Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Γ΄. Η λύση


Μετά τον εσπερινό αποσύρθηκε στο δωμάτιο λέγοντας πως δεν θα φάει βραδινό, ακούμπησε την εικόνα της Παναγίας στην καρέκλα, έβγαλε από το σακβουαγιάζ την εικόνα του Αγίου Νεκταρίου την έβαλε δίπλα και γονάτισε, εκεί τον βρήκε το κτύπημα της πρωινής καμπάνας. Έκανε το Σταυρό του, σκούπισε τα μάτια του έβαλε το ράσο και κατέβηκε στον Ναό. Ο γίγαντας ηγούμενος είχε βάλει ευλογητό και οι μοναχοί είχαν μοιραστεί τα αναλόγια. Έπιασε ένα στασίδι κρατώντας το κομποσκοίνι στο χέρι, σε λίγο άρχισε να έρχεται κόσμος, ένιωθε άβολα και πήρε απόφαση να τρυπώσει στο Άγιο Βήμα. Ήξερε πως είναι ανεπίτρεπτο αλλά με τόσο λαό σκανδαλιζότανε. Βρήκε μια καρέκλα και έκατσε, αλλά ούτε εκεί αναπαύτηκε, το Ιερό γέμισε παιδάκια, αναστέναξε
-Παναγία μου κάνε να τελειώσω να γυρίσω πίσω, εδώ δεν είναι μοναστήρι, εδώ είναι όλα κοσμικά δεν αντέχω.
Όταν απόλυσε η Εκκλησία στην αυλή υπήρχαν τραπέζια γεμάτα με πλαστικά ποτηράκια περιέχοντα καφέ και τσάι, πλάι τους πολλοί δίσκοι με κουλουράκια και άλλα κεράσματα, τρέχοντας σχεδόν κατευθύνθηκε στο δωμάτιο του, πήρε ευλαβικά τις εικόνες από την καρέκλα τις ακούμπησε στο τραπέζι και ξάπλωσε στο κρεβάτι, ο ύπνος τον κατέλαβε αμέσως. Το κουδούνισμα του τηλεφώνου τον ειδοποίησε πως ήταν ώρα για το μεσημεριανό, ένοιωσε μεγάλη ανακούφιση όταν διαπίστωσε πως εκεί βρισκόταν και ο γέρων Ιάκωβος. Το μενού περιελάμβανε κοτόπουλο στο φούρνο και σαλάτα, αρκέστηκε στην σαλάτα. Όλη τη υπόλοιπη μέρα την πέρασε κλεισμένος στο δωμάτιο, το απασχολούσε ο λόγος του γέροντα αλλά και του Δεσπότη, θα έβαζε σε μπελάδες το Θανάση, αντί να του κάνει καλό, η πολυτέλεια στο γραφείο αλλά η συμπεριφορά του Δεσπότη του έκαναν κακή εντύπωση, δεν χρειαζότανε η Μητρόπολη το κτήμα, την περίπτωση να το γράψει στο Μοναστήρι την απέκλεισε, το κοσμικό φρόνιμα που διαπίστωσε τον είχε απογοητεύσει. Το βάσανο του ήταν μεγάλο, αυτός έπρεπε να είναι ακτήμων και τώρα βρισκόταν με περιουσία που δεν ήξερε πώς να την διαχειριστεί. Σκέφτηκε για μια στιγμή να την μεταβιβάσει στο κελί του στον Άγιο Σάββα και την απέρριψε την ίδια στιγμή, η κουρά μου δεν θα γίνει αντικείμενο συναλλαγής. Έφτασε το βράδυ και δεν είχε βγάλει απόφαση. Πήρε τα στα χέρια του την εικόνα του Αγίου Νεκταρίου, την κοίταξε με ευλάβεια και ξάπλωσε στο κρεβάτι φέρνοντας την στο στήθος του, έτσι τον βρήκε το χάραμα. Μετά την ακολουθία του όρθρου ζήτησε από τον ηγούμενο να του φωνάξει τον Λουκά με το αυτοκίνητο, είχε βγάλει την απόφαση του. ο γέρων Ιάκωβος θέλησε να πάει μαζί του, αλλά ο πάτερ Αβέρκιος τον απέτρεψε λέγοντα του να κάτσει να ετοιμαστεί για το πανηγύρι. Με την βοήθεια του Λουκά πήγε στην τράπεζα, πήρε τα χρήματα και μετά στον συμβολαιογράφο, εκεί τα ακούμπησε, ζητώντας να γίνουν τα συμβόλαια και να περιέλθει η περιουσία στον Ερυθρό Σταυρό, με την μοναδική υποχρέωση να το φροντίζει ο Θανάσης για μια περίοδο τριάντα χρόνων. Μόλις έδωσε τις οδηγίες ένα μεγάλο βάρος έφυγε από πάνω του και ανακουφίστηκε. Έμενε τώρα να περάσουν λίγες ημέρες μέχρι την Τετάρτη και να επιστρέψει στην Μετάνοια του. Το απόγευμα  χαρωπός κρατώντας στον ώμο του τον ντορβά, ακολούθησε το γέροντα στον Εσπερινό του πανηγυριού. Ο Θανάση περίμενε, μόλις τον είδε του είπε τι έκανε και του έδωσε τον ντορβά να μοιράζει ευλογίες στους προσκυνητές και αυτός πήγε στο αναλόγιο. Όταν τελείωσε ο Εσπερινός, βγήκε έξω και είδε ένα τραπεζάκι γεμάτο με τα λιβάνια και τα εικονάκια και δίπλα ένας δίσκος γεμάτος κέρματα, μελαγχόλησε και κοίταξε προς την πλευρά που βρισκόταν ο Θανάσης, «-Έτσι είπαμε; Είπαμε να τα χαρίσεις, ευλογίες είναι».
Πέρασαν τρείς ημέρες και πήγε ξανά στον συμβολαιογράφο, υπέγραψε ότι χρειαζότανε και ενημέρωσε τον γέροντα Ιάκωβο πως είναι έτοιμος για την επιστροφή. Ο γέροντας δεν ρώτησε τίποτα, μόνον διευκρίνισε πως πρέπει να περάσουν από τον Δεσπότη να πάρουν την ευχή του, γιατί είναι ανεπίτρεπτο να φύγουν χωρίς να τον χαιρετίσουν, έτσι και έγινε, περάσανε από την Μητρόπολη του δέχθηκε ψυχρά ο Δεσπότης τους έδωσε την ευχή του και το ίδιο βράδυ ταξίδευαν για το Πειραιά. Στην καμπίνα του καραβιού ο πάτερ Αβέρκιος είχε όρεξη για κουβέντα σε αντίθεση με τον γέροντα που ήταν κουρασμένος.
-Γέροντα δεν έχεις περιέργεια να μάθεις τι απέγινε η περιουσία;
-Κύριε, καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργίας, φιλαρχίας, καὶ ἀργολογίας μὴ μοὶ δῶς.
Πνεῦμα δὲ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καὶ ἀγάπης, χάρισαί μοὶ τῶ σῶ δούλω.
Ναί, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοὶ τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα, καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου, ὅτι εὐλογητὸς εἶ, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
-Τώρα με ταπείνωσε καλά-καλά, αλλά εγώ θα σου πώ. Άνοιξε το σακβουαγιάζ έβγαλε ένα φάκελο και του τον έδωσε. –Πάρε τον γέροντα, η περιουσία ανήκει τώρα στον Ερυθρό Σταυρό, έτσι θα γίνει και η κηδεία της μάνα μου και θα ξεπληρώσουμε και τα τόσα χρόνια που την περιθάλπουν.
-Νάναι ευλογημένο, είπε ο γέροντας και άπλωσε το χέρι του, αυτό είχα και εγώ στο νου μου, αλλά δεν στο είπα να μην σε επηρεάσω, αφού το έκανες μόνος σου, ο Θεός σχωρέσει σου.
-Κακά έκανες και δεν μου το είπες, βασανίστηκα πολύ, αλλά δόξα τω Θεώ τώρα είμαι ακτήμων, τόσο που δεν έχω ούτε τα εισιτήρια μου να γυρίσω πίσω;
-Θα τα κανονίσω εγώ μην σε νοιάζει πάτερ, αλλά υπάρχει κάτι ακόμα που πρέπει να μάθεις.
-Τι είναι αυτό;
-Όταν πάς με το καλό μέσα, ζήτα από τον ηγούμενο τα γράμματα της μάνας σου και διάβασε τα είναι πολλών χρονών επιστολές.
-Να είναι ευλογημένο, θα το κάνω, είπε ο πάτερ Αβέρκιος και ξάπλωσε.
Ο Γέροντας έβαλε το φάκελο στην βαλίτσα του και βγήκε στο κατάστρωμα, ήθελε να ειδοποιήσει τον γιό του να τους περιμένει, ακόμα του παρήγγειλε να είναι ξεκούραστος και να βρει παρέα συνοδηγό γιατί θα ταξίδευε τον πάτερ Αβέρκιο μέχρι την Ουρανούπολη.
Το πρωί όταν αποβιβάστηκαν στον Πειραιά τους περίμενε ο Μανόλης, ανέβηκαν στο αυτοκίνητο και τράβηξαν για τον Ερυθρό Σταυρό. Βρήκαν την κυρία Τριανταφύλλου της παρέδωσε ο γέρων Ιάκωβος τον φάκελο με τα συμβόλαια και ανέβηκαν να δουν την μάνα του πάτερ Αβέρκιου. Μόλις μπήκαν στο δωμάτιο, εκείνη ανακάθισε στο κρεβάτι, πλησιάσανε άπλωσε το χέρι του ο γέροντα και ευλαβικά το ασπάστηκε η γραία. Ο πάτερ Αβέρκιος έστεκε μακρύτερα.
-Ηλία έλα εδώ. Του κακοφάνηκε του πάτερ Αβέρκιου αυτή η εμμονή με το όνομα.
-Σου είπα γερόντισσα πως ο Ηλίας πέθανε από πολλά χρόνια και άμα πεθάνεις δεν θα είναι εδώ να σε θάψει, τώρα φεύγω, ευλογείται. Γύρισε προς την πόρτα και έφυγε, ο γέρων Ιάκωβος χάιδεψε το κεφάλι της μάνας με στοργή και ακολούθησε τον πάτερ Αβέρκιο που πήρε τις σκάλες νευριασμένα «-άκου Ηλίας;».

Δεν υπάρχουν σχόλια: