείο να πουλά τις πατέντες που θα του παραγγέλνανε. Έπρεπε να βρεθεί ο κατάλληλος τόπος και η σχετική διαφήμιση. Ο Μπακόπουλος είχε διαφορετική άποψη, νέος άνθρωπος σε μια μεγάλη πόλη ξένος σίγουρα θα χαθεί, καλλίτερα να δούλευε για λογαριασμό του, ο Βασίλης ανένδοτος, «θα γίνω αφεντικό και θα με λένε μια μέρα όλοι κύριο Ράπτη». Αφού είδε πως δεν μπορεί να του αλλάξει μυαλά, πρότεινε ο Μπακόπουλος, να έρθει στο εργοστάσιο να δει, και αν έχει να προτείνει κάτι αυτός θα ήταν ο πρώτος του πελάτης. Και μετά θα τον βοηθούσε με ένα γραφείο στην Θησέως και γραμματειακή υποστήριξη. Δεν τα κατάλαβε όλα, αλλά έδωσε ραντεβού την επομένη στο εργοστάσιο στο Αιγάλεω στο Άνω Λιούμι.
Χαιρετηθήκαν και ο Βασίλης επέστρεψε στο Πειραιά στο ξενοδοχείο, ο δε Μπακόπουλος στην Θησέως να επικοινωνήσει με τον Κυριάκο Μπαλωμένο να τον ενημερώσει πως ο Βασίλης βρέθηκε.
Το επόμενο πρωινό ο Βασίλης έφθασε στο εργοστάσιο του Μπακόπουλου. Μετά το κέρασμα του καφέ, ρώτησε ο Μπακόπουλος, τι θα είχε χρήσιμο κόλπο ή πατέντα να του πουλήσει, και ο Βασίλης ζήτησε πίστωση χρόνου μέχρι το μεσημέρι. Άρχισε να περιφέρεται στο εργοστάσιο και να παρατηρεί. Στο εργοστάσιο αυτό ετοίμαζαν υλικά και μηχανήματα για τα λιθογραφία. Απασχολούσε περίπου 20 άτομα.
Στον κάτω όροφο υπήρχαν σε σειρά 10 μηχανές, που φρέσκαραν τους τσίγκους. Σε μια μεγάλη σκάφη στρώνονταν οι τσίγκοι που είχαν πρωτίστως τριφτεί με το χέρι με χημικά υλικά, και έπεφταν πάνω τους χιλιάδες ατσάλινες μπίλιες, που λείαναν με παλμικές κινήσεις, και ετοίμαζαν την επιφάνια να δεχθεί την νέα απεικόνιση και έτσι να καταστεί κατάλληλη για το τυπογραφείο. Η παλμική κίνηση επιταχύνονταν, με ηλεκτρικό μοτέρ, που με ιμάντα ταρακουνούσε την σκάφη. Οι μπίλιες κάποιες φορές αν είχαν παραπάνω σκόνη σβολιάζανε και χρειαζόταν κατάβρεγμα με το λάστιχο να σπάνε οι σβόλοι. Αυτό σήμαινε καθυστέρηση στην παραγωγή και ασταθή χρόνο. Στο τέλος της κάθε παρτίδας, ανοίγοντας της πόρτα έσπρωχνε με την στέκα τις μπίλιες στον κουβά.
Πήρα μια καρέκλα ο Βασίλης και έκατσε απέναντι από τις μηχανές. Δεν κάπνιζε, δεν μίλαγε, μόνο κοίταζε. Θα πέρασαν δυο ώρες, όταν ζήτησε χαρτί και μολύβι από τον Μπακόπουλο, και του ανακοίνωσε πως έχει την πατέντα έτοιμη. Εκείνος χωρίς να βιάζεται τον προέτρεψε να αρχίσει να λέει ότι έχει να πεί. Ο Βασίλης του ζήτησε να πάνε σε μια από τις μηχανές να του δήξει τι ήθελε να αλλάξει. Περισσότερο από περιέργεια και λιγότερο από ενδιαφέρον, τον ακολούθησε.
-πέστε τους να σταματήσει η μηχανή αυτή. Κατόπιν πλησιάσανε και του είπε να σκύψει κάτω από την σκάφη.
-αν το μοτέρ εκείνο στην άκρη μετακινηθεί ακριβώς στο κέντρο, σε ένα άξονα, και γυρίζει έκκεντρα, θα έχουμε αντί την παλινδρομική κίνηση κυκλική προς τα έξω. Οι μπίλιες δεν θα σβολιάζουν γιατί συνέχεια θα σπρώχνονται, σημαίνει σταθερός χρόνος παραγωγής, εν συνεχεία με αμορτισέρ στην πίσω μεριά η σκάφη, θα ανασηκώνετε και δεν θα χρειάζεται το χασομέρι με την στέκα, θα πέφτουνε στο κουβά αυτόματα, στον οποίο θα τρέχει νερό για να πλένονται, μέχρι να στρωθούν οι επόμενες λαμαρίνες θα είναι καθαρές.
-στάσου, στάσου Βασίλη, είμαστε από τους λίγους που έχουμε τέτοια μηχανήματα, άλλοι τρίβουν ακόμα με τα χέρια. Αλλά περίμενε, να έρθει ο Μανώλης.
Πήρε τηλέφωνο στα γραφεία και ζήτησε να αφήσει οτιδήποτε κάνει ο Μανόλης και να έρθει στο εργοστάσιο, το μεσημέρι δε να ακολουθήσει και ο Γιώργος μόλις κλείσουν. Πράγματι σε καμιά ώρα φάνηκε ο Μανώλης και άκουσε τα σχέδια του Βασίλη για τις μηχανές. Ενθουσιάστηκε με τις ιδέες, και για να κλείσουν συμφωνία παρήγγειλαν τα ούζα στο διπλανό καφενείο. Συζήτησαν πολλές λεπτομέρειες και ο Βασίλης είχε λύση σε κάθε απορία του Μανόλη. Όταν ο Γιώργος έφτασε, στράφηκε η κουβέντα στο κέρδος που θα είχαν. Σταθερή παραγωγή, σημαίνει δυνατότητα σωστού προγραμματισμού, λιγότερα κολλήματα σημαίνει περισσότερη παραγωγή, και ακόμη είπε ο Βασίλης θα μπορούσαν να ενωθούν δύο σκάφες σε κάθε έκκεντρο μοτέρ, που σήμαινε τα μισά μεροκάματα για την ίδια δουλειά με λιγότερο ρεύμα.
Ο Μπακόπουλος έβλεπε του γιούς του, να κουβεντιάζουν με τον Βασίλη και χαιρόταν. Αποφάσισε κάποια στιγμή να μπει και αυτός στην συζήτηση.
-τώρα που μας τα είπες αυτά Βασίλη, τι όφελος έχεις;
-θα σας πουλήσω την πατέντα
-αν δεν θέλουμε να την αγοράσουμε, τι θα κάνεις, εσύ θα φύγεις και εμείς θα κάνουμε ότι σκέφτηκες, μας άνοιξες τα μάτια.
-χωρίς να με πληρώσετε; Αυτό δεν είναι τίμιο, ας είναι ευχαριστώ χαίρετε, και σηκώθηκε να φύγει.
-κάτσε παιδί μου κάτω, είπε ο Μπακόπουλος. Θα πλερωθείς και καλά μην αμφιβάλεις, έκανα αυτήν την κίνηση για να σε προφυλάξω, είναι πολλά που δεν ξέρεις όσο μυαλό και να κουβαλάς. Οι γιοί μου ξέρουν άλλα πράγματα που δεν τα φαντάζεσαι. Θα σου δώσω μια ευκαιρία να το διαπιστώσεις. Θα πάρεις ένα γραφεία στην Θησέως, και θα έχεις γραμματειακή υποστήριξη, μέχρι να αδειάσει κανένα γραφείο στο μέγαρο, να το νοικιάσεις μόνος σου. Θα σε βοηθήσουν τα παιδιά να κατοχυρώνεις τις πατέντες σου, να μην σε ξεγελάει κανένας, ακόμα θα σου μάθουν πως και πόσο να πουλάς, ότι σκάφτεσαι, γιατί εσένα εργαλείο είναι το μυαλό σου. Πάμε να φάμε τώρα να το γιορτάσουμε.
Από εκείνη την μέρα άλλαξε η ζωή του Βασίλη. Τον βοήθησαν οι Μπακόπουλοι, βρήκε ένα σπίτι στην πλάκα στα Αναφιώτικα, κοντά υπήρχε μια ταβέρνα που τα μεσημέρια πήγαινε για φαγητό, πλήρωνε κάτι παραπάνω στην νοικοκυρά μια ηλικιωμένη χήρα, και του φρόντιζε τα ρούχα και την καθαριότητα του σπιτιού. Τα βράδια άμα γυρνούσε ή αν ήτανε μέσα έβγαινε μέχρι το καφενείο να πιεί ένα καραφάκι ούζο, και να γυρίσει πίσω. Διάβαζε ότι βρισκότανε μπροστά του. Η Αθήνα ταλανιζόταν από απεργίες από διαδηλώσεις από την πολιτική αστάθεια, αλλά αυτός δεν καταλάβαινε τίποτα. Πολλές φορές του πρότειναν οι Μπακόπουλοι να βγουν παρέα να διασκεδάσουν, ποτέ δεν τους ακολούθησε. Στην τσέπη του είχε ένα μπλοκ και ένα μολύβι και κατά καιρούς σημείωνε και έκανε σκαριφήματα. Παράλληλα επέβλεπε μαζί με τον Μανόλη την ανακατασκευή των δυο μηχανών, που αποφάσισε ο Μπακόπουλος για να μην σταματήσει η παραγωγή.
Κόντευαν τα Χριστούγεννα του 1964 και ο Γιάννης Μπακόπουλος, θέλησε να συστήσει τον Βασίλη κα σε άλλους εργοστασιάρχες, να διευρύνει τον κύκλο των πελατών του. Ένα μεσημεράκι τον έβαλε στο αυτοκίνητο και φύγανε για το τυπογραφείο του τυπογραφείο του Δοξιάδη, όταν φτάσανε επικρατούσε πανικός στο προσωπικό. Είχε συμβεί ατύχημα, ένας εργάτης έκοψε το χέρι του στο ηλεκτρικό ψαλίδι, και δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε.
Ο Δοξιάδης μόλις γύρισε από το νοσοκομείο που πήγαν τον εργάτη, ενημέρωσε το προσωπικό ότι έχασε οριστικά τέσσαρα δάκτυλα ο εργάτης. Με κατεβασμένα τα κεφάλια γύρισαν στις δουλειές τους οι υπόλοιποι. Ο Βασίλης άκουγε και κατά την προσφιλή του συνήθεια δεν έβγαζε μιλιά. Όταν ησύχασαν όλοι ζήτησε να δει τον τόπο του ατυχήματος. Ο Δοξιάδης απόρησε, «ιατροδικαστική έρευνα θα κάνεις;» ο Μπακόπουλος όμως του είπε να μην βιάζεται να βγάλει συμπεράσματα μόνο να οδηγήσει τον Βασίλη εκεί. Πήγαν στο ψαλίδι.
Ζήτησε ο Βασίλης να δει πως δουλεύει, ο Δοξιάδη του έδειξε βάζοντας ένα σωρό βιβλίων για ξάκρισμα (να κοπούν τα περισσεύματα), και κρατώντας την ντάνα πάτησε το κουμπί να κατέβει ο ψαλίδι.
-θα γίνουν και άλλα ατυχήματα πολλά και φταίει το ψαλίδι. Πρέπει να βάλετε μια βέργα οδηγό να σπρώχνει το σωρό των βιβλίων, από κάτω να έχετε δύο μπουτόν που να πατάει με τα δάκτυλα και στο πόδι θα είναι ο διακόπτης που κατεβάζει το ψαλίδι.
Ο Δοξιάδης κοίταζε τον Μπακόπουλο στα μάτια, εκείνος χαμογέλασε
-σκέψου πόσα θα γλυτώσεις στο μέλλον από αποζημιώσεις, και κόψε μια επιταγή για τον Βασίλη,
-πόσα;
-όσα μπορείς περισσότερα, και θα τον ξανακαλέσεις να είσαι σίγουρος
Ο Βασίλης άκουγε αλλά σιωπούσε, κοίταζε γύρω τα άλλα μηχανήματα και με το μυαλό του σκεφτότανε τι είδους βελτιώσεις μπορούν να γίνουν.
Ο Δοξιάδης ήταν ο πρώτος από μια σειρά γνωριμιών που έκανε ο Βασίλης. Ακολούθησαν και άλλοι που ζήτησαν να τον γνωρίσουν, να ακούσουν προτάσεις να βελτιώσουν τις δουλειές τους. εκείνος για όλα είχε απαντήσεις και λύσεις εφαρμόσιμες. Λιγόλογος πάντα και μαζεμένος. Δεν κυκλοφορούσε στην πιάτσα, δεν είχε παρέες εκτός από τους γιούς του Μπακόπουλου, και αυτούς μόνο στην Θησέως 16. Δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για χρήματα, όποτε χρειάζονταν πήγαινε στην τράπεζα και έβγαζε, φρόντιζε ο Μπακόπουλος για τις αμοιβές του, εκείνος άλλωστε ήταν εξαιρετικά ολιγοέξοδος. Μόνο τα τελείως απαραίτητα ξόδευε, και ο λογαριασμός της τράπεζας αυξάνονταν. Του είχαν κολλήσει το παρατσούκλι «ο Τρελός επιστήμων»
Περνούσαν τα χρόνια μονότονα, οι κυβερνήσεις αλλάζανε, έγινε η «επανάσταση» στρατιωτικοποιήθηκε η χώρα, αυτός δεν καταλάβαινε τίποτα, συνέχιζε την ζωή του στο ίδιο ρυθμό. Μέχρι την άνοιξη του 1968. Είκοσι πέντε χρονών τότε ο Βασίλης, είχε ένα μοτοσακό, να κυκλοφορεί στην Αθήνα να προλαβαίνει τις υποχρεώσεις του. Είχε εν τω μεταξύ είχε αδειάσει γραφείο στην Θησέως στον τρίτο όροφο και μετακόμισε. Ο Μπακόπουλος είχε συμβιβαστεί και του παρεχώρησε μια κοπέλα έμπειρη από το δικό του λογιστήριο, έγραψε στην πόρτα με μεγάλα γράμματα (Βασίλης Ράπτης Ευρεσιτεχνίες).
Εκείνη την άνοιξη, γέμισε η Αθήνα από αφίσες διαφημιστικές, για ένα λάδι της θάλασσας. Ήταν μια πολύ όμορφη κοπέλα ξαπλωμένη στην παραλία. Κοίταζε ο Βασίλης την διαφήμιση και του φαινότανε γνώριμη η φυσιογνωμία αυτή. Δεν μπορούσε να θυμηθεί που την γνώρισε. Απέφευγε γενικώς τις συναναστροφές, κι όμως αυτήν κάπου την γνώριζε. Ήθελε να ρωτήσει το όνομα της αλλά ντρεπότανε, ποιόν να ρωτήσει την κοπέλα στο γραφείο ή την νοικοκυρά του; Θα τον κακοχαρακτήριζαν, αλλά πάλι είχε έντονη την περιέργεια να θυμηθεί που την γνώριζε.
Την περιέργεια του την ικανοποίηση με ένα τρόπο αναπάντεχο. Ένα τηλεφώνημα από τα συνηθισμένα του Μπακόπουλου, του όριζε ραντεβού για το απόγευμα να δούνε κάποιον υποψήφιο πελάτη. Πέρασε από τα Αναφιώτικα, ο Γιάννης Μπακόπουλος πήρε τον Βασίλη και ξεκίνησαν με προορισμό την Νέα Χαλκηδόνα, χωρίς να τον ενημερώσει. Ο Βασίλης τρωγόταν από την περιέργεια πέταξε την σπόντα.
-γέμισε η Αθήνα με το αντηλιακό, ποιος το κυκλοφόρησε
-μάλλον δουλειά του Δοξιάδη μοιάζει,
-ναι μάλλον βρήκε όμως το κατάλληλο μοντέλο
-ναι το βρήκε, χαμογέλασε, σε ενδιαφέρει; Θέλεις μήπως να στην γνωρίσω;
-όχι, έτσι το είπα, είπε ο Βασίλη και κοκκίνισε.
Σταμάτησαν μπροστά σε ένα σπίτι, του φάνηκε γνώριμο, αλλά δεν θυμότανε.
-πάμε μέσα Βασίλη. Πέρασαν την πόρτα του κήπου και πριν προλάβουν να κτυπήσουν η πόρτα άνοιξε. Μια κυρία ηλικιωμένη τους υποδέχθηκε.
-περάστε, ο κύριος σας περιμένει,
Η φωνή ήταν γνώριμη, ο Βασίλης άρχισε να συνειδητοποιεί που βρισκότανε. Καθώς ανέβαιναν την σκάλα γύρισε να δει την κυρία αλλά αυτή είχε χαθεί. Στο κεφαλόσκαλο τους περίμενε ο Κυριάκος Μπαλωμένος.
-καλώς τους, τι κάνεις κύριε πατενταδόρε;
Ο Βασίλης δάκρυσε έπιασε το χέρι του Κυριάκου και το φίλησε με πολύ σεβασμό
-δεν τα ξανάπαμε παπάς είμαι; Να μην μου φιλάς το χέρι έλα να σε αγκαλιάσω. Τον αγκάλιασε μια στιγμή και την επόμενη τον έσπρωξε «κάτσε να δω, πως έγινες έτσι, πως μεγάλωσες»
Ο Βασίλης ήταν αμίλητος, κοιτούσε μια τον Μπαλωμένο και μια τον Μπακόπουλο. Αισθανότανε άσχημα ήθελε να ανοίξει η γη να το καταπιεί, τόσο μεγάλη ήταν η αμηχανία του. Ο Μπακόπουλος το πείραξε
-άντε να δούμε τώρα τι πατέντα θα κάνεις;
-κύριε, μίλησε ο Βασίλης προς τον Κυριάκο, κύριε συγχωρέστε την αχαριστία μου.
-παιδί μου όλα το χρόνια ήξερα που είσαι και τι κάνεις, δεν σε έχασα, όχι εσένα δεν σε έχασα, έχασα όμως την Ηρώ.
-θυμάμαι, το γράμμα εκείνο ακόμα το έχω φυλαγμένο, δεν την ξαναείδατε από τότε;
-την είδα αυτές τις ημέρες, όλη η Αθήνα την βλέπει, δεν βλέπεις τα χάλια μας, που καταντήσαμε, αυτή η κοπέλα είναι η Ηρώ.
Ο Βασίλης σώπασε, σηκώθηκε πήγε μέχρι το παράθυρο, κοίταξε λίγο την αυλή του σπιτιού ξαναγύρισε και έκατσε
-πέστε μου κύριε τι έτρεξε;
Ο Μπακόπουλος σηκώθηκε να φύγει.
-δεν νομίζω να χρειάζομαι, θα τα πούμε αύριο, σύμφωνοι Βασίλη.
Μόλις έφυγε ο Κυριάκος τράβηξε ένα κορδόνι και κτύπησε ένα κουδούνι, «θυμάσαι η πρώτη σου πατέντα» «όχι η πρώτη ήταν τα παπούτσια». Ανέβηκε εν τω μεταξύ η κυρία που τους άνοιξε την πόρτα.
-με ζητήσατε κύριε;
Ο Κυριάκος στράφηκε προς τον Βασίλη, «η Χρύσα» τότε ο Βασίλη την αναγνώρισε και αυθόρμητα την αγκάλιασε «αχ κυρία Χρύσα πόσο μου λείπετε, καθίστε μαζί μας.»
-φέρε μας καφέδες σε παρακαλώ, και να ειδοποιήσεις τον Άρη να έρθει. Είπε ο Κυριάκος και γύρισε πάλι προς τον Βασίλη και άρχισε να του εξιστορεί τα διατρέξαντα. Μετά την φυγή της Ηρώς, δεν είχε πρόσωπο να κυκλοφορεί στην κοινωνία, και αποφάσισε να έρθει στην Ελλάδα, με δύο στόχους, ο ένας να μπορέσει ευκολότερα το κορίτσι να επιστρέψει στο σπίτι του και δεύτερος, να τακτοποιηθεί ο Άρης, που δεν ήταν ιδιαίτερα ευφυής, και τσακωνότανε συνέχεια με τον Αλέξανδρο. Άφησε λοιπόν την φάμπρικα στον Αλέξανδρο, και ξεκίνησε στην Αθήνα οικοδομικές επιχειρήσεις, αγοραπωλησίες οικοπέδων, αντιπαροχές και όλα τα συναφή. Ο Άρης μαζί του από την αρχή, για να έχει πλήρη αντίληψη, αλλά πάλι ήταν λίγος. Ώρες και φορές σκεπτότανε να του ανοίξει ένα ψιλικατζίδικο αν και γι αυτό αμφέβαλε αν το καταφέρει. Από την Ηρώ δεν είχε κανένα νέο, καμιά προσπάθεια συμφιλίωσης δεν έγινε. Δεν ήξερε που να την βρει μέχρι αυτές τις ημέρες που γέμισε η Αθήνα με τις αφίσες της. Ρώτησε στην διαφημιστική εταιρία, να μάθει που μπορούσε να βρει το μοντέλο, και έμαθε πως λεγότανε Κική Ράπτη, και αν θέλουν οποιαδήποτε διαφήμιση μόνο μέσω της εταιρίας.
Όσο μιλούσε ο Κυριάκος, ο Βασίλης τον κοίταζε αμίλητος με το ερευνητικό του μάτι. Τον έβλεπε γερασμένο και πονεμένο. Ένοιωθε την υποχρέωση να βοηθήσει αλλά δεν ήξερε πως. Εδώ δεν χωρούσαν πατέντες. Κάποια στιγμή που σταμάτησε να μιλά τον ρώτησε
-τι μπορώ να κάνω κύριε;
-αν θέλεις να βοηθήσεις έλα να δουλέψεις μαζί μου, θα είσαι συνέταιρος, να κάνουμε μαζί εταιρία να την πούμε Ράπτης-Μπαλωμένος, όταν φύγω από αυτήν την ζωή να είναι εξασφαλισμένος ο Άρης. Αυτός είναι ο καημός μου. Έχασα το κορίτσι μου, είναι μακριά ο μεγάλος μου και ο Άρης δεν τα καταφέρνει, βοήθησε με, και θα στο χρωστώ χάρη, είπε παρακαλετά
-μη κύριε, όχι μην παρακαλάτε, θα κάνω ότι θέλετε, αν είμαι άνθρωπος σήμερα το οφείλω σε σας. Μην παρακαλάτε, πέστε μόνο τι πρέπει να κάνω.
Αναθάρρησε ο Κυριάκος Μπαλωμένος, τράβηξε πάλι το κορδόνι και παρήγγειλε στην Χρύσα να ετοιμάσει το βραδινό με ένα πιάτο παραπάνω. Στο τραπέζι έκατσε και ο Άρης που είχε ειδοποιηθεί να επιστρέψει, έπαιζε μπιλιάρδο στην λέσχη της γειτονιάς. Χάρηκε που ξαναείδε τον Βασίλη και μετά το φαγητό άρχισαν να καταστρώνουν τα σχέδια της εταιρίας που ξεκινούσε την πορεία της. Βράδιασε καλά όταν η Χρύσα εμφανίστηκε πάλι, «ο Βασίλης θα μείνει εδώ;» όταν πήρε καταφατική απάντηση με το κούνημα των κεφαλιών και των τριών, πήγε να ετοιμάσει το δωμάτιο.
Η νοικοκυρά και ο καφετζής στα Αναφιώτικα, περιηγήθηκαν επειδή πρώτη φορά στα τόσα χρόνια ο Βασίλης, δεν ακολούθησε το συγκεκριμένο πρόγραμμα του. Η περιέργεια τους μεγάλωσε περισσότερο όταν ανακοίνωσε στην νοικοκυρά πως θα μετακομίσει.
Στο τέλος του χρόνου άδειασαν και άλλα γραφεία στο τρίτο όροφο της Θησέως, και τα νοίκιασε η νέα εταιρία οικοδομικών επιχειρήσεων αντιπαροχών, αγορών και πωλήσεων οικοπέδων και διαμερισμάτων με τίτλο ΜΠΑΡΑ από Μπαλωμένος-Ράπτης. Όλος ο όροφος ήταν της ΜΠΑΡΑ εκτός από ένα γραφείο που υπήρχε η ταμπέλα (Βασίλης Ράπτης Ευρεσιτεχνίες). Σε αυτό διανυχτέρευε πολλές φορές ο Βασίλης, όταν οι υποχρεώσεις δεν του αφήναν περιθώρια χρόνου να πάει μέχρι την Νέα Χαλκηδόνα.
Εκεί σε ένα σπίτι δίπλα στου Μπαλωμένου είχε εγκατασταθεί. Είχε μάθει να είναι μόνος, δεν μπορούσε να μείνει με κανέναν άλλον όσο κι αν του ήταν αγαπητός. Κυριακές και σχόλες τις περισσότερες φορές τον βρίσκανε στην Θησέως, με το μολύβι στο χέρι να σχεδιάζει πατέντες και να ψάχνει λύσεις, οι οικοδομές του παρείχανε πολλές ευκαιρίες να αναδεικνύει το ταλέντο του, Ο Άρης τον παραδεχότανε, δεν έφερνε αντιρρήσεις, το επιτελείο που είχε οργανώσει ο Κυριάκος ήταν συνεργάσιμο και όλα πήγαιναν καλά.
Ο μόνιμος καημός του Κυριάκου ήταν η απουσία της Ηρώς, τον είχε μεταφέρει και στον Βασίλη. Λίγο τον ένοιαζε για την Ηρώ, αλλά πολύ περισσότερο ενδιαφερότανε να μην στεναχωριέται ο Κυριάκος. Ο Άρης την είχε ξεγράψει εντελώς, και όποτε ο πατέρας του την ανέφερε, δυσανασχετούσε και άλλαζε κουβέντα. Έτσι κύλησαν δυο χρόνια, κατά την διάρκεια των οποίων σε τακτικά διαστήματα γέμιζε η Αθήνα από αφίσες με την Ηρώ (Κική Ράπτη) άλλοτε να διαφημίζει κραγιόν, άλλοτε αρώματα, άλλοτε γυαλιά, και τις περισσότερες καλτσόν και εσώρουχα.
Παραμονή πρωτοχρονιάς του 1970, ο Βασίλης βρισκόταν στο γραφείο της Θησέως, δυο άτομα μονάχα στο λογιστήριο της ΜΠΑΡΑ εκείνη την ώρα, κλείσανε το ταμείο, και τον χαιρετίσανε «καλή χρονιά κύριε Ράπτη» «στο καλό καλή χρονιά» αντευχήθηκε και πήγε στη πόρτα, την έκλεισε και επειδή ήταν αργά σκέφτηκε να διανυχτερεύσει στο διπλανό γραφείο, το είχε κάνει πολλές φορές. Μόλις μπήκε και προσπάθησε να κλείσει την πόρτα αισθάνθηκε κάποιο εμπόδιο, έσπρωξε δυνατότερα, αλλά πάλι δεν έκλεινε, άνοιξε να ερευνήσει τι συμβαίνει και έμεινε άλαλος. Μπροστά του στεκότανε η Ηρώ.
-παρακαλώ, έκανε πως δεν την γνώριζε
-θα με αφήσεις να περάσω; Ρώτησε και έσπρωξε την πόρτα,
-περάστε, τι μπορώ να κάνω για σας, συνέχισε στον ίδιο τόνο
-Βασίλη, μη με κοροϊδεύεις, βλέπω στα μάτια σου πως με αναγνώρισες, είμαι η Ηρώ, είπε και έκλεισε την πόρτα πίσω της, δύο ώρες περίμενα να φύγουν οι υπάλληλοι για να μπω
-η Ηρώ, α! μάλιστα η Ηρώ, ο Βασίλης τα είχε χαμένα, ήταν εικοσιεπτά χρόνων και δεν είχε βρεθεί μόνος του με γυναίκα σε κλειστό χώρο, δεν ήξερε πώς να φερθεί, την κοίταξε μια στιγμή στα μάτια και αμέσως τα χαμήλωσε, ήταν τόσο όμορφη. Κοκκίνισε, -τι μπορώ να κάνω για σας;
-να μου πεις να κάτσω πρώτα, είπε και έβγαλε το παλτό της, ένα ευχάριστο άρωμα πλημμύρησε το χώρο, -ήξερα πως θα σε βρω εδώ, τέτοια μέρα και τέτοια ώρα μόνο άνθρωποι σαν εσένα δουλεύουν.
-κάτσε Ηρώ είπε αφού επιστράτευσε όλο το θάρρος του, αλλά πάλι δεν άντεχε να την βλέπει στα μάτια.
-είμαι σε δύσκολη θέση Βασίλη, πρέπει να με βοηθήσεις
-εγώ εσένα, εσύ είσαι φίρμα, όλη η Αθήνα είναι γεμάτη από τις αφίσες σου, τι μπορώ να κάνω εγώ για σένα;
-άκου, είπε και άρχισε να του διηγείται, όλα όσα νόμιζε πως δεν γνώριζε. Το φευγιό με τον Μπάμπη, την γνωριμία με την Φλώρα, στην οποία αρνήθηκε όταν της ζήτησε να κάνει βίζιτες, και την προσπάθεια να σταθεί στα πόδια της στον κόσμο του θεάματος. Για να γίνει φίρμα και φτάσει να γεμίσουν την Αθήνα με την φωτογραφία της, υποχρεώθηκε να κάνει παραχωρήσεις, να κοιμηθεί σε διάφορα κρεβάτια και όχι πάντα μόνη της, και τώρα κυοφορούσε, χωρίς να είναι σίγουρη ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού, έλεγε και έκλεγε, για καταλήξει,
-λυπήσου με και θυμήσου, πριν κάποια χρόνια σε έβγαλα από το κολαστήριο, βγάλε με τώρα εσύ από τον βούρκο, και τον κοίταξε ικετευτικά στα μάτια, εκείνος πάλι χαμήλωσε τα δικά του, εκείνη συνέχισε, -εγώ πρέπει να χαμηλώνω το βλέμμα όχι εσύ,
Ο Βασίλης σηκώθηκε από την καρέκλα, πήγε όπως συνήθιζε μέχρι το παράθυρο, κοίταξε λίγο έξω, ψιλόβρεχε, απέναντι υπήρχε αφίσα με την Ηρώ να διαφημίζει ένα ποτό. Γύρισε και την είδε να έχει ακουμπήσει το κεφάλι της στο γραφείο πάνω στα κουλουριασμένα χέρια της. Την πλησίασε, την άγγιξε στο ώμο δειλά, όταν σήκωσε το κεφάλι της χαμογέλασε
-Ηρώ, μια είναι η λύση,
-ποια
-θα σε παντρευτώ αν θέλεις, να έχει το παιδί έναν πατέρα, και σου υπόσχομαι να το φροντίσω μέχρι να ξεσκολίσει.
Σηκώθηκε η Ηρώ από την καρέκλα της, του έπιασε το κεφάλι και το φίλησε στο στόμα, «θα το κάνεις στ αλήθεια;»
Σαστισμένος από την αντίδραση της, πρώτη φορά είχε τέτοια εμπειρία, τραβήχτηκε πίσω. Γι αυτήν ήταν μια συνηθισμένη εκδήλωση μέσα στο κύκλωμα που ζούσε.
-με ξέρεις από μικρό πως ήμουν πάντα άνδρας με λόγο, δεν άλλαξα εγώ, εσύ εξόκειλες, σε δέκα μέρες από σήμερα υπόσχομαι να είμαστε επίσημα ζευγάρι, αλλά απαιτώ την υποταγή σου, για όσο καιρό θα είμαστε μαζί, αν συμφωνείς. Αν πάλι δεν θέλεις πες τι άλλο σκέφτεσαι.
-τίποτα Βασίλη, τίποτα, ότι πεις θα γίνει, και όποτε εσύ βαρεθείς σήκω και φύγε, το παιδί θα έχει όνομα.
Αφού συμφωνήσαν, σήκωσε το τηλέφωνο και πήρα στο σπίτι του Μπαλωμένου, ήταν η Χρύσα που σήκωσε το ακουστικό. Ο Κυριάκος είχε πάει στου Μπακόπουλου να παίξουν χαρτιά να υποδεχτούν τον νέο χρόνο. Της παρήγγειλε να τον βρει οπωσδήποτε, και να επιστρέψει στο σπίτι γιατί θα ερχότανε εκεί και έπρεπε να τον δει. Η Χρύσα δεν είχε μάθει να φέρνει αντιρρήσεις, και εκτέλεσε την εντολή. Δεν άργησε ο Κυριάκος να έρθει σπίτι του, ήξερε πως για να ζητάει κάτι ο Βασίλης σίγουρα θα άξιζε τον κόπο. Άργησε να φτάσει ο Βασίλης όμως, ερχότανε με το μοτοσακό και φέρνοντας μαζί του την Ηρώ. Κτύπησε την πόρτα περασμένα μεσάνυκτα, όταν άνοιξε με το κορδόνι από ψιλά, πέρασε μέσα και φώναξε χαρούμενα,
-καλή χρονιά, τι σας έχω για ποδαρικό;
-ανέβα πάνω και άσε τα αστεία, μίλησε ο Κυριάκος
-όχι, κατέβα τώρα εσύ, έλα να δεις ποιος θα κάνει ποδαρικό, μην αργείς έλα έλα, με τόνο που σήκωνε αντιρρήσεις.
Κατέβηκε τις σκάλες ο Κυριάκος και πλησίασε την πόρτα, ευτυχώς ήταν κοντά του ο Βασίλης και τον κράτησε, αλλιώς θα είχε σωριαστεί κάτω, από την έκπληξη του, μόλις είδε την κόρη του, την επόμενη στιγμή που στάθηκε στα πόδια του, άλλαξε το ύφος του και πήρα μια παγωμένη έκφραση. Κοίταξε τον Βασίλη στα μάτια με ένα βλέμμα ακαθόριστο, έκπληξη, θυμός, ενθουσιασμός και χαρά συνυπήρχαν. Ο Βασίλης τον πρόλαβε πριν πει καμιά κουβέντα.
-κύριε, από δω είναι η αρραβωνιάρα μου,
-μη λες κύριε πλέον, πες με πατέρα, είπε και άνοιξε την αγκαλιά του να σφίξει την κόρη του, -με την ευχή μου χίλιες φορές.
-μια μας φτάνει, μετά τα φώτα θα γίνει ο γάμος,
-Χρύσα φώναξε ο Κυριάκος, έλα να δεις ποιος μας κάνει ποδαρικό, βγήκε η Χρύσα, αγκάλιασε κλαίγοντας την Ηρώ, «παιδάκι μου που ήσουν;»
-κυρία Χρύσα ντύσου και στολίσου πάμε να γλεντήσουμε, σήμερα έχουμε αρραβωνιάσματα είπε ο Βασίλης και πλησίασε την Ηρώ την αγκάλιασε από το ώμο, -σε λίγες μέρες παντρευόμαστε.
Πρώτη φορά στην ζωή του ο Βασίλης, έκανε νυχτερινή έξοδο την πρωτοχρονιά του 1970, ζαλίστηκε από την φασαρία και την οχλοβοή που συνάντησε στο κέντρο διασκεδάσεως, και ζήτησε να φύγουν γρήγορα. Ο Κυριάκος κουρασμένος και η Χρύσα το ίδιο, δεν φέρανε αντίρρηση, ενώ η Ηρώ κοίταζε το Βασίλη στα μάτια και δεν έβγαζε κουβέντα. Επιστρέφοντας στο σπίτι του Μπαλωμένου, κατέβηκε νωρίτερα στο δικό του, τους χαιρέτισε και δώσανε ραντεβού για το αυριανό μεσημεριανό φαγητό.
Σε δέκα ημέρες έγινε στον Μητροπολιτικό ναό και ο γάμος. Πέρασαν πολλοί να ευχηθούν, κυρίως από το επιχειρηματικό κόσμο, (αγαπούσαν όλοι τον «τρελό επιστήμονα» με τις ευρεσιτεχνίες του οποίου οικονομούσαν χρήματα). Κάποιοι από τον καλλιτεχνικό και δημοσιογράφοι. Καρτερικά χαιρετούσαν όσους παρέλαυναν από μπροστά τους, μέχρι κάποια στιγμή που η Ηρώ, σήκωσε το χέρι της και άστραψε ένα χαστούκι σε αυτόν που ήταν μπροστά της, «εξαφανίσου από εδώ», εκείνος ταπεινωμένος και κρατώντας το μάγουλο του, οπισθοχώρησε πέφτοντας σε άλλους που περίμεναν να χαιρετίσουν το ζευγάρι. Γύρισε στον Βασίλη η Ηρώ, «ο Μπάμπης, πάμε να φύγουμε». Την ίδια στιγμή ξεκίνησαν να φύγουν, αφήνοντας να περιμένουν άδικα όσοι θελαν να τους ευχηθούν.
Γράφανε οι εφημερίδες την άλλη μέρα για τον επεισοδιακό γάμο της ομορφότερης και του εξυπνότερου. Πολλά τα σχόλια και καλοπροαίρετα και κακοπροαίρετα. Πολλά πληρωμένα από τις διαφημιστικές εταιρίες που συντηρούσαν ένα μύθο. Τίποτα από αυτά δεν διάβασε, το νιόπαντρο ζευγάρι, αφού την επομένη κι όλας μέρα ταξίδευαν για το Μιλάνο, να περάσουν τον μήνα του μέλιτος. Με το ίδιο αεροπλάνο ταξίδευε και ο Γιώργος Μπακόπουλος, προκειμένου μαζί με τον Βασίλη να κατοχυρώσουν διεθνώς την νέα ευρεσιτεχνία του, που αφορούσε σωληνωτές σκαλωσιές, που γινόντουσαν πύργοι. Και παράλληλα να βρουν και χρηματοδότη ή εργοστάσιο που θα αναλάμβανε την παραγωγή.
Άρχισε ο έγγαμος βίος για τον Βασίλη ήταν ένα βασανιστικό μαρτύριο. Αγαπούσε την Ηρώ, όμως το φιλότιμο του και ο εγωισμός δεν του επέτρεπαν να το παραδεχθεί. Αυτός την παντρεύτηκε για να έχει πατέρα και όνομα το παιδί και όχι να επωφεληθεί αυτός, έτσι σκεφτότανε. Όταν επέστρεψαν μετά από είκοσι μέρες, τους περίμενε ένα τεσσάρι ρετιρέ στη Φωκίωνος Νέγρη. Είχε φροντίσει ο Κυριάκος την αγορά και η Χρύσα είχε αναλάβει τον εξοπλισμό. Πήγε το ζευγάρι να εγκατασταθεί. Ο Βασίλης πέρασε στην κρεβατοκάμαρα και είδε ένα μεγάλο διπλό κρεβάτι, έκλεισε την πόρτα και είπε στην Ηρώ πως θα γυρίσει σε λίγο. Κατέβηκε αναζήτησε μια έκθεση επίπλων κα παρήγγειλε δυο μονά κρεβάτια, και επέστρεψε. Ανακοίνωσε στην Ηρώ την παραγγελία και το βράδυ κοιμήθηκαν σε χωριστά δωμάτια. Αυτό συνεχίστηκε λίγες ημέρες, μέχρι που ήρθαν τα κρεβάτια που αντικατάστησαν το μεγάλο. Από τότε κοιμόντουσαν δίπλα και χώρια, στο ίδιο δωμάτιο. Σε αυτό το δωμάτιο δεν έμπαινε κανείς εκτός απ την Χρύσα, που ερχότανε και βοηθούσε στο νοικοκυριό.
Γέννησε η Ηρώ ένα όμορφο αγόρι, και δεν σκεφτήκαν πολύ για το ονομάσουν Κυριάκο. Η ζωή του ζευγαριού κυλούσε ομαλά, το παιδάκι μεγάλωνε φυσιολογικά, ο Βασίλης υποδειγματικός πατέρας, και τρυφερός σύζυγος, όσο υπήρχαν ξένοι δίπλα τους, το ίδιο και η Ηρώ.
Κουβέντα δεν ξαναέγινε στο σπίτι για τον Μπάμπη, ή την περιπέτεια της Ηρώς, με την Φλώρα και τα μοντέλα, όλα ξεχαστήκανε. Η Χρύσα έμαθε την Ηρώ να πηγαίνει στην εκκλησία της γειτονιάς, την έμαθε ακόμα να μαγειρεύει, και να φροντίζει το σπιτικό της. Όλα αυτά δεν αρκούσαν για την Ηρώ, ήταν ανήσυχο πνεύμα. Προσπάθησε πολλές φορές να πλησιάσει το Βασίλη, με διάφορους τρόπους, εύρισκε μπροστά της ένα τοίχος. Κανείς εκτός από την Χρύσα δεν είχε καταλάβει τίποτα.
Όταν ο μικρός Κυριάκος πήγε στο σχολείο, περίσσευε χρόνος. Για να μη πηγαίνει χαμένος, ο Βασίλης της πρότεινε να έρχεται στην ΜΠΑΡΑ, να βοηθάει και να μαθαίνει την εταιρία, μια και ο Άρης ήταν πάντα λίγος. Δεν είχε αντίρρηση αυτή και σε λίγο καιρό είχε γίνει απαραίτητη στην εταιρία. Όσο περνούσαν οι μήνες, αποσυρόταν από την ΜΠΑΡΑ ο Βασίλης ρίχνοντας το βάρος του στις ευρεσιτεχνίες, ερχότανε η εποχή του αλουμινίου στα κουφώματα και σχεδίαζε πατέντες να μην πηγαίνουν χαμένα υλικά από ρετάλια. Είχε οργανωθεί καλά, αλλά δεν σταμάτησε την συνεργασία με τους Μπακόπουλους, ούτε και το είχε σκοπό, ήταν ευγνώμων και το έδειχνε σε κάθε ευκαιρία. Αποκαλούσε τον Κυριάκο Μπαλωμένο πατέρα και το ένοιωθε. Όλες τις πατέντες τις κατοχύρωνε στο όνομα της γυναίκας του, όπως και ότι περιουσιακό στοιχείο αποκτούσε. Είχε ακόμα αποσύρει την συμμετοχή του στην ΜΠΑΡΑ, υπέρ της Ηρώς. Στην ουσία δεν είχε κρατήσει για το εαυτό του τίποτα, τα είχε δώσει όλα στην οικογένεια.
Η Ηρώ αυτό έβλεπε και δεν ήξερε πώς να ανταποδώσει αυτήν την ευτυχία, που όμως δεν ήταν ολοκληρωμένη.
Πέθανε η Χρύσα και η Ηρώ πολλαπλασίασε τις επισκέψεις στην εκκλησία, παρέσυρε και τον Βασίλη και κάθε Κυριακή η οικογένεια έδινε παρών στην λειτουργία, έπειτα ο περίπατος και το φαγητό κάπου έξω. Και ο καιρός περνούσε ρουτινιάρικος. Στα 1981 η Αθήνα ξαναζούσε στιγμές έντασης, αλλά ο Βασίλης δεν καταλάβαινε από αυτά.
Το παιδί μεγάλωσε το επόμενο χρόνο τέλειωνε το δημοτικό, ξεσκόλιζε κατά την προσφιλή του έκφραση. Τελείωνε το συμβόλαιο, είχε τηρήσει τον λόγο του σαν άνδρας, έπρεπε να σκεφτεί το επόμενο βήμα. Αυτό που τον προβλημάτιζε ήταν που έπρεπε να δικαιολογήσει την όποια απόφαση έπαιρνε στον Κυριάκο Μπαλωμένο.
Ο Κυριάκος Μπαλωμένος είχε αποσυρθεί από όλες τις δουλειές. Είχε πιάσει φιλίες με τον Παπά, και ξόδευε τις ώρες του ως επίτροπος στην εκκλησία της γειτονιάς. Δοξολογούσε τον Θεό, που τελείωνε η ζωή του, ήρεμα μετά την μεγάλη περιπέτεια με την κόρη του, και την ντροπή που ένιωσε. Θεωρούσε ανταμοιβή από τον Θεό, για όσα πρόσφερε στον Βασίλη και στα άλλα παιδιά που μάζευε στην φάμπρικα, άσχετα αν από αυτό πάντα είχε όφελος.
Μια φορά από τις πολλές που παρακολουθούσε την ακολουθία να εξελίσσεται, πίσω από το παγκάρι, έγειρε προς τα μπρός και ένας γδούπος ακούστηκε όταν έπεσε. Κάλεσαν ασθενοφόρο αλλά μάταια, τον είχε προδώσει η καρδιά του. Καλό σημάδι λέγανε οι θρησκόληπτοι, να πεθάνει στον ναό, κακό σημάδι λέγανε οι αντίθετοι, δεν τον ήθελε ο Θεός στην εκκλησία. Έγινε η κηδεία και Βασίλης θεώρησε πως ελευθερώθηκε. Ήταν ο ουσιαστικός αρχηγός της οικογένειας, αλλά όχι ο τυπικός.
Το καλοκαίρι 1982 ήρθε, ο μικρός Κυριάκος θα έλειπε πρώτη φορά σε κατασκήνωση. Το διάστημα αυτό νόμιζε ο Βασίλης πως έπρεπε να δράσει. Είχε φτάσει ο καιρός του χωρισμού, από την άλλη αγαπούσε την Ηρώ, είχε μάθει κοντά της, είχε συνηθίσει σε ένα τρόπο ζωής και του άρεσε αυτός ο ρυθμός. Αλλά ο εγωισμός του έλεγε, πως το συμβόλαιο τελείωσε. Μετά από πολύ σκέψη, πρότεινε στην Ηρώ να περάσουνε ένα διήμερο στο Πήλιο. Εκείνη δεν έφερνε ποτέ αντίρρηση στον Βασίλη, ούτε και τώρα. Στο ξενοδοχείο που φτάσανε, θέλησε να εκφράσει ότι τον βασάνιζε και μετά το βραδινό φαγητό της πρότεινε να περπατήσουν, εκεί άνοιξε το στόμα του, και τι δεν είπε τότε.
Μίλησε με πίκρα για το γεγονός που τον άφησαν στην Χίο και έφυγαν, έβγαζε ένα βάρος χρόνων, δεν είχε το θάρρος να τα πεί στον πατέρα της και τα έλεγε στην Ηρώ, μίλαγε για τις δυσκολίες που πέρασε για την μοναξιά που το κυνηγά πάντα. Ακόμα είπε πως όταν είδε τις αφίσες της τρελάθηκε να την γνωρίσει αλλά δεν ήξερε ποια είναι, και όταν εκείνη πήγε στο γραφείο προτιμούσε να ανοίξει η γη να τον καταπιεί. Ότι ήταν ερωτευμένος μαζί της τόσα χρόνια, και τα περνούσε μαρτυρικά δίπλα της, αλλά σαν άνδρας κρατούσε τον λόγο του. Τώρα που το παιδί ξεσκόλιζε, έφτασε η ώρα που έπρεπε να τον αφήσει, και τι θα γίνει παρακάτω. Μιλούσε και έκλεγε. Δεν το φανταζότανε ποτέ θα κλάψει έτσι, αλλά δεν μπορούσε να συγκρατηθεί. Είχε παράπονα πολλά, είχε περάσει τα σαράντα του χρόνια, και γυναίκα δεν είχε γνωρίσει, κι ας είχε δίπλα του μια από τις πλέον επιθυμητές της Αθήνας.
