Λέει: Η Φενια: Οι ζωές μας είναι σαν την πορεία του ήλιου. Στις σκοτεινότερες στιγμές υπάρχει πάντα η υπόσχεση του φωτός.
Για άλλη μια φορά την ευχαριστώ, για τον τρόπο με τον οποίο βάζει τους ανθρώπους να σκέπτονται. Πολλές φορές μια απλή πρόταση είναι αρκετή, για να αναπτύξεις ολόκληρα κεφάλαια γύρω απ’ αυτή.
Αυτή την φορά θα αντισταθώ στον πειρασμό αυτό, αλλά θα υποκύψω σε άλλον, αυτόν που περιγράφει η Αγ. Γραφή στις
Πρμ9:9 δίδου σοφώ αφορμήν, και σοφώτερος έσται
Ο σοφός δάσκαλος ξέρει πώς να κάνει τον μαθητή να σκέπτεται, αφήνοντας του ερωτηματικά να απαντήσει, και δημιουργώντας το κλίμα για αναπτύξει. Αυτό είναι χάρισμα, δεν το έχουν όλοι οι δάσκαλοι, ούτε και διδάσκεται, είναι χάρισμα από το Θεό, ή ταλέντο όπως θα ισχυριστούν κάποιοι. Από τις εκθέσεις των μαθητών επωφελείται και ο δάσκαλος, διότι διευρύνετε ο κύκλος των συλλογισμών του.
Δεν αναφέρομαι ούτε κατά διάνοια στους σχολικούς δασκάλους, ειδικά σήμερα, που είναι και αισθάνονται δημόσιοι υπάλληλοι, με προκαθορισμένο ωράριο, αντιπαρεχόμενοι πως θα έπρεπε να είναι και να αισθάνονται παιδαγωγοί, και κοινωνικοί λειτουργοί. Δεν με απασχολεί το θέμα, τουλάχιστον σήμερα.
Ασχολούμαι με τον δάσκαλο στον οποίο πηγαίνει κανείς οικιοθελώς, διότι πρώτα τον παραδέχεται ως δάσκαλο, και έπειτα διότι θέλει να ωφεληθεί από τις γνώσεις και την εμπειρία του δασκάλου. Σε αυτόν τον δάσκαλο οφείλεις πλήρη υπακοή.
Αυτός ο δάσκαλος μπορεί να λέγεται για τους αθλητές προπονητής, για τους μουσικούς μαέστρος, για τους εργάτες μάστορας, για τους καλογέρους Γέροντας και για όλους Πνευματικός.
Κύριο χαρακτηριστικό αυτού του ανθρώπου, είναι η έλλειψη του εγωισμού, και η ικανοποίηση να βλέπει τους μαθητευόμενους του να προκόβουν και να τον ξεπερνούν, η αγάπη και η αναγνώριση, που βλέπει στα μάτια τους, είναι ότι πολυτιμότερο γι αυτόν.
Υπάρχουν κάποιοι που γνωρίζουν στον τομέα τους, πολλά πράγματα και θα μπορούσαν να τα μεταλαμπαδεύσουν στους νεώτερους, αλλά δεν έχουν αυτό το χάρισμα. Χρειάζεται προσπάθεια να αντλήσεις από αυτούς γνώσεις. Επειδή είναι σίγουροι για τις γνώσεις τους, δεν προσπαθούν να πείσουν κανέναν. Λένε, μα, δεν επιμένουν να αποδείξουν τίποτα, δεν τους ενδιαφέρει άλλωστε!
Σε αντιθέσει με αυτούς, είναι οι άλλοι οι ημιμαθείς, που σε κάθε ευκαιρία αγορεύουν, και θεωρούν εαυτούς δασκάλους, και προσπαθούν να πείσουν, αγανακτώντας, όταν δεν το καταφέρνουν. Αυτοί οι άνθρωποι, δεν δέχονται καμία ευθύνη για τίποτα, πάντα φταίνε οι άλλοι που δεν τους άκουσαν.
Τα χρόνια περνάνε και ο άνθρωπος μεταδίδει την γνώση του από γενιά σε γενιά, διότι η γνώση όταν μοιράζεται δεν τελειώνει αντιθέτως πολλαπλασιάζεται. Και έχουμε νέα τεχνολογικά επιτεύγματα, αλλά μόνο στα υλικά θέματα.
Βλέπουμε πχ μια γενιά να πολεμά, και να ανακαλύπτει στο τέλος την Ειρήνη, ενώ η επόμενη που γνωρίζει την ειρήνη ανακαλύπτει το πόλεμο. Και ο αέναος κύκλος συνεχίζεται.
Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2010
Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2010
ο ρωμιός είναι γάτα
Οι ευρωπαίοι γκρινιάζουν για τα οικονομικά της Ελλάδας, έχουν διάφορους τρόπους να αλυχτούν, ο ρωμιός όμως είναι γάτα, αμέριμνος και άφοβος.
Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2010
Φτώχια
Το αίσθημα της ντροπής από αυτό της ενοχής, δεν είναι εύκολο να το ξεδιακρίνει κανένας. Ντρέπεσαι για κάτι που κάνεις, ενώ δεν πρέπει, ενώ όταν παρέλθει ο χρόνος έχεις ενοχές για εκείνο που έκανες ενώ δεν έπρεπε.
Σαν όλους τους μισθοσυντήρητους, περίμενα το μισθό του Δεκεμβρίου, που λόγω Χριστουγέννων είναι αρκετά προσαυξημένος, έχοντας υπολογίσει κατά το δυνατόν πως και που θα κατανεμηθεί. Λογαριάζοντας να προμηθευτώ δύο παντελόνια και παπούτσια. Με τα χρήματα στην τσέπη κατευθύνθηκα στην αγορά. Σκέφτηκα να περάσω από κάποιο μεγάλο πολυκατάστημα, να πάρω και τροφή για τον σκύλο μου, εκεί συνήθως ψωνίζω την κονσέρβα διότι είναι συμφέρουσα η τιμή. Η συνηθισμένη ποσότητα είναι δύο κούτες, που περιέχουν από 12 κουτιά, για όλο τον μήνα, αξίας περίπου ένα ευρώ το καθένα. Ξύπνησε το πνεύμα του καταναλωτισμού μέσα μου φαίνεται, και πήρα την διπλάσια ποσότητα, αφού είχα χρήματα στην τσέπη και ήμουν άνετος, και την φόρτωσα στο καροτσάκι.
Την ώρα που φόρτωνα το καροτσάκι, ήρθε ο έλεγχος της συνειδήσεως, με την μορφή μια κυρίας, η οποία χαμηλόφωνα και πολύ ευγενικά, με ρώτησε, <τόσες τροφές θα πάρεις για τον σκύλο σου, όταν υπάρχουν παιδιά που πεινάνε;> σοκαρίστηκα, η πρώτη αντίδραση μου ήταν να την κοιτάξω στα μάτια, και το ίδιο ευγενικά αποκρίθηκα, <βλέπεις παιδί μου κανέναν εδώ μέσα, να πεινάει, όλοι ψωνίζουν>, η κυρία η οποία ήταν νεαρά γύρω στα τριάντα ή λίγο παραπάνω, με πολύ συστολή απήντησε <τα παιδιά μου, ο άντρα μου με άφησε και έφυγε, και εμένα με απολύσανε από την δουλειά λόγω περικοπών>. Την ξανακοίταξα και φαίνεται πως η ματιά μου ήταν εξεταστική, διότι αντέδρασε πάλι ευγενικά, <δεν ζητιανεύω, απλά μια παρατήρηση έκανα, συγνώμη> και γύρισε να φύγει. Τόλμησα και άπλωσα το χέρι και την συγκράτησα από το μπράτσο, <πάρε παιδί μου ότι χρειάζεσαι>, χαμογέλασε αλλά δεν συγκράτησε το δάκρυ <ότι χρειάζομαι> στο καταφατικό γνέψιμο μου, έσκυψε και μου φίλησε το χέρι <ευχαριστώ>.
Παρά την ντροπή που ένοιωθα, περίμενα στο ταμείο, κάποια στιγμή που ήρθε με το καρότσι γεμάτο, ο πειρασμός με έβαλε να κοιτάξω, το περισσότερο χώρο έπιαναν οι πάνες, και μια κούτα γάλατα. Πρέπει να ήμουν εκφραστικός όταν την ρώτησα, <πόσα παιδιά έχεις;> έπιασε το χέρι μου το έβαλε στην κοιλιά της, δύο και ένα εδώ τρία. Χαμογέλασε ευτυχισμένα, ευχαριστώ γέροντα, ξανάπε, και έφυγε. Δεν την ακολούθησα να δω με τι μέσο θα κουβαλούσε τα ψώνια αυτά, ούτε ρώτησα το όνομα της ή το χωριό της, έμεινα πολύ ώρα δίπλα στο ταμείο αμίλητος.
Οι άνθρωποι του καταστήματος με γνωρίζουν, και δεν με ενόχλησαν καθόλου, όταν ξεφόρτωσα τις παραπανίσιες κονσέρβες, από το καρότσι και τις έβαλα στο ράφι ξανά. Περνώντας από το ταμείο, ταχτοποίησα το χρέος μου και έφυγα. Στο μυαλό μου νόμιζα πως ζούσα σε καμιά ταινία της δεκαετίας του 60, τόσο εντύπωση μου έκανε η αξιοπρέπεια και το καθάριο βλέμμα της κοπέλας, συνάμα ντρεπόμουνα, πώς να πάρω παντελόνια, όταν υπάρχουν ακόμα παιδάκια που δεν έχουν φαΐ; Απλά δεν προμηθεύτηκα καινούργια.
Αυτό το αίσθημα της ενοχής, μέσα στο εορταστικό πνεύμα των Χριστουγέννων, ξεχάστηκε και εγώ ανέμελος συνεχίζω την ζωή μου. Εχθές το βράδυ, μετά από μια κοπιαστική ημέρα, μη έχοντας όρεξη να γράψω τίποτα, περιηγήθηκα στους φίλους αναγνώστες του Πυθαγόρα, και σκόνταψα κυριολεκτικά στην καλή μας φίλη, Έλενα Καπακίοτου που διαχειρίζεται το Blog σε αυτήν την διεύθυνση. http://elenakapakiotou.blogspot.com/
Εδώ λοιπόν είδα φωτογραφίες που δεν περιγράφονται, επισκεφτείτε όλοι σας, να σχηματίσετε μια εικόνα γιατί μέγεθος φτώχιας μιλάμε. Μετά από την περιήγηση αυτή, εγώ έχω ενοχές σαν άνθρωπος, που ταΐζω το σκύλο μου κονσέρβα, όταν τα παιδάκια αυτά . . . . . . . . . . δεν έχω άλλα λόγια. Μόνο φωτογραφίες από εκεί.


Σαν όλους τους μισθοσυντήρητους, περίμενα το μισθό του Δεκεμβρίου, που λόγω Χριστουγέννων είναι αρκετά προσαυξημένος, έχοντας υπολογίσει κατά το δυνατόν πως και που θα κατανεμηθεί. Λογαριάζοντας να προμηθευτώ δύο παντελόνια και παπούτσια. Με τα χρήματα στην τσέπη κατευθύνθηκα στην αγορά. Σκέφτηκα να περάσω από κάποιο μεγάλο πολυκατάστημα, να πάρω και τροφή για τον σκύλο μου, εκεί συνήθως ψωνίζω την κονσέρβα διότι είναι συμφέρουσα η τιμή. Η συνηθισμένη ποσότητα είναι δύο κούτες, που περιέχουν από 12 κουτιά, για όλο τον μήνα, αξίας περίπου ένα ευρώ το καθένα. Ξύπνησε το πνεύμα του καταναλωτισμού μέσα μου φαίνεται, και πήρα την διπλάσια ποσότητα, αφού είχα χρήματα στην τσέπη και ήμουν άνετος, και την φόρτωσα στο καροτσάκι.
Την ώρα που φόρτωνα το καροτσάκι, ήρθε ο έλεγχος της συνειδήσεως, με την μορφή μια κυρίας, η οποία χαμηλόφωνα και πολύ ευγενικά, με ρώτησε, <τόσες τροφές θα πάρεις για τον σκύλο σου, όταν υπάρχουν παιδιά που πεινάνε;> σοκαρίστηκα, η πρώτη αντίδραση μου ήταν να την κοιτάξω στα μάτια, και το ίδιο ευγενικά αποκρίθηκα, <βλέπεις παιδί μου κανέναν εδώ μέσα, να πεινάει, όλοι ψωνίζουν>, η κυρία η οποία ήταν νεαρά γύρω στα τριάντα ή λίγο παραπάνω, με πολύ συστολή απήντησε <τα παιδιά μου, ο άντρα μου με άφησε και έφυγε, και εμένα με απολύσανε από την δουλειά λόγω περικοπών>. Την ξανακοίταξα και φαίνεται πως η ματιά μου ήταν εξεταστική, διότι αντέδρασε πάλι ευγενικά, <δεν ζητιανεύω, απλά μια παρατήρηση έκανα, συγνώμη> και γύρισε να φύγει. Τόλμησα και άπλωσα το χέρι και την συγκράτησα από το μπράτσο, <πάρε παιδί μου ότι χρειάζεσαι>, χαμογέλασε αλλά δεν συγκράτησε το δάκρυ <ότι χρειάζομαι> στο καταφατικό γνέψιμο μου, έσκυψε και μου φίλησε το χέρι <ευχαριστώ>.
Παρά την ντροπή που ένοιωθα, περίμενα στο ταμείο, κάποια στιγμή που ήρθε με το καρότσι γεμάτο, ο πειρασμός με έβαλε να κοιτάξω, το περισσότερο χώρο έπιαναν οι πάνες, και μια κούτα γάλατα. Πρέπει να ήμουν εκφραστικός όταν την ρώτησα, <πόσα παιδιά έχεις;> έπιασε το χέρι μου το έβαλε στην κοιλιά της, δύο και ένα εδώ τρία. Χαμογέλασε ευτυχισμένα, ευχαριστώ γέροντα, ξανάπε, και έφυγε. Δεν την ακολούθησα να δω με τι μέσο θα κουβαλούσε τα ψώνια αυτά, ούτε ρώτησα το όνομα της ή το χωριό της, έμεινα πολύ ώρα δίπλα στο ταμείο αμίλητος.
Οι άνθρωποι του καταστήματος με γνωρίζουν, και δεν με ενόχλησαν καθόλου, όταν ξεφόρτωσα τις παραπανίσιες κονσέρβες, από το καρότσι και τις έβαλα στο ράφι ξανά. Περνώντας από το ταμείο, ταχτοποίησα το χρέος μου και έφυγα. Στο μυαλό μου νόμιζα πως ζούσα σε καμιά ταινία της δεκαετίας του 60, τόσο εντύπωση μου έκανε η αξιοπρέπεια και το καθάριο βλέμμα της κοπέλας, συνάμα ντρεπόμουνα, πώς να πάρω παντελόνια, όταν υπάρχουν ακόμα παιδάκια που δεν έχουν φαΐ; Απλά δεν προμηθεύτηκα καινούργια.
Αυτό το αίσθημα της ενοχής, μέσα στο εορταστικό πνεύμα των Χριστουγέννων, ξεχάστηκε και εγώ ανέμελος συνεχίζω την ζωή μου. Εχθές το βράδυ, μετά από μια κοπιαστική ημέρα, μη έχοντας όρεξη να γράψω τίποτα, περιηγήθηκα στους φίλους αναγνώστες του Πυθαγόρα, και σκόνταψα κυριολεκτικά στην καλή μας φίλη, Έλενα Καπακίοτου που διαχειρίζεται το Blog σε αυτήν την διεύθυνση. http://elenakapakiotou.blogspot.com/
Εδώ λοιπόν είδα φωτογραφίες που δεν περιγράφονται, επισκεφτείτε όλοι σας, να σχηματίσετε μια εικόνα γιατί μέγεθος φτώχιας μιλάμε. Μετά από την περιήγηση αυτή, εγώ έχω ενοχές σαν άνθρωπος, που ταΐζω το σκύλο μου κονσέρβα, όταν τα παιδάκια αυτά . . . . . . . . . . δεν έχω άλλα λόγια. Μόνο φωτογραφίες από εκεί.




Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2010
Αλλοπρόσαλλη εποχή.
Ίσως είναι μονότονο να επανέρχομαι στο ίδιο θέμα, είναι όμως τόσες πολλές και διαφορετικές παράμετροι, που υποχρεωτικά επανακάμπτω.
Ξέραμε πριν από κάποια χρόνια, η οικογένεια είχε τον πατέρα αρχηγό, είχαν όλοι το ίδιο επώνυμο, αυτό που έγραφε στο κουδούνι της πόρτας. Είχε και την μητέρα στο σπίτι μαντρωμένη να φροντίζει για όλους και για όλα, δίχως να αναγνωρίζεται η συμβολή της πάντα, όμως στην ουσία ήταν η κυρίαρχος και ας μην φαινότανε.
