Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

Ο καπετάν Ανδρέας


Πάει και αυτός ο Θεός να του συγχωρέσει.
Από τους καλούς αφηγητές ήταν και ο Καπετάν Ανδρέας, έφυγε πλήρης ημερών.
Το κανονικό όνομα του ήταν Λάκας Ανδρέας και είχε ρίζες σε κάποιο χωριό κοντά στην Τρίπολη, βρέθηκε να υπηρετεί την θητεία του στον τελευταίο πόλεμο υπερασπίζοντας τα οχυρά του Ρούπελ.  Τον πειράζανε οι συνάδελφοι του για το επώνυμο του βάζοντας μπροστά άλλοτε ένα Β και άλλοτε το Μα και αυτός θύμωνε αλλά δεν είχε τρόπο να το αλλάξει.
Μετά την συνθηκολόγηση οργανώθηκε στο ΕΑΜ με το Άρη και εξελίχτηκε σε καπετάνιο. Ήταν από τους τελευταίους που παραδόθηκαν στο Βίτσι. Υπέγραψε δήλωση μεταμέλειας και με την ευκαιρία άλλαξε ταυτότητα, πήρε καινούργιο όνομα και λεγόταν πλέον Καπετάνιος Ανδρέας, επέλεξε αυτό το επίθετο επειδή όπως έλεγε του έδινε κύρος.
Δεν ξαναπήγε ποτέ στο χωριό του, εγκαταστάθηκε αρχικά στα Ταμπούρια και αργότερα στη Καισαριανή. Έπιασε δουλειά στα Φέριμποτ Σαλαμίνα Πέραμα και δεν άργησε να παντρευτεί. Είχε την απαίτηση να λένε την γυναίκα του καπετάνισσα και επειδή δεν συμμορφωνόντουσαν στην γειτονιά με την άποψη του μετακόμισε στην Καισαριανή. Εκεί απέκτησαν τρία αγόρια, με τον μεσαίο τον Αντώνη κάναμε παρέα κάποια χρόνια μέχρι που μετακόμισε για την Ηγουμενίτσα και απολάμβανα τον πατέρα του να διηγείται ιστορίες που δεν ήταν όλες αλήθεια αλλά με τον τρόπο που τις παρουσίαζε σε καθήλωνε. Μου θύμιζε πολλές φορές εκείνο το ανέκδοτο (όπου ο πιτσιρικάς μετά την διήγηση του παππού για τον πόλεμο τον ρωτά, -Καλά παππού οι άλλοι στρατιώτες τι χρειαζόντουσαν;) Είναι τελικά χάρισμα να ξέρεις να διηγείσαι χωρίς να γίνεσαι βαρετός, και ο Καπετάν Ανδρέας το είχε.
Τα τρία του παιδιά τα ονόμασε Ανδρέα το πρώτο Αντώνη το δεύτερο Ανέστη το τρίτο, έλεγε τα αγόρια μου είναι τρία Α. Καημός του μεγάλος ήταν πως ήθελε τα παιδιά του να τιμήσουν το όνομα του να γίνουν Καπεταναίοι όνομα και πράγμα, η καπετάνισσα είχε διαφορετική αντίληψη τους ήθελε στεριανούς.
Θυμάμαι όταν γυρνούσε με το μηχανάκι το βραδάκι στον συνοικισμό λέγανε τα παιδιά ήρθε ο καπετάνιος  σταματάγανε το παιχνίδι μέχρι να περάσει να τον χαιρετίσουν παρατεταγμένα στρατιωτικά, για να σύρει αυτός μερικές βρισιές του λιμανιού και μετά συνέχιζαν το παιχνίδι. Όταν πήγαινε στο καφενείο, αν έβγαζε το καπέλο και το ξαναφόραγε ο καφετζής έφερνε καφέ αν το ακουμπούσε στο τραπέζι ερχόταν το καραφάκι με το ούζο.
Τα παιδιά του δεν του χάλασαν χατίρι, αλλά ούτε και της μάνας τους, γίνανε ναυτικοί, όχι καπεταναίοι αυτό το είχαν στο όνομα μόνο. Ακολουθήσανε το επάγγελμα του πατέρα τους, ο μικρός Ρίο Αντίρριο, ο Αντώνης Ηγουμενίτσα Κέρκυρα και ο μεγάλος Κυλλήνη Ζάκυνθο. Καμάρωνε ο καπετάνιος πως έβγαλε καπεταναίους που ταξιδεύουν σε όλη την Ελλάδα. Όταν τον ρωτούσαν που είναι τα παιδιά, φούσκωνε και καμαρωτά απαντούσε «-Στα καράβια».
Έφυγε από αυτήν την πρόσκαιρη ζωή αφού την έζησε έντονα, και όσα δεν τα έζησε τα φαντάστηκε με την ίδια ένταση κι αλλοίμονο σε εκείνον που το αμφισβητούσε, τώρα πήρε το καράβι για το τελευταίο του ταξίδι.
Αιωνία του η μνήμη. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: