Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

Αγανακτισμένοι ή παγιδευμένοι; (ξανά) Β΄.

Δυστυχώς οι διαπιστώσεις μου όσο περνούν οι ημέρες της «Αγανακτήσεως» επαληθεύονται, εξελίσσεται δηλαδή ένας αγνός αγώνας σε εμποροπανήγυρη και μια ακόμη μεγάλη μπίσνα. Το ότι αυξηθήκανε τα αντίσκηνα δεν είναι δείγμα πως αυξήθηκαν οι αγανακτισμένοι,  αφού τα περισσότερα από αυτά είναι καινούργια, τα αγοράσανε τώρα για την συγκεκριμένη περίσταση, άλλωστε είναι γνωστό πως ο Ρωμιός δεν είναι φυσιολάτρης, δεν κατασκηνώνει προτιμώντας την άνεση του ξενοδοχείου, εκεί που μπορεί να νιώθει αφεντικό. Κάποιοι επωφελούνται, είναι αναμφισβήτητο, αυτό γίνεται σε κάθε αγώνα, κάποιοι παλεύουν για ορισμένα ιδανικά και άλλοι τα καπηλεύονται. Γιατί η συγκεκριμένη διαμαρτυρία να αποτελέσει εξαίρεση;
Συζητώντας και προσπαθώντας να καταλάβω το νόημα της κινήσεως, άκουσα τις εξηγήσεις που μου έδωσε ένας φίλος από τους μετέχοντας ανελλιπώς ίσαμε σήμερα.
-Πρέπει να γίνει δημοψήφισμα
-Ας πούμε πως γίνεται, απήντησα, -τι αποτέλεσμα βγαίνει;
-90% Όχι
-Και μετά;
-Θα οδηγηθούμε σε εκλογές μες’ το καλοκαίρι.
-Ωραία, συνέχισα να τον προκαλώ, -ποιους και τι θα ψηφήσουμε;
-Κανέναν, κανείς δεν θα πάει να ψηφήσει.
-Δηλαδή δεν θα έχουμε κυβέρνηση καθόλου;
-Ίδιοι είναι όλοι τους, δεν θέλουμε κανέναν.
Σε αυτό σημείο άλλαξα την κουβέντα γιατί δεν οδηγούσε σε κανένα συμπέρασμα. Έβαλα πάλι την λογική να δουλέψει και ψύχραιμα κατέληξα στο παρακάτω συμπέρασμα.
Όλο το κίνημα αυτό χρειάζεται απλά για εκτονωθεί η οργή του κόσμου και είναι απόλυτα ελεγχόμενο για να μην το ονομάσω κατευθυνόμενο από εκείνους που κινούν τα νήματα αλλά ποτέ δεν φαίνονται. Όσο είναι ελεγχόμενο δεν θα υπάρξει καταστολή κι ας στήνονται κάγκελα και ας παρατάσσονται οι διμοιρίες των ΜΑΤ.
Αν χαθεί ο έλεγχος τότε θα αρχίσουν τα δύσκολα.
Η δημοσιότητα δεν σημαίνει νίκη σε καμία απολύτως περίπτωση, γιατί τα φώτα κάποια στιγμή σβήνουν και ο απολογισμός είναι φοβερός.
Θυμάμαι και παλαιότερα όταν οι αγρότες με τα τρακτέρ απέκλειαν τους δρόμους, όσο ελέγχονταν από τους κομματικούς εγκάθετους και λέγανε διάφορα, δεν επενέβαιναν τα ΜΑΤ, ούτε χρειάζονταν καταστολή, όταν όμως ξέφυγε ο έλεγχος, σε μια νύχτα τους σκάσανε τα λάστιχα και σκορπίσανε.
Ακόμη παλαιότερα όταν κάψανε την Νομαρχία του Ηρακλείου εξεγερμένοι αγρότες, έγιναν δικαστήρια τρία και τέσσερα χρόνια αργότερα όταν κόπασε η δημοσιότητα και κάποιοι από αυτούς πουλήσανε τρακτέρ και σπίτια για να μην πάνε φυλακή. Οι πρωταίτιοι όμως αλλάξανε και πήρανε μεγαλύτερα τρακτέρ.
Κοντά στους εξεγερμένους βρέθηκε χωρίς τυμπανοκρουσίες και προαγγελίες και ο Αρχιεπίσκοπος Κρήτης, με την ευαισθησία που τον διακρίνει περπάτησε στο πεζοδρόμιο όπως κάθε μέρα, χωρίς συνοδεία χωρίς ασφάλεια, δεν την χρειάζεται. Ένας από τους ομιλητές άρπαξε την ευκαιρία και άρχισε να κατηγορεί την Εκκλησία λέγοντας πως αυτό που φορά στο λαιμό του (το αρχιερατικό εγκόλπιο), θα μπορούσε να θρέψει πλήθος λαού, και ο Αρχιεπίσκοπος παίρνοντας ένα μικρόφωνο, τον κάλεσε να του δώσει εκείνη την ώρα να θρέψει αυτός το πλήθος του κόσμου, φυσικά δεν ήρθε, πήγε λίγο παρακάτω και συνέχισε με την ντουντούκα να λέει τα δικά του, και ερωτώ αυτός είναι αγανακτισμένος; Ή μήπως βρίσκεται σε διατεταγμένη υπηρεσία;
Δείτε το βίντεο παρακάτω, όπου καλεί ο Ιεράρχης όποιον θέλει και όποια ώρα θέλει να τον επισκεφτεί, η πόρτα του είναι πάντα ανοικτή.





Με την ευκαιρία αυτή θέλω να αναφέρω και κάποια άλλη περίπτωση που έχω ιδίαν αντίληψη, δεν θα καταδείξω τον τόπο και τον χρόνο για ευνόητους λόγους.

Ένας εύπορος ομογενής, που δεν είχε καλή σχέση με την Εκκλησία, διέθεσε το ποσό που χρειάζονταν για να κτίσει ο Δήμος γεροκομείο στην γενέτειρα του, άλλο ποσό έδωσε σε ένα σύλλογο φιλάνθρωπων Κυριών συγγενών του, για να φροντίζουν την λειτουργία του. Έγινε το Γεροκομείο πήρε και τον τίτλο του ευεργέτη και φιλοξενούσε 40 ηλικιωμένα άτομα. Όσοι μπαίνανε τρόφιμοι στο ίδρυμα παραιτούνταν από την σύνταξη για όσο διάστημα θα περιθάλπονταν. Με αυτά τα χρήματα ο Δήμος θα πλήρωνε το προσωπικό του ιδρύματος και θα φρόντιζε την συντήρηση του. Οι Κυρίες του συλλόγου φρόντιζαν με τα χρήματα που είχαν να παρέχουν στο γεροκομείο όσα περισσότερα και καλλίτερα αγαθά μπορούσαν, κάνανε εράνους και εκδηλώσεις για να μαζεύουν χρήματα, αλλά κάποιες φορές τέλειωναν τότε ειδοποιούσαν το δωρητή και αυτός έστελνε. Επειδή όλοι μια μέρα φεύγουμε από τον μάταιο κόσμο, έφυγε και ο δωρητής. Τον θάψανε στο εξωτερικό, εδώ έγιναν φιλολογικά μνημόσυνα και τελετές για χάρη του.
Τα χρήματα που είχαν οι κυρίες του συλλόγου μαζί με εκείνα που μαζεύανε από τις εκδηλώσεις δεν επαρκούσαν για την συντήρηση των γερόντων. Δεν αδιαφορούσαν για τους συνανθρώπους τους και κατέφυγαν στην Μητρόπολη να βρουν λύση πριν υποχρεωθούν να κλείσουν τον σύλλογο. Ο Δεσπότης συμμεριζόμενος την αγωνία τους, πρότεινε να στείλει έναν έμπιστο διαχειριστή για να σχηματίσει προσωπική αντίληψη, ενώ σε πρώτη ευκαιρία ήθελε να γίνουν αρχαιρεσίες στον σύλλογο να αναδειχθεί νέο προεδρείο, αφού το παλαιό δεκαεπτά χρόνια δεν είχε αλλάξει ποτέ, επειδή ακριβώς δεν έκανε και ποτέ εκλογές.
Το ζητούμενο είναι, τι βρήκε ο διαχειριστής όταν πήγε στον σύλλογο;  
Μία μεγάλη κούτα του ΟΜΟ γεμάτη αποδείξεις και τιμολόγια, αρχίζοντας την ταξινόμηση έβλεπε πως οι αγορές όλες αφορούσαν προϊόντα που χρειάζονταν οι τρόφιμοι του γηροκομείου, όχι μόνο τρόφιμα, αλλά και ρούχα και κουβέρτες, οι Κυρίες δεν είχαν γνώσεις και δεν θεωρούσαν πως πρέπει να λειτουργεί και λογιστήριο, επειδή ήταν φιλανθρωπικό σωματείο. Φυλάγανε επιμελώς όμως τις αποδείξεις στην μεγάλη κούτα για να είναι ήσυχες με τις συνειδήσεις τους. Το επόμενο βήμα του διαχειριστή ήταν το ίδρυμα. Ο Δήμαρχος που επισκέφτηκε αρχικά προσπάθησε με πολλούς τρόπους να του αλλάξει γνώμη, εκείνος επέμενε πως πρέπει να έχει ιδίαν αντίληψη και επειδή δεν του έδινε την άδεια επενέβηκε ο Μητροπολίτης. Όταν πήγε στο ίδρυμα τα έχασε.
Έψαχνε για κουβέρτες ή πιτζάμες που είχαν αγοραστεί από τον σύλλογο και δεν εύρισκε πουθενά. Δέκα τηλεοράσεις είχε χαρίσει ο σύλλογος, υπήρχε μόνο μία στο μεγάλο σαλόνι. Κατέβηκε κάτω στα μαγειρεία και εκείνη την ώρα φόρτωνε ένα αυτοκίνητο γάλατα στο πορτμπαγκάζ, μόλις τα είχε στείλει ο σύλλογος. Από τα είκοσι κουτιά τα δύο μείνανε στο ίδρυμα τα άλλα φεύγανε. Η λάντζα γεμάτη άπλυτα πιάτα η λαντζέρησα είχε πάει να ψωνίσει παπούτσια. Τέσσερεις νοσοκόμες δικαιολογούσε ο σχεδιασμός και τόσες πληρωνόντουσαν, μια υπήρχε σε κάθε βάρδια. Περιττό είναι να αναφέρω την κατάσταση που επικρατούσε μέσα στα δωμάτια των φιλοξενουμένων ή την συμπεριφορά του προσωπικού προς τους παλαίμαχους της ζωής.
Η διάθεση του δωρητή υπήρχε, τα χρήματα υπήρχαν και οι Κυρίες αφιλοκερδώς και φιλανθρώπως δούλευαν, αλλά το ίδρυμα ήταν ΔΗΜΟΤΙΚΟ, με ότι αυτό συνεπάγεται.
Η Μητρόπολη δεν ανέλαβε καμία ευθύνη μετά από την εκτίμηση αυτή, ο Δήμαρχος όμως άρπαξε την ευκαιρία να κατηγορήσει την Εκκλησία για την αδιαφορία στον πόνο του ανθρώπου και αναλγησία της. Στις επόμενες εκλογές ξαναβγήκε με αυξημένο ποσοστό για τέταρτη συνεχή θητεία με κυρίαρχο σύνθημα «φροντίδα για τους ηλικιωμένους».  

Δεν υπάρχουν σχόλια: