Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2010

Οι συννυφάδες


Βρέθηκα πριν από λίγες ημέρες Κυριακάτικα σ’ ένα χωριό και μετά την Θεία λειτουργία ακλούθησε ένα μνημόσυνο. Ο αγαθός Παπάς μνημόνευε δύο ονόματα, Καίτη και Κατίνα. Μετά το πέρας του μνημόσυνου ρώτησα γιατί κακοποιεί την γλώσσα έτσι βάναυσα αφού η Εκκλησία τις έχει βαπτίσει και ονομάσει Αικατερίνη και τις δύο, θα μπορούσε κάλλιστα να τις μνημονεύει Αικατερίνη και Αικατερίνη. Η απάντηση με εξέπληξε λίγο, «ήταν συννυφάδες» «ε, και λοιπόν;» «υπάρχει και άλλη μία, εκείνη την λένε Κατερίνη, αν έλεγα το όνομα αυτό θα νόμιζε πως μνημονεύω αυτή ενώ είναι ζωντανή» δεν έδωσα συνέχεια γιατί ήταν χαμένος χρόνος, αλλά αποχωρώντας αυτόματα ο νους μου γύρισε χρόνια πολλά προς τα πίσω, στις Μαρίες τις συννυφάδες.

Ήμουν τότε νεαρός αστράτευτος ακόμα, δούλευα σε μια αποθήκη και είχα πιάσει φιλίες με μια Μαρία, θα ήταν καμιά τριανταριά χρονών και είχε τέσσερα παιδιά. Ήξερε για τον καημό μου με τα χωριά και πως έψαχνα ευκαιρίες να αποδράσω από την Αθήνα από τότε. Με κάλεσε να κάνω τις καλοκαιρινές διακοπές στο χωριό του άνδρα της. Δεν το πολυσκέφτηκα και πήγα τρία χρόνια συνεχόμενα. Το χωριό αυτό βρίσκεται στην ορεινή Τροιζηνία στην Αργολίδα. Εκεί γνώρισα το Πεθερό της τον Μπαρμπαγιώργη τον Τσουρέκη.

Ο Μπαρμαγιώργης ήταν ένας λεβέντης ηλικιωμένος που είχε γυναίκα την κερά Μαρία, η οποία του χάρισε δώδεκα υιούς, αυτοί και οι δώδεκα ήταν πολύτεκνοι, επιπλέον δε και οι δώδεκα συννυφάδες ονομαζόντουσαν Μαρία. Κάθε καλοκαίρι είχε ειδική μεταχείριση από τον πρόεδρο που του παραχωρούσε το σχολείο για να μπορεί να ανταπεξέλθει στις ανάγκες της φιλοξενίας των δικών του. Το προνόμιο αυτό του το είχε δώσει ο Παττακός, αντιπρόεδρος τότε της Κυβερνήσεως που επισκέφτηκε την οικογένεια αυτή.
Παρά τα πολλά χρόνια που κουβαλούσε στην πλάτη του, θυμόταν τα εγγόνια όλα με το όνομα τους κα ποιανού είναι το καθένα. Το σπίτι του ήταν ένα αγροτόσπιτο με πέντε μεγάλα δωμάτια γεμάτα μπαουλοντίβανα και κρεβάτια. Ανάλογος εξοπλισμός υπήρχε και σε ποτήρια και πιάτα και κπουταλοπίρουνα.
Η Μαρία η δική μου φίλη ήταν η προτελευταία από τις συννυφάδες. Κατά την διάρκεια του καλοκαιριού η φιλοξενία ήταν στις δόξες της ιδιαίτερα τον Αύγουστο. Καημό είχαν οι γέροι να βλέπουν όλα τα παιδιά μαζεμένα γύρω τους και εκείνα δεν χαλάγανε το χατίρι τους ξεχνώντας τις διαφορές του για λίγες ημέρες. Βολεμένοι όλοι σε υπηρεσίες με προνόμια, άλλος στην ΔΕΗ και άλλος ΕΛΤΑ και δεν θυμάμαι που αλλού. Εντυπωσιακό θέαμα ήταν η ημέρα της Παναγίας όταν σουβλίζανε αρνιά στην αυλή του σχολείου «Πάσχα έχουμε» έλεγε ο Παππούς αλλά εξίσου εντύπωσε έκανε και την παραμονή που ερχόντουσαν τρία ταξί, να πάνε τις Μαρίες στο Μοναστήρι για εξομολόγηση. Σχόλια στο χωριό και γέλια «Οι Μαρίες πάνε στους καλογέρους να αγιάσουν» εκείνες με την πεθερά αρχηγό αψηφούσαν τα σχόλια, υπήρχαν οι μεγαλύτερες κόρες να μαγειρέψουν και να αναλάβουν το νοικοκυριό.

Την χρονιά που φιλοξενήθηκα και εγώ μαζί με άλλους φίλους της οικογένεια στο σχολείο, ήταν η τελευταία που χόρευε ο Μπαρμπαγιώργης, την επόμενη το πήρε ο χάρος. Τα δύο επόμενα χρόνια που πήγα η Κερά Μαρία είχε σπάσει. Δεν ξαναπήγα γιατί στρατεύτηκα, αλλά έμαθα πως πέθανε και αυτή από τότε δεν ξαναμαζεύτηκε η οικογένεια όλη μαζί. Ήταν σαν την αλυσίδα που της έλειπε εκείνος ο χαλκάς που την έκανε κόσμημα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: