Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011

Γ΄. Η λύση


Μετά τον εσπερινό αποσύρθηκε στο δωμάτιο λέγοντας πως δεν θα φάει βραδινό, ακούμπησε την εικόνα της Παναγίας στην καρέκλα, έβγαλε από το σακβουαγιάζ την εικόνα του Αγίου Νεκταρίου την έβαλε δίπλα και γονάτισε, εκεί τον βρήκε το κτύπημα της πρωινής καμπάνας. Έκανε το Σταυρό του, σκούπισε τα μάτια του έβαλε το ράσο και κατέβηκε στον Ναό. Ο γίγαντας ηγούμενος είχε βάλει ευλογητό και οι μοναχοί είχαν μοιραστεί τα αναλόγια. Έπιασε ένα στασίδι κρατώντας το κομποσκοίνι στο χέρι, σε λίγο άρχισε να έρχεται κόσμος, ένιωθε άβολα και πήρε απόφαση να τρυπώσει στο Άγιο Βήμα. Ήξερε πως είναι ανεπίτρεπτο αλλά με τόσο λαό σκανδαλιζότανε. Βρήκε μια καρέκλα και έκατσε, αλλά ούτε εκεί αναπαύτηκε, το Ιερό γέμισε παιδάκια, αναστέναξε
-Παναγία μου κάνε να τελειώσω να γυρίσω πίσω, εδώ δεν είναι μοναστήρι, εδώ είναι όλα κοσμικά δεν αντέχω.
Όταν απόλυσε η Εκκλησία στην αυλή υπήρχαν τραπέζια γεμάτα με πλαστικά ποτηράκια περιέχοντα καφέ και τσάι, πλάι τους πολλοί δίσκοι με κουλουράκια και άλλα κεράσματα, τρέχοντας σχεδόν κατευθύνθηκε στο δωμάτιο του, πήρε ευλαβικά τις εικόνες από την καρέκλα τις ακούμπησε στο τραπέζι και ξάπλωσε στο κρεβάτι, ο ύπνος τον κατέλαβε αμέσως. Το κουδούνισμα του τηλεφώνου τον ειδοποίησε πως ήταν ώρα για το μεσημεριανό, ένοιωσε μεγάλη ανακούφιση όταν διαπίστωσε πως εκεί βρισκόταν και ο γέρων Ιάκωβος. Το μενού περιελάμβανε κοτόπουλο στο φούρνο και σαλάτα, αρκέστηκε στην σαλάτα. Όλη τη υπόλοιπη μέρα την πέρασε κλεισμένος στο δωμάτιο, το απασχολούσε ο λόγος του γέροντα αλλά και του Δεσπότη, θα έβαζε σε μπελάδες το Θανάση, αντί να του κάνει καλό, η πολυτέλεια στο γραφείο αλλά η συμπεριφορά του Δεσπότη του έκαναν κακή εντύπωση, δεν χρειαζότανε η Μητρόπολη το κτήμα, την περίπτωση να το γράψει στο Μοναστήρι την απέκλεισε, το κοσμικό φρόνιμα που διαπίστωσε τον είχε απογοητεύσει. Το βάσανο του ήταν μεγάλο, αυτός έπρεπε να είναι ακτήμων και τώρα βρισκόταν με περιουσία που δεν ήξερε πώς να την διαχειριστεί. Σκέφτηκε για μια στιγμή να την μεταβιβάσει στο κελί του στον Άγιο Σάββα και την απέρριψε την ίδια στιγμή, η κουρά μου δεν θα γίνει αντικείμενο συναλλαγής. Έφτασε το βράδυ και δεν είχε βγάλει απόφαση. Πήρε τα στα χέρια του την εικόνα του Αγίου Νεκταρίου, την κοίταξε με ευλάβεια και ξάπλωσε στο κρεβάτι φέρνοντας την στο στήθος του, έτσι τον βρήκε το χάραμα. Μετά την ακολουθία του όρθρου ζήτησε από τον ηγούμενο να του φωνάξει τον Λουκά με το αυτοκίνητο, είχε βγάλει την απόφαση του. ο γέρων Ιάκωβος θέλησε να πάει μαζί του, αλλά ο πάτερ Αβέρκιος τον απέτρεψε λέγοντα του να κάτσει να ετοιμαστεί για το πανηγύρι. Με την βοήθεια του Λουκά πήγε στην τράπεζα, πήρε τα χρήματα και μετά στον συμβολαιογράφο, εκεί τα ακούμπησε, ζητώντας να γίνουν τα συμβόλαια και να περιέλθει η περιουσία στον Ερυθρό Σταυρό, με την μοναδική υποχρέωση να το φροντίζει ο Θανάσης για μια περίοδο τριάντα χρόνων. Μόλις έδωσε τις οδηγίες ένα μεγάλο βάρος έφυγε από πάνω του και ανακουφίστηκε. Έμενε τώρα να περάσουν λίγες ημέρες μέχρι την Τετάρτη και να επιστρέψει στην Μετάνοια του. Το απόγευμα  χαρωπός κρατώντας στον ώμο του τον ντορβά, ακολούθησε το γέροντα στον Εσπερινό του πανηγυριού. Ο Θανάση περίμενε, μόλις τον είδε του είπε τι έκανε και του έδωσε τον ντορβά να μοιράζει ευλογίες στους προσκυνητές και αυτός πήγε στο αναλόγιο. Όταν τελείωσε ο Εσπερινός, βγήκε έξω και είδε ένα τραπεζάκι γεμάτο με τα λιβάνια και τα εικονάκια και δίπλα ένας δίσκος γεμάτος κέρματα, μελαγχόλησε και κοίταξε προς την πλευρά που βρισκόταν ο Θανάσης, «-Έτσι είπαμε; Είπαμε να τα χαρίσεις, ευλογίες είναι».
Πέρασαν τρείς ημέρες και πήγε ξανά στον συμβολαιογράφο, υπέγραψε ότι χρειαζότανε και ενημέρωσε τον γέροντα Ιάκωβο πως είναι έτοιμος για την επιστροφή. Ο γέροντας δεν ρώτησε τίποτα, μόνον διευκρίνισε πως πρέπει να περάσουν από τον Δεσπότη να πάρουν την ευχή του, γιατί είναι ανεπίτρεπτο να φύγουν χωρίς να τον χαιρετίσουν, έτσι και έγινε, περάσανε από την Μητρόπολη του δέχθηκε ψυχρά ο Δεσπότης τους έδωσε την ευχή του και το ίδιο βράδυ ταξίδευαν για το Πειραιά. Στην καμπίνα του καραβιού ο πάτερ Αβέρκιος είχε όρεξη για κουβέντα σε αντίθεση με τον γέροντα που ήταν κουρασμένος.
-Γέροντα δεν έχεις περιέργεια να μάθεις τι απέγινε η περιουσία;
-Κύριε, καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργίας, φιλαρχίας, καὶ ἀργολογίας μὴ μοὶ δῶς.
Πνεῦμα δὲ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καὶ ἀγάπης, χάρισαί μοὶ τῶ σῶ δούλω.
Ναί, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοὶ τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα, καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου, ὅτι εὐλογητὸς εἶ, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
-Τώρα με ταπείνωσε καλά-καλά, αλλά εγώ θα σου πώ. Άνοιξε το σακβουαγιάζ έβγαλε ένα φάκελο και του τον έδωσε. –Πάρε τον γέροντα, η περιουσία ανήκει τώρα στον Ερυθρό Σταυρό, έτσι θα γίνει και η κηδεία της μάνα μου και θα ξεπληρώσουμε και τα τόσα χρόνια που την περιθάλπουν.
-Νάναι ευλογημένο, είπε ο γέροντας και άπλωσε το χέρι του, αυτό είχα και εγώ στο νου μου, αλλά δεν στο είπα να μην σε επηρεάσω, αφού το έκανες μόνος σου, ο Θεός σχωρέσει σου.
-Κακά έκανες και δεν μου το είπες, βασανίστηκα πολύ, αλλά δόξα τω Θεώ τώρα είμαι ακτήμων, τόσο που δεν έχω ούτε τα εισιτήρια μου να γυρίσω πίσω;
-Θα τα κανονίσω εγώ μην σε νοιάζει πάτερ, αλλά υπάρχει κάτι ακόμα που πρέπει να μάθεις.
-Τι είναι αυτό;
-Όταν πάς με το καλό μέσα, ζήτα από τον ηγούμενο τα γράμματα της μάνας σου και διάβασε τα είναι πολλών χρονών επιστολές.
-Να είναι ευλογημένο, θα το κάνω, είπε ο πάτερ Αβέρκιος και ξάπλωσε.
Ο Γέροντας έβαλε το φάκελο στην βαλίτσα του και βγήκε στο κατάστρωμα, ήθελε να ειδοποιήσει τον γιό του να τους περιμένει, ακόμα του παρήγγειλε να είναι ξεκούραστος και να βρει παρέα συνοδηγό γιατί θα ταξίδευε τον πάτερ Αβέρκιο μέχρι την Ουρανούπολη.
Το πρωί όταν αποβιβάστηκαν στον Πειραιά τους περίμενε ο Μανόλης, ανέβηκαν στο αυτοκίνητο και τράβηξαν για τον Ερυθρό Σταυρό. Βρήκαν την κυρία Τριανταφύλλου της παρέδωσε ο γέρων Ιάκωβος τον φάκελο με τα συμβόλαια και ανέβηκαν να δουν την μάνα του πάτερ Αβέρκιου. Μόλις μπήκαν στο δωμάτιο, εκείνη ανακάθισε στο κρεβάτι, πλησιάσανε άπλωσε το χέρι του ο γέροντα και ευλαβικά το ασπάστηκε η γραία. Ο πάτερ Αβέρκιος έστεκε μακρύτερα.
-Ηλία έλα εδώ. Του κακοφάνηκε του πάτερ Αβέρκιου αυτή η εμμονή με το όνομα.
-Σου είπα γερόντισσα πως ο Ηλίας πέθανε από πολλά χρόνια και άμα πεθάνεις δεν θα είναι εδώ να σε θάψει, τώρα φεύγω, ευλογείται. Γύρισε προς την πόρτα και έφυγε, ο γέρων Ιάκωβος χάιδεψε το κεφάλι της μάνας με στοργή και ακολούθησε τον πάτερ Αβέρκιο που πήρε τις σκάλες νευριασμένα «-άκου Ηλίας;».

Δ΄. Η λύτρωση


Ο Μανόλης τους περίμενε και πρότεινε να φύγουν το βραδάκι για να είναι στην Ουρανούπολη το πρωί και τη ίδια μέρα να μπει μέσα. Ο πάτερ Αβέρκιος συμφώνησε αμέσως, ήταν χαρούμενος που τελείωσε η αποστολή του και γύριζε στα γνωστά του λημέρια. Ο γέροντας πρότεινε να πάνε μέχρι το σπίτι του να φάνε μεσημεριανό και να ξεκουραστούν πριν το ταξίδι έτσι έγιναν τα πράγματα, μόνο που ο γέροντας θέλησε να ταξιδέψει και αυτός, χωράγανε στο αυτοκίνητο και θα περνάγανε ευχάριστα οι ώρες. Πράγματι με διάφορες ιστορίες από το γεροντικό και αρκετά τροπάρια που θυμόντουσαν και έψελναν δεν κατάλαβαν πότε πέρασε η νύχτα και βρέθηκαν στην Ουρανούπολη. Ήταν νωρίς για τον απόπλου και κάθισαν για καφέ, ο γέροντας ανακοίνωσε πως θα διανυκτέρευαν στην Ουρανούπολη να ξεκουραστούν και την επομένη θα γύριζαν στις δουλειές τους όλοι. Ο πάτερ Ιάκωβος είχε αναζωογονηθεί βλέποντας στην πολίχνη αρκετούς μοναχούς να τριγυρνάνε, πολλούς από αυτούς τους γνώριζε, άλλους τους ξεχώριζε από τον βηματισμό τους πως είναι αγιορείτες, και του έδειχνε στον Μανόλη προσκαλώντας τον  να έρθει στο όρος να γνωρίσει που ζουν οι Αγίοι άνθρωποι. Ο γέρων Ιάκωβος τον διόρθωσε. «-Λάθος πάτερ. Δεν σε αγιάζει ο τόπος, αλλά ο τρόπος» Έσκυψε το κεφάλι ο πάτερ Αβέρκιος και κοίταξε αν άρχισε η επιβίβαση, αυτή η παρατήρηση τον πρόσβαλε.
-Πάμε στο αυτοκίνητο να πάρω το σακβουαγιάζ. Ο Μανόλης του άνοιξε, το πήρε και κατευθύνθηκε προς τον γέροντα Ιάκωβο να τον αποχαιρετίσει, αγγελιαστήκανε και ο γέρων του υπενθύμισε «-Μην ξεχάσεις τα γράμματα της μάνα σου, τα κρατά ο Ηγούμενος» μπήκε στο καράβι και δυο ώρες αργότερα πατούσε τα αγιασμένα χώματα του περιβολιού της Παναγίας. Δεν πήγε στον κελί του Αγίου Σάββα όπως θα είχε υποχρέωση, αλλά τράβηξε κρατώντας στο χέρι το σακβουαγιάζ για το μοναστήρι, ζήτησε τον Ηγούμενο και απαίτησε τα γράμματα της μάνας του. Εκείνος του έδωσε ένα χαρτόκουτο παπουτσιών γεμάτο επιστολές και ρώτησε:
-Πάτερ Αβέρκιε την έθαψες την μάνα σου;
-Όχι Γέροντα δεν κοιμήθηκε ακόμα και άμα κοιμηθεί δεν έχω σκοπό να πάω, δεν πρόκειται να βγω με τη θέληση μου από το όρος για κανέναν λόγο.
-Νάναι ευλογημένο, θα πάς στο κελί ή να σε φιλοξενήσουμε απόψε, σκοτεινιάζει.
-Με την ευχή σου να φύγω, γιατί τόσες ημέρες αναζήτησα το κρεβάτι μου.
-Έχει δίκιο, ο Μοναχός έχει ένα μόνο κρεβάτι, εσύ σε πόσα πλάγιασες; Ρώτησε αστειευόμενος ο Ηγούμενος
-Άστα Γέροντα μην τα ρωτάς, ευλόγησον η ώρα περνά.
-Στην Ευχή της Παναγίας πάτερ, καλώς όρισες.
Με ταχύ βήμα ο πάτερ Αβέρκιος πήρε το μονοπάτι για τον Άγιο Σάββα, δεν υπήρχε περίπτωση να χαθεί ακόμα και στο χειρότερο σκοτάδι, ήξερε όλα τα περάσματα, αισθανόταν άνετα κα κυκλοφορεί στο δάσος να ακούει τους θορύβους και να οσμίζεται τις μυρωδιές του. το μόνο μεμπτό ήταν πως δεν κρατούσε το κλαδοκόπι να καθαρίσει τυχών εμπόδια. Όταν έφθασε είχε κλείσει η πόρτα του κελιού κτύπησε αλλά δεν πήρε απόκριση, ήταν στην ακολουθία οι πατέρες, ήξερε που θα βρει το αντικλείδι και μπήκε και αμέσως πήγε στο ναΐδριο του κελιού έβαλε μετάνοια στον Γέροντα και έκατσε στο στασίδι του, επιτέλους η περιπέτεια τελείωσε.
Μετά την ακολουθία καθίσανε στην τράπεζα, ο Γέροντας είδε το σακβουαγιάζ και το χαρτόκουτο ακουμπισμένο πάνω του.
-Τι είναι αυτό πάτερ Αβέρκιε.
-Τα γράμματα της μάνας μου τα είχε ο Ηγούμενος και τα πείρα, πάρτα Γέροντα.        
-Όχι δεν τα παίρνω αλλά έχω να σου δώσω και άλλα, τα φύλαγε ο Μακαρίτης ο Γέροντας, είναι αλληλογραφία με τον παππού σου και την μάνα σου, ευκαιρία είναι.
-Μη Γέροντα δεν τα θέλω, είναι πειρασμός, είπε ο πάτερ Αβέρκιος και άνοιξε το σακβουαγιάζ, έβγαλε τον φάκελο που του έδωσε ο Δεσπότης και τον άλλο φάκελο που έδωσε η Ηγουμένη στην Αίγινα, -Κοίτα εδώ είναι και άλλα, είναι πειρασμικά, δεν τα θέλω.
-Εσύ πάτερ πρέπει να νικήσεις τον πειρασμό, μπορεί διαβάζοντας τα να μάθεις πράγματα που αγνοείς. Είπε και σηκώθηκε να πάει να φέρει ένα ακόμα χαρτόκουτο από παπούτσια, -Εδώ τα φύλαγε ο Μακαρίτης» και τα έδωσε.
Αποσύρθηκε ο πάτερ Ιάκωβος στο κελί του, πόσο αναπαυμένος αισθανότανε στο στενό αυτό χώρο που βρισκόταν. Καμιά σχέση με ότι είχε γνωρίσει στον κόσμο. Μια πλευρά του τοίχου γεμάτη εικόνες, κρέμονταν μπροστά ένα καντήλι σβηστό που το άναψε αμέσως, δίπλα σε μια πρόκα κρεμόντουσαν κομποσκοίνια, ένα τραπεζάκι κοντό είχε επάνω σωρό τα βιβλία με συναξάρια αγίων, το Ψαλτήρι πάνω από όλα παλιό και φθαρμένο από την χρήση, ένα σκαμπό που έτριζε, ένα μπαούλο που αποθήκευε τα ρούχα του και για κρεβάτι δύο μαδέρια στηριγμένα σε καβαλέτα, σκεπασμένα με μια κουβέρτα. Έκανε τον κανόνα του και κοιμήθηκε ανέμελα. Αξημέρωτα ξύπνησε και κατέβηκε στην ακολουθία, αμέσως μετά ετοίμασε τον ντορβά του για να πάει στο χωράφι, είχαν φυτρώσει ζιζάνια θέλανε καθάρισμα, σχεδόν μια βδομάδα έλειπε, είχε αγωνία, και το κυριότερο αποζητούσε τα μουλάρια του. όταν μπήκε στο βουρδουναριό και τους μίλησε, εκείνα ανταποκρίθηκαν εκφράζοντας την αγάπη τους με τον δικό του τρόπο. Καβάλησε στο ένα μουλάρι και το άλλο ακολουθούσε, στον ώμο του η ντουρβαδίνα ήταν φουσκωμένη, εκτός από το κολατσιό κα το νερό περιείχε τα γράμματα και τους φακέλους που όλοι του πρότειναν να διαβάσει.  Την άφησε κάτω από ένα δένδρο και άρχισε να καθαρίζει τι χωράφι και να στοιβάζει τα χόρτα που θέλανε κάψιμο, όταν έφτασε η ώρα για κολατσιό, πήγε στον ντροβά το άνοιξε και είδε τα χαρτιά, αποφασιστικά τα έπιασε όλα μαζί τα πήγε στο σωρό των χόρτων και έβγαλε τον αναπτήρα από την τσέπη του.
-Δι’ ευχών των Αγίων δεν θα με νικήσεις πειρασμέ, είπε δυνατά, έβαλε φωτιά στα χαρτιά  και αναπαύτηκε.   

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2011

Θα πάω στο χωριό μου



...απ’ έξω θα έχει μπόλικο πολυδιαφημισμένο οξυγόνο της εξοχής, αλλά μέσα στο καφενείο θα ‘χει πολλή τσιγαρίλα και κάπνα απ’ τα μπουριά της σόμπας κι έναν αέρα εγκατάλειψης που φτάνει βαθιά μέσα στο πνευμόνι σου

Το ακούω όλο και συχνότερα: «Θα πάω στο χωριό μου. Θα βάλω πατάτες, ντομάτες, μαρούλια, κοτόπουλα, κουνέλια. Θα μαζεύω το λάδι μου. Θα ‘χω το κρασί, το τσίπουρο μου. Εκεί τα πράγματα είναι φτηνά. Κι έπειτα τι να κάνω στην Αθήνα χωρίς δουλειά; Εκεί θα επιβιώσω.»
Αμ, δεν θα πας. Κι αν πας, θα φύγεις γρήγορα.
Γιατί θα μπεις στο internet στην «καλλιέργεια πατάτας» κι όλα θα μοιάζουν απλά, όμως στην πράξη τίποτα δε θα μπορείς να εφαρμόσεις. Τότε θα πάς στο καφενείο και θα ρωτάς πώς καλλιεργούνται οι πατάτες κι οι θαμώνες θα σε δουλεύουνε. Θα σού εξηγήσουν βέβαια, αλλά θα χασκογελάνε με νόημα. Θα ψάχνεις πατάτες με μπόλικα μάτια για να τις φυτέψεις και δεν θα βρίσκεις. Κι όταν τα καταφέρεις, θα πρέπει να σκάψεις τις αυλακιές στο χωράφι κι είναι μεγάλος ο κόπος της τσάπας σε λασπωμένο έδαφος κι ακόμα μεγαλύτερη η τέχνη της. Γιατί θ’ αγκομαχάς σκυφτός και θα ιδρώνεις κι όταν θα κοιτάς πίσω σου θα βλέπεις ότι τα πόδια σου πατούσαν εκεί που έσκαβες και το τσιμεντοποίησαν πάλι το έδαφος. Κι έτσι τη χαλασμένη αυλακιά πρέπει να την ξαναπάρεις από την αρχή και θα μπαίνουν σβώλοι από βρεγμένο χώμα μέσα στις γαλότσες σου, θα σού λερώνουν τις κάλτσες και θα βλαστημάς. Κι όταν παραχώσεις τους βολβούς στο χωράφι την άνοιξη, θα περιμένεις υπομονετικά (αλλά όχι ξεκούραστα) ως τον Ιούλιο. Θα πηγαίνεις κάθε πρωί στο μποστάνι, θα κοιτάς τις πατατιές που μεγαλώνουν, θα νιώθεις ικανοποίηση αλλά δεν θα είσαι σίγουρος αν προχωράνε καλά ή χάλια. Δεν θα ξέρεις αν χρειάζονται λίπασμα και πόσο, εσύ θα προτιμούσες κοπριά αλλά πού να τη βρεις και πως να τη μεταχειριστείς που είναι ζωική και βρωμάει;
Θα ‘χεις πάρει απόφαση να μην ρίξεις φυτοφάρμακα, αλλά στο καφενείο θα σε αποθαρρύνουν λέγοντας πως αν δεν ραντίσεις δεν θα βγάλεις ούτε μια τηγανιά για το γαμώτο. Μέχρι το Μάη τα φυτά σου θα σκεπάζονται από κάτι άγνωστα ζιζάνια που οι άλλοι ονομάζουν αβρωνιές και χοιρομουρίδες και τα τρώνε τσιγαριαστά ή χτυπητά με αυγά. Από τον Ιούνη το χωράφι θα θέλει συνέχεια πότισμα, όχι με το εύκολο λάστιχο αλλά με το τρεχούμενο νερό στ’ αυλάκι. Θα μπαίνεις στις λάσπες ως στον αστράγαλο κι όλο θα γεμίζει το μποστάνι με γλιστρίδες, αγριόβλητα και στίφνους που πρέπει να ξεριζώνεις, καθότι τα λιπάσματα δεν πάνε μόνο στις πατατιές. Κι όταν φτάσει ντάλα καλοκαίρι, (τότε που παλιότερα έπαιρνες το φέρυ και πήγαινες διακοπές στα μπαράκια των Κυκλάδων), εσύ θα πάρεις πάλι την τσάπα και θα δουλεύεις δέκα μέρες για να βγάλεις τις πατάτες. Προσεκτικά γιατί κάθε στραβή κίνηση τού εργαλείου κόβει τους βολβούς μέσα στη γη και θα πηγαίνει στράφι ο κόπος σου. Κι όταν με το καλό τελειώσεις, θα τις ρίξεις σε τελάρα που θα τα κουβαλάς με τον ώμο ως το σπίτι. Θα κουραστείς αφάνταστα, διότι εκατόν πενήντα κιλά πατάτες είναι πολλά τελάρα και το φορτωμένο πήγαινε-έλα μοιάζει ατέλειωτο. Όταν δεις τον σωρό με τη σοδειά στην αυλή θα ευχαριστηθείς που επιτέλους κατάφερες να βγάλεις τις πατάτες της χρονιάς σου, μα έπειτα θα συνειδητοποιήσεις ότι με 0,60 ευρώ που πουλιούνται στον μανάβη, ο σωρός σου κάνει 90 ευρώ. Και θα βλαστημήσεις πάλι, γιατί δούλεψες πέντε μήνες για 90 ευρώ, ενώ κάποτε στην Αθήνα τα ‘βγαζες για πλάκα σε μισή μέρα αραχτός πίσω από ένα γραφείο.
Θα έχει προηγηθεί και η αποτυχία στα λίγα όψιμα μαρούλια που έβαλες για δοκιμή στα τέλη τού χειμώνα και στα φάγανε οι γυμνοσάλιαγκες μέχρι να πεις κύμινο, θα έχουν αρχίσει να σού τη δίνουν και οι κότες. Καθότι πήρες καμιά εικοσαριά κοτοπουλάκια απ’ τον έμπορα μόλις έφτασες στο χωριό για να έχεις το δικό σου αληθινό κρέας χωρίς ορμόνες, όμως σιγά-σιγά ανακάλυψες ότι πρόκειται για κάτι βρωμοπούλια που τρώνε σαν αφορισμένα, χέζουνε σαν γελάδια, αλλά μεγαλώνουν με το πάσο τους. Κι επειδή είναι μεγάλος κόπος να σκύβεις και να μαζεύεις ένα τσουβάλι ξινίδια κάθε μέρα, αναγκάζεσαι να τα ταϊζεις με καλαμπόκι που είναι πανάκριβο αν το υπολογίσεις με το βάρος κάθε κότας. Κι αν δεν θέλεις να βρωμίσει η περιοχή πρέπει κάθε βδομάδα να φτυαρίζεις τις κουτσουλιές τους και μπήκε μια φορά αλεπού και σού ‘πνιξε πέντε, γεγονός που σ’ ανάγκασε να ξαναφτιάξεις το κοτέτσι απ’ την αρχή χωρίς τσαπατσουλιές. Και για να μην ξαναπλησιάσει το αρπακτικό πήρες σκύλο, τον οποίον έδεσες στον κορμό τού δέντρου εκεί δίπλα να γαυγίζει κι ας ήσουν (ως Αθηναίος) κάθετα αντίθετος σε τέτοιες βάναυσες πρακτικές. Και τώρα ψάχνεις καμιά γειτόνισσα να σου τα σφάξει, να στα ξεπουπουλιάσει και να τα καθαρίσει απ’ τα άντερα, διότι εσύ αδύνατο να το κάνεις.
Και κάθε βράδυ θα πηγαίνεις στο μοναδικό καφενείο τού χωριού, μόνο που θ’ ανακαλύψεις ότι οι περισσότεροι απ’ τους θαμώνες δεν είναι κάποιοι φιλοσοφημένοι γέροντες με λευκά μαλλιά και σοφές κουβέντες, αλλά κάτι στενοκέφαλοι μπεκρούλιακες με κιτρινισμένα δάκτυλα που λένε όλο τις ίδιες ιστορίες και τσακώνονται συνέχεια μ’ αυτούς που έχουν χωράφι σύνορο. Και πάλι θα βλαστημήσεις από μέσα σου. Διότι απ’ έξω θα έχει μπόλικο πολυδιαφημισμένο οξυγόνο της εξοχής, αλλά μέσα στο καφενείο θα ‘χει πολλή τσιγαρίλα και κάπνα απ’ τα μπουριά της σόμπας κι έναν αέρα εγκατάλειψης που φτάνει βαθιά μέσα στο πνευμόνι σου. Και εκεί θ’ ανακαλύψεις πάλι ότι στις φρικτές μέρες μας, που σιγά-σιγά μετατρεπόμαστε σε άνεργους μετανάστες, το «Δόξα-σοι-ο-Θεός-είμαστε-καλά» είναι το ίδιο δύσκολο και στη παγερή Αθήνα και στο μίζερο χωριό σου. Κι ακόμα χειρότερα, ότι ενώ οι άλλοι γύρω σου (εν τη αφελεία τους) ακόμα θα ελπίζουν στην εμφάνιση κάποιου προφήτη, εσύ δεν θα μπορείς. Ότι τους δικούς σου προφήτες τους σκότωσες τότε που περιδιάβαινες στη Βουκουρεστίου με έπαρση και μπαινόβγαινες στα μαγαζιά με τις λαμπερές βιτρίνες...

protagon.gr

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2011

Ένα ψυχολογικό τεστ που αξίζει να το κάνεις!


Μόνο 8 ερωτήσεις και οι απαντήσεις θα σε εκπλήξουν... Μην κλέβεις κοιτώντας τις απαντήσεις στο τέλος.
Το μυαλό είναι σαν αλεξίπτωτο, δουλεύει καλύτερα όταν είναι ανοικτό. Είναι πολύ διασκεδαστικό να το κάνεις, αλλά πρέπει να ακολουθήσεις τις οδηγίες κατά γράμμα.
Πριν αρχίσεις πάρτε πρώτα χαρτί και στυλό! Μην κλέβεις!
1.Το τέλος του κόσμου έρχεται, αν μπορείτε να σώσετε μόνο ένα είδος ζώου, ποιό θα επιλέγατε;
Κουνέλι
Πρόβατο
Ελάφι
Άλογο

2. Πηγαίνετε ταξίδι στην Αφρική. Επισκέπτεστε μια φυλή και επιμένουν να πάρετε μαζί σας ένα ζώο, ποιό είναι αυτό που θα επιλέγατε;
Πίθηκος
Λιοντάρι
Φίδι
Καμηλοπάρδαλη

3. Κάνατε ένα λάθος και ο Θεός σας ζητάει να επιλέξετε το ζώο που θα θέλατε να σας μεταμορφώσει. Ποιό είναι το ζώο που θα επιλέγατε;
Σκυλί
Γάτα
Άλογο
Φίδι

4. Αν είχατε τη δύναμη να κάνετε ένα είδος να εξαφανιστεί για πάντα, ποιό θα ήταν;
Λιοντάρι
Φίδι
Κροκόδειλος
Καρχαρίας

5. Αν είχατε τη δυνατότητα να επικοινωνήσετε με ένα ζώο ποιο θα ήταν αυτό;
Πρόβατο
Άλογο
Κουνέλι
Πουλί

6. Βρίσκεστε σε ένα απομονωμένο νησί. Ποιο ζώο θα επιλέγατε να είχατε παρέα;
Σκύλο
Γουρούνι
Αγελάδα
Πουλί

7. Αν είχατε την ικανότητα να εξημερώσετε κάποιο ζώο, ποιό ζώο θα επιλέγατε να εξημερώσετε και θα το κρατούσατε για κατοικίδιό σας;
Δεινόσαυρος
Άσπρη τίγρης
Πολική αρκούδα
Λεοπάρδαλη

8. Αν θα μπορούσατε να είστε ένα ζώο για 5 λεπτά, ποιό θα θέλατε να είστε;
Λιοντάρι
Γάτα
Άλογο
Περιστέρι

Και τώρα οι απαντήσεις!!!
1. Τί χαρακτήρας είστε.
Κουνέλι – Δείχνετε ότι είστε κρύος και απόμακρος, αλλά έχετε πολύ ζεστή και ευαίσθητη καρδιά.
Πρόβατα – Είστε θερμός και επικοινωνιακός.
Ελάφια - Είστε ευγενικός.
Άλογο – Είστε ανεξάρτητος.

2. Με ποιό τρόπο φλερτάρετε και δείχνετε την αγάπη σας στο έτερο ήμισυ.
Πίθηκος – Είστε δημιουργικός και πρωτότυπος. Κρατάτε πάντα ζωντανό το συναίσθημα.
Λιοντάρι – Με απλό τρόπο λέτε και δείχνετε την αγάπη σας για το έτερο ήμισυ.
Φίδι – Είστε άλλοτε θερμός και άλλοτε κρύος σαν τον πάγο!
Καμηλοπάρδαλη – Συνεχώς φλερτάρετε, δεν είστε καθόλου σταθερός.

3. Τί εντύπωση δίνετε στον σύντροφό σας.
Σκύλος – Πιστός.
Γάτα -Ανεξάρτητος.
Άλογο – Άπιστος.
Φίδι – Ευμετάβλητος.

4. Ποιό γεγονός θα σας ανάγκαζε για να χωρίσετε με τον σύντροφό σας;
Λιοντάρι – Η υπεροψία του συντρόφου σας.
Φίδι – Είναι πάρα πολύ ευμετάβλητος.
Κροκόδειλος – Άσπλαχνος και ειρωνικός.
Καρχαρίας – Επισφαλής.

5. Ποιό είδος σχέσης θα επιθυμούσατε να χτίσετε με τον σύντροφό σας.
Πρόβατα – Θέλετε να υπάρχει επικοινωνία και του μυαλού και της καρδιάς σας.
Άλογο – Θέλετε να ξέρετε όλα τα μυστικά του και εσείς είστε διατεθειμένοι να αποκαλύψετε τα πάντα για τη ζωή σας.
Κουνέλι – Θέλετε μια σχέση στην οποία θα νιώθετε πάντα θερμή την αγάπη.
Πουλί – Φροντίζετε όχι μόνο για το παρόν, αλλά και το μέλλον με τον σύντροφό σας. Χτίζετε μια μακράς διάρκειας σχέση με την οποία θα καταλήξετε και στον γάμο.

6. Αν θα απατούσατε τον σύντροφο σας.
Σκύλος – Πιστοί!
Γουρούνι – Άπιστα γουρούνια!
Αγελάδα – Θα προσπαθούσατε πολύ σκληρά να μην το κάνετε. Θα απιστούσατε μόνο στην περίπτωση που ήταν τρέλα της στιγμής.
Πουλί – Δεν μπορείτε ποτέ να είστε σταθεροί. Δεν είστε κατάλληλοι για γάμο και δεν θέλετε να δεσμευτείτε.

7. Τί σκέφτεστε για τον γάμο.
Δεινόσαυρος – Είστε αρκετά απαισιόδοξοι. Σκέφτεστε ότι δεν υπάρχει ευτυχισμένος γάμος.
Άσπρη τίγρης – Σκέφτεστε ότι ο γάμος είναι ένα πολύτιμο πράγμα. Μόλις παντρευτείτε αγαπάτε και φροντίζετε τον σύντροφό σας σαν τον πιο πολύτιμο θησαυρό.
Πολική αρκούδα – Φοβάστε τον γάμο, σκέφτεστε ότι θα χάνατε την ελευθερία σας.
Λεοπάρδαλη – Δεν ξέρετε ακόμη τί είναι αυτό που πραγματικά θέλετε, αλλά πολύ βαθιάαα (σιγά μην χτυπήσετε κόκαλο) μέσα σας θέλετε να παντρευτείτε!

8. Οι σκέψεις σας περί έρωτος…
Λιοντάρι – Έχετε πάντα δίψα για αγάπη, αλλά δεν ερωτεύεστε εύκολα.
Γάτα – Είστε αρκετά μόνος και αναζητάτε την αληθινή αγάπη.
Άλογο – Δεν θέλετε ακόμα να δεθείτε σε μια σταθερή σχέση.
Περιστέρι – Η αγάπη για σας είναι το πιο όμορφο και αγνό συναίσθημα. Αν αγαπήσετε πραγματικά θα είναι για πάντα!

Πηγή: clopyandpaste.blogspot.com


Πρέπει να ξεκολλήσεις από το pc όταν…


…Όταν νομίζεις ότι το 1 χιλιόμετρο είναι 1024 μέτρα...
… Όταν σκέφτεσαι ή παίζεις παιχνίδια, σκέφτεσαι με την εντολή «IF»
… Όταν ακούς την λέξη «For» , σου έρχεται το γράμμα «i» στο μυαλό.
… Όταν βρέχει, βλέπεις τις σταγόνες σαν 0 και 1 (ατςςςςςςςςςς)
… Όταν κάθεσαι στον υπολογιστή, με κάθε ευκαιρία, κάνεις REFRESH
… Όταν γελάς με «hack hack» ή «hex hex» ή λες «LOL» …
… Όταν ξέρεις όλες τις δυνάμεις του 2 μέχρι την 20η …
… Όταν ακούς την λέξη ποντίκι, σου έρχεται στο μυαλό το ποντίκι του Η/Υ.
… Όταν ξέρεις 10 διαφορετικές μάρκες CD
… Όταν μιλάς στον υπολογιστή σου…
… Όταν βλέπεις όνειρα με υπολογιστές
… Όταν βλέπεις εφιάλτες με υπολογιστές (ακόμα χειρότερο)…
… Όταν ονειρεύεσαι σε κάποια γλώσσα προγραμματισμού
… Όταν διαλέγεις την παρέα του υπολογιστή αντί για την παρέα των φίλων σου
… Όταν ακούς την λέξη «γυναίκα», σου έρχεται στο μυαλό η μαμά σου, και όταν ακούς την λέξη «γκόμενα», σου έρχεται στο μυαλό μια τυχαία σκηνή από τσόντα.
… Όταν γράφεις πιο γρήγορα με το πληκτρολόγιο παρά με το στυλό.
… Όταν ακούς το «μου έκανε κλικ», ρωτάς «Δεξί ή αριστερό ?»
… Όταν έχεις πάνω από 3 διαφορετικά e-mail, το καθένα για διαφορετική χρήση
… Όταν έχεις τουλάχιστον 2 δίσκους στον υπολογιστή σου και τουλάχιστον 4 partitions
… Όταν ακούς την λέξη παράθυρο, σου έρχονται τα Windows στο μυαλό
… Όταν λες «ορκίζομαι στον υπολογιστή μου»…
… Όταν περνάς κάτω από μια πόρτα, λες «return»
… Όταν το χέρι σου έχει πάρει το σχήμα του ποντικιού.
… Όταν αναλύεις τα πάντα με βάση την πληροφορική.
… Όταν αρχίζεις να μιλάς, οι φίλοι σου αρχίζουν να βαριούνται.
… Όταν χτυπάει το τηλέφωνό σου, σημαίνει πως κάποιος έχει πρόβλημα με τον υπολογιστή του.
… Όταν πιστεύεις στο Matrix …
… Όταν είσαι μακριά από υπολογιστή, σε πιάνει το λεγόμενο «Σύνδρομο Στέρησης Ηλεκτρονικού Υπολογιστή»
… Όταν έχεις ξεχάσει πως είναι να κρατάς στο χέρι σου εφημερίδα ή βιβλίο …