Κυλίσανε τα χρόνια, βγήκε στο μεροκάματο και η γυναίκα, και άρχισε να ασχολείται σε επαγγέλματα που καθιερωθήκανε ως γυναικεία. Γραμματέας, δακτυλογράφος, καθαρίστρια, κλπ. Αργότερα φούντωσε το φεμινιστικό κίνημα, επεκτάθηκε και σε άλλες ειδικότητες η γυναίκα. Κατάφερε να προαχθεί να έχει υφισταμένους άνδρες. Πιο πολλά κορίτσια μπαίνανε στα πανεπιστήμια απ’ ότι αγόρια, αυτό εξακολουθεί μέχρι σήμερα να γίνεται. Κράτησε το πατρικό της επώνυμο από την δεκαετία του ογδόντα, και τα τελευταία χρόνια, θεωρεί κατόρθωμα την μονογονεϊκή οικογένεια.
Αυτό βέβαια δεν είναι ο κανόνας, είναι ένας μεγάλο ποσοστό, ένα πάλι μεγάλο ποσοστό γυναικών «την πάτησε» κατά το δη λεγόμενο. Μετά το κόπο του μεροκάματου, επιστρέφει σπίτι και εκεί ξαναγίνεται η κυρούλα, αφήνοντας έξω από το σπιτικό της τις φεμινιστικές ιδέες της. Θυμάστε το τραγουδάκι η Μαρία Παναγιωταρά; Ήταν πετυχημένη περιγραφή της καταστάσεως.
Θα ασχοληθούμε με την πρώτη περίπτωση, διότι η δεύτερη έχει ένα θύμα μόνο την γυναίκα, που πόσες φορές μετανοεί για τις επιλογές της, αλλά δεν έχει δυνατότητα να αναθεωρήσει, ίσως και γιατί της αρέσει να είναι πάντα αδικημένη.
Οι γυναίκες εργαζόμενες στέρησαν θέσεις εργασίας από τους άνδρες, με αποτέλεσμα και ο εγωισμός του άνδρα να δεχθεί ένα γερό πλήγμα. Ένας λόγος που οι οικογένεια διαλύθηκε είναι και οι διαφορετικές ώρες εργασίας του ζευγαριού, αν μάλιστα υπάρχουν και παιδιά που εκτός από το σχολείο πάνε στα φροντιστήρια, τότε γίνεται χαμός. Πως μπορούν άραγε να συντονιστούν; Πως διαβιούν; Η κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή.
Ας σταθούμε και σε μια άλλη παράμετρο, τις μονογονεϊκές οικογένειες. Είναι εκείνες που απαρτίζονται από ένα γονιό, κυρίως την μάνα, διότι σε αυτήν δίδει το δικαστήριο την φροντίδα. Στην εποχή μας το διαζύγιο θεωρείται φυσιολογικό. Εντύπωση προκαλούν τα ζευγάρια που δεν χωρίζουν.
Αυτή είναι η αλλοπρόσαλλη εποχή μας. Σκέπτεται μια γυναίκα, περίπου πενηντάρα, «εγώ πρέπει να χωρίσω προλαβαίνω να ξαναπαντρευτώ» στην ερώτηση γιατί να χωρίσει δεν είχε να απαντήσει τίποτα, μόνο αναφέρει τις φιλενάδες της που χωρίσανε και δεν θέλει να είναι οπισθοδρομική. Άλλη πάλι της ιδίας ηλικίας, φανατική φεμινίστρια, έχει παιδί εξώγαμο, κόρη, δεν γνωρίζει ποιος είναι ο πατέρας της, την αποτρέπει να παντρευτεί, μέχρι να πάρει σύνταξη, για να της αναθρέψει το παιδί που τυχόν θα κάνει.
Μην θεωρείτε τα γραφόμενα ακραία, είναι υπαρκτή πραγματικότητα, που δυστυχώς όσο περνούν οι μέρες εξαπλώνονται.
Συνέχεια από το προηγούμενο.
Αποτέλεσμα αυτής της νοοτροπίας είναι ο άνδρας να έχει χάσει κάποια χαρακτηριστικά του. Έπαψε να είναι αυτός ο κυνηγός, και σε κάποιες περιπτώσεις γίνεται θήραμα.
Με την χαλάρωση των ηθών πλήθυναν οι θηλυπρεπείς. Διεκδικούν και αυτοί-ες, δικαιώματα. Στην θέση των κοριτσιών που μεγαλώνανε στο σπίτι, άρχισε να γίνεται το αντίθετο, να μεγαλώνουν αγόρια στο σπίτι. Και φθάσαμε στο θλιβερό τηλεοπτικό παιχνίδι που εξελίσσετε τώρα, οι μαμάδες μαζί με τα αγόρια τους να ψάχνουν για την νύφη. Είναι ακριβώς το αντίθετο από τα προξενιά που υποχρεώνανε τα κορίτσια να παντρευτούν χωρίς να έχουν γνώμη ποιόν θα πάρουν.
Αλλάξανε και οι λεγόμενες μεγαλοκοπέλες ή γεροντοκόρες, δεν υπάρχουν πια, αντίθετα υπάρχουν σήμερα άνδρες σε ώριμη ηλικία που μόνο ανδρικά δεν συμπεριφέρονται. Και παλιά λεγόντουσαν εργένηδες, μπεκιάρηδες ή γεροντοπαλίκαρα, σήμερα λέγονται μαμάκηδες, και δεν ξεκολλούν από την μάνα τους, ούτε και αποκτούν προσωπικότητα, διότι ο υπερπροστατευτικός τρόπος που μεγάλωσαν τους κατάντησε έτσι.
Πικρόχολα σχόλιο θα έλεγε κανείς όσα γράφω σήμερα, δεν θα έχει άδικο. Οι καιροί αλλάξανε και κάποιοι που ζήσαμε με άλλους κανόνες ηθικής, δεν μπορούμε να το αντέξουμε.
Άνδρας και γυναίκα είναι ίσοι, μα διαφορετικοί, ο καθείς πρέπει να βρει το δρόμο του για να υπάρξει αρμονία στην κοινωνία μας.
Ξέραμε πριν από κάποια χρόνια, η οικογένεια είχε τον πατέρα αρχηγό, είχαν όλοι το ίδιο επώνυμο, αυτό που έγραφε στο κουδούνι της πόρτας. Είχε και την μητέρα στο σπίτι μαντρωμένη να φροντίζει για όλους και για όλα, δίχως να αναγνωρίζεται η συμβολή της πάντα, όμως στην ουσία ήταν η κυρίαρχος και ας μην φαινότανε.
Κυλίσανε τα χρόνια, βγήκε στο μεροκάματο και η γυναίκα, και άρχισε να ασχολείται σε επαγγέλματα που καθιερωθήκανε ως γυναικεία. Γραμματέας, δακτυλογράφος, καθαρίστρια, κλπ. Αργότερα φούντωσε το φεμινιστικό κίνημα, επεκτάθηκε και σε άλλες ειδικότητες η γυναίκα. Κατάφερε να προαχθεί να έχει υφισταμένους άνδρες. Πιο πολλά κορίτσια μπαίνανε στα πανεπιστήμια απ’ ότι αγόρια, αυτό εξακολουθεί μέχρι σήμερα να γίνεται. Κράτησε το πατρικό της επώνυμο από την δεκαετία του ογδόντα, και τα τελευταία χρόνια, θεωρεί κατόρθωμα την μονογονεϊκή οικογένεια.
Αυτό βέβαια δεν είναι ο κανόνας, είναι ένας μεγάλο ποσοστό, ένα πάλι μεγάλο ποσοστό γυναικών «την πάτησε» κατά το δη λεγόμενο. Μετά το κόπο του μεροκάματου, επιστρέφει σπίτι και εκεί ξαναγίνεται η κυρούλα, αφήνοντας έξω από το σπιτικό της τις φεμινιστικές ιδέες της. Θυμάστε το τραγουδάκι η Μαρία Παναγιωταρά; Ήταν πετυχημένη περιγραφή της καταστάσεως.
Θα ασχοληθούμε με την πρώτη περίπτωση, διότι η δεύτερη έχει ένα θύμα μόνο την γυναίκα, που πόσες φορές μετανοεί για τις επιλογές της, αλλά δεν έχει δυνατότητα να αναθεωρήσει, ίσως και γιατί της αρέσει να είναι πάντα αδικημένη.
Οι γυναίκες εργαζόμενες στέρησαν θέσεις εργασίας από τους άνδρες, με αποτέλεσμα και ο εγωισμός του άνδρα να δεχθεί ένα γερό πλήγμα. Ένας λόγος που οι οικογένεια διαλύθηκε είναι και οι διαφορετικές ώρες εργασίας του ζευγαριού, αν μάλιστα υπάρχουν και παιδιά που εκτός από το σχολείο πάνε στα φροντιστήρια, τότε γίνεται χαμός. Πως μπορούν άραγε να συντονιστούν; Πως διαβιούν; Η κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή.
Ας σταθούμε και σε μια άλλη παράμετρο, τις μονογονεϊκές οικογένειες. Είναι εκείνες που απαρτίζονται από ένα γονιό, κυρίως την μάνα, διότι σε αυτήν δίδει το δικαστήριο την φροντίδα. Στην εποχή μας το διαζύγιο θεωρείται φυσιολογικό. Εντύπωση προκαλούν τα ζευγάρια που δεν χωρίζουν.
Αυτή είναι η αλλοπρόσαλλη εποχή μας. Σκέπτεται μια γυναίκα, περίπου πενηντάρα, «εγώ πρέπει να χωρίσω προλαβαίνω να ξαναπαντρευτώ» στην ερώτηση γιατί να χωρίσει δεν είχε να απαντήσει τίποτα, μόνο αναφέρει τις φιλενάδες της που χωρίσανε και δεν θέλει να είναι οπισθοδρομική. Άλλη πάλι της ιδίας ηλικίας, φανατική φεμινίστρια, έχει παιδί εξώγαμο, κόρη, δεν γνωρίζει ποιος είναι ο πατέρας της, την αποτρέπει να παντρευτεί, μέχρι να πάρει σύνταξη, για να της αναθρέψει το παιδί που τυχόν θα κάνει.
Μην θεωρείτε τα γραφόμενα ακραία, είναι υπαρκτή πραγματικότητα, που δυστυχώς όσο περνούν οι μέρες εξαπλώνονται.
Συνέχεια από το προηγούμενο.
Αποτέλεσμα αυτής της νοοτροπίας είναι ο άνδρας να έχει χάσει κάποια χαρακτηριστικά του. Έπαψε να είναι αυτός ο κυνηγός, και σε κάποιες περιπτώσεις γίνεται θήραμα.
Με την χαλάρωση των ηθών πλήθυναν οι θηλυπρεπείς. Διεκδικούν και αυτοί-ες, δικαιώματα. Στην θέση των κοριτσιών που μεγαλώνανε στο σπίτι, άρχισε να γίνεται το αντίθετο, να μεγαλώνουν αγόρια στο σπίτι. Και φθάσαμε στο θλιβερό τηλεοπτικό παιχνίδι που εξελίσσετε τώρα, οι μαμάδες μαζί με τα αγόρια τους να ψάχνουν για την νύφη. Είναι ακριβώς το αντίθετο από τα προξενιά που υποχρεώνανε τα κορίτσια να παντρευτούν χωρίς να έχουν γνώμη ποιόν θα πάρουν.
Αλλάξανε και οι λεγόμενες μεγαλοκοπέλες ή γεροντοκόρες, δεν υπάρχουν πια, αντίθετα υπάρχουν σήμερα άνδρες σε ώριμη ηλικία που μόνο ανδρικά δεν συμπεριφέρονται. Και παλιά λεγόντουσαν εργένηδες, μπεκιάρηδες ή γεροντοπαλίκαρα, σήμερα λέγονται μαμάκηδες, και δεν ξεκολλούν από την μάνα τους, ούτε και αποκτούν προσωπικότητα, διότι ο υπερπροστατευτικός τρόπος που μεγάλωσαν τους κατάντησε έτσι.
Πικρόχολα σχόλιο θα έλεγε κανείς όσα γράφω σήμερα, δεν θα έχει άδικο. Οι καιροί αλλάξανε και κάποιοι που ζήσαμε με άλλους κανόνες ηθικής, δεν μπορούμε να το αντέξουμε.
Άνδρας και γυναίκα είναι ίσοι, μα διαφορετικοί, ο καθείς πρέπει να βρει το δρόμο του για να υπάρξει αρμονία στην κοινωνία μας.
Το μεταφέρω από Facebook μόλις το είδα.
ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΤΡΑΤΗΣ
ΔΙΟΔΙΑ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΠΡΟΣ ΚΑΙΡΟ.
Η αναγραφή του ονόματος της πόλεως και στα ΕΛΛΗΝΙΚΑ ήταν συλλογική απαίτηση των Αιγυπτίων Δημάρχων της περιοχής της Αλεξανδρείας προς τιμήν του Μ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ..
Μια αιχμηρή απάντηση όχι μόνο απέναντι στους ανιστόρητους
γείτονες αλλά και στους γηγενείς μας....
Αλλά εδώ οι ΕΥΡΩΛΙΓΟΥΡΗΔΕΣ ντρέπονται γι αυτό που είναι καταργώντας την ιστορία τους ακόμα και την γλώσσα τους.... Περισσότερα
Πριν από 22 λεπτά
ΔΙΟΔΙΑ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΠΡΟΣ ΚΑΙΡΟ.
Η αναγραφή του ονόματος της πόλεως και στα ΕΛΛΗΝΙΚΑ ήταν συλλογική απαίτηση των Αιγυπτίων Δημάρχων της περιοχής της Αλεξανδρείας προς τιμήν του Μ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ..
Μια αιχμηρή απάντηση όχι μόνο απέναντι στους ανιστόρητους
γείτονες αλλά και στους γηγενείς μας....
Αλλά εδώ οι ΕΥΡΩΛΙΓΟΥΡΗΔΕΣ ντρέπονται γι αυτό που είναι καταργώντας την ιστορία τους ακόμα και την γλώσσα τους.... Περισσότερα
Πριν από 22 λεπτά
Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010
Στὸν τύραννο
Διαβάζοντας εχθές ένα έργο του Ιωάννη Κονδυλάκη, σταμάτησα στο παρακάτω απόφθεγμα:
Στὸν τύραννο
Εἶπε τὸ κλῆμα στὸν τράγο, ποῦ τὤτρωγε: «Κιὥς τὴ ρίζα νὰ μὲ φᾷς, πάλι θὰ βλαστήσω καὶ θὰ δώσω τό κρασὶ νὰ χαροκοπήσουν κεῖνοι ποὺ θὰ σὲ βάλουνε στὴ σούβλα».
Είναι η τελευταία παρακαταθήκη ή διαθήκη του νεωτεριστή δασκάλου στα χρόνια της τουρκοκρατίας στην Κρήτη.
Είναι πάντα επίκαιρο, και απευθύνεται στους κατά καιρούς τράγους, που τρώνε τον ρωμιό. Πάντα τελικά καταφέρνει να ανταπεξέλθει, και να αναρωτιέται πως τα κατάφερε, και με την χαρακτηριστική φαγωμάρα του, να προκαλεί τον επόμενο τράγο.
Αυτήν την εποχή, ο τράγος που τρώει τον ρωμιό ονομάζεται ΔΑΝΙΚΑ.
Στὸν τύραννο
Εἶπε τὸ κλῆμα στὸν τράγο, ποῦ τὤτρωγε: «Κιὥς τὴ ρίζα νὰ μὲ φᾷς, πάλι θὰ βλαστήσω καὶ θὰ δώσω τό κρασὶ νὰ χαροκοπήσουν κεῖνοι ποὺ θὰ σὲ βάλουνε στὴ σούβλα».
Είναι η τελευταία παρακαταθήκη ή διαθήκη του νεωτεριστή δασκάλου στα χρόνια της τουρκοκρατίας στην Κρήτη.
Είναι πάντα επίκαιρο, και απευθύνεται στους κατά καιρούς τράγους, που τρώνε τον ρωμιό. Πάντα τελικά καταφέρνει να ανταπεξέλθει, και να αναρωτιέται πως τα κατάφερε, και με την χαρακτηριστική φαγωμάρα του, να προκαλεί τον επόμενο τράγο.
Αυτήν την εποχή, ο τράγος που τρώει τον ρωμιό ονομάζεται ΔΑΝΙΚΑ.
Οικονομικοί μετανάστες
Οι παλαιότεροι που ζήσανε τα μετά την κατοχή και τον εμφύλιο χρόνια, που η ανάπτυξη σημαδεύτηκε από την μετανάστευση, βλέπουν στο πρόσωπο των οικονομικών μεταναστών την δική τους ιστορία να επαναλαμβάνεται. Αγωνιούν οι ξένοι που βολευτήκαν στην πατρίδα μας, για τα παιδιά τους που γεννηθήκαν εδώ, επιδιώκουν να πάρουν υπηκοότητα Ελληνική, και βέβαιο είναι πως θα πάρουν, Έλληνες όμως δεν θα γίνουν. Όπως οι δικοί μας εμείνανε Έλληνες, όπου και αν εγκατασταθήκανε, έτσι και αυτοί θα είναι πάντα φορείς της εθνικότητας τους. Αυτό δεν είναι κακό. Κακό είναι να μην μπορεί κανείς να το αποδεχθεί. Ματαιότητα είναι να προσπαθεί οποιοσδήποτε να το εμποδίσει. Πρέπει να καταλάβουμε όλοι την δυστυχία, αυτής της ομάδας ανθρώπων, που εγκατέλειψαν τα πατρώα τους εδάφη για χάρη της επιβίωσης.
Αντίθετα τώρα η ματαιοδοξία η δική μας να γίνουμε Ευρωπαίοι πολιτισμένοι και εξελιγμένοι, οδήγησε στην κατάργηση της οικογένειας. Αποτέλεσμα της υπογεννητικότητας είναι να μένουν κενές θέσεις, και κάποιος πρέπει να τις καταλάβει, αυτές είναι οι θέσεις που καταλαμβάνουν.
Οργανώνονται σε κοινότητες, διεκδικούν ότι νομίζουν πως τους ανήκει, και όσο δεν παρανομούν, καλά το κάνουν. Αν κοιτάξουμε στο εξωτερικό θα δούμε Ελληνικές κοινότητες, Εκκλησίες, σχολεία και σωματεία που μεγαλούργησαν, γιατί λοιπόν να μην έχουν και αυτοί το ίδιο δικαίωμα;
Αντίθετα τώρα η ματαιοδοξία η δική μας να γίνουμε Ευρωπαίοι πολιτισμένοι και εξελιγμένοι, οδήγησε στην κατάργηση της οικογένειας. Αποτέλεσμα της υπογεννητικότητας είναι να μένουν κενές θέσεις, και κάποιος πρέπει να τις καταλάβει, αυτές είναι οι θέσεις που καταλαμβάνουν.
Οργανώνονται σε κοινότητες, διεκδικούν ότι νομίζουν πως τους ανήκει, και όσο δεν παρανομούν, καλά το κάνουν. Αν κοιτάξουμε στο εξωτερικό θα δούμε Ελληνικές κοινότητες, Εκκλησίες, σχολεία και σωματεία που μεγαλούργησαν, γιατί λοιπόν να μην έχουν και αυτοί το ίδιο δικαίωμα;
Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010
Η ματαιοδοξία
Χαρακτηριστικό της εποχής που ζούμε είναι η ματαιοδοξία. Η ετυμολογική ερμηνεία της σύνθετης αυτής λέξεως, από μόνης μας φανερώνει το ματαιότητα.
Ξεκινάει ο νέος χρόνος, ακούμε από όλους του υπευθύνους, για την δύσκολη οικονομική κατάσταση που βιώνουμε, ως έθνος αλλά και η κάθε οικογένεια ξεχωριστά, και παράλληλα βλέπομε την χλιδή στις εκδηλώσεις υποδοχής του νέου έτους. Τα χρήματα αυτά που ξοδεύτηκαν για τις γιορτές, πόσους συνανθρώπους μας θα ανακούφιζαν; Η ματαιοδοξία των αρχόντων φταίει; Ή μήπως προσφέρουν θέαμα μόνο ελείψη του άρτου.
Αυτή η οικονομική δυσπραγία, είναι αποτέλεσμα της οικονομικής ευμάρειας που ζήσαμε λίγα χρόνια πριν. Ήταν αυτή η ευμάρεια εικονική, αφού στηρίχτηκε κυρίως σε δάνεια και επιδοτήσεις. Αντί να ξοδεύομε τις οικονομικές ενισχύσεις για βελτίωση των υποδομών, τις εξαντλήσαμε σε καταναλωτικά αγαθά. Υπάρχουν περιπτώσεις αγροτών που αγόρασαν αυτοκίνητα 4Χ4 με δάνειο από την Αγροτική, και μετά διαμαρτύρονταν γιατί δεν τους χαρίζονταν το δάνειο.
Στις πολιτείες δημιουργηθήκαν νέα επαγγέλματα, ως απότοκος της οικονομικής ανέσεως. Η ματαιοδοξία μας να σπουδάσουμε το παιδί μας, που σπρώχνοντας κατάφερε να τελειώσει το λύκειο, αφού είχε απορριφτεί από το σύστημα, (δεν πέρασε στο πανεπιστήμιο, έτσι το λέμε τώρα), το οδηγήσαμε στις σχολές των παρασιτικών επαγγελμάτων. Γέμισε ο κόσμος από πτυχιούχους, λογιστές, οικονομολόγους, στατιστικολόγους, σεισμολόγους, μοντελίστ, αισθητικούς, ντεκορατέρ, ψυχολόγους, παραϊατρικούς και ένα σωρό άλλους που ζουν μόνο όταν υπάρχει οικονομική άνεση.
Αυτές οι ομάδες των επαγγελμάτων είναι και οι πρώτες που θα υποφέρουν, και το χειρότερο είναι, όταν αυτοί που διαθέτουν τέτοια διπλώματα σνομπάρουν τους υπόλοιπους ως υπανάπτυκτους. Αυτοί οι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να πεινάσουν.
Ματαιοδοξία ακόμα είναι η γυναικεία φιλαρέσκεια, υπάρχουν περιπτώσεις που δουλεύει η γυναίκα, και ενώ το εισόδημα από την εργασία της είναι 700 ή 800 ευρώ να ξοδεύει τα μισά και παραπάνω για τον καλλωπισμό της. Έχουμε και εδώ ένα σωρό επαγγέλματα της χλιδής, πέρα από το κλασικό κομμωτήριο, επί μέρους φροντίδα του σώματος για μην μπούμε σε λεπτομέρειες.
Όλη αυτή η κατάσταση έχει σαν αποτέλεσμα η οικογένεια να ξανασμίγει, όχι όμως από αγάπη αλλά εξ ανάγκης να μειωθούν τα έξοδα διαβίωσης. Αυτή η οικογένεια, του σήμερα, δεν είναι καν κοινόβια, απλά συνυπάρχουν κάτω από την ίδια στέγη, με τόσες απόψεις, όσα και τα μέλη που την απαρτίζουν.
Τελειώνοντας, διότι το θέμα της ματαιοδοξία δεν εξαντλείται, θα αναφέρω τα δάνεια, υπάρχει σήμερα σπίτι νοικοκυριό που δεν είναι χρεωμένο; Εύκολα παίρνεις το δάνειο, δύσκολα το εξοφλάς, αν τα καταφέρεις. Δάνεια για διακοπές, να μην πάς ποτέ, δάνειο για τις γιορτές, να μην ρεβεγιονάρεις, δάνειο σπουδών, δάνειο σπιτιού δάνειο, δάνειο, δάνειο, μην δανείζεσαι, η τράπεζα δεν χάνει ποτέ. Τον καιρό της δυσπραγίας δίνει κανείς δάνειο; Όχι βέβαια, μόνο όταν υπάρχουν περισσεύματα, και όταν καλούμαστε να τα εξοφλήσουμε, αρχίζουν τα δύσκολα.
Ξεκινάει ο νέος χρόνος, ακούμε από όλους του υπευθύνους, για την δύσκολη οικονομική κατάσταση που βιώνουμε, ως έθνος αλλά και η κάθε οικογένεια ξεχωριστά, και παράλληλα βλέπομε την χλιδή στις εκδηλώσεις υποδοχής του νέου έτους. Τα χρήματα αυτά που ξοδεύτηκαν για τις γιορτές, πόσους συνανθρώπους μας θα ανακούφιζαν; Η ματαιοδοξία των αρχόντων φταίει; Ή μήπως προσφέρουν θέαμα μόνο ελείψη του άρτου.
Αυτή η οικονομική δυσπραγία, είναι αποτέλεσμα της οικονομικής ευμάρειας που ζήσαμε λίγα χρόνια πριν. Ήταν αυτή η ευμάρεια εικονική, αφού στηρίχτηκε κυρίως σε δάνεια και επιδοτήσεις. Αντί να ξοδεύομε τις οικονομικές ενισχύσεις για βελτίωση των υποδομών, τις εξαντλήσαμε σε καταναλωτικά αγαθά. Υπάρχουν περιπτώσεις αγροτών που αγόρασαν αυτοκίνητα 4Χ4 με δάνειο από την Αγροτική, και μετά διαμαρτύρονταν γιατί δεν τους χαρίζονταν το δάνειο.
Στις πολιτείες δημιουργηθήκαν νέα επαγγέλματα, ως απότοκος της οικονομικής ανέσεως. Η ματαιοδοξία μας να σπουδάσουμε το παιδί μας, που σπρώχνοντας κατάφερε να τελειώσει το λύκειο, αφού είχε απορριφτεί από το σύστημα, (δεν πέρασε στο πανεπιστήμιο, έτσι το λέμε τώρα), το οδηγήσαμε στις σχολές των παρασιτικών επαγγελμάτων. Γέμισε ο κόσμος από πτυχιούχους, λογιστές, οικονομολόγους, στατιστικολόγους, σεισμολόγους, μοντελίστ, αισθητικούς, ντεκορατέρ, ψυχολόγους, παραϊατρικούς και ένα σωρό άλλους που ζουν μόνο όταν υπάρχει οικονομική άνεση.
Αυτές οι ομάδες των επαγγελμάτων είναι και οι πρώτες που θα υποφέρουν, και το χειρότερο είναι, όταν αυτοί που διαθέτουν τέτοια διπλώματα σνομπάρουν τους υπόλοιπους ως υπανάπτυκτους. Αυτοί οι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να πεινάσουν.
Ματαιοδοξία ακόμα είναι η γυναικεία φιλαρέσκεια, υπάρχουν περιπτώσεις που δουλεύει η γυναίκα, και ενώ το εισόδημα από την εργασία της είναι 700 ή 800 ευρώ να ξοδεύει τα μισά και παραπάνω για τον καλλωπισμό της. Έχουμε και εδώ ένα σωρό επαγγέλματα της χλιδής, πέρα από το κλασικό κομμωτήριο, επί μέρους φροντίδα του σώματος για μην μπούμε σε λεπτομέρειες.
Όλη αυτή η κατάσταση έχει σαν αποτέλεσμα η οικογένεια να ξανασμίγει, όχι όμως από αγάπη αλλά εξ ανάγκης να μειωθούν τα έξοδα διαβίωσης. Αυτή η οικογένεια, του σήμερα, δεν είναι καν κοινόβια, απλά συνυπάρχουν κάτω από την ίδια στέγη, με τόσες απόψεις, όσα και τα μέλη που την απαρτίζουν.
Τελειώνοντας, διότι το θέμα της ματαιοδοξία δεν εξαντλείται, θα αναφέρω τα δάνεια, υπάρχει σήμερα σπίτι νοικοκυριό που δεν είναι χρεωμένο; Εύκολα παίρνεις το δάνειο, δύσκολα το εξοφλάς, αν τα καταφέρεις. Δάνεια για διακοπές, να μην πάς ποτέ, δάνειο για τις γιορτές, να μην ρεβεγιονάρεις, δάνειο σπουδών, δάνειο σπιτιού δάνειο, δάνειο, δάνειο, μην δανείζεσαι, η τράπεζα δεν χάνει ποτέ. Τον καιρό της δυσπραγίας δίνει κανείς δάνειο; Όχι βέβαια, μόνο όταν υπάρχουν περισσεύματα, και όταν καλούμαστε να τα εξοφλήσουμε, αρχίζουν τα δύσκολα.