Η Ηρώ άκουγε, και δάκρυζε. Σκούπιζε τα μάτια της αλλά αυτά δεν έλεγαν να σταματήσουν. Όσο ο Βασίλης μιλούσε ένα μαχαίρι τις ξέσκιζε τα σωθικά. Πήρε τον λόγο κάποια στιγμή για να εκφράσει και αυτή τον πόνο της, να του πεί πως του είναι ευγνώμων για την σωτηρία που τις προσέφερε, αλλά ο εγωισμός του πάντα την κρατούσε μακριά, ήθελε να τον πλησιάσει, αλλά θυμόταν το πρώτο σπρώξιμο όταν τον φίλησε στο γραφείο και τα δυο μονά κρεβάτια όταν εγκατασταθήκαν στο σπίτι και είχε ενδοιασμούς. Φοβόταν μήπως κάνει κάτι και τον δυσαρεστήσει, γι αυτό ήταν πάντα τόσο προσεκτική και τυπική, είπε και άλλα πολλά, αυτός πάλι είπε τα δικά του, και κλαίγοντας και οι δύο επέστρεψαν στο ξενοδοχείο.
Στο δωμάτιο τους η Ηρώ θέλησε να τον πλησιάσει να ζευγαρώσουν επί τέλους, μετά από τόσα χρόνια γάμου. Εκείνος στο παράθυρο κοίταζε έξω αμίλητος. Η Ηρώ αδημονούσε
-έλα άνδρα μου στο κρεβάτι μας, πρώτη φορά το αποκάλεσε άνδρα μου.
Πλησίασε αυτός ακούμπησε τα χέρια στην μέση του και έβγαλε από μέσα του πολλή κακία.
-γιατί; Για να κάνεις σύγκριση με τους άλλους;
Γύρισε από την άλλη η Ηρώ και ξέσπασε σε λυγμούς, ο Βασίλης ντύθηκε και κατέβηκε στο μπαρ. Από την μία πλευρά η αγάπη νίκησε το πόνο, από την άλλη νικήθηκε από τον εγωισμό. Το άλλο πρωί η Ηρώ τον μάζεψε από το μπαρ, τον έβαλε στο αυτοκίνητο κα γυρίσανε σπίτι τους. όταν ξύπνησε ο Βασίλης αναρωτιόταν που βρίσκεται και πως είχε έρθει μέχρι εδώ.
Ηρώ και Βασίλης Δ΄.
Δ΄. το τέλος
Την Δευτέρα σαν να μην συνέβη τίποτα, στα γραφεία της ΜΠΑΡΑ, συνεχίζονταν η ρουτίνα. Ο Βασίλης ήταν απασχολημένος με μια πατέντα που του ζήτησαν από Νάουσα, έναν τρόπο να κόβονται τα ροδάκινα και να αφαιρείτε το κουκούτσι. Για να γίνουν κομπόστα, τα έκοβαν με το χέρι και αυτό σήμαινε εργατικά, ψάχνανε λοιπόν ένα τρόπο να εξοικονομήσουν χέρια.
Εκείνο το πρωί, μάζεψε τα χαρτιά στην τσάντα του ο Βασίλης, φεύγω πάω Νάουσα, ανακοίνωσε στην Ηρώ. Εκείνη του έπιασε το χέρι, «μην πάς, δεν είναι απαραίτητο», αντί για απάντηση, την χτύπησε απαλά στο ώμο. Και έφυγε. Η Ηρώ έμεινε στην θέση της ακίνητη κάμποση ώρα, μέχρι που την πλησίασε μια κοπέλα του λογιστηρίου και τη επανέφερε στην πραγματικότητα.
Πράγματι ο Βασίλης, πήγαινε στην Νάουσα, ήταν μια δουλειά που έπρεπε να τελειώσει, τις υπόλοιπες δουλειές, θα τις φρόντιζαν στην εταιρία. Βρήκε τον πελάτη του, του έδωσε τα σχέδια για το μηχάνημα όπως το φαντάζονταν, του διευκρίνισε πως δεν θέλει καθόλου αμοιβή, αλλά να μην το ενοχλήσει καθόλου στην κατασκευή. Ήταν η τελευταία εκκρεμότητα πριν την μεγάλη αλλαγή που είχε αποφασίσει να κάνει στην ζωή του. Χωρίς να ρωτήσει κανέναν, χωρίς να συμβουλευτεί ή να πάρει γνώμη, αποφάσισε να τελειώσει η ζωή του στο Άγιον Όρος.
Τράβηξε γραμμή για Θεσσαλονίκη, πούλησε το αυτοκίνητο του, το μοναδικό περιουσιακό στοιχεί που είχε στο όνομα του, μπήκε στο λεωφορείο για την Ουρανούπολη.
Άγνωστος ανάμεσα σε αγνώστους ανέβηκε στο καραβάκι για την Δάφνη. Από εκεί στο λεωφορείο για τις Καρυές, στο πρωτάτο για διαμονητήριο. Τον ρώτησαν για πόσες ημέρες, χωρίς δισταγμό είπε για πάντα.
Με το χαρτί στο χέρι, και με ελάχιστα ρούχα στο βαλιτσάκι που κρατούσε, κατέβηκε τα σκαλιά του πρωτάτου. Κοίταξε γύρω του και είδε έναν άλλο κόσμο που δεν φαντάζονταν πως υπάρχει. Αγωγιάτες κα μουλάρια, φορτωμένοι με ντορβαδίνες μοναχοί, άλλοι με ξύλα στην πλάτη σαν γαϊδούρια, άσφαλτος πουθενά. Αναρωτήθηκε «που βρίσκομαι και γιατί;».
Δεν ήξερε που να πάει, δεν ήξερε τι να κάνει, ασυναίσθητα σήκωσε το χέρι του και έκανε το σήμα του σταυρού, «Παναγία βόηθα». Ήταν πεπεισμένος πως ούτε και τώρα θα χανότανε, είχε περάσει τόσα και τόσα, εδώ στον ιερό τόπο θα χαθεί; Στο κάτω κάτω το μυαλό του θα είχε λύσεις και πατέντες για τα πάντα, έτσι νόμιζε. Τον πλησίασε ένας μοναχός
-ευλογείται, είπε
-πως είπατε; Ρώτησε απορημένος
-κατάλαβα πρώτη φορά έρχεστε εδώ, έχετε να πάτε πουθενά;
-όχι δεν γνωρίζω κανέναν, δεν έχει ξενώνες, σε κάποιο ξενώνα θα πάω
-ξενώνες δεν έχουμε, μόνο στα μοναστήρια, και τα λένε αρχονταρίκια, θέλετε να σας δείξω ένα μοναστήρι να πάτε;
-ναι θέλω, νυχτώνει άλλωστε και πρέπει να ξεκουραστώ, ευχαριστώ με λένε Ράπτη
-εδώ δεν έχουμε επίθετα μόνο ονόματα πως σας λένε;
-Βασίλη με λένε εσάς;
-είμαι ο πατήρ Αρσένιος, τραβήξετε αυτό το μονοπάτι και μετά από μιάμιση ώρα θα είστε στο Φιλοθέου. Στο δρόμο έχει πολλές πινακίδες δεν θα χαθείτε. Πέστε σας έστειλα εγώ.
Ο Βασίλης πήρε το βαλιτσάκι του και μπήκε στο μονοπάτι που του έδειξε ο Μοναχός να βρει το Μοναστήρι. Ήταν το καλοκαίρι του 1982. Έφτασε πέρασε την πύλη, τον υποδέχθηκε ένας άλλος μοναχός. Είχε τελειώσει ο εσπερινός κα βρισκόντουσαν στην τράπεζα. Εκεί τον οδήγησε, τον έβαλε σε μια άκρη να κάτσει, είχε μπροστά του ένα πιάτο φακές μια ντομάτα και μια φέτα ψωμί. Καθ όλη την διάρκεια του φαγητού, σε έναν άμβωνα ένας μοναχός διάβαζε, δεν καταλάβαινε τι έλεγε. Έφαγε και όταν σηκώθηκαν οι Μοναχοί σηκώθηκε και αυτός πήγαν στην ναό διαβάσανε το απόδειπνο, έβλεπε αυτός μέσα στο μισοσκόταδο, να περνούν όλοι και να φιλούν το χέρι, ενός καλογέρου που στεκότανε πίσω από την κολόνα, όταν τελείωσαν οι Μοναχοί πήγαιναν λαϊκοί, θεώρησε πως έπρεπε να πάει και αυτός, και πήγε.
Ένας άλλος μοναχός το οδήγησε σε ένα δωμάτιο με δώδεκα κρεβάτια από τα οποία τα μισά ήταν άδεια, ψηλά στο αρχονταρίκι για τον ύπνο, εκείνη την ώρα έδυε ο ήλιος. Μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα κτύπαγε η πόρτα και φώναζε απ’ έξω κάποιος «δι ευχών», ξανά και ξανά μέχρι που κάποιους από τους κοιμώμενους στο ίδιο δωμάτιο απήντησε «αμήν». Ακολούθησαν κτυπήματα από σήμαντρα και άλλα σήμαντρα και στο τέλος μια καμπάνα χάλασε τον κόσμο. Έκανε την ντροπή φιλότιμο και κατέβηκε στον Ναό.
Αλλιώς ήταν μαθημένος από τις ακολουθίες της ενορίες του, στις οποίες δεν πήγαινε από την αρχή. Αυτοί οι καλόγηροι διαβάζανε, και ξαναδιαβάζανε, ψέλνανε για λίγο και ξαναδιαβάζανε, μέσα στο μισοσκόταδο κινιόντουσαν φιγούρες, ανάβανε καντήλια σβήνανε άλλα. Γονατίζανε και συρνόντουσαν, ανεβοκατέβαιναν στα στασίδια τους, όλα αυτά με τάξη και ρυθμό. Ατέλειωτη του φάνηκε όλη αυτή η διαδικασία, αλλά κανείς δεν του έδινε σημασία, σαν να μην υπήρχε. Όταν απόλυσε κάποια στιγμή ο ιερέας, πήγανε για φαγητό, μέσ’ την νύχτα, και μετά εξαφανίστηκαν. Ανέβηκε και αυτός στο δωμάτιο να συνεχίσει τον ύπνο του.
Ύστερα από δυο ή τρείς ώρες ξανάρχισαν τα σήμαντρα, σηκώθηκε αυτήν την φορά ξεκούραστος, και κατέβηκε στην αυλή. Τον πλησίασε ένας μοναχός και του είπε πως πρέπει να παρουσιαστεί στον Γέροντα.
-εγώ θέλω να δώ τον ηγούμενο, δεν έχω καιρό για γέροντες
-ευλογημένε, ο ηγούμενος λέγετε και προσφωνείτε Γέροντας, αλλά από ότι φαίνετε είσαι αρχάριος, ακολούθα με, και ξεκίνησαν μαζί να βρουν τον Γέροντα.
Περνώντας μέσα από διαδρόμους και στοές σταμάτησαν μπρός σε μια πόρτα, την κτύπησε ο Μοναχός και είπε «δι ευχών», όταν από μέσα άκουσαν αμήν, άνοιξε και πέρασαν μέσα.
Ένα τραπέζι και μερικές καρέκλες, ήταν η επίπλωση του δωματίου, στην άκρη υπήρχε ένα στενό κρεβάτι κατασκευασμένο πρόχειρα από σανίδια και γύρω γύρω στα ράφια γεμάτα βιβλία.
-κάτσε παιδί μου, είπε ο Γέροντας, πως σε λένε;
-Βασίλης Ράπτης, είπε και έκατσε,
-λοιπόν Βασίλη, εδώ που είσαι δεν χωράν υπεκφυγές και ψέματα, αν θές να βρεις λύση στο πρόβλημα που σε απασχολεί πρέπει να είσαι απόλυτα ειλικρινής απέναντι μου.
-που ξέρετε Γέροντα πως με απασχολεί κάποιο πρόβλημα;
-αν δεν είχες πρόβλημα δεν θα ερχόσουν εδώ, είσαι άσχετος με τα μοναστήρια, φαίνεται από τις κινήσεις σου, από το λεξιλόγιο σου, ήρθες αναζητώντας κάτι, σίγουρα θέλεις βοήθεια και εδώ στο περιβόλι της Παναγίας θα την βρεις, μόνο αν είσαι ειλικρινής, αν θέλεις να βοηθήσω πές τι συμβαίνει αλλιώς κάτσε όσες μέρες θέλεις και φύγε με το πρόβλημα σου.
Ο Βασίλης πράγματι αναζητούσε κάτι που δεν το είχε ακόμα προσδιορίσει, αναζητούσε την γαλήνη της ψυχής του. «θα σου πω Γέροντα» και άρχισε να λέει να λέει χωρίς σταματημό, να αναλύει την ζωή του από το ορφανοτροφείο μέχρι το τελευταίο ταξίδι στο Πήλιο, και την απόφαση του να μην ξαναβγεί στον κόσμο. Ο Γέροντας άκουγε, και δεν μιλούσε, κρατώντας ένα κομποσκοίνι στο χέρι το γύρισε και μουρμούριζε μέσα από τα δόντια του. Όταν απόκαμε την διήγηση ο Βασίλης, σηκώθηκε τον πλησίασε,
-ο Χριστός σε διάλεξε και σε θέλει αγνό, σε κάλεσε εδώ στο περιβόλι της Μητέρας Του. Είσαι μεγάλος για να μείνει στο κοινόβιο, θα δυσκολευτείς νομίζω πως είναι καλλίτερα να πάς σε ένα γέροντα να κάνεις την υπακοή σου και την δοκιμασία σου, να τον βοηθήσεις στα γεράματα, και να σου μείνει το κελί να ασκηθείς.
-ξέρω από κοινόβια, έζησα πολλά χρόνια στα ιδρύματα, αλλά θα κάνω ότι πεις.
-άμε να ξεκουραστείς και αύριο ή μεθαύριο θα τα ξαναπούμε, κοίτα μόνο να μιλάς λίγο και διακριτικά.
Πέρασαν δυο μέρες σε αργούς ρυθμούς, κι ένας Μοναχός το πλησίασε στη αυλή με τον ίδιο τρόπο που τον πλησίασε ο προηγούμενος «σε θέλει ο Γέροντας». Τον οδήγησε στο γνωστό δωμάτιο, πέρασαν μέσα και ο Γέροντας του ανακοίνωσε πως ο Πάτερ Δαμασκηνός, τον δέχεται για παραγιό του. Και το άλλο πρωί θα τον πήγαινε ο βουρδουνάρης με το μουλάρι. Αναρωτήθηκε ποιος να είναι άραγε αυτός ο Δαμασκηνός, και σαν κατάλαβε την απορία του ο Γέροντας τον ενημέρωσε. Ήταν από την Πόλη και στα σεπτεμβριανά του 1955 έχασε την οικογένεια του, την γυναίκα του και τα πέντε παιδιά τους, δεν τους βρήκε όσο και αν προσπάθησε και αποτραβήχτηκε εδώ να προσεύχεται γι αυτούς.
Το επόμενο πρωινό μετά την ακολουθία και το φαγητό, καβάλησε ένα μουλάρι, ενώ είχε για οδηγός έναν Μοναχό που φόρτωσε σε άλλο μουλάρι το βαλιτσάκι του, και ένα ντορβά γεμάτο προμήθειες για τον πατέρα Δαμασκηνό. Περπατούσαν πολύ ώρα χωρίς ο οδηγός του να βγάζει μιλιά, ο ίδιος ο Βασίλης ήταν ολιγόλογος και απερίεργος. Είχε σηκωθεί καλά ο ήλιος όταν φτάσανε στο καλύβι του πατρός Δαμασκηνού. Ξεπέζεψε ο οδηγός του, τον ακολούθησε κι αυτός. Πήρε μια πέτρα και σημάδεψε ένα παράθυρο, δεν το βρήκε με την πρώτη, με την δεύτερη το πέτυχε, και άνοιξε και φάνηκε ένας γέροντας ασπρογένης καλόγερος, έγνεψε με τα χέρια του να πλησιάσουν.
-ευλογείται, είπε ο Μοναχός συνοδός του
-ο Κύριος ευλογεί αποκρίθηκε εκείνος, «δι ευχών»
-των Αγίων Πατέρων
-καλώς ήλθατε στο φτωχικό μας.
Στιχομυθία και λεξιλόγιο άγνωστο στον Βασίλη, κοίταζε γύρω και δεν μιλούσε. Έβλεπε ένα μεγάλο αγροτόσπιτο, με κήπο γεμάτο ζαρζαβατικά, δεν είχε ξαναδεί από κοντά φυτώρια. Από την άλλη μεριά του σπιτιού καμιά εικοσαριά ελιές, και άλλα δένδρα που δεν ήξερε τι είναι.
-έφερα Γέροντα ευλογίες από το Μοναστήρι και τον καινούργιο σου Δόκιμο. Στερεωμένος να είναι και καλές υπομονές.
-ευχαριστώ παιδί μου, βάλτα μέσα, ξέρεις εσύ και έλα να τα πούμε λίγο. Μετά στράφηκε στον Βασίλη,
-εσύ θα μείνεις εδώ; Το έχεις σκεφτεί καλά; πως σε λένε;
-Βασίλης Ράπτης απήντησε, ανακουφισμένος, επιτέλους κάποιος του απέτεινε τον λόγο.
-άκου Βασίλη, έμπα μέσα στο σπίτι, ανέβα στο πάνω πάτωμα, διάλεξε ένα δωμάτιο να μείνεις, εκτός από κείνο, και του έδειξε το παράθυρο που σημάδεψε με την πέτρα ο οδηγός του, εκείνο είναι δικό μου.
-μάλιστα πάτερ,
-δεν θα λες μάλιστα, θα λές να είναι ευλογημένο Γέροντα. Μόλις φύγει ο αδελφός μας, θα έλθω να τα πούμε.
Ανέβηκε ο Βασίλης στο πάνω πάτωμα, την πρώτη πόρτα που βρήκε άνοιξε, και είδε ένα φτωχικό εξοπλισμό. Ένα κρεβάτι από τάβλες στηριγμένες σε τσιμεντόλιθους, ένα σκαμνάκι, ένα τραπέζι που έτριζε, και ένα μπαούλο. Βγήκε άνοιξε την διπλανή πόρτα, είδε ακριβώς τον ίδιο εξοπλισμό. Επέστρεψε στην πρώτη κάμαρα άφησε το βαλιτσάκι του και κάθισε στο σκαμνί. Ο Γέροντας ξεπροβόδισε τον Μοναχό οδηγό του, δίνοντας του ένα σακουλάκι σταυρουδάκια από το εργόχειρο του. Ευλογία έναντι της ευλογίας, όπως έλεγε.
Ανέβηκε μετά στο πάνω πάτωμα, να βρει τον Βασίλη.
-λοιπόν Βασίλη, θέλεις να μείνεις για πάντα εδώ, έτσι; με το νεύμα της κεφαλής συνέχισε, άκου σε καλά τι θα σου πω τώρα. Σήμερα σε περίμενα κα μαγείρεψα φακές, σε λίγο θα φάμε και μετά θα πάμε στην ιματιοθήκη, να βρεις ρούχα στα μέτρα σου. Αυτά που φοράς να φυλάξεις στο βαλιτσάκι σου, γιατί θα σου χρειαστούν όταν θα επιστρέφεις στον κόσμο. Δεν πιστεύω να αντέξεις την καλογερική πάνω από εξ μήνες
-Γέροντα με απορρίπτεις πριν ακόμα με γνωρίσεις;
-ξέρω εγώ τι λέω, είσαι μεγάλος για δοκιμασίες και καλομαθημένος, τώρα, θέλεις τίποτα να ρωτήσεις, όχι καλά έλα σε λίγο κάτω για φαγητό.
Στο κάτω πάτωμα στο βάθος υπήρχε ένα μαγειρείο με τα απολύτως βασικά. Ένας μεγάλος τσιμεντένιος νεροχύτης, με μια σωλήνα από το παράθυρο έμπαινε και κατέληγε σε βρύση, μια πιατοθήκη και Μασσίνα για μαγείρεμα. Στην άκρη ένα τραπέζι ξύλινο, στρωμένο με νάιλον τραπεζομάντηλο, στην κορυφή είχε μια καρέκλα και στα πλευρά του από ένα πάγκο. Κάτσανε και ο γέροντα ευλόγησε το φαγητό τους.
Όταν τελειώσανε, πέρασαν δίπλα στο ναΐδριο, που υπήρχε ενσωματωμένο μέσα στο σπίτι. Φόρεσε το κρεμασμένο πετραχήλι ο Γέροντας και έβαλε ευλογητό, γύρισε στον Βασίλη «λέγε», εκείνος δεν ήξερε τι να «λέγει» και περίμενε, ήρθε ο Γέροντας του άνοιξε το Μέγα Ωρολόγιον, «εδώ είμαστε». Έτσι άρχισε ο Βασίλης την Μοναχική του Βιωτή.
Διέψευσε τον Γέροντα, και δεν έφυγε στους έξ μήνες, αντίθετα του είχε γίνει απαραίτητος. Έμαθε ένα σωρό αγροτικές εργασίες που δεν είχε ιδέα, ακόμα βελτίωσε τα αυτοσχέδια εργαλεία που είχε το κελί για το εργόχειρο, σκαλίζανε σταυρούς στο ξύλο, φτιάχνανε καντηλήθρες με φελλό και σύρμα, και ακόμα υπήρχε αγιογραφείο σε αχρηστία.
Είχαν περάσει από κελί αυτό στα χρόνια που έμενε ο Πάτερ Δαμασκηνός πολλοί μοναχοί. Δεν στερεώνονταν.
Στην συνοδεία του Γέροντα του, αυτός ήταν ο ευνοούμενος, τον άφηνε διάδοχο όταν πεθάνει, οι παραδελφοί του δεν το χώνεψαν, και έφυγαν. Έμεινε μόνος αυτός τον γεροκόμησε και του έμεινε το κελί αυτό. Είχε γεράσει και αυτός δεν αξιώθηκε να στερεώσει παραγιό να τον γηροκομήσει, παρόλο που πέρασαν αρκετοί δόκιμοι. Τώρα ο Βασίλης έκανε την έκπληξη, έμαθε να τον ξελειτουργά από τον πρώτο μήνα κιόλας. Το κελί καθαρίστηκε, ο Ναός του έλαμψε από την πάστρα. Έλεγε ο Γέροντα πως ο Μέγας Βασίλειος, τον Φανέρωσε τον Βασίλειο για να του ευπρεπίσει το σπιτικό του.
Κάποτε θέλησε ο Βασίλης να καθαρίσει τα λούκια του νερού που μαζεύανε φύλλα και πρότεινε στον Γέροντα να αντικατασταθούν με σωλήνα πλαστική. Αντέδρασε ο Γέροντας,
-θα έρθει το νερό ίσαμε εδώ γρηγορότερα και καθαρότερο, αλλά τα πουλάκια που θα ξεδιψούν, θαρρείς πως είναι δικό μας μόνο το νερό, πόσα ζώα του δάσους δεν ξεδιψούν μέσα στις υδρορροές, μην καμώνεσαι πως τα ξέρεις όλα.
Τέτοιες πολλές ήταν οι διδασκαλίες, που κάνανε τον Βασίλη να δει με άλλο μάτι και να αναθεωρήσει πολλές απόψεις του. Τον πολεμούσε ο εγωισμός του, του έλεγε πως αδικείται ένα τέτοιο μυαλό στο αγροτόσπιτο και πάει σε κανένα μοναστήρι να το αναδείξει κα να αναδειχθεί. Αυτός ήταν ο καθημερινός πόλεμος στο νού του. Ο Γέροντας τον ήξερε τον πόλεμο αυτό και προσευχόταν να τον φωτίσει ο Θεός να κάνει το καλλίτερο. Αποφάσισε να τον κάνει παπά, προτού πεθάνει. Να αφήσει στο κελί κάτοικο και στο θυσιαστήριο διάδοχο. Η κουρά έγινε στο κελί και του έδωσε το όνομα Κυριάκος, που ζήτησε και οι χειροτονίες στο Κυριακό της Αγία Άννας. Δεν πρόλαβε να τελειώσει το πρώτο σαρανταλείτουργο του, ο νέοχειροτονημένος, και κοιμήθηκε ο Γέροντας, αφήνοντας τον διάδοχο στο κελί.
Τα χρόνια περνούσαν γρήγορα, μετά από απαίτηση πολλών γειτόνων Μοναχών, προχειρίστηκε και Πνευματικός, και είχε υπόληψη και σεβασμό σε όλο το Όρος.
Στην Αθήνα, μετά την φυγή του Βασίλη, αφού πέρασε μια εβδομάδα, δήλωσε η Ηρώ την εξαφάνιση του στην Αστυνομία. Εκείνη μέσα της ήξερε πως δεν θα ξαναερχόταν ποτέ, αλλά δεν ήθελε να το αποδεχθεί. Πλήθυναν οι επισκέψεις της στην εκκλησία, άρχισε να κάνει περισσότερα ευχέλαια και αγιασμούς. Η ΜΠΑΡΑ άρχισε να έχει καθοδική πορεία, πρόλαβε και κράτησε μερικά διαμερίσματα για παίρνει τα νοίκια, και αποχώρισε αφήνοντας της όλη στον αδελφό της. Μεγάλη εντύπωση τις έκανε όταν άρχισε την εκκαθάριση στο γραφείο των ευρεσιτεχνιών, η απόλυτη ταχτοποίηση όλων των θεμάτων. Δεν υπήρχε η παραμικρή ακαταστασία λές και κανόνιζε πολύ καιρό αυτήν την αποχώρηση. Όλα νομικά τακτοποιημένα να παίρνει όσο θα ζει η Ηρώ τα δικαιώματα από όλες τις πατέντες που είχε εφεύρει.
Και ο μικρός Κυριάκος μεγάλωνε. Μεγαλώνοντας επηρεαζόταν από την μητέρα του που ξημεροβραδιαζότανε στις εκκλησίες και τα μοναστήρια. Τελειώνοντας το Λύκειο, πέρασε πρώτος στη Θεολογική Αθηνών. Τεταρτοετής φοιτητής, με τον ενθουσιασμό της ηλικίας θέλησε με άλλους συμφοιτητές να πάνε στο Άγιο Όρος για προσκύνημα. Να γνωρίσουν Μοναστήρια και ασκητές από κοντά. Ξεκίνησαν και με την γνωστή ταλαιπωρία φθάσανε στην Δάφνη. Με το ζήλο του αρχαρίου, αντί να πάνε στις Καριές, διαλέξανε να συνεχίσουν με το μοτόρι προς την Λαύρα. Είχαν αποφασίσει η παρέα πέντε αγόρια να διανυχτερεύσει στην Αγία Άννα, να γνωρίσουν τον Μεγάλο υμνογράφο που έμενε στην Μικρή Αγία Άννα.
Όταν τους υποδέθηκαν στο Κυριακό της Αγία Άννας, ο Δικαίος του φιλοξένησε και στην κουβέντα που έγινε, τους πρότεινε επειδή ο Υμνογράφος έλειπε να επισκεφτούν το ΓέροΚυριάκο, σίγουρα θα ωφεληθείτε μια και ήρθατε. Το αποφάσισαν για την επόμενη μέρα.
Φθάνοντας στο κελί από το δρόμο μακριά του είδε ο ΓεροΚυριάκος, άφησε το τσαπί που δούλευε να πέσει κάτω. Ο ένας νεαρός ήταν ίδιος η Ηρώ στα νιάτα της. Σκούπισε ένα δάκρυ που κύλισε, και φώναξε
-ελάτε παιδιά ελάτε, τα παιδιά πλησίασαν, ευλογείται Γέροντα, και του βάλανε μετάνοιες.
-καθίστε εδώ, και τους έδειξε δυο παγκάκια στην σκιά μια κρεβατίνας, όταν έκατσαν μπήκε στο κελί να φέρει κεράσματα, σύκα και σταφύλια και μια κανάτα νερό. Βγαίνοντας αντιμετώπισε αναταραχή.
-τι συμβαίνει παιδιά; Ζήτησε να μάθει
-ένα κομμάτι σύρμα Γέροντα σας βρίσκετε να δέσουμε το σακίδιο αυτό που έσπασε;
-για να δώ, είπε και το πείρε στα χέρια του, ήταν του Κυριάκου. Το κοίταξε στα μάτια, και συνέχισε. Εσένα λοιπόν σε λένε Κυριάκο, έχουμε το ίδιο όνομα και έρχεσαι από την Αθήνα, σωστά, πρίν προλάβει το παιδί να βγάλει λέξη συνέχυσε, η μάνα σου η Ηρώ είναι καλά; ο θείος σου Αριστοτέλης;
Τα παιδιά έμειναν όλα άφωνα, ό Κυριάκος έσκυψε και φίλησε το χέρι του Γέροντα, «που τα ξέρετε αυτά;»
-ξέρω και άλλα, θέλεις να σου πω, αλλά όχι δεν θα σου πώ, θα αφήσεις εδώ το χαλασμένο σακίδιο και θα σου δώσω εγώ ένα βαλιτσάκι να βάλεις μέσα τα πράγματα σου, και να το κρατήσει ευλογία, μην το ξαναφέρει πίσω.
Ανέβηκε στο πάνω πάτωμα, άδειασε τα ρούχα που ήταν ακόμα φυλαγμένα μέσα, άφησε μόνο ένα μαντήλι που το κόλλησε στο μεντεσεδάκι για μην φεύγει. Το έδωσε στον μικρό Κυριάκο, βάλε τα εδώ μέσα τα πράγματα. Εκείνος άνοιξε το βαλιτσάκι είδε το μαντίλι, δεν το έβγαλε και δεν προσπάθησε καθόλου να το βγάλει, το θεωρούσε μεγάλη ευλογία από έναν Άγιο Γέροντα με προορατικό χάρισμα όπως διαπίστωσε πριν από λίγο. Έβαλε τα πράγματα του μέσα, και έσπρωξε τους υπόλοιπους άντε να φύγουμε μη αρχίσει να λέει και τα κακά μας. Θορυβημένοι και τρομαγμένοι έφυγαν αμέσως, χωρίς να κάτσουν να κεραστούν. Ήταν σίγουροι πως είχαν βρει έναν μεγάλο ασκητή με Θεία χαρίσματα, και έπρεπε να διαλαλήσουν.
Μάταια ο ΓεροΚυριάκος, του έλεγε να κάτσουν λιγάκι και αν θέλουν να τους φιλοξενήσει το μεσημέρι.
Όταν φτάσανε στο Κυριακό, ο Κυριάκος τους έδειξε το μαντίλι.
-καταλάβατε τώρα γιατί έπρεπε να φύγουμε, αν το έπαιρνε χαμπάρι δεν θα μας το άφηνε. Κόψανε το μαντίλι σε πέντε κομμάτια και πήρε ο καθένας από ένα για ευλογία. Αυθημερόν επέστρεψαν στην Δάφνη και την επομένη ταξιδεύανε για την Αθήνα. Αισθανόντουσαν τόσο τυχεροί ή ακόμη ιδιαίτερα ευλογημένοι που στο πρώτο ταξίδι πέσανε αμέσως σε χαρισματούχο ασκητή.
Πασίχαρος ο Κυριάκος γύρισε σπίτι του, αγκάλιασε την μάνα του,
-μάνα είμαι πολύ τυχερός
Εκείνη δεν μιλούσε αναγνώρισε το βαλιτσάκι που κρατούσε ο γιός της,
-μάνα με ακούς που σου μιλάω, με το πρώτο μου ταξίδι στον Όρος έπεσα σε έναν μεγάλο ασκητή, με προορατικό χάρισμα, χωρίς να του πω τίποτα, μου είπε το όνομα μου, ήξερε το δικό σου, ήξερε για τον θείο. Κατά λάθος στο βαλιτσάκι αυτό που μου χάρισε άφησε ένα μαντίλι, το μοιραστήκαμε για ευλογία, να αυτό είναι το δικό μου κομμάτι, μάνα δεν μιλάς τι έχεις, γιατί κλαίς;
Η Ηρώ δεν μιλούσε, πήρε το κομμάτι από μαντίλι, σκούπισε με αυτό τα δάκρυα της και το απόθεσε στα εικονίσματα.
Την Δευτέρα σαν να μην συνέβη τίποτα, στα γραφεία της ΜΠΑΡΑ, συνεχίζονταν η ρουτίνα. Ο Βασίλης ήταν απασχολημένος με μια πατέντα που του ζήτησαν από Νάουσα, έναν τρόπο να κόβονται τα ροδάκινα και να αφαιρείτε το κουκούτσι. Για να γίνουν κομπόστα, τα έκοβαν με το χέρι και αυτό σήμαινε εργατικά, ψάχνανε λοιπόν ένα τρόπο να εξοικονομήσουν χέρια.
Εκείνο το πρωί, μάζεψε τα χαρτιά στην τσάντα του ο Βασίλης, φεύγω πάω Νάουσα, ανακοίνωσε στην Ηρώ. Εκείνη του έπιασε το χέρι, «μην πάς, δεν είναι απαραίτητο», αντί για απάντηση, την χτύπησε απαλά στο ώμο. Και έφυγε. Η Ηρώ έμεινε στην θέση της ακίνητη κάμποση ώρα, μέχρι που την πλησίασε μια κοπέλα του λογιστηρίου και τη επανέφερε στην πραγματικότητα.
Πράγματι ο Βασίλης, πήγαινε στην Νάουσα, ήταν μια δουλειά που έπρεπε να τελειώσει, τις υπόλοιπες δουλειές, θα τις φρόντιζαν στην εταιρία. Βρήκε τον πελάτη του, του έδωσε τα σχέδια για το μηχάνημα όπως το φαντάζονταν, του διευκρίνισε πως δεν θέλει καθόλου αμοιβή, αλλά να μην το ενοχλήσει καθόλου στην κατασκευή. Ήταν η τελευταία εκκρεμότητα πριν την μεγάλη αλλαγή που είχε αποφασίσει να κάνει στην ζωή του. Χωρίς να ρωτήσει κανέναν, χωρίς να συμβουλευτεί ή να πάρει γνώμη, αποφάσισε να τελειώσει η ζωή του στο Άγιον Όρος.
Τράβηξε γραμμή για Θεσσαλονίκη, πούλησε το αυτοκίνητο του, το μοναδικό περιουσιακό στοιχεί που είχε στο όνομα του, μπήκε στο λεωφορείο για την Ουρανούπολη.
Άγνωστος ανάμεσα σε αγνώστους ανέβηκε στο καραβάκι για την Δάφνη. Από εκεί στο λεωφορείο για τις Καρυές, στο πρωτάτο για διαμονητήριο. Τον ρώτησαν για πόσες ημέρες, χωρίς δισταγμό είπε για πάντα.
Με το χαρτί στο χέρι, και με ελάχιστα ρούχα στο βαλιτσάκι που κρατούσε, κατέβηκε τα σκαλιά του πρωτάτου. Κοίταξε γύρω του και είδε έναν άλλο κόσμο που δεν φαντάζονταν πως υπάρχει. Αγωγιάτες κα μουλάρια, φορτωμένοι με ντορβαδίνες μοναχοί, άλλοι με ξύλα στην πλάτη σαν γαϊδούρια, άσφαλτος πουθενά. Αναρωτήθηκε «που βρίσκομαι και γιατί;».
Δεν ήξερε που να πάει, δεν ήξερε τι να κάνει, ασυναίσθητα σήκωσε το χέρι του και έκανε το σήμα του σταυρού, «Παναγία βόηθα». Ήταν πεπεισμένος πως ούτε και τώρα θα χανότανε, είχε περάσει τόσα και τόσα, εδώ στον ιερό τόπο θα χαθεί; Στο κάτω κάτω το μυαλό του θα είχε λύσεις και πατέντες για τα πάντα, έτσι νόμιζε. Τον πλησίασε ένας μοναχός
-ευλογείται, είπε
-πως είπατε; Ρώτησε απορημένος
-κατάλαβα πρώτη φορά έρχεστε εδώ, έχετε να πάτε πουθενά;
-όχι δεν γνωρίζω κανέναν, δεν έχει ξενώνες, σε κάποιο ξενώνα θα πάω
-ξενώνες δεν έχουμε, μόνο στα μοναστήρια, και τα λένε αρχονταρίκια, θέλετε να σας δείξω ένα μοναστήρι να πάτε;
-ναι θέλω, νυχτώνει άλλωστε και πρέπει να ξεκουραστώ, ευχαριστώ με λένε Ράπτη
-εδώ δεν έχουμε επίθετα μόνο ονόματα πως σας λένε;
-Βασίλη με λένε εσάς;
-είμαι ο πατήρ Αρσένιος, τραβήξετε αυτό το μονοπάτι και μετά από μιάμιση ώρα θα είστε στο Φιλοθέου. Στο δρόμο έχει πολλές πινακίδες δεν θα χαθείτε. Πέστε σας έστειλα εγώ.
Ο Βασίλης πήρε το βαλιτσάκι του και μπήκε στο μονοπάτι που του έδειξε ο Μοναχός να βρει το Μοναστήρι. Ήταν το καλοκαίρι του 1982. Έφτασε πέρασε την πύλη, τον υποδέχθηκε ένας άλλος μοναχός. Είχε τελειώσει ο εσπερινός κα βρισκόντουσαν στην τράπεζα. Εκεί τον οδήγησε, τον έβαλε σε μια άκρη να κάτσει, είχε μπροστά του ένα πιάτο φακές μια ντομάτα και μια φέτα ψωμί. Καθ όλη την διάρκεια του φαγητού, σε έναν άμβωνα ένας μοναχός διάβαζε, δεν καταλάβαινε τι έλεγε. Έφαγε και όταν σηκώθηκαν οι Μοναχοί σηκώθηκε και αυτός πήγαν στην ναό διαβάσανε το απόδειπνο, έβλεπε αυτός μέσα στο μισοσκόταδο, να περνούν όλοι και να φιλούν το χέρι, ενός καλογέρου που στεκότανε πίσω από την κολόνα, όταν τελείωσαν οι Μοναχοί πήγαιναν λαϊκοί, θεώρησε πως έπρεπε να πάει και αυτός, και πήγε.
Ένας άλλος μοναχός το οδήγησε σε ένα δωμάτιο με δώδεκα κρεβάτια από τα οποία τα μισά ήταν άδεια, ψηλά στο αρχονταρίκι για τον ύπνο, εκείνη την ώρα έδυε ο ήλιος. Μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα κτύπαγε η πόρτα και φώναζε απ’ έξω κάποιος «δι ευχών», ξανά και ξανά μέχρι που κάποιους από τους κοιμώμενους στο ίδιο δωμάτιο απήντησε «αμήν». Ακολούθησαν κτυπήματα από σήμαντρα και άλλα σήμαντρα και στο τέλος μια καμπάνα χάλασε τον κόσμο. Έκανε την ντροπή φιλότιμο και κατέβηκε στον Ναό.
Αλλιώς ήταν μαθημένος από τις ακολουθίες της ενορίες του, στις οποίες δεν πήγαινε από την αρχή. Αυτοί οι καλόγηροι διαβάζανε, και ξαναδιαβάζανε, ψέλνανε για λίγο και ξαναδιαβάζανε, μέσα στο μισοσκόταδο κινιόντουσαν φιγούρες, ανάβανε καντήλια σβήνανε άλλα. Γονατίζανε και συρνόντουσαν, ανεβοκατέβαιναν στα στασίδια τους, όλα αυτά με τάξη και ρυθμό. Ατέλειωτη του φάνηκε όλη αυτή η διαδικασία, αλλά κανείς δεν του έδινε σημασία, σαν να μην υπήρχε. Όταν απόλυσε κάποια στιγμή ο ιερέας, πήγανε για φαγητό, μέσ’ την νύχτα, και μετά εξαφανίστηκαν. Ανέβηκε και αυτός στο δωμάτιο να συνεχίσει τον ύπνο του.
Ύστερα από δυο ή τρείς ώρες ξανάρχισαν τα σήμαντρα, σηκώθηκε αυτήν την φορά ξεκούραστος, και κατέβηκε στην αυλή. Τον πλησίασε ένας μοναχός και του είπε πως πρέπει να παρουσιαστεί στον Γέροντα.
-εγώ θέλω να δώ τον ηγούμενο, δεν έχω καιρό για γέροντες
-ευλογημένε, ο ηγούμενος λέγετε και προσφωνείτε Γέροντας, αλλά από ότι φαίνετε είσαι αρχάριος, ακολούθα με, και ξεκίνησαν μαζί να βρουν τον Γέροντα.
Περνώντας μέσα από διαδρόμους και στοές σταμάτησαν μπρός σε μια πόρτα, την κτύπησε ο Μοναχός και είπε «δι ευχών», όταν από μέσα άκουσαν αμήν, άνοιξε και πέρασαν μέσα.
Ένα τραπέζι και μερικές καρέκλες, ήταν η επίπλωση του δωματίου, στην άκρη υπήρχε ένα στενό κρεβάτι κατασκευασμένο πρόχειρα από σανίδια και γύρω γύρω στα ράφια γεμάτα βιβλία.
-κάτσε παιδί μου, είπε ο Γέροντας, πως σε λένε;
-Βασίλης Ράπτης, είπε και έκατσε,
-λοιπόν Βασίλη, εδώ που είσαι δεν χωράν υπεκφυγές και ψέματα, αν θές να βρεις λύση στο πρόβλημα που σε απασχολεί πρέπει να είσαι απόλυτα ειλικρινής απέναντι μου.
-που ξέρετε Γέροντα πως με απασχολεί κάποιο πρόβλημα;
-αν δεν είχες πρόβλημα δεν θα ερχόσουν εδώ, είσαι άσχετος με τα μοναστήρια, φαίνεται από τις κινήσεις σου, από το λεξιλόγιο σου, ήρθες αναζητώντας κάτι, σίγουρα θέλεις βοήθεια και εδώ στο περιβόλι της Παναγίας θα την βρεις, μόνο αν είσαι ειλικρινής, αν θέλεις να βοηθήσω πές τι συμβαίνει αλλιώς κάτσε όσες μέρες θέλεις και φύγε με το πρόβλημα σου.
Ο Βασίλης πράγματι αναζητούσε κάτι που δεν το είχε ακόμα προσδιορίσει, αναζητούσε την γαλήνη της ψυχής του. «θα σου πω Γέροντα» και άρχισε να λέει να λέει χωρίς σταματημό, να αναλύει την ζωή του από το ορφανοτροφείο μέχρι το τελευταίο ταξίδι στο Πήλιο, και την απόφαση του να μην ξαναβγεί στον κόσμο. Ο Γέροντας άκουγε, και δεν μιλούσε, κρατώντας ένα κομποσκοίνι στο χέρι το γύρισε και μουρμούριζε μέσα από τα δόντια του. Όταν απόκαμε την διήγηση ο Βασίλης, σηκώθηκε τον πλησίασε,
-ο Χριστός σε διάλεξε και σε θέλει αγνό, σε κάλεσε εδώ στο περιβόλι της Μητέρας Του. Είσαι μεγάλος για να μείνει στο κοινόβιο, θα δυσκολευτείς νομίζω πως είναι καλλίτερα να πάς σε ένα γέροντα να κάνεις την υπακοή σου και την δοκιμασία σου, να τον βοηθήσεις στα γεράματα, και να σου μείνει το κελί να ασκηθείς.
-ξέρω από κοινόβια, έζησα πολλά χρόνια στα ιδρύματα, αλλά θα κάνω ότι πεις.
-άμε να ξεκουραστείς και αύριο ή μεθαύριο θα τα ξαναπούμε, κοίτα μόνο να μιλάς λίγο και διακριτικά.
Πέρασαν δυο μέρες σε αργούς ρυθμούς, κι ένας Μοναχός το πλησίασε στη αυλή με τον ίδιο τρόπο που τον πλησίασε ο προηγούμενος «σε θέλει ο Γέροντας». Τον οδήγησε στο γνωστό δωμάτιο, πέρασαν μέσα και ο Γέροντας του ανακοίνωσε πως ο Πάτερ Δαμασκηνός, τον δέχεται για παραγιό του. Και το άλλο πρωί θα τον πήγαινε ο βουρδουνάρης με το μουλάρι. Αναρωτήθηκε ποιος να είναι άραγε αυτός ο Δαμασκηνός, και σαν κατάλαβε την απορία του ο Γέροντας τον ενημέρωσε. Ήταν από την Πόλη και στα σεπτεμβριανά του 1955 έχασε την οικογένεια του, την γυναίκα του και τα πέντε παιδιά τους, δεν τους βρήκε όσο και αν προσπάθησε και αποτραβήχτηκε εδώ να προσεύχεται γι αυτούς.
Το επόμενο πρωινό μετά την ακολουθία και το φαγητό, καβάλησε ένα μουλάρι, ενώ είχε για οδηγός έναν Μοναχό που φόρτωσε σε άλλο μουλάρι το βαλιτσάκι του, και ένα ντορβά γεμάτο προμήθειες για τον πατέρα Δαμασκηνό. Περπατούσαν πολύ ώρα χωρίς ο οδηγός του να βγάζει μιλιά, ο ίδιος ο Βασίλης ήταν ολιγόλογος και απερίεργος. Είχε σηκωθεί καλά ο ήλιος όταν φτάσανε στο καλύβι του πατρός Δαμασκηνού. Ξεπέζεψε ο οδηγός του, τον ακολούθησε κι αυτός. Πήρε μια πέτρα και σημάδεψε ένα παράθυρο, δεν το βρήκε με την πρώτη, με την δεύτερη το πέτυχε, και άνοιξε και φάνηκε ένας γέροντας ασπρογένης καλόγερος, έγνεψε με τα χέρια του να πλησιάσουν.
-ευλογείται, είπε ο Μοναχός συνοδός του
-ο Κύριος ευλογεί αποκρίθηκε εκείνος, «δι ευχών»
-των Αγίων Πατέρων
-καλώς ήλθατε στο φτωχικό μας.
Στιχομυθία και λεξιλόγιο άγνωστο στον Βασίλη, κοίταζε γύρω και δεν μιλούσε. Έβλεπε ένα μεγάλο αγροτόσπιτο, με κήπο γεμάτο ζαρζαβατικά, δεν είχε ξαναδεί από κοντά φυτώρια. Από την άλλη μεριά του σπιτιού καμιά εικοσαριά ελιές, και άλλα δένδρα που δεν ήξερε τι είναι.
-έφερα Γέροντα ευλογίες από το Μοναστήρι και τον καινούργιο σου Δόκιμο. Στερεωμένος να είναι και καλές υπομονές.
-ευχαριστώ παιδί μου, βάλτα μέσα, ξέρεις εσύ και έλα να τα πούμε λίγο. Μετά στράφηκε στον Βασίλη,
-εσύ θα μείνεις εδώ; Το έχεις σκεφτεί καλά; πως σε λένε;
-Βασίλης Ράπτης απήντησε, ανακουφισμένος, επιτέλους κάποιος του απέτεινε τον λόγο.
-άκου Βασίλη, έμπα μέσα στο σπίτι, ανέβα στο πάνω πάτωμα, διάλεξε ένα δωμάτιο να μείνεις, εκτός από κείνο, και του έδειξε το παράθυρο που σημάδεψε με την πέτρα ο οδηγός του, εκείνο είναι δικό μου.
-μάλιστα πάτερ,
-δεν θα λες μάλιστα, θα λές να είναι ευλογημένο Γέροντα. Μόλις φύγει ο αδελφός μας, θα έλθω να τα πούμε.
Ανέβηκε ο Βασίλης στο πάνω πάτωμα, την πρώτη πόρτα που βρήκε άνοιξε, και είδε ένα φτωχικό εξοπλισμό. Ένα κρεβάτι από τάβλες στηριγμένες σε τσιμεντόλιθους, ένα σκαμνάκι, ένα τραπέζι που έτριζε, και ένα μπαούλο. Βγήκε άνοιξε την διπλανή πόρτα, είδε ακριβώς τον ίδιο εξοπλισμό. Επέστρεψε στην πρώτη κάμαρα άφησε το βαλιτσάκι του και κάθισε στο σκαμνί. Ο Γέροντας ξεπροβόδισε τον Μοναχό οδηγό του, δίνοντας του ένα σακουλάκι σταυρουδάκια από το εργόχειρο του. Ευλογία έναντι της ευλογίας, όπως έλεγε.
Ανέβηκε μετά στο πάνω πάτωμα, να βρει τον Βασίλη.
-λοιπόν Βασίλη, θέλεις να μείνεις για πάντα εδώ, έτσι; με το νεύμα της κεφαλής συνέχισε, άκου σε καλά τι θα σου πω τώρα. Σήμερα σε περίμενα κα μαγείρεψα φακές, σε λίγο θα φάμε και μετά θα πάμε στην ιματιοθήκη, να βρεις ρούχα στα μέτρα σου. Αυτά που φοράς να φυλάξεις στο βαλιτσάκι σου, γιατί θα σου χρειαστούν όταν θα επιστρέφεις στον κόσμο. Δεν πιστεύω να αντέξεις την καλογερική πάνω από εξ μήνες
-Γέροντα με απορρίπτεις πριν ακόμα με γνωρίσεις;
-ξέρω εγώ τι λέω, είσαι μεγάλος για δοκιμασίες και καλομαθημένος, τώρα, θέλεις τίποτα να ρωτήσεις, όχι καλά έλα σε λίγο κάτω για φαγητό.
Στο κάτω πάτωμα στο βάθος υπήρχε ένα μαγειρείο με τα απολύτως βασικά. Ένας μεγάλος τσιμεντένιος νεροχύτης, με μια σωλήνα από το παράθυρο έμπαινε και κατέληγε σε βρύση, μια πιατοθήκη και Μασσίνα για μαγείρεμα. Στην άκρη ένα τραπέζι ξύλινο, στρωμένο με νάιλον τραπεζομάντηλο, στην κορυφή είχε μια καρέκλα και στα πλευρά του από ένα πάγκο. Κάτσανε και ο γέροντα ευλόγησε το φαγητό τους.
Όταν τελειώσανε, πέρασαν δίπλα στο ναΐδριο, που υπήρχε ενσωματωμένο μέσα στο σπίτι. Φόρεσε το κρεμασμένο πετραχήλι ο Γέροντας και έβαλε ευλογητό, γύρισε στον Βασίλη «λέγε», εκείνος δεν ήξερε τι να «λέγει» και περίμενε, ήρθε ο Γέροντας του άνοιξε το Μέγα Ωρολόγιον, «εδώ είμαστε». Έτσι άρχισε ο Βασίλης την Μοναχική του Βιωτή.
Διέψευσε τον Γέροντα, και δεν έφυγε στους έξ μήνες, αντίθετα του είχε γίνει απαραίτητος. Έμαθε ένα σωρό αγροτικές εργασίες που δεν είχε ιδέα, ακόμα βελτίωσε τα αυτοσχέδια εργαλεία που είχε το κελί για το εργόχειρο, σκαλίζανε σταυρούς στο ξύλο, φτιάχνανε καντηλήθρες με φελλό και σύρμα, και ακόμα υπήρχε αγιογραφείο σε αχρηστία.
Είχαν περάσει από κελί αυτό στα χρόνια που έμενε ο Πάτερ Δαμασκηνός πολλοί μοναχοί. Δεν στερεώνονταν.
Στην συνοδεία του Γέροντα του, αυτός ήταν ο ευνοούμενος, τον άφηνε διάδοχο όταν πεθάνει, οι παραδελφοί του δεν το χώνεψαν, και έφυγαν. Έμεινε μόνος αυτός τον γεροκόμησε και του έμεινε το κελί αυτό. Είχε γεράσει και αυτός δεν αξιώθηκε να στερεώσει παραγιό να τον γηροκομήσει, παρόλο που πέρασαν αρκετοί δόκιμοι. Τώρα ο Βασίλης έκανε την έκπληξη, έμαθε να τον ξελειτουργά από τον πρώτο μήνα κιόλας. Το κελί καθαρίστηκε, ο Ναός του έλαμψε από την πάστρα. Έλεγε ο Γέροντα πως ο Μέγας Βασίλειος, τον Φανέρωσε τον Βασίλειο για να του ευπρεπίσει το σπιτικό του.
Κάποτε θέλησε ο Βασίλης να καθαρίσει τα λούκια του νερού που μαζεύανε φύλλα και πρότεινε στον Γέροντα να αντικατασταθούν με σωλήνα πλαστική. Αντέδρασε ο Γέροντας,
-θα έρθει το νερό ίσαμε εδώ γρηγορότερα και καθαρότερο, αλλά τα πουλάκια που θα ξεδιψούν, θαρρείς πως είναι δικό μας μόνο το νερό, πόσα ζώα του δάσους δεν ξεδιψούν μέσα στις υδρορροές, μην καμώνεσαι πως τα ξέρεις όλα.
Τέτοιες πολλές ήταν οι διδασκαλίες, που κάνανε τον Βασίλη να δει με άλλο μάτι και να αναθεωρήσει πολλές απόψεις του. Τον πολεμούσε ο εγωισμός του, του έλεγε πως αδικείται ένα τέτοιο μυαλό στο αγροτόσπιτο και πάει σε κανένα μοναστήρι να το αναδείξει κα να αναδειχθεί. Αυτός ήταν ο καθημερινός πόλεμος στο νού του. Ο Γέροντας τον ήξερε τον πόλεμο αυτό και προσευχόταν να τον φωτίσει ο Θεός να κάνει το καλλίτερο. Αποφάσισε να τον κάνει παπά, προτού πεθάνει. Να αφήσει στο κελί κάτοικο και στο θυσιαστήριο διάδοχο. Η κουρά έγινε στο κελί και του έδωσε το όνομα Κυριάκος, που ζήτησε και οι χειροτονίες στο Κυριακό της Αγία Άννας. Δεν πρόλαβε να τελειώσει το πρώτο σαρανταλείτουργο του, ο νέοχειροτονημένος, και κοιμήθηκε ο Γέροντας, αφήνοντας τον διάδοχο στο κελί.
Τα χρόνια περνούσαν γρήγορα, μετά από απαίτηση πολλών γειτόνων Μοναχών, προχειρίστηκε και Πνευματικός, και είχε υπόληψη και σεβασμό σε όλο το Όρος.
Στην Αθήνα, μετά την φυγή του Βασίλη, αφού πέρασε μια εβδομάδα, δήλωσε η Ηρώ την εξαφάνιση του στην Αστυνομία. Εκείνη μέσα της ήξερε πως δεν θα ξαναερχόταν ποτέ, αλλά δεν ήθελε να το αποδεχθεί. Πλήθυναν οι επισκέψεις της στην εκκλησία, άρχισε να κάνει περισσότερα ευχέλαια και αγιασμούς. Η ΜΠΑΡΑ άρχισε να έχει καθοδική πορεία, πρόλαβε και κράτησε μερικά διαμερίσματα για παίρνει τα νοίκια, και αποχώρισε αφήνοντας της όλη στον αδελφό της. Μεγάλη εντύπωση τις έκανε όταν άρχισε την εκκαθάριση στο γραφείο των ευρεσιτεχνιών, η απόλυτη ταχτοποίηση όλων των θεμάτων. Δεν υπήρχε η παραμικρή ακαταστασία λές και κανόνιζε πολύ καιρό αυτήν την αποχώρηση. Όλα νομικά τακτοποιημένα να παίρνει όσο θα ζει η Ηρώ τα δικαιώματα από όλες τις πατέντες που είχε εφεύρει.
Και ο μικρός Κυριάκος μεγάλωνε. Μεγαλώνοντας επηρεαζόταν από την μητέρα του που ξημεροβραδιαζότανε στις εκκλησίες και τα μοναστήρια. Τελειώνοντας το Λύκειο, πέρασε πρώτος στη Θεολογική Αθηνών. Τεταρτοετής φοιτητής, με τον ενθουσιασμό της ηλικίας θέλησε με άλλους συμφοιτητές να πάνε στο Άγιο Όρος για προσκύνημα. Να γνωρίσουν Μοναστήρια και ασκητές από κοντά. Ξεκίνησαν και με την γνωστή ταλαιπωρία φθάσανε στην Δάφνη. Με το ζήλο του αρχαρίου, αντί να πάνε στις Καριές, διαλέξανε να συνεχίσουν με το μοτόρι προς την Λαύρα. Είχαν αποφασίσει η παρέα πέντε αγόρια να διανυχτερεύσει στην Αγία Άννα, να γνωρίσουν τον Μεγάλο υμνογράφο που έμενε στην Μικρή Αγία Άννα.
Όταν τους υποδέθηκαν στο Κυριακό της Αγία Άννας, ο Δικαίος του φιλοξένησε και στην κουβέντα που έγινε, τους πρότεινε επειδή ο Υμνογράφος έλειπε να επισκεφτούν το ΓέροΚυριάκο, σίγουρα θα ωφεληθείτε μια και ήρθατε. Το αποφάσισαν για την επόμενη μέρα.
Φθάνοντας στο κελί από το δρόμο μακριά του είδε ο ΓεροΚυριάκος, άφησε το τσαπί που δούλευε να πέσει κάτω. Ο ένας νεαρός ήταν ίδιος η Ηρώ στα νιάτα της. Σκούπισε ένα δάκρυ που κύλισε, και φώναξε
-ελάτε παιδιά ελάτε, τα παιδιά πλησίασαν, ευλογείται Γέροντα, και του βάλανε μετάνοιες.
-καθίστε εδώ, και τους έδειξε δυο παγκάκια στην σκιά μια κρεβατίνας, όταν έκατσαν μπήκε στο κελί να φέρει κεράσματα, σύκα και σταφύλια και μια κανάτα νερό. Βγαίνοντας αντιμετώπισε αναταραχή.
-τι συμβαίνει παιδιά; Ζήτησε να μάθει
-ένα κομμάτι σύρμα Γέροντα σας βρίσκετε να δέσουμε το σακίδιο αυτό που έσπασε;
-για να δώ, είπε και το πείρε στα χέρια του, ήταν του Κυριάκου. Το κοίταξε στα μάτια, και συνέχισε. Εσένα λοιπόν σε λένε Κυριάκο, έχουμε το ίδιο όνομα και έρχεσαι από την Αθήνα, σωστά, πρίν προλάβει το παιδί να βγάλει λέξη συνέχυσε, η μάνα σου η Ηρώ είναι καλά; ο θείος σου Αριστοτέλης;
Τα παιδιά έμειναν όλα άφωνα, ό Κυριάκος έσκυψε και φίλησε το χέρι του Γέροντα, «που τα ξέρετε αυτά;»
-ξέρω και άλλα, θέλεις να σου πω, αλλά όχι δεν θα σου πώ, θα αφήσεις εδώ το χαλασμένο σακίδιο και θα σου δώσω εγώ ένα βαλιτσάκι να βάλεις μέσα τα πράγματα σου, και να το κρατήσει ευλογία, μην το ξαναφέρει πίσω.
Ανέβηκε στο πάνω πάτωμα, άδειασε τα ρούχα που ήταν ακόμα φυλαγμένα μέσα, άφησε μόνο ένα μαντήλι που το κόλλησε στο μεντεσεδάκι για μην φεύγει. Το έδωσε στον μικρό Κυριάκο, βάλε τα εδώ μέσα τα πράγματα. Εκείνος άνοιξε το βαλιτσάκι είδε το μαντίλι, δεν το έβγαλε και δεν προσπάθησε καθόλου να το βγάλει, το θεωρούσε μεγάλη ευλογία από έναν Άγιο Γέροντα με προορατικό χάρισμα όπως διαπίστωσε πριν από λίγο. Έβαλε τα πράγματα του μέσα, και έσπρωξε τους υπόλοιπους άντε να φύγουμε μη αρχίσει να λέει και τα κακά μας. Θορυβημένοι και τρομαγμένοι έφυγαν αμέσως, χωρίς να κάτσουν να κεραστούν. Ήταν σίγουροι πως είχαν βρει έναν μεγάλο ασκητή με Θεία χαρίσματα, και έπρεπε να διαλαλήσουν.
Μάταια ο ΓεροΚυριάκος, του έλεγε να κάτσουν λιγάκι και αν θέλουν να τους φιλοξενήσει το μεσημέρι.
Όταν φτάσανε στο Κυριακό, ο Κυριάκος τους έδειξε το μαντίλι.
-καταλάβατε τώρα γιατί έπρεπε να φύγουμε, αν το έπαιρνε χαμπάρι δεν θα μας το άφηνε. Κόψανε το μαντίλι σε πέντε κομμάτια και πήρε ο καθένας από ένα για ευλογία. Αυθημερόν επέστρεψαν στην Δάφνη και την επομένη ταξιδεύανε για την Αθήνα. Αισθανόντουσαν τόσο τυχεροί ή ακόμη ιδιαίτερα ευλογημένοι που στο πρώτο ταξίδι πέσανε αμέσως σε χαρισματούχο ασκητή.
Πασίχαρος ο Κυριάκος γύρισε σπίτι του, αγκάλιασε την μάνα του,
-μάνα είμαι πολύ τυχερός
Εκείνη δεν μιλούσε αναγνώρισε το βαλιτσάκι που κρατούσε ο γιός της,
-μάνα με ακούς που σου μιλάω, με το πρώτο μου ταξίδι στον Όρος έπεσα σε έναν μεγάλο ασκητή, με προορατικό χάρισμα, χωρίς να του πω τίποτα, μου είπε το όνομα μου, ήξερε το δικό σου, ήξερε για τον θείο. Κατά λάθος στο βαλιτσάκι αυτό που μου χάρισε άφησε ένα μαντίλι, το μοιραστήκαμε για ευλογία, να αυτό είναι το δικό μου κομμάτι, μάνα δεν μιλάς τι έχεις, γιατί κλαίς;
Η Ηρώ δεν μιλούσε, πήρε το κομμάτι από μαντίλι, σκούπισε με αυτό τα δάκρυα της και το απόθεσε στα εικονίσματα.
Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2010
μαντινάδα (έτσια για να μην χανόμαστε)
Ατομική ενέργεια
έχουν τα δυό σου μάτια
γι' αυτό και τονε κάνουνε
όποιο κοιτάς, κομμάτια.
υπομονή και έρχεται κάτι καλό
Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010
Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2010
Απάντηση στον κ. Πιπερόπουλο
Θα ήθελα να απαντήσω στην ανάρτηση του κυρίου Πιπερόπουλου.
Κύριε Πιπερόπουλε ευτύχως η πνευματικότητα δεν χάθηκε άκομα, ίσως δεν...φαίνεται στα μέσα από τα οποία φροντίζουν να ενημερώνουν τον κόσμο για το τι συμβαίνει, αλλά υπάρχει άκομα. Βρίσκεται σε συζητήσεις αιωνίων φοιτητών σε κάποιο ταβερνακί,στα ανώνυμα μπλογκ στον ωκεανό του
διαδικτύου, στις συζητήσεις των μαθητών στα καφε.
Οι δάσκαλοι δεν χάσανε όλοι το μεράκι τους, υπάρχουν δάσκαλοι σε όλες τις βαθμίδες που
έχουν τετοιο πάθος για να μεταδώσουν, γνώσεις, αξίες και τρόπο σκέψης που το εκπαιδευτικό σύστημα φαίνεται ανίκανο να τους περιορίσει.
Υπάρχουν ακόμα αυτοί οι δάσκαλοι που αγαπούν τη γνώση και προσπαθούν να τη μεταδώσουν.
Δεν έχει χαθεί η ελπίδα,Κύριε Πιπερόπουλε ως κοινωνιολόγος που είστε γνωρίζετε και ο ίδιος ότι οι κοινωνίες είναι δίκτυα. Δίκτυα που επηρρεάζονται και μεταβάλλονται ανάλογα με τις κυριάρχες αντιλήψεις.
Εσείς, που είστε δάσκαλος, που είστε άτομο που μπορεί να επηρρεάσει μεγάλο αριθμό ανθρώπων μπορείτε να ξεφύγετε από την μίζέρη και καταστρεπτική συνήθεια του κράξιμου. Τη συνήθεια αυτή όπου όλα είναι μάυρα και άραχνα, η κοινωνία διαλυμένη και οι ικανοί κάθονται στο περιθώριο και δεν έχουν θάρρος για πράξεις. Επιτέλους ας πράξουν οι ικανοί, ας δείξουν στον Έλληνα τι σημαίνει να είσαι χαρούμενος, αισιόδοξος, να πιστεύεις στις δυνάμεις σου και να μην μένεις στα αρνητικά αλλά να θέλεις να βελτιωθείς. Θέλετε να δείτε δασκάλους κύριε Πιπερόπουλε με αξία, πηγαίνετε στα σχολεία και θα δείτε ότι υπάρχουν ακόμα δάσκαλοι με μεράκι. Επιτέλους ας αντιληφθούμε όλοι οτί ΕΜΕΙΣ θα αλλάξουμε την Ελλάδα, όχι οι πολιτικοί.
Μπορούμε και θα τα καταφέρουμε αν το πιστέψουμε. Ας αρχίσουμε οι ιδιοι να βραβεύουμε τους εαυτούς μας και να μην περιμένουμε την πολιτεία.
Προσωπικα θέλω να αφήσω τα τοπικά, περιφερειακά και εθνικά βραβεία που θα μπορούσαν να δημιουργηθουν στο περιθώριο. Εχω δεί πολλές φορές να δημιουργούνται βραβεία και να καπελώνονται από κουστουμαρισμένους κοιλαράδες που στο τέλος βγάζουν ως καλύτερο τον κολλητό τους. Για μενα το καλυτερο βραβείο για ένα δάσκαλο είναι το ευχαριστώ από τους
μαθητές του. Αν θέλουμε να βραβεύσουμε το δάσκαλο μας αρκεί να τον πάρουμε τηλέφωνο και να του πούμε σε ευχαριστώ για όλα δάσκαλε, σου χρωστάω τόσα που ποτέ δεν θα μπορέσω να στα ξεπληρώσω. ο Θεός να σε έχει καλά!
Κύριε Πιπερόπουλε ευτύχως η πνευματικότητα δεν χάθηκε άκομα, ίσως δεν...φαίνεται στα μέσα από τα οποία φροντίζουν να ενημερώνουν τον κόσμο για το τι συμβαίνει, αλλά υπάρχει άκομα. Βρίσκεται σε συζητήσεις αιωνίων φοιτητών σε κάποιο ταβερνακί,στα ανώνυμα μπλογκ στον ωκεανό του
διαδικτύου, στις συζητήσεις των μαθητών στα καφε.
Οι δάσκαλοι δεν χάσανε όλοι το μεράκι τους, υπάρχουν δάσκαλοι σε όλες τις βαθμίδες που
έχουν τετοιο πάθος για να μεταδώσουν, γνώσεις, αξίες και τρόπο σκέψης που το εκπαιδευτικό σύστημα φαίνεται ανίκανο να τους περιορίσει.
Υπάρχουν ακόμα αυτοί οι δάσκαλοι που αγαπούν τη γνώση και προσπαθούν να τη μεταδώσουν.
Δεν έχει χαθεί η ελπίδα,Κύριε Πιπερόπουλε ως κοινωνιολόγος που είστε γνωρίζετε και ο ίδιος ότι οι κοινωνίες είναι δίκτυα. Δίκτυα που επηρρεάζονται και μεταβάλλονται ανάλογα με τις κυριάρχες αντιλήψεις.
Εσείς, που είστε δάσκαλος, που είστε άτομο που μπορεί να επηρρεάσει μεγάλο αριθμό ανθρώπων μπορείτε να ξεφύγετε από την μίζέρη και καταστρεπτική συνήθεια του κράξιμου. Τη συνήθεια αυτή όπου όλα είναι μάυρα και άραχνα, η κοινωνία διαλυμένη και οι ικανοί κάθονται στο περιθώριο και δεν έχουν θάρρος για πράξεις. Επιτέλους ας πράξουν οι ικανοί, ας δείξουν στον Έλληνα τι σημαίνει να είσαι χαρούμενος, αισιόδοξος, να πιστεύεις στις δυνάμεις σου και να μην μένεις στα αρνητικά αλλά να θέλεις να βελτιωθείς. Θέλετε να δείτε δασκάλους κύριε Πιπερόπουλε με αξία, πηγαίνετε στα σχολεία και θα δείτε ότι υπάρχουν ακόμα δάσκαλοι με μεράκι. Επιτέλους ας αντιληφθούμε όλοι οτί ΕΜΕΙΣ θα αλλάξουμε την Ελλάδα, όχι οι πολιτικοί.
Μπορούμε και θα τα καταφέρουμε αν το πιστέψουμε. Ας αρχίσουμε οι ιδιοι να βραβεύουμε τους εαυτούς μας και να μην περιμένουμε την πολιτεία.
Προσωπικα θέλω να αφήσω τα τοπικά, περιφερειακά και εθνικά βραβεία που θα μπορούσαν να δημιουργηθουν στο περιθώριο. Εχω δεί πολλές φορές να δημιουργούνται βραβεία και να καπελώνονται από κουστουμαρισμένους κοιλαράδες που στο τέλος βγάζουν ως καλύτερο τον κολλητό τους. Για μενα το καλυτερο βραβείο για ένα δάσκαλο είναι το ευχαριστώ από τους
μαθητές του. Αν θέλουμε να βραβεύσουμε το δάσκαλο μας αρκεί να τον πάρουμε τηλέφωνο και να του πούμε σε ευχαριστώ για όλα δάσκαλε, σου χρωστάω τόσα που ποτέ δεν θα μπορέσω να στα ξεπληρώσω. ο Θεός να σε έχει καλά!
Τρίτη 31 Αυγούστου 2010
ο Έλληνας ξέρει, θέλει; ; ;
Ένας γέροντας προσπαθούσε να βρει θέση στο Στάδιο της Ολυμπίας για να καθησει και να παρακολουθήσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Καθώς δεν είχε φτάσει εγκαίρως, το στάδιο ήταν ασφυκτικά γεμάτο. Περιδιάβηκε πολύ περνώντας ανάμεσα από τους Αθηναίους, τους Κορίνθιους, τους Σικιώνιους και άλλους, όμως κανείς νεότερος δεν σηκωνόταν να του παραχωρήσει τη θέση του. Όταν τελικά έφτασε στο σημείο όπου κάθονταν οι Σπαρτιάτες, όλοι οι νέοι της Σπάρτης σηκώθηκαν να του παραχωρήσουν την θέση τους. Οι υπόλοιποι θεατές βλέποντας την ευγενική πράξη των Σπαρτιατών, άρχισαν να τους χειροκροτούν. Τότε ο γέροντας σκεφτικός μουρμούρισε: Να λοιπόν που όλοι οι Έλληνες ξέρουν ποιο είναι το σωστό να γίνει, κανείς όμως δεν θέλει να το κάνει.
ΚΙ ΟΜΩΣ! ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ H ΚΡΙΣΗ...
Απόγευμα. Διπλό λεωφορείο από Γλυφάδα για κέντρο. Φίσκα. Οι όρθιοι κρεμασμένοι από τις χειρολαβές. Οι καθισμένοι έκλειναν τα μάτια κατάκοποι από δουλειά και έγνοιες. Μέσα κατήφεια κι ιδρώτας. Από τα ανοιχτά παράθυρα αύρα και καυσαέριο...
Σε μια στάση επιβιβάστηκε μια μεγάλη παρέα εφήβων. Απλώθηκαν σπρώχνοντας άγαρμπα τους ήδη στριμωγμένους. Από την άμμο που σκόρπισαν σε κάθε τους κίνηση φαινόταν ότι επέστρεφαν από μπάνιο στη θάλασσα. 'Αρχισαν να φωνάζουν. Για την ακρίβεια να ουρλιάζουν. Η εθνική μας λέξη επανερχόταν σε κάθε φράση υποκαθιστώντας ονόματα, επίθετα, ουσιαστικά, ρήματα. Δεν ήταν κουβέντα αλλά παραλήρημα. Υστερία διανθισμένη με άναρθρες κραυγές που ξεσήκωναν τα εξωπραγματικά γέλια των υπόλοιπων της αγέλης.
Η μόνη αντίδραση στην εισβολή, απειροελάχιστες συσπάσεις ενόχλησης στα πρόσωπα των επιβατών. Και ερμητικό κλείσιμο στο καβούκι του ο καθένας. Καρτερικά. Ώσπου κάποιος δεν άντεξε. Ήταν γύρω στα εξηνταπέντε με εβδομήντα. Στον τόνο παράπονου κι όχι της επίπληξης, με χροιά απελπισίας, είπε χαμηλόφωνα στον έφηβο που στεκόταν δίπλα του και έκανε το μεγαλύτερο σαματά: "Βρε αγόρι μου κουφός είσαι και φωνάζεις έτσι; Πιο σιγά σε παρακαλώ, δεν αντέχουμε. Κουρασμένοι άνθρωποι είμαστε."
Οι επιβάτες αναθάρρησαν για μια στιγμή, πιστεύοντας ότι θα έπιαναν τόπο τα λόγια του. Τα ουρλιαχτά σταμάτησαν για δευτερόλεπτα για να συνεχίσουν επιδεικτικά εντονότερα από πριν. Στάση τη στάση η αγέλη άρχισε να αποδεκατίζεται. Τελευταίος έμεινε ο έφηβος που δέχτηκε την παράκληση του ηλικιωμένου. Επιτέλους ήσυχος. Το μόνο που έκανε ήταν κάποιες περίεργες, ανεξήγητες γκριμάτσες με το στόμα του.
Κάποια στιγμή πάτησε κι εκείνος το κουμπί για στάση. Όταν άνοιξε η πόρτα έσκυψε αστραπιαία στον επιβάτη που τόλμησε να μιλήσει, τον έφτυσε κατάμουτρα, πήδηξε έξω από το λεωφορείο και πριν εξαφανιστεί τέντωσε θριαμβευτικά τον μέσο του δεξιού του χεριού προς το παράθυρο που καθόταν ο αποδέκτης της γιγαντιαίας ροχάλας.
Ο ηλικιωμένος δεν είδε τη χειρονομία. Στεκόταν ακίνητος στη θέση του σαν να μην μπορούσε να πιστέψει αυτό που μόλις είχε συμβεί. Μόνο όταν έκλεισε η πόρτα και το λεωφορείο ξεκίνησε, έβγαλε από την τσέπη του με αργές κινήσεις ένα υφασμάτινο άσπρο μαντήλι. Όλοι τριγύρω που είχαν δει τη σκηνή στράφηκαν προς άλλες κατευθύνσεις, αφήνοντάς τον διακριτικά μόνο να σκουπίσει πρώτα το μάτι, μετά το μάγουλό του και τέλος το πουκάμισό του. Ύστερα το δίπλωσε προσεκτικά στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι. Μέχρι το τέρμα δεν σήκωσε το κεφάλι. Το βλέμμα του έμεινε προσηλωμένο στα δάχτυλα που τρέμοντας έστριβαν τις άκρες του υγρού μαντηλιού.
Κανένας δεν σχολίασε, κανένας δεν είπε κουβέντα. Μόνο μετά από αρκετή ώρα, ανηφορίζοντας πια τη Συγγρού κάποιος μουρμούρισε: "Αυτή είναι η χειρότερη κρίση..." Η φωνή του όμως σκεπάστηκε από τη σειρήνα ενός ασθενοφόρου.
Σε μια στάση επιβιβάστηκε μια μεγάλη παρέα εφήβων. Απλώθηκαν σπρώχνοντας άγαρμπα τους ήδη στριμωγμένους. Από την άμμο που σκόρπισαν σε κάθε τους κίνηση φαινόταν ότι επέστρεφαν από μπάνιο στη θάλασσα. 'Αρχισαν να φωνάζουν. Για την ακρίβεια να ουρλιάζουν. Η εθνική μας λέξη επανερχόταν σε κάθε φράση υποκαθιστώντας ονόματα, επίθετα, ουσιαστικά, ρήματα. Δεν ήταν κουβέντα αλλά παραλήρημα. Υστερία διανθισμένη με άναρθρες κραυγές που ξεσήκωναν τα εξωπραγματικά γέλια των υπόλοιπων της αγέλης.
Η μόνη αντίδραση στην εισβολή, απειροελάχιστες συσπάσεις ενόχλησης στα πρόσωπα των επιβατών. Και ερμητικό κλείσιμο στο καβούκι του ο καθένας. Καρτερικά. Ώσπου κάποιος δεν άντεξε. Ήταν γύρω στα εξηνταπέντε με εβδομήντα. Στον τόνο παράπονου κι όχι της επίπληξης, με χροιά απελπισίας, είπε χαμηλόφωνα στον έφηβο που στεκόταν δίπλα του και έκανε το μεγαλύτερο σαματά: "Βρε αγόρι μου κουφός είσαι και φωνάζεις έτσι; Πιο σιγά σε παρακαλώ, δεν αντέχουμε. Κουρασμένοι άνθρωποι είμαστε."
Οι επιβάτες αναθάρρησαν για μια στιγμή, πιστεύοντας ότι θα έπιαναν τόπο τα λόγια του. Τα ουρλιαχτά σταμάτησαν για δευτερόλεπτα για να συνεχίσουν επιδεικτικά εντονότερα από πριν. Στάση τη στάση η αγέλη άρχισε να αποδεκατίζεται. Τελευταίος έμεινε ο έφηβος που δέχτηκε την παράκληση του ηλικιωμένου. Επιτέλους ήσυχος. Το μόνο που έκανε ήταν κάποιες περίεργες, ανεξήγητες γκριμάτσες με το στόμα του.
Κάποια στιγμή πάτησε κι εκείνος το κουμπί για στάση. Όταν άνοιξε η πόρτα έσκυψε αστραπιαία στον επιβάτη που τόλμησε να μιλήσει, τον έφτυσε κατάμουτρα, πήδηξε έξω από το λεωφορείο και πριν εξαφανιστεί τέντωσε θριαμβευτικά τον μέσο του δεξιού του χεριού προς το παράθυρο που καθόταν ο αποδέκτης της γιγαντιαίας ροχάλας.
Ο ηλικιωμένος δεν είδε τη χειρονομία. Στεκόταν ακίνητος στη θέση του σαν να μην μπορούσε να πιστέψει αυτό που μόλις είχε συμβεί. Μόνο όταν έκλεισε η πόρτα και το λεωφορείο ξεκίνησε, έβγαλε από την τσέπη του με αργές κινήσεις ένα υφασμάτινο άσπρο μαντήλι. Όλοι τριγύρω που είχαν δει τη σκηνή στράφηκαν προς άλλες κατευθύνσεις, αφήνοντάς τον διακριτικά μόνο να σκουπίσει πρώτα το μάτι, μετά το μάγουλό του και τέλος το πουκάμισό του. Ύστερα το δίπλωσε προσεκτικά στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι. Μέχρι το τέρμα δεν σήκωσε το κεφάλι. Το βλέμμα του έμεινε προσηλωμένο στα δάχτυλα που τρέμοντας έστριβαν τις άκρες του υγρού μαντηλιού.
Κανένας δεν σχολίασε, κανένας δεν είπε κουβέντα. Μόνο μετά από αρκετή ώρα, ανηφορίζοντας πια τη Συγγρού κάποιος μουρμούρισε: "Αυτή είναι η χειρότερη κρίση..." Η φωνή του όμως σκεπάστηκε από τη σειρήνα ενός ασθενοφόρου.
Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010
Αποτελέσματα αγώνων:
Πυθαγόρας – Ινσουλίνη 1-0
Πυθαγόρας – νεφελοποιητής 1-0
Πυθαγόρας –Χάρος παίζουν την παράταση.
