Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2010

Φτώχια

Το αίσθημα της ντροπής από αυτό της ενοχής, δεν είναι εύκολο να το ξεδιακρίνει κανένας. Ντρέπεσαι για κάτι που κάνεις, ενώ δεν πρέπει, ενώ όταν παρέλθει ο χρόνος έχεις ενοχές για εκείνο που έκανες ενώ δεν έπρεπε.
Σαν όλους τους μισθοσυντήρητους, περίμενα το μισθό του Δεκεμβρίου, που λόγω Χριστουγέννων είναι αρκετά προσαυξημένος, έχοντας υπολογίσει κατά το δυνατόν πως και που θα κατανεμηθεί. Λογαριάζοντας να προμηθευτώ δύο παντελόνια και παπούτσια. Με τα χρήματα στην τσέπη κατευθύνθηκα στην αγορά. Σκέφτηκα να περάσω από κάποιο μεγάλο πολυκατάστημα, να πάρω και τροφή για τον σκύλο μου, εκεί συνήθως ψωνίζω την κονσέρβα διότι είναι συμφέρουσα η τιμή. Η συνηθισμένη ποσότητα είναι δύο κούτες, που περιέχουν από 12 κουτιά, για όλο τον μήνα, αξίας περίπου ένα ευρώ το καθένα. Ξύπνησε το πνεύμα του καταναλωτισμού μέσα μου φαίνεται, και πήρα την διπλάσια ποσότητα, αφού είχα χρήματα στην τσέπη και ήμουν άνετος, και την φόρτωσα στο καροτσάκι.
Την ώρα που φόρτωνα το καροτσάκι, ήρθε ο έλεγχος της συνειδήσεως, με την μορφή μια κυρίας, η οποία χαμηλόφωνα και πολύ ευγενικά, με ρώτησε, <τόσες τροφές θα πάρεις για τον σκύλο σου, όταν υπάρχουν παιδιά που πεινάνε;> σοκαρίστηκα, η πρώτη αντίδραση μου ήταν να την κοιτάξω στα μάτια, και το ίδιο ευγενικά αποκρίθηκα, <βλέπεις παιδί μου κανέναν εδώ μέσα, να πεινάει, όλοι ψωνίζουν>, η κυρία η οποία ήταν νεαρά γύρω στα τριάντα ή λίγο παραπάνω, με πολύ συστολή απήντησε <τα παιδιά μου, ο άντρα μου με άφησε και έφυγε, και εμένα με απολύσανε από την δουλειά λόγω περικοπών>. Την ξανακοίταξα και φαίνεται πως η ματιά μου ήταν εξεταστική, διότι αντέδρασε πάλι ευγενικά, <δεν ζητιανεύω, απλά μια παρατήρηση έκανα, συγνώμη> και γύρισε να φύγει. Τόλμησα και άπλωσα το χέρι και την συγκράτησα από το μπράτσο, <πάρε παιδί μου ότι χρειάζεσαι>, χαμογέλασε αλλά δεν συγκράτησε το δάκρυ <ότι χρειάζομαι> στο καταφατικό γνέψιμο μου, έσκυψε και μου φίλησε το χέρι <ευχαριστώ>.
Παρά την ντροπή που ένοιωθα, περίμενα στο ταμείο, κάποια στιγμή που ήρθε με το καρότσι γεμάτο, ο πειρασμός με έβαλε να κοιτάξω, το περισσότερο χώρο έπιαναν οι πάνες, και μια κούτα γάλατα. Πρέπει να ήμουν εκφραστικός όταν την ρώτησα, <πόσα παιδιά έχεις;> έπιασε το χέρι μου το έβαλε στην κοιλιά της, δύο και ένα εδώ τρία. Χαμογέλασε ευτυχισμένα, ευχαριστώ γέροντα, ξανάπε, και έφυγε. Δεν την ακολούθησα να δω με τι μέσο θα κουβαλούσε τα ψώνια αυτά, ούτε ρώτησα το όνομα της ή το χωριό της, έμεινα πολύ ώρα δίπλα στο ταμείο αμίλητος.
Οι άνθρωποι του καταστήματος με γνωρίζουν, και δεν με ενόχλησαν καθόλου, όταν ξεφόρτωσα τις παραπανίσιες κονσέρβες, από το καρότσι και τις έβαλα στο ράφι ξανά. Περνώντας από το ταμείο, ταχτοποίησα το χρέος μου και έφυγα. Στο μυαλό μου νόμιζα πως ζούσα σε καμιά ταινία της δεκαετίας του 60, τόσο εντύπωση μου έκανε η αξιοπρέπεια και το καθάριο βλέμμα της κοπέλας, συνάμα ντρεπόμουνα, πώς να πάρω παντελόνια, όταν υπάρχουν ακόμα παιδάκια που δεν έχουν φαΐ; Απλά δεν προμηθεύτηκα καινούργια.
Αυτό το αίσθημα της ενοχής, μέσα στο εορταστικό πνεύμα των Χριστουγέννων, ξεχάστηκε και εγώ ανέμελος συνεχίζω την ζωή μου. Εχθές το βράδυ, μετά από μια κοπιαστική ημέρα, μη έχοντας όρεξη να γράψω τίποτα, περιηγήθηκα στους φίλους αναγνώστες του Πυθαγόρα, και σκόνταψα κυριολεκτικά στην καλή μας φίλη, Έλενα Καπακίοτου που διαχειρίζεται το Blog σε αυτήν την διεύθυνση. http://elenakapakiotou.blogspot.com/
Εδώ λοιπόν είδα φωτογραφίες που δεν περιγράφονται, επισκεφτείτε όλοι σας, να σχηματίσετε μια εικόνα γιατί μέγεθος φτώχιας μιλάμε. Μετά από την περιήγηση αυτή, εγώ έχω ενοχές σαν άνθρωπος, που ταΐζω το σκύλο μου κονσέρβα, όταν τα παιδάκια αυτά . . . . . . . . . . δεν έχω άλλα λόγια. Μόνο φωτογραφίες από εκεί.


Δεν υπάρχουν σχόλια: