Πέμπτη 13 Αυγούστου 2009

Αφοδευτήριο

Στην αυλή του Πυθαγόρα λογίων-λογιών κόσμος μπαινοβγαίνει. Άλλοι από περιέργεια άλλοι από ανάγκη για κουβέντα και παρηγοριά και άλλοι για άλλους διαφόρους και ποικίλους λόγους. Είναι αρκετά μεγάλος ο αριθμός τον χειμώνα και περισσότεροι το καλοκαίρι, αυτοί που έρχονται να με γνωρίσουν και να πούμε.
Μια τέτοια παρέα, νεαρών παραθεριστών πέρασε προχθές απογευματάκι, να θαυμάσουν το ηλιοβασίλεμα, τους προσκάλεσα να κατεβούν για το καθιερωμένο κέρασμα. Ώσπου να το ετοιμάσω είχαν αρχίσει τα σχόλια για μένα, με τα αγόρια να υποθέτουν πως είμαι στρατιωτικός και τα κορίτσια να αντιδρούν. Αιτία η λέξη αφοδευτήριο που είναι γραμμένη στην αναρτημένη πινακίδα.
Τα παλικάρια επιμένανε διότι την λέξη αυτή την είχαν συναντήσει κατά την διάρκεια της στρατιωτικής θητείας τους. Την νομίζανε ως στρατιωτικό όρο που αφορά αυτό που σήμερα στα περισσότερα μέρη γράφεται WC και προφέρεται ως τουαλέτα.
Με αφορμή το παραπάνω γεγονός, η κουβέντα περιστράφηκε στην λεξιπενία που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο Έλληνα. Ενώ έχουμε μια πλούσια σε νοήματα και εκφραστικές δυνατότητες γλώσσα, την εξευτελίσαμε. Διεθνοποιημένες λέξεις και εκφράσεις είναι καθημερινό φαινόμενο, αυτό το συνηθίσαμε. Οι μικτές λέξεις όμως που δύσκολα βγάζεις νόημα, π.χ είμαι νταουνιασμένος, σημαίνει πως είμαι πεσμένος, να σε χελπάρω; Σημαίνει θέλεις βοήθεια; Και πολλές άλλες τέτοιες εκφράσεις, που είναι απογοητευτικές. Ακόμα ποιο τραγικό είναι ο τρόπος που γράφομε στο διαδίκτυο, πέρα από την χρήση των λατινικών χαρακτήρων για ελληνικές λέξεις, φτάσαμε να βάζουμε 8 αντί θ, 3 αντί ξ @ αντί το α, παραλείπουμε τα μισά γράμματα, δηλ τπτ σημαίνει τίποτα, οκ σημαίνει κατάλαβα ή σύμφωνοι και ένα σωρό άλλες άθλιες παρεμβάσεις στο ελληνικό λεξιλόγιο.
Η φτώχεια στις λέξεις έχει σαν επακόλουθο την φτώχεια στις σκέψεις. Όταν ένας άνθρωπος δεν σκέφτεται γρήγορα σκλαβώνεται. Το ζητούμενο σήμερα είναι όχι να μπορούν τα παιδιά μας να μιλούν πολλές ξένες γλώσσες, είναι να μιλούν όσες γλώσσες γνωρίζουν, σωστά, αρχίζοντας από την μητρική τους. Είναι απαράδεχτο να μην λένε πως αφοδεύουν αλλά να λένε πως γεμίζουν τον κόσμο σκ…..

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2009

Δεκαπενταύγουστος

Λίγοι είναι αυτοί που απομείνανε στις μεγάλες πολιτείες ακόμα. Με κάθε τρόπο και μέσο ταξιδεύουν και οι τελευταίοι αδειούχοι. Νεκρώνουν οι πόλεις, ζωντανεύει η ύπαιθρος και τα νησιά. Έρχονται κύματα οι πολιτισμένοι στην επαρχία. Γιατί;
Άλλοι έρχονται από ανάγκη ξεκούραση και άλλοι από υποχρέωση. Υποχρέωση προς τους γεννήτορες, οι οποίοι δεν τους αφήνουν όλο το χρόνο αφρόντιστους. Και λάδι και κρασί και ότι άλλο παράγουν το μερίδιο τους είναι εξασφαλισμένο, και αυτοί σε ανταπόδοση, έρχονται αυτές τις μέρες να τους δουν και να φύγουν φορτωμένοι. Υποχρέωση να βαπτίσουν τα μωρά στο χωριό, που ο παπάς λέει όλα τα γράμματα, , υποχρέωση να παντρευτούν διότι πήραν αλλόθρησκο ταίρι, και πρέπει να κάνουν το θρησκευτικό γάμο να το δούνε και οι γέροι, ή ακόμα διότι η γυναίκα κυοφορεί και πρέπει να γίνει ο γάμος. Βέβαια για την ουσία του μυστηρίου δεν γνωρίζουν πολλά πράγματα, αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες.
Δεν ξεχνούν να νουθετήσουν τους ντόπιους, οι οποίοι πρέπει να αισθάνονται επαρχιώτες και να υπακούουν. Βουλιάζει το νησί μας από τον κόσμο, δικοί μας και ξένοι περνάνε καλά.
Ο Δεκαπενταύγουστος είναι ένα ορόσημο, είναι το Πάσχα του καλοκαιριού, είναι η γιορτή της Παναγίας μας της προστάτιδας του τόπου αυτού που λέγεται Ελλάδα.
Και την επόμενη μέρα αρχίζει η αντίστροφη ροή των παραθεριστών προς τα κέντρα. Φεύγουν παίρνοντας δυνάμεις για όλο τον χειμώνα και προμήθειες για όλο τον μήνα. Αφήνουν πίσω τους πολιτισμό, στοίβες τα σκουπίδια, αξιοθρήνητες παραλίες, χαλασμένα αυτοκίνητα, απλήρωτους λογαριασμούς και ένα σωρό άλλες πληγές.
Ένα μήνα διαρκεί ο ερχομός των παραθεριστών, ένα μήνα κάνει και η αποδημία τους. Και τότε, μετά την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού, κάνουμε και εμείς τον σταυρό μας, επανακυκλοφορούμε στους δρόμους χωρίς νεύρα, χωρίς φάσκελα και βρισιές. Ηρεμούμε για λίγο και ύστερα αρχίζουμε τα παράπονα για την μοναξιά μας. Αχ πότε θα έρθει το καλοκαίρι πάλι να ξαναδούμε κόσμο.

Σάββατο 8 Αυγούστου 2009

Με λίγα λόγια

Σημασία δεν έχει τι κάνεις, αρκεί να το κάνεις καλά, μα πάντα κάποιος άλλος το κάνει από σένα καλλίτερα.

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2009

Το γηροκομείο

Το ξύδι και γλυκάδι που το λέμε, πάλι ξινό είναι. Έτσι και ο πολιτισμένος άνθρωπος σήμερα, δημιούργησε τους «οίκους ευγηρίας», στην ουσία όμως είναι και λέγονται γεροκομεία. Μια ανθρώπινη ανάγκη, για περίθαλψη εκείνων των ηλικιωμένων που ο πόλεμος τους στέρησε την οικογένεια, κατέληξε να είναι ο κανόνας και προορισμός των περισσοτέρων στον πολιτισμένο κόσμο.
Λογικό φαίνεται σε τόπους που επικρατούν πόλεμοι και ακαταστασίες να υπάρχουν εγκαταλειμμένοι συνάνθρωποι μας που χρειάζονται περίθαλψη. Όσο λογικός φαίνεται να είναι και ο πόλεμος. Στην πατρίδα μας, να δοξάζουμε τον Θεό, παρά τις προκλήσεις, ζούμε ειρηνικά πολλά χρόνια τώρα.
Ειρηνικά και πολιτισμένα, και αυτό το πολιτισμένα το παρεξηγήσαμε. Διαλύσαμε το κύτταρο της κοινωνίας, την οικογένεια.
Αυτό που αλλού το κάμει ο πόλεμος, εμείς το κάνουμε μόνοι μας και καμαρώνουμε γι αυτό.
Η υπογεννητικότητα ο μεγάλος εχθρός, πιο δύσκολος από τα πλέον επιμελημένα ναρκοπέδια. Η φροντίδα να εφοδιαστούν με χαρτιά και διπλώματα τα παιδιά μας, για να έχουν πλούσιο βιογραφικό, μας οδηγεί σε ατέλειωτες ώρες εργασίας. Το αποτέλεσμα, αυτά τα παιδιά να μην βλέπουν γονείς, σαν τα ορφανά, οι γονείς να τρώνε μονάχοι, πολλές φορές και χώρια.
Μια τέτοια κοινωνία που επικρατεί το άγχος και η ανασφάλεια, σε τι διαφέρει από την κοινωνία που πολεμά; Θα έλεγε κανείς πως εκεί, υπάρχουν οι νάρκες, οι οβίδες και τα βλήματα, που δεν ξέρεις πότε και που θα σε βρουν. Εδώ υπάρχουν τα αυτοκίνητα, τα μηχανάκια, τα ναρκωτικά και άλλα επικίνδυνα ναρκοπέδια που πάμε να βρούμε τον θάνατο τρέχοντας και ευχαριστημένοι.
Σε αυτήν την κοινωνία του παραλογισμού χάθηκε η αγάπη, η άδολη και ειλικρινής αγάπη. Είναι παράλογο η νέα μητέρα, να τρέχει στην δουλειά, να κερδίσει τόσα χρήματα, όσα φτάνουν για την παιδοκομία και την δόση του αυτοκινήτου που χρειάζεται για να πηγαίνει στην δουλειά. Αν έμενε στο σπίτι και δίπλα στο παιδί, δεν θα χρειάζονταν ούτε το ένα ούτε το άλλο, αντιθέτως θα ενεργοποιούνταν το μητρικό φίλτρο, και θα καλλιεργούσε τον φυσικό σύνδεσμο της αγάπης.
Αποξενωμένοι μεταξύ μας, κατοικούμε στο ίδιο σπίτι, είμαστε όμως οικογένεια; Και τα χρόνια περνάνε, χωρίς να το καταλάβουμε. Κάποτε φαίνεται η έλλειψη του δεσμού μεταξύ των μελών της, όμως τότε είναι αργά.
Σε μια τέτοια οικογένεια, σε μια τέτοια κοινωνία, έχουν θέση οι γέροι; Ναι! Όσο είναι χρήσιμοι, τους θέλουμε να φυλάνε τα παιδιά, να τα πηγαίνουν στο φροντιστήριο, να μαγειρεύουν να συντηρούν το σπίτι, να στέκονται στην ουρά για να πληρώσουν τους λογαριασμούς και για πολλές άλλες δευτερεύουσες δουλειές. Έτσι κερδίζουμε χρόνο.
Όταν αρχίσουν οι αρρώστιες, φυσικό επακόλουθο της ηλικίας, τότε αρχίζει και το πρόβλημα. Με την θεαματική άνοδο του μέσου όρου ζωής σήμερα, όταν αρχίζουν αυτές οι καταστάσεις είμαστε ήδη εμείς γέροι. Είμαστε εμείς αυτοί που πρέπει να κάνουμε όσα κάνανε εκείνοι και δεν το αντέχουμε. Η πιο εύκολη δικαιολογία (τόσα χρόνια δουλειάς, τώρα με την σύνταξη μου θα ζήσω την ζωή μου). Μαζί με τα υπόλοιπα έχω και τους γέρους, είναι το μόνιμο παράπονο στα χείλη.
Η αλήθεια κρύβεται πίσω από την έλλειψη της αγάπης. Η παλαιά οικογένεια με τα πολλά παιδιά, φρόντιζε να μοιράζεται η διακονία αυτή ανάλογα. Σήμερα η λύση είναι ο οίκος ευγηρίας. Με την δικαιολογία πως υπάρχουν γιατροί και νοσοκόμοι, εκεί μέσα, αποποιούμαστε το καθήκον προς τους γονείς μας. Τους παραδίδουμε στους επαγγελματίες του είδους. Στην αρχή κάθε εβδομάδα τους επισκεπτόμαστε, μετά κάθε μήνα και αργότερα περιμένουμε, να μας ειδοποιήσουν για την κηδεία.
Εμείς όμως δεν θα θέλουμε να μας πάνε ποτέ στον οίκο της ευγηρίας. Θα πεθάνουμε στα πόδια μας. Αλλοίμονο μας.
Σαν επίμετρο, αναλογίζομαι, μήπως τελικά τα γεροκομεία δεν είναι παρά μια άλλη όψη των βρεφονηπιακών σταθμών; Και εκεί δεν δίνουμε τους δικούς ανθρώπους σε ειδικούς, τάχα, γιατί δεν προλαβαίνουμε; Αν αγαπούσαμε τα παιδιά μας πραγματικά, όσο ισχυριζόμαστε θα τα δίναμε σε ξένες αγκαλιές; Μήπως αυτό που κάνομε στα παιδιά μας, έρχεται η στιγμή της ανταπόδοσης, με το εγκλεισμό μας στο γεροκομείο;

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2009

Με λίγα λόγια

Όταν επιβάλλεσαι για να σε ακούσουν,
είσαι εκπαιδευτής
Όταν σωπαίνουν για να σε ακούσουν,
είσαι δάσκαλος.
Όταν σε ρωτούνε για να μάθουν,
είσαι ο Γέροντας.
Για να σε μιμούνται όμως,
πρέπει να είσαι το υπόδειγμα.

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2009

Οι αναμνήσεις


Σουρούπωνε και στο μπαλκονάκι του Πυθαγόρα, μαζεμένη η συντροφιά, πάλι εξασκούσε το αγαπημένο σπορ της ηλικίας της, την αμπελοφιλοσοφία. Στο τραπεζάκι ουζάκι αγγουροντομάτες και ελιές, είναι βλέπεις δεκαπενταύγουστος.
Λίγο πιο κάτω, στη αυλή του Πυθαγόρα και κάτω από τα δέντρα , η άλλη παρεούλα, στο άλλο τραπεζάκι βλέπεις τους φραπέδες και τις μπίρες να έχουν την τιμητική τους. Εδώ δεν φιλοσοφούν, αστειεύονται εδώ δεν μελαγχολούν, ονειρεύονται, είναι νέοι.
Σαν καλός οικοδεσπότης πηγαινοέρχομαι ανάμεσα στις δύο παρέες, και αυθόρμητα κάνω τις συγκρίσεις. Από τη μια τα νιάτα, ανησυχούν και προβληματίζονται, πως θα τα οικονομήσουν, προγραμματίζοντας παράλληλα, που θα πάνε για διασκέδαση το βράδυ που σιμώνει.
Από την άλλη οι μεγαλύτεροι αφηγούνται αναμνήσεις, και μιλάνε για αρρώστιες και νοσοκομεία ψάχνοντας τις τσέπες αν έχουν τα χάπια τους.
Αυτό που τους ενώνει ένα τέτοιο δειλινό, ήταν ο ήλιος που βασίλευε κατακόκκινος.
Τα τηλέφωνα άλλαξαν χρήση, και μετατράπηκαν σε φωτογραφικές μηχανές, να αποθανατίσουν μια τέτοια θέα, στην άλλη συντροφιά όμως δεν υπήρχαν, και αυτά που υπήρχαν ήταν χωμένα στις τσέπες, διότι η ακτινοβολία είναι επικίνδυνη για την καρδιά, τάχα, χωρίς να ομολογούν ότι δεν έχουν εξοικειωθεί με την χρήση τους.
Αυτό το ηλιοβασίλεμα, για την μια παρέα, συγκρίνεται με της Σαντορίνης που είδανε πέρσι και θα το συγκρίνουν πάλι, με αυτό της Σκοπέλου που θα δουν του χρόνου. Στην άλλη είναι ένα ακόμη ηλιοβασίλεμα στα τόσα που πέρασαν, γιατί να το φωτογραφίσουν; πιο καλή η ανάμνηση του.
Διότι όσο είσαι νέος έχεις όνειρα και όταν γεράσεις αναμνήσεις.Ο χρόνος που περνά ωραιοποιεί τις αναμνήσεις λένε.
Διαφωνώ, πως μπορεί να γίνει ωραία ανάμνηση ο διωγμός του πρόσφυγα; Όσα χρόνια και περάσουν είναι πληγή που πονά. Τα ξερονήσια έκλισαν, η εξορία σε αυτά, δεν εξωραΐζεται με τον καιρό, πονά ακόμα. Πως μπορεί το παιδί του ορφανοτροφείου να ξεχάσει τον αριθμό του; πάντα θα είναι σημαδεμένο στην μνήμη του. Δεν ξεχνά κανείς σακάτης το ατύχημα του, και αν το ξεχάσει του το θυμίζει η αναπηρία του και δεν είναι ευχάριστη ούτε ωραία ανάμνηση.
Η νοσταλγία είναι εκείνη που επιλεκτικά δρα στην μνήμη μας, και αφήνει τα ευχάριστα να βγαίνουν στην επιφάνια, θάβοντας εκείνα που πονούν.
Απόβραδο και τους ξεπροβοδίζω όλους μαζί. Οι μισοί τώρα θα πάνε στα κρεβατάκια τους.
Για τους άλλους μισούς, τώρα αρχίζει η βραδιά, είναι νέοι, κάνουν διακοπές, κάνουν όνειρα, η ζωή είναι μπροστά και τους χαμογελά.



Έκτακτο ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ

Το αποτέλεσμα αν πιάσεις το μαχαίρι από την λάθος μεριά, είναι να κόψεις το χέρι σου. Αν το πιάσεις από την σωστή μεριά μπορείς να κόψεις ψωμί να ή κάνεις φόνο, εξαρτάτε από την προαίρεση.
Καλός φίλος από πολλά χρόνια, αρχάριος όμως στην χρήση του διαδικτύου, έπεσε θύμα κακόγουστης φάρσας. Κάποιος/α με τα στοιχεία mixailtrastai@windowslive.com τον διέβαλε σε φίλους του. Ανησύχησε υπέρμετρα διότι πρώτη φορά έπεσε θύμα τέτοιας ενέργειας, δίχως να γνωρίζει ότι μπορούσε να είναι πολύ χειρότερα.
ΜΗΝ ΑΝΗΣΥΧΕΙΣ
Το διαδίκτυο είναι απέραντο σαν την θάλασσα, και όπως εκείνη τρέφει χιλιάδες οργανισμούς, ενώ παράλληλα δέχεται και χιλιάδες απόβλητα. Θα βρεις στην θάλασσα από τη τεράστια φάλαινα μέχρι τα μικρή-μικρή αθερίνα, από τον σαρκοφάγο καρχαρία μέχρι το παιγνιδιάρικο δελφίνι, και ακόμα από τα αποδημητικά πουλιά μέχρι τις χελώνες. Αυτά όλα ζούνε και τρέφονται στην θάλασσα, αδιαφορώντας για τα απόβλητα που ο πολιτισμένος άνθρωπος την φορτώνει. Έτσι και αυτό το περιέχει πολλών ειδών και κατηγοριών καταχωρίσεις. Είναι ιστοσελίδες με χρήσιμο περιεχόμενο, ενημερωτικό υλικό, μορφωτικού περιεχομένου, ψυχαγωγίας κ.λπ. περιέχει όμως και ιστοσελίδες που κρύβουν απάτες, προπαγάνδες, πορνογραφικό υλικό κ.λπ.
Η θάλασσα ως δημιούργημα του Θεού μπορεί και αυτοκαθαρίζεται με τον διαρκή κυματισμό της, το INTERNET είναι δημιούργημα του ανθρώπου και δεν μπορεί να αυτοκαθαριστεί. Υπάρχουν οι διαφόρων ειδών αστυνομεύσεις με όσα αποτελέσματα μπορούν να έχουν.
παπά Γιάννη Μπορείς να φανταστείς ένα πάρκο στην πόλη, που βγάζουν οι πολιτισμένοι άνθρωποι βόλτα τα σκυλιά τους, παράλληλα κάνουν κούνια τα παιδιά τους. Σε αυτόν τον κήπο παρατήρησε που πάνε οι μύγες.
Όσοι σε γνωρίζουμε ξέρουμε ποιος είσαι και δεν μπερδευόμαστε. Για τους νέους φίλους από το διαδίκτυο να προβληματίζεσαι, αν είναι μέλισσες θα σε βρούνε ανάμεσα στα άνθη.

Τρίτη 4 Αυγούστου 2009

Η φωτογραφία

Πόσο καλλιτεχνική είναι σήμερα η φωτογραφία;
Είναι άραγε καλλιτέχνης ο φωτογράφος;
Δύο ερωτήματα που με απασχολούν αρκετό καιρό τώρα. Καταθέτω τις σκέψεις μου εδώ, και περιμένω τις αντιρρήσεις των αναγνωστών του Πυθαγόρα.
Πριν από κάμποσα χρόνια, η τηλεόραση μονόχρωμη τότε, πρόβαλε μια τηλεοπτική σειρά (σήμερα εξελληνισμένα σήριαλ!!!) με τίτλο «Ο φωτογράφος του χωριού». Αυτός ήτανε ένας καλοκάγαθος ανθρωπάκος, με την φωτογραφική μηχανή στον ώμο, διότι είχε αρκετά υπολογίσιμο βάρος και όγκο, γύριζε τα χωριά και φωτογράφιζε πρόσωπα και γεγονότα, πλέκοντας έτσι την ιστορία του συγκεκριμένου έργου που δεν θα μας απασχολήσει. Θα ασχοληθούμε όμως με την μηχανή του, και με την τέχνη του.
Έπρεπε να έχει μεράκι και γνώσεις, για να μπορεί να αποθανατίζει εκείνες τις στιγμές που ζούσε. Έπρεπε να φροντίζει να μην του λείπουν τα αναγκαία υλικά, ο χώρος για την εμφάνιση. Έπρεπε τέλος να πείσει το θέμα του αν ήταν άνθρωπος να ποζάρει.
Στις πόλεις υπήρχαν τα καλλιτεχνικά φωτογραφεία, με τους ογκώδεις προβολείς, και τον μόνιμο διάκοσμο (ντεκόρ), κάνανε φωτογραφίσεις που οι εκτυπώσεις τους ήτανε εβδομαδιαίες. Εκείνη την εποχή ήταν τέχνη να είσαι φωτογράφος, όπως τέχνη ήταν να είσαι οδηγός.
Με την πάροδο του χρόνου και την πρόοδο της επιστήμης γενικά, οι φωτογραφικές μηχανές μίκρυναν, άρχισαν τα αποτυπώνουν έγχρωμες εικόνες, και έγιναν κτήμα στην αρχή των πιο εύρωστων οικονομικά και κοινωνικά και αργότερα όλου του λαού. Και τότε όμως πήγαινε το φιλμ στο φωτογραφείο για εμφάνιση. Λίγοι ήτανε οι μερακλήδες που διατηρούσανε σκοτεινό θάλαμο μαζί με τον εξοπλισμό που χρειάζονταν για τις εμφανίσεις.
Αυτοί ήταν οι καλλιτέχνες του είδους.
Η εποχή μας άλλαξε πολλά πράγματα, μαζί με αυτά και την φωτογραφική τέχνη. Σήμερα ζούμε την ψηφιακή φωτογραφία. Ο καθένας μπορεί να αποθανατίζει όποτε θέλει ότι θέλει, με μεγάλη ευκολία. Ακόμα και τα φορητά τηλέφωνα φωτογραφίζουν. Φωτογραφίζει ο καθένας ανέξοδα, άσκοπα, αδιάκοπα και αδιάκριτα. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη γνώση της φωτογραφικής τέχνης, διότι έπαψε να είναι τέχνη. Αδιαφορεί για τον φωτισμό, την απόσταση την εστίαση και όλες τις υπόλοιπες παραμέτρους, διότι θα επεξεργαστούν στον υπολογιστή δίνοντας το επιθυμητό αποτέλεσμα, και τελικά εκεί θα αποθηκευτούν. Υπάρχουν και ηλεκτρονικά κάδρα, (κορνίζες), που προβάλουν τις ψηφιακές φωτογραφίες, καταργώντας και αυτήν ακόμα την εκτύπωση.
Όταν στο διαδίκτυο κυκλοφορούν εκατομμύρια ή ακόμα τολμώ να πώ δισεκατομμύρια φωτογραφίες, με ανεξάντλητα θέματα και πρόσωπα, που άραγε βρίσκεται η καλλιτεχνία στην φωτογράφηση;

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009

Η καλλιτεχνία.

Η καλλιτεχνία είναι ένα έμφυτο ταλέντο, που στο κάθε άνθρωπο εκδηλώνεται διαφορετικά. Διότι περί καλλιτεχνίας πρόκειται, όταν βλέπομε τα αυλάκια με τις ντομάτες και τα κολοκύθια να είναι ευθυγραμμισμένα. Έτσι εκδηλώνει ο αγρότης το μεράκι του, και παράλληλα εξασφαλίζει καλλίτερη σοδιά. Καλλιτεχνία είναι και ο τρόπος που στολίζει ο έμπορος την βιτρίνα του, έτσι έχει περισσότερη κατανάλωση με ανάλογα κέρδη.
Γενικά θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η καλλιτεχνία δεν περιορίζεται σε αυτά που συνηθίσαμε να λέμε καλές τέχνες.
Αυτό το ταλέντο που έχει ο κάθε άνθρωπος, κάποιοι το ανάπτυξαν περισσότερο και το κάμανε επάγγελμα. Αυτούς τους καλλιτέχνες τους ενδιαφέρει η δημοσιότητα και η προβολή, διότι αυτό είναι το μεροκάματο τους. Από αυτό ζούνε και τις περισσότερες φορές μοιάζουν, όπως λέει η παροιμία με τον ψαρά και τον κυνηγό που το πιάτο δέκα φορές είναι αδειανό και μια γεμάτο. Παρά την ανασφάλεια που έχουν, αυτοί είναι ευτυχισμένοι, γιατί ζουν με την τέχνη τους αγκαλιασμένοι. Τους αρκεί μόνο η δουλειά τους να γίνεται κτήμα του κόσμου.
Υπάρχουν όμως και οι άλλοι καλλιτέχνες, οι χορτάτοι, εξασφαλισμένοι οικονομικά, εκείνοι δηλαδή που από χόμπι ασχολούνται με διάφορα πράγματα. Αυτούς τους ενδιαφέρει η δημοσιότητα και η προβολή μόνο για να ικανοποιηθεί ο εγωισμός τους.
Είναι όντως ικανοποίηση, να βλέπεις το όνομα σου αναρτημένο;
ή να βλέπεις το έργο σου διαδεδομένο;
Οι παροιμίες των απλών ανθρώπων όλου του κόσμου, είναι πολύ περισσότερες από τα αποφθέγματα των σοφών. Δεν υπάρχει δε αμφιβολία ότι είναι και σοφότερες. Μήπως χάνουνε την αξία τους επειδή είναι ανώνυμες;
Τα δημοτικά τραγούδια και οι μαντινάδες που δεν έχουν πνευματικά δικαιώματα, δεν τραγουδιούνται περισσότερο από τα επώνυμα και εφήμερα σουξέ;
Πόσες εικόνες στις εκκλησιές είναι ανυπόγραφες, από την ταπείνωση του αγιογράφου να προσφέρει το έργο του προς δόξαν Θεού;
Υπάρχει και άλλο είδος καλλιτέχνη, του αποτυχημένου, αυτός είναι συνήθως ο κριτικός του είδους. Ξέρει, να κρίνει αυστηρά, εκείνα που ο ίδιος δεν μπορεί να κάνει. Αυτοί είναι και οι πλέον δυστυχισμένοι.

Σάββατο 1 Αυγούστου 2009

Τα καράβια στην θάλασσα συνέχεια.

Με την ευκαιρία θέλω να εκφράσω δημόσια τις ευχαριστίες μου στο SamosBlogs που συμπεριέλαβε και τον Πυθαγόρα στην ομάδα.

Η πρόθεση μου ήταν να γράψω στην προηγούμενη ανάρτηση, μια λεζάντα για τις εικόνες των καραβιών που με εντυπωσίασαν. Το αποτέλεσμα απροσδόκητο και τα σχόλια ποικίλα και ενδιαφέροντα. Ίσως επειδή ζούμε σε νησί, έχουμε ιδιαίτερη σχέση με την θάλασσα. Ακόμα και το παλιό τραγούδι του Γαβαλά,
«είναι η ζωή μια θάλασσα
και μείς καπεταναίοι,
είναι στ’ αλήθεια τυχεροί
όσοι πεθαίνουν νέοι»,
ήρθε εν είδη σχολίου. Όντως είναι η ζωή μια θάλασσα, αλλά το άλλο μισό είναι πολύ απαισιόδοξο. Βγαίνουμε στο πέλαγο ν’ αρμενίσουμε όταν νομίζουμε ότι είμαστε έτοιμοι, ενώ το μεγάλο πλήθος δεν τολμούν να ταξιδέψουν. Και αλλάζουμε καράβια και ρότες, προορισμούς και λιμάνια, κοιτάζοντας το χάρτη και χαράσσοντας πορείες όσο είμαστε νέοι, και τις φωτογραφίες των δικών όσο γερνάμε, και κοντεύουμε να αράξουμε.
Το τραγούδι συνεχίζει,
«κάθε λιμάνι και καημός
κάθε καημός και δάκρυ,
είναι η ζωή του καθενός
θάλασσα δίχως άκρη» .
το δεύτερο μισό και εδώ απαισιόδοξο, στα πέρατα τις θάλασσας υπάρχουν λιμάνια και αραξοβόλια, υπάρχουν όμως και τα νεκροταφεία των πλοίων, που καταλήγουν κάποια καράβια προτού διαλυθούν για παλιοσίδερα, χωρίς να ξεχνάμε και εκείνα τα πλεούμενα που βρίσκονται στο βυθό της, τα ναυάγια αυτά προτίμησαν την μαύρη αγκαλιά της.
Υπάρχουν και εκείνοι που δεν ταξίδεψαν γιατί δεν τόλμησαν ποτέ, προτίμησαν την σιγουριά της στεριάς, με τους στενούς ορίζοντες. Ενώ μια μικρή μειοψηφία εξαντλεί τα ταξίδια της με μια ψαρόβαρκα, έτσι για χόμπι, για να έχουν και αυτοί τον τίτλο του ταξιδεμένου.
Και η πλειονότητα; ναι εκεί είναι το ερώτημα. Η πλειονότητα κάθετε στο (καφενέ του λιμανιού) που έλεγε το άλλο τραγούδι, και λέει τραγούδια για αυτούς που φεύγουνε και αυτούς που μένουνε και περιμένουνε.
Πόσες φορές ναυάγησα
μεσ’ τα θολά νερά της
και χάθηκε η βάρκα μου
στη μαύρη αγκαλιά της.