Τρίτη 9 Μαρτίου 2010

Η μύξα και το βούτυρο

Μια κρητική παροιμία λέει «ο καθαής την μύξα του, για βούτυρο λογάει». Θέλοντας να τονίσει την εγωκεντρικότητα του ανθρώπου.
Είναι παρατηρημένο πως, αν αρχίσει να μιλάει κάποιος για ένα θέμα, ας πούμε της υγείας του, ο συνομιλητής του, θα προσπαθήσει να του ανατρέψει ή να συγκρίνει με την δικές του περιπέτειες με τους γιατρούς. Αν μιλήσει για οικονομικές δυσκολίες, θα ακούσει πως δεν είναι τίποτα μπρός σε αυτά που περνά ο συνομιλητής του. Αυτό είναι η εγωκεντρικότητα.
Είναι ένα πάθος, που όσο δεν κάνει κακό στον γείτονα, είναι ακίνδυνο. Έτσι φαίνεται εκ πρώτης όψεως, αλλά δεν είναι. Είναι εξαιρετικά επικίνδυνο, επειδή διαλύει την ομαδικότητα.
Τα μυρμήγκια προκειμένου να περάσουν ένα ποτάμι, γίνονται μια μπάλα, δεν ξεχωρίζει ποιο είναι πάνω και ποιο κάτω, ο αγώνας για την επιβίωση είναι κοινός.
Με αφορμή τα μέτρα που θεσπίζει η κυβέρνηση, αναπτύσσεται μια φιλολογία, ποιος ζημιώνεται περισσότερο, διεκδικώντας η κάθε ομάδα την πρωτιά. Δεν είναι το ζητούμενο πόσο ζημιωνόμαστε, ο καθένας χώρια, αλλά πόσο ζημιωνόμαστε όλοι μαζί. Αν στην ανέχεια προσθέσουμε και την γκρίνια, θα είναι πιο επώδυνη η πληγή.
Σε μια κουβέντα προ λίγων ημερών, ευχήθηκα σε κάποιον για τα γενέθλια του, και μου λέει, απογοητευμένος.
-ξέρεις τι είναι να είσαι τριάντα χρονών;
-ασφαλώς και ξέρω, γιατί τα έχω περάσει, όχι μόνο μια φορά, και υπάρχουν άλλοι που τα έχουν περάσει τρείς φορές.
Ασφαλώς και είναι ένας σημαντικός σταθμός, στην ζωή του ανθρώπου, αλλά δεν είναι το τέλος ούτε και η αρχή. Πόσα μπορεί να κάνει σήμερα ένας άνθρωπος στα τριάντα του. Με το μυαλό του μπορεί τα πάντα, αλλά οι κανόνες του παιχνιδιού καθορίζονται από άλλους.
Οι αλλαγές που συντελούνται είναι τόσο πολλές και γρήγορες που ο κοινός νους δεν μπορεί να τις παρακολουθήσει. Αποβλακώνεται μπρός στην τηλεόραση, και σχολιάζει εκ του ασφαλούς, χωρίς διάθεση διεκδικήσεως.
Αν ξεκινήσουμε πάλι απ’ την αρχή, να ξαναδέσουμε σαν οικογένεια, σαν γειτονιά, (πολυκατοικία), ομάδα, ακόμα σαν χωριό. Θα αλλάξει ο κόσμος.
Θλίβομαι όταν σε χωριό, περιμένουν τον μανάβη με το αυτοκίνητο, υπάρχει ο κήπος, η διάθεση δεν υπάρχει για να φυτέψουμε λίγα ζαρζαβατικά. Πιστεύω πως ακόμα και με αυτήν την υποτυπώδη παραγωγή, θα ξαναρχίσουμε ως Έλληνες να δημιουργούμε. Το παρελθόν μας όσο ένδοξο και εάν είναι δεν γεμίζει την κοιλιά μας. Θυμάμαι σε ένα χωριό, στην δεκαετία του 80, με εκατό κατοικήσιμα σπίτια, μόλις δύο δεν έπαιρναν σύνταξη. Και φυσικά δεν δουλεύανε εκτός από τις ελιές. Ήτανε εξασφαλισμένοι τόσο, που δεν ζύμωναν σε κανένα σπίτι, περιμένοντας το αυτοκίνητο του φούρναρη.
Καιρός είναι να ξεφύγουμε από τον ατομισμό μας, και οργανωθούμε σε ομάδες αρχίζοντας από την οικογένεια.

Παρασκευή 5 Μαρτίου 2010

Γραικός, Γενίτσαρος και Βενετσιάνος

Δεν μπορώ να θυμηθώ το προϊόν που διαφήμιζε κάποιος λέγοντας <κανείς δεν μπορεί να φάει μόνο ένα>. Στην πράξη εγώ ανοίγοντας το αναγνωστικό δεν σταμάτησα στο χθεσινό ποίημα, αλλά μεταφέρω εδώ, το έργο του Γ Καμπούρογλου, μεταποιημένο σε μονοτονικό.

Γραικός, Γενίτσαρος και Βενετσιάνος
Ήταν περασμένα τα μεσάνυχτα. Φωνή καμιά! Κανένα ζωντανό δεν έβγαζε φωνή στα ρημαγμένα μέρη. Και αν κάπου κάπου κανένα τριζόνι έκανε πως θα αρχίσει το παραπονιάρικο σκοπό του, ως κι αυτό σώπαινε από το φόβο του.
Μακριά ακούστηκε και ένα πετεινάρι να λαλεί πίσω από κάτι χαλάσματα, μα και αυτού η φωνή τρομαγμένη πνίγηκε στο λαρύγγι του.
Οι Τούρκοι κλεισμένοι στο Κάστρο. Οι Βενετσιάνοι τριγυρίζουν σαν τα’ αγρίμια στην χώρα. Οι Αθηναίοι είναι τρυπωμένοι στα σπίτια τους. βρισκόμαστε στα 1687.
Σβηστό ήταν το καντήλι της Αγίας Γλυκερίας στο Γαλάτσι, κοντά στην Αθήνα. Κανείς δεν πηγαίνει να προσκυνήσει. Και μόνο το κυπαρίσσι της εκκλησίας, που το φυσούσε ο άνεμος, πήγαινε και ερχότανε, και ο ίσκιος του στον τοίχο έμοιαζε σαν καλόγηρος τυλιγμένος στο ράσο του.
Το αγιασμένο νερό κατρακυλούσε μουρμουρίζοντας τον κατήφορο και πότιζε ότι εύρισκε στο δρόμο του.
Να, να και από κάτω από της όμορφης εκκλησιάς το δρόμο κάποιος προβάλλει.
Φτάνει σε κάτι χαλάσματα, βγάζει βαθύ αναστεναγμό, και ακούει πέρα από τον βράχο τον αντίλαλο του μόνο.
Έρχεται γύρω γύρω από τα χαλάσματα, κουνώντας λυπημένα το κεφάλι του.
Ποιος άλλος από σένα, άμοιρε Αθηναίε, θα μπορούσε να γνωρίση το σπίτι του;
Χαϊδεύει το αγιόκλημα, που είχε φυτεμένο με την δύστυχη την αδελφή του, σκύβει, παραμερίζει τις πέτρες σαν κάτι να γυρεύη. Ύστερα φεύγει από κεί. Πάει κατά την εκκλησία, στέκεται, γονατίζει σε έναν τα’αφο εμπρός και φιλεί το μάρμαρο του.
Χορτάριασε του γονιού ο τάφος!
-Μα γιατί κλαίς σαν μικρό παιδί: τάχα θα ζης και συ αύριο;
Τα αγριολούλουδα χύνουν γύρω την μυρωδιά τους. ξαπλώνεται στη γη, ακουμπά το κεφάλι του στον τάφο και, κοιτάζοντας τον ουρανό, ρωτά τι έφταιξε και έμεινε έρημος και μοναχός στον κόσμο!
Αίφνης από τα Τουρκοβούνια κάποιος άλλος προβάλει. Οι νυχτερίδες τρελά φτερουγίζουν και τρίζουν γύρω του. Κατεβαίνει μονοπάτι μονοπάτι, πηδά έναν έναν τους βράχους και κοιτάζει παντού σαν κάτι να ζητή.
Η αγριεμένη όψη του φαίνεται πιο άγρια μέσα στο σκοτάδι. Αλίμονο σ’ εκείνον που θα τον βρει στο δρόμο του! Μα όσο πλησιάζει στην εκκλησιά κοντά, τόσο μερώνει.
-Γιατί κιτρίνισες και τρέμεις σαν κορίτσι, άγριε Γενίτσαρε;
Σε λίγο βλέπει ένα μαύρο πράγμα να έρχεται από το κάτω μέρος.βαθυ σκοτάδι και δεν διακρίνει τι να είναι. Μα σε μια ξαφνική αστραπή βλέπει πως ήταν άνθρωπος. Ήτα Βενετσιάνος!
Ο Γενίτσαρος έγινε πάλι Γενίτσαρος, βγάζει το χατζάρι του και χύνεται καταπάνω του. Μα να, και ο Βενετσιάνος δεν χωρατεύει. Πιάνει με το αριστερό χέρι του το δεξί του Γενίτσαρου. Σκουντιούνται σαν αγρίμια και με τα πολλά έρχονται κοντά στον τάφο.
Πετιέται ο Αθηναίος με το σπαθί στο χέρι και βρίσκεται μπροστά τους.
-Εμένα βοήθα, πατριώτη, φωνάζει ελληνικά ο Βενετσιάνος, να σκοτώσουμε τον Τούρκο τον άπιστο!
-Κανέναν δεν βοηθώ ! Τους Τούρκους και τους Βενετσιάνους ας τους αγαπούν οι άμυαλοι λαϊκοί. Εγώ και τους δυό τους ξέρω εχθρούς της πατρίδας μου. Όποιος είναι πιο γερός, ας φάει τον άλλο, και τους δυό ας τους φάνε τα σκυλιά και τα κοράκια. Μα τραβηχτείτε από δω! Δεν θα αφήσω να χυθεί αίμα ανθρώπινο στου πατέρα μου, του γέρο Χωραφά, τον τάφο!
Γιατί με φωνή από δυο στόματα ακούγεται: «Αδελφέ μου!»; Γιατί μεμιάς πέφτουν τα’ άρματα κάτω; Γιατί ανοίγονται τρείς αγκαλιές;
Ποιος το’ λπιζε, ο πρώτος, που μικρό τον πήραν οι Γενίτσαροι, ο δεύτερος, που παιδάκι τον εξαγόρασαν οι Βενετσιάνοι, και ο μικρός, που στάθηκε πιο τυχερός, για πρώτη φορά να σμίξουν, και σαν εχθροί, στου πατέρα τους τον τάφο;
Κοντεύει να ξημερώσει. Τα πουλάκια μέσα στα χαμόκλαδα τινάζουν τα φτερά τους, βγάζοντας χαρωπή λαλιά.
Το νυχτοπούλι κρύφτηκε στα χαλάσματα, να μην το βρει η μέρα. Τα άστρα τρεμοσβήνουν. Η νυχτερίδα έγινε άφαντη.
Πόσο θα σάστιζε ο διαβάτης, αν περνώντας έβλεπε ένα Γραικό, ένα Γενίτσαρο και ένα Βενετσιάνο γονατισμένους σιμα σιμά, να χύνουν μαύρο δάκρυ σ’ ένα τάφου λιθάρι!
Γ. Καμπούρογλου.



Δεν την πουλάμε τη Σάμο ρε μαλάκες! by mojo-49

Δεν την πουλάμε τη Σάμο ρε μαλάκες! by mojo-49

Πατρίδα

Συλλογιζόμενος τα όσα αυτές τις ημέρες ακούμε, για τις δύσκολες ημέρες που έρχονται, λες, και ίσαμε σήμερα ήταν εύκολες, αναφέρθηκα στους Έλληνες τους εξωτερικού, την μεγάλη κοινότητα των αποδήμων. Αποτέλεσμα η νοσταλγία να με καταλάβει και να αναζητήσω, ένα ποίημα του Γεωργίου Δροσίνη στο Αναγνωστικό της Ε΄. τάξεως του δημοτικού.

Πατρίδα
-Ξένε, ποὺ μόνος κι ἔρημος σὲ ξένους τόπους τρέχεις,
πές μου ποιὸς εἲν’ ὁ τόπος σου καὶ ποιὰ πατρίδα ἔχεις;

-Στ’ ἀγαπημένο μου χωριὸ πάντα χαρὲς καὶ γέλια
στ’ ἁλώνια τραγουδιῶν φωνές, ξεφάντωμα στ’ ἀμπέλια,
κι ὅταν χορεύη ἡ λεβεντιὰ τῆς Πασχαλιᾶς τὴ μέρα,
βροντοχτυπάει τὸ τούμπανο καὶ κελαηδεῖ ἡ φλογέρα

Στὴν μακρινὴ πατρίδα μου ἔχει εὐωδιὰ καὶ χάρη
τὸ ταπεινότερο δεντρί, τὸ πιὸ φτωχὸ χορτάρι
στοὺς κλώνους τῆς ἀμυγδαλιᾶς σμίγουν ἀνθοὶ καὶ χιόνια
καὶ φέρνουνε τὴν ἄνοιξη γοργὰ τὰ χελιδόνια.

Στῶν μαγεμένων τῆς βουνῶν τὰ μαρμαρένια πλάγια
γλυκολαλοῦνε πέρδικες καὶ κλαίει ἡ κουκουβάγια.
Ἡ ἀσημένια θάλασσα μ’ ἀφροὺς τὴν περιζώνει
κι ὁ οὐρανὸς μὲ τὰ’ ἄστρα τοῦ τὴν χρυσοστεφανώνει.

Τὴ μακρινὴ πατρίδα μου, πρὶν ἡ σκλαβιὰ πλακώση,
τὴ δόξασε ἡ παλληκαριά, τὴ φώτιζεν ἡ γνώση.
Καὶ τωρ’ ἀπὸ τὴ μαύρη γῆ, τὴ γῆ τὴ ματωμένη,
πρόβαλε παλ’ ἡ Λευτεριὰ σὰν πρῶτα ἀντριωμένη!

-Φτάνει! . . .Τὴ χώρα, πού μου λές, τὴ γνώρισα, τὴν εἶδα!
Τὴ μακρινὴ πατρίδα σου ἔχω κι ἐγὼ πατρίδα! . . .

Γεώργιος Δροσίνης.

Με την χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας, ήλθα σε επαφή με συνομήλικους από εκείνα τα χρόνια, του δημοτικού σχολείου. Κάποιοι ήρθαν στην πατρίδα, κάποιοι άλλοι ήρθαν δεν άντεξαν και ξανάφυγαν, άλλοι πάλι δεν δοκίμασαν καθόλου να ζήσουν εδώ, αναζητώντας αλλού καλλίτερη τύχη. Στα τέσσαρα σημεία του ορίζοντα σκόρπισε εκείνη η μεγάλη παροικία. Ενδεικτικό είναι, πως παρακολουθούν τον Πυθαγόρα, από δεκαπέντε διαφορετικά κράτη, τόσο έχει απλωθεί εκείνη η γενιά. Εύχομαι να μας ανακαλύψουν κι άλλοι να έρθουν στην παρέα μας, να πουν μαζί μας
Τὴ μακρινὴ πατρίδα σου ἔχω κι ἐγὼ πατρίδα! . . .

Πέμπτη 4 Μαρτίου 2010

Μια παραλλαγή στο ίδιο θέμα


Έχω κάπου ξαναγράψει και όχι μόνο μια φορά, πως εκτός από την Ελλάδα που ζούμε, υπάρχει και μια άλλη Ελλάδα, αυτή των Ελλήνων του εξωτερικού, που σε γενικές γραμμές είναι, ποιο φλογεροί Έλληνες και πατριώτες από τους μόνιμους κατοίκους αυτής της χώρας.
Από την αρχαιότητα ακόμα, παρατηρούμε την αποδημία του Έλληνα στις άκρες του τότε γνωστού κόσμου, επειδή δεν μπορούσε να τον ζήσει η γη του, ενώ παράλληλα βλέπουμε και τις πόλεις κράτη, να μάχονται μεταξύ τους, κι ας ήσαν όλοι Έλληνες. (Το σπορ της Ελληνικής φαγωμάρας)
Από τον κορμό της πορτοκαλιάς, του προηγουμένου σημειώματος, ξεπήδησαν κλώνοι, και κόπηκαν για να μπολιαστούν τα μάτια, με άλλους κλώνους, διαφορετικών δέντρων, αλλά με κοινή την ρίζα. Είναι οι Έλληνες του εξωτερικού, που κάθε ένας από αυτούς, προσαρμοσμένος στις συνθήκες του τόπου που ζει, παράγει το δικό του καρπό. Έτσι άλλος είναι μανταρίνι ή λεμόνι ή νεράντζι, αλλά όλοι είναι γευστικά φρούτα, με κοινά ρίζα και κορμό.
Αυτοί οι Έλληνες είναι εκείνοι που κάθε φορά που η πατρίδα μας, δυσκολεύεται, την στηρίζουν. Είναι εκείνοι που σε όποιο τόπο κι αν βρεθούν, η πρώτη τους μέριμνα είναι να δημιουργήσουν σχολείο και Εκκλησία. Γνωρίζουν καλά πως εκεί στηρίζεται η επιβίωση τους.

Παραθέτω εδώ ένα κομμάτι από μια ομιλία του Πατριάρχου Αλεξανδρείας:
<<τα ομότροπα ήθη των Ελλήνων, η χρηστή και ενάρετη συμπεριφορά, που εκπορεύεται από την βιωμένη πίστη στις κοινές Αξίες του Ελληνισμού που αναζήτησε τα συνθετικά στοιχεία ενός έθνους, τα οποία συνόψισε σε τρία δομικά χαρακτηριστικά: το <<όμαιμον>>, το <<ομόγλωσσον>> και το <<ομόθρησκον>>.
Το όμαιμον αναφέρεται στην κοινή καταγωγή, στο κοινό αίμα, αυτό που για εμάς τους Έλληνες αποτελεί το καύχημα και το διάδημα της δόξας μας. Αυτό το κοινό αίμα ο λαός μας δεν εδίστασε ακόμη και να το χύσει στους ηρωικούς, ανά τους αιώνες, αγώνες του, προκειμένου να υπερασπισθή τα ιδανικά του. Και αυτό το κοινό αίμα αποτελεί το συνεκτικό κρίκο του ελληνισμού, οπουδήποτε και αν έφτασε και εμεγαλούργησε, όπως συνέβη και συνεχίζει να συμβαίνει ακόμη στην σύγχρονη παγκόσμια πραγματικότητα.
Το ομόγλωσσον είναι ο τρόπος της επικοινωνίας μας, η κοινή μας γλώσσα. Η περιάκουστη και αδάμαστη ελληνική γλώσσα, η πλουσιότερη του κόσμου στην έκφραση των συναισθημάτων, στην έκφραση της δύναμης του ελληνικού στοχασμού, ακόμη και στην φανέρωση των ουράνιων αληθειών αυτού του Ευαγγελικού λόγου. Αυτή η γλώσσα έγινε το μέσο του εκπολιτισμού άλλων λαών και η ολκάδα που μετέφερε τα σωτηριώδη μηνύματα του Θεανθρώπου Ιησού στα πέρατα της οικουμένης.
Και το τρίτο στοιχείο είναι το ομόθρησκον, η κοινή πίστη στον ένα Θεό, στον "άγνωστο" που ο Απόστολος Παύλος συνάντησε στη σκέψη των αρχαίων Αθηναίων ή στον Αποκαλυπτόμενο και αενάως Θυσιαζόμενο στην πίστη των Χριστιανών. Αυτή η πίστη προσφέρει την δύναμη για αγώνες, καθίσταται αστείρευτη πηγή ελπίδος, λουτήρας αναγεννήσεως, χάριτος και προσδοκίας. Την πίστη του ο Έλληνας την μετέφερε παντού, όπου κι αν έφτασε, οπουδήποτε κι αν πήγε. Από αυτήν άντλησε δύναμη, γύρω από αυτήν συσπειρώθηκε και σε αυτήν κατέφυγε, μέσα στην τύρβη των αλλοτρίων πολιτισμών, των διαφορετικών φυλών και των ποικίλων θρησκειών. Κατά τους χριστιανικούς χρόνους, τις ρίζες του δέντρου της πίστεως στον Τριαδικό Θεό η Εκκλησία μας πότισε με το αίμα το παιδιών της, με το αίμα των Πατριαρχών>>.

Δυο εκ των πλουσιοτέρων Ελλήνων, ο Ωνάσης και ο Μποδοσάκης, ανήκαν στους Έλληνες του εξωτερικού, πλήθος μεγάλο από τους μεγάλους ευεργέτες του έθνους διέμεναν στο εξωτερικό. Πρόσφατα με το παράδειγμα της η μεγάλη αοιδός, Νάνα Μούσχουρη, μόνιμη κάτοικος του εξωτερικού, να παρατηθεί από την σύνταξη της, άνοιξε μια νέα σελίδα προσφοράς στο τόπο.

Είναι τόσο τραγικά τα οικονομικά της Ελλάδας, όσο τα περιγράφουν οι ειδήμονες; Χρειάζονται τόσες πολλές θυσίες, από τους γηγενείς; Πιθανόν!

Στην Σάμο υπήρχε μια παράδοση, ο πρώτος υιός της οικογένειας να ξενιτεύεται για να μπορούν οι υπόλοιποι να ζήσουν καλά, χάρη στον δικό του κόπο, και όταν επέστρεφε πίσω, δεν είχε μεν δική του οικογένεια, αλλά με την ευγνωμοσύνη των αδελφών του ζούσε με άνεση τα γηρατειά του.
Αυτήν την παράδοση καλούνται, αν είναι καιρός ή όχι δεν το λέω με βεβαιότητα, να υπηρετήσουν άλλη μια φορά οι Έλληνες του Εξωτερικού. Να βάλουν το χέρι στην τσέπη βαθιά, να βοηθήσουν.
Γιατί; Επειδή είναι Έλληνες.
Η Ελλάδα δεν θα χαθεί, δεν πεθαίνει, που λέει το τραγούδι, είναι σίγουρο. Θα ζήσει και ξαναμεγαλουργήσει, και θα πληγώσει εκείνα τα παιδιά της, που στα δύσκολα θα την στηρίξουν.
Ο Έλληνας του εξωτερικού, βιώνει ένα δράμα, διότι έχει δυο πατρίδες, την μία στην καρδιά του και την άλλη στην ζωή του. Εκείνοι δε, που από διάφορες συγκυρίες αναγκάζονται να έχουν και τρίτη ή και τέταρτη πολλές φορές πατρίδα, είναι ήρωες, και μόνο που αγαπούν ακόμα την Ελλάδα.

Το δένδρο και τα κλαδιά

Κουρασμένος χθες μετά από μια κοπιαστική ημέρα, πήρα από την βιβλιοθήκη έναν οδηγό να τον ξεφυλλίσω να περάσει η ώρα. Έτυχε αυτός ο οδηγός να αφορά τα κρητικά μοναστήρια. Πολλές φωτογραφίες και λίγα λόγια συνοπτικά είναι το περιεχόμενο του, έκδοση της Τράπεζας Κρήτης, τον καιρό του Κωσκωτά, (για όσους τον θυμούνται, έκανε την ποινή του 10 χρόνια και είναι ελεύθερος).
Σταμάτησα ξεφυλλίζοντας, στην Ιερά Μονή των Τζαγκαρόλων, ή αλλιώς Αγίας Τριάδας στο ακρωτήρι, αυτή υπήρξε κάποτε ιεροδιδασκαλείο.
Δεν θα ασχοληθώ με το συγκρότημα της Μονής που αξίζει τον κόπο να την επισκεφθεί κανείς, θα σταθώ όμως σ’ ένα δένδρο. Δεν το αναφέρει στο βιβλίο, γιατί δεν είναι ουσιώδες, εμένα μου έχει κάνει εντύπωση και όποτε πήγαινα το χάζευα.
Το έχει φυτέψει ο Αθανάσιος Ντουντουράκης, που διετέλεσε ηγούμενος στην Μονή. Τι είναι αυτό το χαρακτηριστικό που κάνει το δέντρο ιδιαίτερο; Τα μπόλια του. Για όσους δεν γνωρίζουν από γεωπονικά, μπόλι είναι διασταύρωση στον ίδιο κορμό. Έχει μπολιάσει σε έναν κορμό πορτοκαλιάς, λεμονιά, μανταρινιά και νεραντζιά. Ως εδώ είναι κατανοητό, το επόμενο βήμα που έκανε, κλαδεύοντας τα οδήγησε να σχηματίζουν το σχήμα του Σταυρού, που σε κάθε κέρατο παράγει και διαφορετικό καρπό.
Τον Ντουρουντού, (το παρατσούκλι του ηγουμένου) τον γνώρισα πριν από αρκετά χρόνια, έχει συγχωρεθεί τώρα, όταν τον ρωτούσα, και κάθε φορά τον ρωτούσα για να πάρω την ίδια απάντηση, τι νόημα είχε αυτή του, η επέμβαση στην φύση, απαντούσε <πως σε ένα μοναστήρι υπάρχει ο κορμός και λογιών λογιών φρούτα, και ζουμερά σαν τα πορτοκάλια, και ξινά σαν τα λεμόνια, και εκνευριστικά λόγω κουκουτσιών σαν τα μανταρίνια, και επεξεργάσιμα σαν τα νεράντζια, για να γίνουν γλυκό>.
Ήταν η πρώτη ύλη για την κουβέντα που επακολουθούσε, διότι πάντα πήγαινα εκεί με μουσαφίρηδες.

Τα χρόνια πέρασαν, και εχθές βλέποντας τις φωτογραφίες το θυμήθηκα, και σκέφτηκα να το προσαρμόσω λίγο.
Αν διαγράψουμε την λέξη μοναστήρι, και στην θέση της βάλουμε την Ελλάδα μας, την πατρίδα μας, ταιριάζει η παρομοίωση;
Από τον καιρό της επανάστασης του 1821, που δημιουργείται το Ελληνικό κράτος, έχουμε πολιτικά κόμματα, το Ρωσικό, το Γαλλικό και το Αγγλικό, αν τα θυμάμαι καλά. Ελληνικό δεν είχαμε. Αυτό δεν άλλαξε από τότε, τα ονόματα αλλάξανε, τα πρόσωπα αλλάξανε τα συμφέροντα αλλάξανε, ο κορμός είναι ο ίδιος, αυτό το κράτος που τα φέρει, κλαδιά μπολιασμένα.
Αν κρατούσε μόνο τα δικά κλαδιά θα έκανε μόνο πορτοκάλια. Τα μπόλια για να ανθίσουν και να καρποφορήσουν χρειάζονται τους χυμούς του Κορμού, από εκεί παίρνουν ζωή, στερώντας την από την πορτοκαλιά.
Φιλόξενος και φιλότιμος ο ρωμιός, άφησε χώρο στον κορμό του, να φάνε και οι άλλοι, και τον φάγανε. Και θέριεψαν τα μπόλια, και δεν υπήρξε καλός κηπουρός, κι αν υπήρχε το έφαγε η έννοια, να είναι συμμετρικά σχηματισμένο το δέντρο.
Αυτά τα μπόλια είναι εκείνοι που χρόνια και χρόνια κουμαντάρουν το (ελεύθερο) Ελληνικό κράτος. Δεν είναι οι φουκαράδες οι οικονομικοί μετανάστες το κακό, είναι τα μεγάλα συμφέροντα, όπως λέγανε παλαιότερα μεγάλες δυνάμεις.
Εσχάτως μας έχουνε βομβαρδίσει με τα οικονομικά μέτρα που τελειωμό δεν έχουν, με απώτερο στόχο ποιόν;
Κατά την γνώμη την δική μου, χωρίς να πολιτικολογώ, θέλουν να μας κάνουν να φαγωθούμε μεταξύ μας, για άλλη μια φορά, και επειδή όπως λέγει η γραφή, (η φτώχια φέρνει γκρίνια και διάλυση),
και το αρχίσανε.

Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010

Ευθύνη

Πόσο φιλόζωοι πρέπει να είμαστε

Έβαλα προχθές στο facebook δύο φωτογραφίες για να σχολιαστούν, τις μεταφέρω εδώ σήμερα, μια και εκεί δεν βρήκαν την ανταπόκριση που προσδοκούσα.

Είναι τελικά ο αυτός χώρος μόνο για, μόνο για εκτόνωση, και δεν το έχω καταλάβει ακόμα; Έχω την αίσθηση πως πρέπει να προβληματιζόμαστε συνέχεια, για να διορθωνόμαστε. Μάλλον γκρινιάζω πάλι, δεν μας φτάνουν τα τόσα προβλήματα, που θέλω να προσθέτω κι άλλα;
Το θέμα μας είναι:

Έκοψα μια εικόνα που δείχνει ορφανά σκυλάκια σε μια ανθρώπινη αγκαλιά, και την παρουσιάζω δίπλα σε μια άλλη, που δείχνει ορφανά παιδάκια χωρίς αγκαλιά.
Πόσο φιλόζωοι πρέπει να είμαστε και πόσο φιλάνθρωποι κατ’ αναλογία;