Σάββατο 29 Αυγούστου 2009

Οι φίλοι

Φιλία είναι η αμοιβαία αγάπη ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα άτομα, που δεν συνδέονται με δεσμούς αίματος. Η λογική έπεται όλων των συναισθημάτων, φυσικά και της φιλίας, που έρχεται ίσα-ίσα για να ικανοποιήσει τον εγωισμό προσφέροντας την δικαίωση. Μια παροιμία εβραϊκή λέγει (φίλος επιζήμιος, εχθρός επικαλείται). Το Ελληνικό φιλότιμο την παραβλέπει, δικαιολογεί στο όνομα της φιλίας και τις μεγαλύτερες θυσίες. Τόνοι μελανιού έχουν ξοδευτεί για να την υμνήσουν.
Ένα τα τέτοιο αφιέρωμα στην φιλία του Δάμωνος και του Φιντία, έγραφε η εφημερίδα σήμερα, και ο Μπαρμπαντώνης δακρυσμένος διάβαζε και ξαναδιάβαζε. Μεσημέριασε και αμίλητος σηκώνεται από την καρέκλα του καφενείου και, κατευθύνεται στην απέναντι γωνιά στην ταβέρνα για να φάει το μεσημεριανό του, ύστερα θα πάει να κοιμηθεί στην καμαρούλα του. Μένει σε μια ταράτσα, και το απόγευμα πάλι καφενείο μέχρι το βράδυ, που θα ξαναπάει για ύπνο. Λίγοι ξέρουν την τόνο της φωνής του, γιατί λίγο και αυτός ανοίγει το στόμα του.
Σήμερα μετά από αυτά που διάβασε, νοιώθει δικαιωμένος για μια φιλία που τον έφερε στην σημερινή του κατάντια, στην σημερινή του μοναξιά και ανέχεια. Περνάει φτωχικά με την σύνταξη τα τελευταία χρόνια, θέλει να φύγει να πάει στο χωριό, μα σε ποιο χωριό; δεν έχει κανέναν. Ενώ αργοπεθαίνει στην ρουτίνα της πολιτείας, με τα τακτικά του δρομολόγια μέχρι το καφενείο και την ταβέρνα, θυμάται, δεν αναπολεί, θυμάται για να δικαιολογεί πράξεις και καταστάσεις, που έζησε χάρη σε μια φιλία.
Είναι γέννημα του Θεσσαλικού κάμπου, την εποχή του μεσοπολέμου. Τον καιρό του Μεταξά τελείωσε το δημοτικό σχολείο, όπου γνώρισε τον Βασίλη. Τους ένωσε ένα παράξενο παιχνίδι με τα ονόματα τους, Βασίλης Αντωνίου και Αντώνης Βασιλείου. Από μικρά παιδιά γίνανε αχώριστοι, παρά το γεγονός ότι προέρχονταν από τελείως διαφορετικά περιβάλλοντα. Ο Βασίλης από εύπορη οικογένεια, ο Αντώνης από μεροκαματιάρηδες γονείς. Η αρχή της φιλίας τους ήταν ένα ζευγάρι παπούτσια, το οποίο χάρισε ο Βασίλης στον Αντώνη, Χριστουγεννιάτικο δώρο. Ο Αντώνης κυκλοφορούσε με πάνινα παπούτσια, χειμώνα καιρό, διότι δεν υπήρχε η δυνατότητα να του αγοράσει ο πατέρας του άλλα, και ο Βασίλης του έφερε εκείνα που του πήρε ο δικός του πατέρας, ολοκαίνουργια στο κουτί. Ήταν μεγάλη η υποχρέωση που ένοιωσε ο Αντώνης απέναντι στο Βασίλη, που ορκίστηκε να διατηρήσει μαζί του αιώνια φιλία, ένας λόγος παραπάνω, ήτανε και το ξύλο που έφαγε ο Βασίλης από την μάνα του, για το χάρισμα. -Στο κάτω-κάτω του είπε να έδινες τα παλιά σου να φορέσει,- και εκείνος απήντησε, -παλιά είχε καινούργια του λείπανε-.
Ήρθε ο πόλεμος και η κατοχή, οι δρόμοι τους χώρισαν, τα παιδιά μπορεί να κλαίγανε, οι γονείς τραβούσαν τον πεπρωμένο τους. Αντάρτης ο ένας με τον Ζέρβα, μαυραγορίτης καιροσκόπος ο άλλος. Το τέλος του πολέμου τους βρήκε χώρια. Είχαν ορφανέψει και οι δύο, του Αντώνη η μάνα δεν άντεξε τις κακουχίες, του Βασίλη ο πατέρας σκοτώθηκε από τους πατριώτες, η μάνα του μάζεψε ότι μπορούσε και πήγε στην Αθήνα, άνοιξε μεγάλο εμπορικό κατάστημα στην Αιόλου, και το χρήμα εξακολουθούσε να ρέει άφθονο. Ο πατέρας του Αντώνη τραυματίας πολέμου, κατάφερε με χίλια ζόρια, να εξασφαλίσει μια άδεια για περίπτερο στην Λάρισα και το ψωμί ήταν πάντα λιγοστό και αβέβαιο.
Τους φίλους που χώρισε ο πόλεμος, τους ένωσε πάλι ο στρατός. Ίδια καταγωγή είχαν και ίδια ηλικία, μαζί εκκλήθηκαν να υπηρετήσουν θητεία. Στο κέντρο εκπαιδεύσεως ξαναντάμωσαν, χαρήκανε αμφότεροι και ανανεώσανε την φιλία τους. Είχαν και ένα λόγο παραπάνω τώρα. Ο γιατρός τους εξήγησε πως είχαν την ίδια σπάνια ομάδα αίματος, Ο- που δεν δέχεται μετάγγιση από καμία άλλη ομάδα. Τους προέτρεψε δε να διατηρούν επαφή για αλληλοβοήθεια στην κακιά την ώρα.
Μετά την βασική εκπαίδευση, μαζί πήγανε στην μονάδα τους κάπου στο Δομοκό. Γεροδεμένος και λιγομίλητος ο Αντώνης, πλαδαρός και φαφλατάς ο Βασίλης. Πειθαρχία και εργατικότητα χαρακτήριζε τον έναν, πονηριά και ανεμελιά τον άλλον. Απορούσαν οι υπόλοιποι φαντάροι, πως αυτοί οι δύο είναι τόσο στενοί φίλοι. Ο Αντώνης άνθρωπος την προσφοράς, πολλές φορές φύλαξε σκοπιά στην θέση του Βασίλη, και αυτός σε ανταπόδοση κερνούσε στις εξόδους τους. Είχε χρήματα αφού, οι επιταγές της μάνας ερχόντουσαν συνέχεια, το μαγαζί πήγαινε καλά.
Κάποιο πρωινό, ο διοικητής κάλεσε τον Αντώνη, να του ανακοινώσει πως ο πατέρας του δεν ζει πλέον, και του έδωσε λίγες μέρες άδεια να πάει στην Λάρισα να πράξει τα δέοντα. Αυτός μετά την κηδεία, πούλησε την άδεια του περιπτέρου, και τα λιγοστά έπιπλα στον παλιατζή, έβαλε τα χρήματα στην τράπεζα για έχει «σιρμαγιά» να ξεκινήσει την ζωή του μετά τον στρατό. Επέστρεψε στην μονάδα του ακόμα πιο λιγόλογος, ήταν πλέον μόνος στην ζωή και αποφασισμένος να την κερδίσει. Ο φίλος του τον παρηγόρησε λέγοντας –μην σε νοιάζει υπάρχει το μαγαζί στην Αθήνα που μπορεί να μας συντηρήσει- και ο Αντώνης προβληματιζόταν.
Λίγες εβδομάδες μένανε για να απολυθούν οι φίλοι από τον στρατό. Σε μια έξοδο, μέθυσε ο Βασίλης, δημιουργήθηκε λεκτικό επεισόδιο, επέμβει ο Αντώνης να τον υπερασπιστεί, με αποτέλεσμα την άλλη μέρα να τιμωρηθεί με ένα μήνα φυλακή, «δια τραυματισμό πολιτών» ενώ ο Βασίλης πήρε 8 μέρες κράτηση, «δια μέθη».
Απολύεται η σειρά τους, ένας-ένας φεύγουν. Αποχαιρετά ο Βασίλης, τον Αντώνη, -σε περιμένω στην Αθήνα- αυτός όμως έχει άλλες τριάντα βασανιστικές ημέρες να ζήσει μέσα στο στρατόπεδο. Είναι οι ημέρες περισυλλογής. Τα ερωτήματα που τον βασανίζουν πολλά, που θα ζήσει, που θα δουλέψει, πως θα πορευτεί. Τα χρήματα που διαθέτει είναι λιγοστά. Να πάει στην Αθήνα να βρει τον Βασίλη ή μήπως εκμεταλλεύεται την φιλία του.
Περνώντας την πύλη με το απολυτήριο στην τσέπη, είχε πάρει τις αποφάσεις του. Νίκησε ο εγωισμός την φιλία. Δεν θα πήγαινε στην Αθήνα, θυμότανε τα λόγια του πατέρα του -το μαγαζί αυτό στήθηκε με το αίμα του λαού και όπου ανεμομαζώματα διαβολοσκορπίσματα-. Θα πήγαινε στην Λάρισα να ζήσει. Έτσι ξαναχώρισαν οι φίλοι.
Νοίκιασε ο Αντώνης ένα καμαράκι στην αυλή του παπάΛευτέρη, που τον δέχθηκε σαν δικό του άνθρωπο. Παράλληλα γέμισε δυο βαλίτσες με εμπορεύματα λογιών-λογιών και με ένα πτυσσόμενο τραπεζάκι γύρναγε την πόλη όπου υπήρχε πανηγύρι να βγάλει το μεροκάματο -τίμια και όμορφα- όπως έλεγε και ο πατέρας του. Γρήγορα κουράστηκε από την μιζέρια. Η αβεβαιότητα του μεροκάματου από την μια και το κρυφοκοίταγμα της Σοφούλας της παπαδοκόρης από την άλλη, τον έκαμαν να δυσανασχετεί. -Να την ζητήσω και πως θα την ζήσω;- Βασανιστικό το ερώτημα. Το έθεσε στον νοικοκύρη του, τον Παπά, ο οποίος δεν αντέδρασε άσχημα, αντιθέτως συμφώνησε μαζί του, στα νέα του σχέδια, να κατέβει δηλαδή στην Αθήνα να βρει τον Βασίλη και να κοιτάξει τι μπορεί να κάνει.
Ένα πρωινό έκαμε την εμφάνιση του στο μαγαζί της Αιόλου, η μάνα του Βασίλη δεν φάνηκε χαρούμενη με αυτήν την επίσκεψη, διεύθυνε την επιχείρηση με πολύ μαεστρία και αυτή μεγάλωνε. Είχε και αντιπροσώπους σε διάφορες πόλεις της Ελλάδος. Ποιός ξέρει τι μπορεί εκείνη την στιγμή να είχε στο μυαλό της γι’ αυτήν τη επίσκεψη. Όταν αργοπορημένος ήρθε, ως συνήθως, ο Βασίλης αγκάλιασε τον φίλο του, τον περίμενε από καιρό σίγουρος πως θα ερχόταν. Δεν δέχθηκε την φιλοξενία που του πρόσφερε, επειδή διέβλεπε την οργισμένη αντίδραση της μάνας του. Ήξερε να προλαμβάνει δυσάρεστες καταστάσεις. Σε ξενοδοχείο κατέλυσε.
Ο Βασίλης πρόσφερε δουλειά σταθερή στην επιχείρηση, ο Αντώνης αρνιόταν πεισματικά, να γίνει υπάλληλος του φίλου του. Μετά από ατέρμονες συζητήσεις, στις οποίες αντιπάλευαν ο εγωισμός με την φιλία, κατέληξαν οι δύο φίλοι σε αποφάσεις. Θα άνοιγε δικό του εμπορικό ο Αντώνης, συνοικιακό μικρό αλλά δικό του. Το κεφάλαιο που διέθετε ήτανε ελάχιστο, όμως με δάνειο από την τράπεζα θα ξεκινούσε. Για το δάνειο χρειαζότανε εγγυητής, αυτός θα ήτανε ο Βασίλης.
Έτσι στήθηκε το μαγαζί του Αντώνη στον Βύρωνα. Ευγενικός, λιγομίλητος, ευπρεπής με τις πελάτισσες γρήγορα καθιερώθηκε ο Αντώνης. Αντίθετα ο Βασίλης καρδιοκατακτητής γλεντζές και ξενύχτης, συνέχιζε να απολαμβάνει όλα εκείνα που η ζωή του προσέφερε απλόχερα. Αραιώσανε οι συναντήσεις των δύο φίλων. Όποτε αντάμωναν, -έτσι για κανένα κρασάκι, που λέει ο λόγος-, μετά τα πρώτα ποτηράκια, ο Βασίλης θα ξαμολούσε την συνηθισμένη ατάκα του, -χωρίς την βοήθεια μου δεν θα κατάφερνες τίποτα- και ο Αντώνης ταπεινωμένος το ανεχότανε, δικαιολογούσε στο όνομα της φιλίας, κάθε προσβολή από τον κακομαθημένο Βασίλη.
Όταν νόμισε πως στέκει καλά το μαγαζί του, ο Αντώνης κίνησε για την Λάρισα να βρει το παπάΛεφτέρη, να του ζητήσει την Σοφούλα για γυναίκα. Πήρε μαζί με την ευχή του, και οικονομική ενίσχυση για να στηθεί το καινούργιο σπιτικό. Στην Λάρισα έγινε ο γάμος, στον Βύρωνα εγκαταστάθηκε το ζευγάρι και πολύ σύντομα απέκτησε δικό του ιδιόκτητο σπίτι. Ο Αντώνης με την Σοφούλα δίπλα του, αισθανόταν δυνατότερος, ήταν ευτυχισμένος. Πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια δεν ήτανε μόνος. Άφηνε την γυναίκα στο μαγαζί, έπαιρνε το αυτοκίνητο και ξαμολιότανε στις γειτονιές και στα παζάρια για να μεγαλώσει την δουλειά του. Η άμιλλα με τον φίλο του έγινε ανταγωνισμός. Φάνηκε προς στιγμή, πως θα νικούσε ο εγωισμός την φιλία.
Και ήρθε ο θάνατος της μάνας του Βασίλη, που αισθάνθηκε άβολα πρώτη φορά στην ζωή του. Έμεινε μόνος, να διευθύνει την επιχείρηση και να κουμαντάρει το προσωπικό που απασχολούσε. Ανέλαβε ευθύνες άγνωστες σε αυτόν και παραπάνω από τις δυνατότητες του. Και επειδή το χούι βγαίνει τελευταίο, δεν σταμάτησε ούτε και τώρα την άσωτη και ανέμελη ζωή του. Είχε πάντα τις ελπίδες στην φιλία του Αντώνη.
Αναζωπυρώθηκε η φιλία τους. Νοικοκύρης ο Αντώνης καλούσε το φίλο του στο σπιτικό του, ο Βασίλης πάλι άρχισε να καταλαβαίνει πως υπάρχουν άνθρωποι ακόμα με αγνά αισθήματα, και να δικαιολογεί την εμμονή του φίλου του, να μην γίνει τότε, υπάλληλος του. Το τριγύριζαν τώρα λογιών-λογιών τρωκτικά, τρώγοντας και ροκανίζοντας ότι μπορούσαν. Σταμάτησε την περίφημη ατάκα του - χωρίς την βοήθεια μου δεν θα κατάφερνες τίποτα - διότι συνειδητοποίησε πως δεν ευσταθούσε. Απολάμβανε την φιλοξενία, αλλά παράλληλα ζήλευε την ευτυχία του Αντώνη, και έβαλε στόχο, να κατακτήσει την Σοφούλα.
Ο Αντώνης έλειπε συχνά σε ταξίδια. Αθώα αυτή, επιτήδειος κατακτητής αυτός, δεν άργησε να πετύχει τον σκοπό του. Επιστρέφοντας από κάποιο ταξίδι, βρήκε την πόρτα κλειδωμένη και στο τραπέζι το σημείωμα της ενοχής. Είχαν φύγει για την Βενετία, να χαρούν την αγάπη τους, έγραφε.
Ένα μήνα αργότερα επέστρεψαν, και οι εξελίξεις υπήρξαν ραγδαίες. Επεδίωξε η Σοφούλα να συναντηθούν να κανονίσουν τα του διαζυγίου, που ποτέ δεν εκδόθηκε. Αυτός ψύχραιμα αντέδρασε, με την ανωτερότητα που τον διέκρινε, ζήτησε να είναι και Βασίλης παρών. Και τότε ο εγωισμός υπερίσχυσε της φιλίας, και ο Αντώνης επέστρεψε την ατάκα - χωρίς εμένα δεν θα κατάφερνες ποτέ να βρεις γυναίκα για σπίτι-.
Λογαριάζανε όμως όπως λέει ο λαός χωρίς τον ξενοδόχο. Ο παπαΛευτέρης δεν άντεξε το μαντάτο, ένα καρδιακό επεισόδιο έφερε το μοιραίο. Και ανετράπη όλη η κατάσταση. Μετά την εξόδιο ακολουθία, η Σοφούλα δεν ξαναγύρισε στην Αθήνα. Με την προτροπή και της μητέρας της, προτίμησε αποσυρθεί σε μοναστήρι για την υπόλοιπη ζωή της.
Οι δύο φίλοι αραιώσανε τις επαφές τους, βλεπόντουσαν όμως κατά καιρούς, να πιούν κανένα κρασάκι, να θυμηθούν ευχάριστες και δυσάρεστες στιγμές, να λένε πως για μια γυναίκα δεν πρέπει να χαλάνε οι φιλίες και να κατηγορήσουν τον μοναχισμό που τους στέρησε την Σοφούλα.
Μιλούσαν για δουλειές, του μεν Αντώνη μεγαλώνανε του δε Βασίλη συρρικνωνόντουσαν. Σε μια από αυτές τις συναντήσεις, έσκασε η μπόμπα. Ο Βασίλης δυσκολευόταν οικονομικά, χρειάζονταν δάνειο για να σταθεί. Η τράπεζα απαιτούσε εγγυητή και υποθήκες, αυτός δεν εύρισκε. Το φιλότιμο του Αντώνη δεν άντεξε να βλέπει το φίλο του σε αυτήν την κατάσταση, -εγώ είμαι εδώ, μην φοβάσαι για τίποτα-Υπερεκτίμησε τις δυνατότητες του, ξέχασε τα λόγια του πατέρα του ανεμομαζώματα διαβολοσκορπίσματα. Την επομένη στην τράπεζα υπέγραφε, ότι, του δίνανε να υπογράψει, η φιλία εδώ υπερίσχυε. Αργότερα και ενώ τρώγανε υπερίσχυε ο εγωισμός, -χωρίς την βοήθεια μου δεν θα κατάφερνες τίποτα, κάποτε μου το έλεγες εσύ τώρα το λέγω εγώ-.
Δυο χρόνια δεν είχανε περάσει καλά-καλά, και ο Αντώνης απόβραδο ταξίδευε, επιστρέφοντας από την Χαλκίδα, ακούει στο ραδιόφωνο, πως επειγόντως ζητούσαν αίμα της ομάδος (0-) της δικής του, επειδή ήταν σπάνιο υπήρχε μεγάλη ανάγκη να σπεύσει όποιος μπορεί, η ζωή θύματος τροχαίου κινδυνεύει άμεσα. Το φιλότιμο του τον προστάζει να μην χάνει καιρό. Κατευθύνεται στον Ερυθρό Σταυρό.
Έκπληκτος διαπιστώνει πως το θύμα του τροχαίου ήταν ο φίλος του ο Βασίλης. Του εξηγά ο γιατρός πως η μετάγγιση πρέπει να γίνει άμεσα και πως οι πιθανότητες επιτυχίας είναι λίγες. Ξαπλώνει στο διπλανό κρεβάτι και αρχίζει η διαδικασία, για μια στιγμή ανοίγει τα μάτια ο Βασίλης, βλέπει το φίλο του στο άλλο κρεβάτι, και μειδίασε με ανακούφιση. Έμελε όμως να είναι και το τελευταίο του χαμόγελο, γιατί σε λίγο παρέδωσε το πνεύμα του. Ο Αντώνης συγκλονισμένος σηκώθηκε από το κρεβάτι, και πλησίασε το νεκρό φίλο του λέγοντας πικρόχολα -χωρίς την βοήθεια μου δεν θα κατάφερνες τίποτα, ούτε και να πεθάνεις-. Ήτανε τότε στην μέση ηλικία.
Από τότε άρχισε η κατάρρευση. Άρχισε η τράπεζα να κάνει εκκαθάριση της εταιρίας του Βασίλη. Οι αποζημιώσεις του προσωπικού, τα χρέη, τα δάνεια και όλη η κακοδιαχείριση, πρόβαλαν τώρα απαιτώντας και απειλώντας. Ο Αντώνης εγγυητής, κατέβαλε όσα μπορούσε. Τα χαρτιά που υπέγραφε χωρίς να εξετάζει τι γράφουν, τα πλήρωνε τώρα και με το παραπάνω. Άρχισαν οι κατασχέσεις, στην αρχή το σπίτι μετά στα εμπορεύματα, και παρά τον δικαστικό αγώνα που έκαμε, έχανε συνέχεια. Έμεινε στην ψάθα που λέει ο λαός. Τον λυπήθηκε ένας γείτονας και του έδωσε το καμαράκι στη ταράτσα του, να μένει όσο θέλει, στην ουσία ήτανε άχρηστο πλυσταριό.
Κατάφερε να βγάλει μειωμένη σύνταξη, και ένα βοήθημα από την πρόνοια να ζήση. Δεν είχε χωριό να πάει, δεν είχε δικούς του ανθρώπους.
Κάθε πρωί λοιπόν, πήγαινε στο καφενείο και καθότανε μέχρι το μεσημέρι, ύστερα στην ταβέρνα του Πέτρου για φαγητό, λίγο ύπνο και ξανά στο καφενείο σε μια άκρη αμίλητος διάβαζε όλες τις εφημερίδες.
Στην ταβέρνα του Πέτρου τον γνώρισα κι εγώ. Μοιραζόμασταν το ίδιο τραπέζι πολλές φορές, με συμπαθούσε, και μου μιλούσε, διότι λέει, του έμοιαζα. Η ιστορία μου πρέπει να γίνει βιβλίο έλεγε, να μάθει ο κόσμος, αυτό που έλεγε ο πατέρας μου -ανεμομαζώματα διαβολοσκορπίσματα-.
Στην ταβέρνα του Πέτρου πήγαινε μέχρι που έφυγα από την Αθήνα, και μετά χαθήκαμε, τι να γίνεται άραγε ο ΜπαρμπΑντώνης;

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2009

Οι καραβοκύρηδες

Στο samos Blogs υπάρχουν μαζεμένα τα πλέον αξιόλογα Blogs του νησιού, ο Πυθαγόρας έχει την τιμή να είναι ένα από αυτά. Ψάχνοντας και εξερευνώντας αυτούς τους ιστότοπους πέρασα και από το παρακάτω
http://tomonopatimou.blogspot.com/2009/08/blog-post_19.html
ζήλεψα και έκλεψα την τεχνική του για να δημιουργήσω την σημερινή ανάρτηση.


Με αυτό ταξιδεύει ο Νίκος και χιλιάδες επιβάτες


Με αυτό ταξιδεύει ο Μάκης μεταφέροντας εμπορεύματα

Με αυτό ταξιδεύει ο Παντελής ανεφοδιάζοντας δεξαμενές

Με αυτό ταξιδεύει ο Γιώργος κουβαλώντας αμμοχάλικο

Με αυτό ταξιδεύει ο Πυθαγόρας και κάνει όνειρα.

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2009

Το χρονοντούλαπο

ο Πυθαγόρας πρίν το 1970
Μη λογαριάζεις πέρασαν 40χρόνια


Το χρονοντούλαπο της ιστορίας, μια δημοφιλής έκφραση στον πολιτικό χώρο, αναλογίστηκε κανείς πως δουλεύει; Εδώ δεν ασχολούμαι με τα πολιτικά και ούτε τώρα θα αρχίσω. Σαν μηχανισμό δανείζομαι τον όρο και μόνο.
Φανταστείτε λοιπόν ένα μεγάλο ντουλάπι, με πολλά-πολλά συρτάρια, το κάθε ένα έχει και κάτι για φύλαξη. Ανοίγω το συρτάρι, παίρνω τι θέλω, το ξανακλείνω, ανοίγω ένα άδειο, το γεμίζω και το ξανακλείνω, και παραμένουν τα συρτάρια κλειστά, μέχρι να χρειαστώ το περιεχόμενο. Μερικά από την καθημερινή χρήση τους φθείρονται, και άλλα από την αχρηστία τους σκονίζονται και φρακάρουν. Κάπως έτσι δουλεύει και η μνήμη του ανθρώπου. Μαζεύει στα συρτάρια εμπειρίες και αναμνήσεις.
Στον αγώνα της καθημερινότητας ο άνθρωπος δεν έχει τον χρόνο να τακτοποιεί όλα τα συρτάρια. Μένουν έτσι μερικά στα αζήτητα και ξεχνιούνται τα περιεχόμενα τους, διότι δεν είναι της αμέσου ανάγκης.
Όταν τα χρόνια περάσουν, μόλις αρχίζει να περισσεύει ο χρόνος και δοθεί ευκαιρία, τότε ξεσκονίζονται όλα τα συρτάρια και εκπλήσσεται κανείς με το περιεχόμενο τους.
Δεν διαφέρω από τους πολλούς και εγώ, έτσι αρκούσαν λίγα λεπτά τηλεφωνικής συνομιλίας με την Βιβή και λίγα λεπτά (συνομιλίας), έτσι λέγεται σήμερα η ανταλλαγή μηνυμάτων στο Facebook, με τον Ντορή, για να ανοίξω τα φρακαρισμένα συρτάρια της μνήμης, να πνιγώ από την σκόνη τους, να τα ξεπλύνω με τα δάκρυα μου.
Μια φωτογραφία που ανάρτησα μου θύμισε πρόσωπα και καταστάσεις. Τι και αν κάποιοι φύγανε, από αυτή την πρόσκαιρη ζωή, για να πάνε στην αιώνια, εγώ ξαναμπήκα στην προσκοπική ομάδα, έγινα καρχαρίας και ξιφίας, φώναξα συνθήματα και κραυγές, ξανάπα τα κάλαντα έστω και καλοκαιριάτικα.
Δεν μελαγχολώ καθόλου αναπολώντας τα περασμένα, αυτά δεν γυρίζουν ούτε ξαναγίνονται. Καμαρώνω όμως βλέποντας την συνέχεια, υπάρχουν ομάδες στο Facebook με ενδιαφέροντα που άπτονται του Αιγυπτιακού Ελληνισμού, και τα διαχειρίζονται νέοι άνθρωποι. Αν υπάρξει ενδιαφέρον θα αναρτηθούν οι διευθύνσεις στο Blog του Πυθαγόρα.

Σάββατο 22 Αυγούστου 2009

Τα παλιόπαιδα κάπου στο Κάιρο

Φωτογραφία που δανείστηκα από το άλμπουμ του Θεόδωρου Καραντινού, χωρίς να τον ρωτήσω, είμαι σίγουρος πως δεν έχει αντίρρηση

Η Εμμονή

Χρόνια τώρα με συνδέει μια φιλία με τον παπαΓιάνη από την Κρήτη. Είναι δεύτερη φορά που μεταφέρω μια δική του κοινοποίηση, από το Facebook στο Blog του Πυθαγόρα. Είναι πρόκληση να αναπτύξω ένα θέμα που είχα κατά νου, και με πρόλαβε. Να λοιπόν τι έγραφε ο παπάΓιάννης:

Ένας εργάτης, έλεγε σ' ένα ιερέα :
-- Ότι και να μου πείτε, δεν εργάζεσθε.
-- Συγγνώμη, φίλε μου, του αποκρίθηκε ο ιερέας, εργάζομαι μάλιστα περισσότερο από οκτάωρο. Ιδού τι κάνω κατά της ώρες που λες πως δεν εργάζομαι, Και του έδειξε τα έπιπλα της εκκλησίας, που είχε κατασκευάσει μόνος του.
-- Μιχάλη, μουρμουρίζει ο ... φιλελεύθερος προοδευτικός εργάτης στο σύντροφό του, βλέπεις πώς κλέβουν οι ιερείς το ψωμί του εργάτου, που δεν τον αφήνουν να εργασθεί για να βγάλει το ψωμί του.
Πάντα έχουμε κάτι να κατηγορήσουμε, όταν βασιλεύει το κακό πνεύμα.

Ο άνθρωπος αυτός έχει την τάση να αντιλέγει σε κάθε περίπτωση, έχει εμμονή στην αντίληψη του. Είναι εκείνος ο οποίος, βλέποντας μια φωτογραφία αποφαίνεται από που είναι η ανατολή, και όταν δει από κοντά τον τόπο, δηλώνει ότι ό ήλιος μπερδεύτηκε. Δεν χρησιμοποιεί πυξίδα να προσανατολιστεί, διότι αυτή δείχνει μόνο τον Βορρά, ενώ αυτός πάει ανατολικά. Αυτός θα γράψει να διαμαρτυρηθεί προς κάθε κατεύθυνση και για κάθε θέμα, θα γράψει όμως ανώνυμα, ανορθόγραφα, άτονα, και ανόητα και φυσικά τα γραφόμενα του θα πάνε στα άχρηστα.
Αυτός τέλος είναι εκείνος, που την άδεια οδηγήσεως, την ονομάζει δίπλωμα, γιατί είναι το μόνο που διαθέτει.
Γιατί αντιλέγει; Γιατί επιμένει; Διότι είναι εγωιστής.
Δεν μπορεί να αποδεχτεί πως κάποιος άλλος σπούδασε μια επιστήμη και απέκτησε περισσότερες γνώσεις. Αυτός διαβάζει από δω και από κει διάφορα βιβλία, άσχετα μεταξύ τους, αποστηθίζει ρητά και αποφθέγματα, τα οποία σε κάθε ευκαιρία επαναλαμβάνει.
Η αντιλογία που τον χαρακτηρίζει, είναι στο μυαλό του η δικαίωση. Αγνοεί πλήρως ότι η ημιμάθεια είναι πολύ χειρότερη από την αμάθεια.
Αυτός ο άνθρωπος είναι άρρωστος. Χρειάζεται βοήθεια την οποία αρνείται, διότι δεν καταλαβαίνει την ασθένεια του, το αποτέλεσμα είναι να περιθωριοποιείτε. Η μοναξιά θα τον καταλάβει ακόμα και μέσα στο σπίτι του. Παρά ταύτα, εκείνος εμμένει, πως ο κόσμος όλος δεν λειτουργεί σωστά.
Μέχρι εκεί φτάνει το μυαλό του.
Γεννάται λοιπόν ένα εύλογο ερώτημα, πως αντιμετωπίζεις ένα τέτοιο άτομο; Η απάντηση βρίσκεται στην Αγία Γραφή στις παροιμίες,

Πρμ9:8 μὴ ἔλεγχε κακούς, ἵνα μὴ μισῶσίν σε· ἔλεγχε σοφόν, καὶ ἀγαπήσει σε.
Πρμ9:9 δίδου σοφῷ ἀφορμήν, καὶ σοφώτερος ἔσται· γνώριζε δικαίῳ, καὶ προσθήσει τοῦ δέχεσθαι.
Ας αφήσουμε λοιπόν τον κακοπροαίρετο αντιλογέα στις εμμονές του και να ψάξουμε εκείνον το σοφό που θα γίνει σοφότερος σε κάθε ευκαιρία για να ωφεληθούμε.

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2009

Άρχισε η επιστροφή

Πέρασε το Πάσχα του καλοκαιριού, και άρχισε η επιστροφή των παραθεριστών στις εστίες τους. Μαζί τις άρχισαν και οι πρώιμες γκρίνιες. Κάποιοι δεν προμηθεύτηκαν εγκαίρως τα εισιτήρια της επιστροφής, κάποιοι άλλοι γιατί τα δρομολόγια δεν εκτελούνται στην προγραμματισμένη ώρα τους, κάποιοι το καράβι χάλασε, άλλοι λίγοι ευτυχώς δεν έχουν τα χρήματα να επιστρέψουν και γυρεύουν δανικά.
Σε όλη αυτήν την γκρίνια θα πρέπει να προστεθεί ακόμα μία μαλώνουμε τα παιδιά γιατί δεν διαβάζανε αλλά για άλλα ενδιαφερόντουσαν. Τα παιδιά δικαιολογημένα δεν διάβαζαν, διακοπές κάνανε, ναι, αλλά όχι όλα. Είναι και εκείνα που μείνανε μετεξεταστέα, τα παιδία με την ελλιπή απόδοση στα μαθήματα. Έφτασε η ώρα να «τους το βγάλουμε από την μύτη» όπως λέει ο λαός.
Τίθεται λοιπόν το εύλογο ερώτημα τα παιδιά φταίνε για την κακή επίδοση τους ή οι γονείς που τα αναγκάζουν να υπερβούν τις δυνατότητες τους; Θεμιτή η φιλοδοξία του γονιού, το παιδί του να γίνει καλλίτερο από αυτόν, έχει το παιδί όμως τις ικανότητες; Σε αυτά τα ερωτήματα πρέπει να απαντήσει ο δάσκαλος, ο οποίος από παιδαγωγός που ήταν κάποτε έγινε σήμερα υπάλληλος με ωράριο και άνευ ευθυνών. Ο δάσκαλος είναι εκείνος που διακρίνει τις δεξιότητες του παιδιού, και το βοηθά να βρει τον δρόμο του.
Δεν είναι δυνατόν να γίνουν όλοι επιστήμονες, εξίσου χρήσιμοι και απαραίτητοι στην κοινωνία είναι και οι χειρώνακτες. Όσο καλό και αν είναι το ρετιρέ, στο ισόγειο στηρίζεται.Δεν πρέπει εκείνα τα παιδιά που δεν αποδίδουν στα μαθήματα, να τα ταπεινώνουμε γι’αυτό, πρέπει να τα βοηθήσουμε να βρουν τον προσανατολισμό τους.Η άποψη, αυτό που δεν έγινα εγώ να γίνει το παιδί μου, δεν φανερώνει αγάπη αλλά κρύβει πολύ εγωισμό. Αν το παιδί έχει προσόντα είναι απόλυτα σίγουρο πως θα καταφέρει να διακριθεί.

Τρίτη 18 Αυγούστου 2009

Ήθος και ύφος.

Ο Πυθαγόρας από τον Μάιο που άρχισε να συλλογιέται δημόσια στο Blog αυτό, προσπαθεί με κόσμιο τρόπο να εκφράσει τις σκέψεις του, παράλληλα προσκαλεί όλους από το Face book να σχολιάσουν και να θέσουν θέματα.
Η τελευταία ανάρτηση (Άξιος) έτυχε σχολιασμών που δεν συνάδουν με το ήθος και το ύφος του Πυθαγόρα, γι αυτόν τον λόγο και διαγράφονται.
Η ελληνική γλώσσα με τον πλούτο της παρέχει πλήθος συνωνύμων για ποικιλία στην έκφραση. Εκφράσεις του τύπου, παπαδαριού με τις κόκκινες ζαρτιέρες, είναι απαράδεκτες για το επίπεδο αυτής της συζήτησης.
Παρακαλώ δημόσια τον ανώνυμο αυτόν σχολιαστή να στρέψει αλλού την χωλή που του περισσεύει.
Εδώ επιθυμώ ως Πυθαγόρας να απευθύνεται ο λόγος του Blog σε ευπρεπείς και σοβαρούς ανθρώπους.

Κυριακή 16 Αυγούστου 2009

Άξιος

Σε όλες τις υπηρεσίες υπάρχουν αλλαγές προσώπων, παραδόσεις και παραλαβές καθηκόντων και γενικά ανανέωση. Η εκκλησία Θεανθρώπινος οργανισμός δεν εξαιρείται αυτού του κανόνος.
Η ανανέωση γίνεται με την χειροτονία σε κληρικό, από τον Μητροπολίτη Επίσκοπο, ο οποίος έχει αυτό το προνόμιο να μεταδίδει την χάριν της ιεροσύνης, αυτός Μόνος σε όλη την Επαρχία Του.
Κατά την διάρκεια της χειροτονίας την στιγμή που παραδίδει τα άμφια στον χειροτονηθέντα αναβοά ΑΞΙΟΣ, και ο κόσμος αντιφωνεί άξιος. Υπάρχουν κάποιοι που νομίζουν, εσφαλμένα, πως ο Επίσκοπος τους ερωτά και αυτοί απαντούν. Δεν ερωτά άλλα καθιερώνει και βεβαιεί την αξιοσύνη ο Επίσκοπος.
Προτού φθάσει η ώρα της χειροτονίας, έλεγξε, και απεδέχθη την κανονικήν συμαρτυρίαν του πνευματικού Πατρός που έστησε αυτόν ενώπιον της Εικόνος του Χριστού και εξέτασε και όχι μόνο αλλά και παρ’ άλλων αξιόπιστων πληροφορήθηκε την βιωτή αυτού, κρίνοντας αυτόν Άξιον. Οι τυχόν διαφωνούντες για την χειροτονία, μέχρι αυτήν την στιγμή μπορούν να καταθέτουν ενστάσεις. Μετά….

Ἡ θεία χάρις ἡ πάντοτε τὰ ἀσθενῆ θεραπεύουσα καὶ τὰ ἐλλείποντα ἀναπληροῦσα προχειρίζεται τὸν …………εὐξώμεθα οὖν ὑπὲρ αὐτοῦ ἴνα ἔλθη ἐπ’αὐτὸν ἡ χάρις τοῦ παναγίου Πνεύματος.
Μετά ταύτα με την Θεία Χάρη φρέσκια, ο Επίσκοπος επιβάλει και καθιερώνει τον νέο κληρικό.
Ο νέος κληρικός είναι φορέας μεν της Ιεροσύνης, την αντλεί δε από τον Επίσκοπο του. Δίχως της σύμφωνης γνώμης και της Ευλογίας Του δεν γίνεται καμία ιερουργία.
Μάταια κάποιοι νομίζουν πως μπορούν να εκφράσουν εκείνη την ώρα τις αντιρρήσεις τους φωνασκώντας.
Και αν μετά αλλάξει, Τι γίνεται;
Θα το εκλαϊκεύσω περισσότερο λέγοντας, πως ο κληρικός είναι η σωλήνα που μεταφέρει το νερό, εμένα με ενδιαφέρει να ξεδιψάσω.

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2009

Αφοδευτήριο

Στην αυλή του Πυθαγόρα λογίων-λογιών κόσμος μπαινοβγαίνει. Άλλοι από περιέργεια άλλοι από ανάγκη για κουβέντα και παρηγοριά και άλλοι για άλλους διαφόρους και ποικίλους λόγους. Είναι αρκετά μεγάλος ο αριθμός τον χειμώνα και περισσότεροι το καλοκαίρι, αυτοί που έρχονται να με γνωρίσουν και να πούμε.
Μια τέτοια παρέα, νεαρών παραθεριστών πέρασε προχθές απογευματάκι, να θαυμάσουν το ηλιοβασίλεμα, τους προσκάλεσα να κατεβούν για το καθιερωμένο κέρασμα. Ώσπου να το ετοιμάσω είχαν αρχίσει τα σχόλια για μένα, με τα αγόρια να υποθέτουν πως είμαι στρατιωτικός και τα κορίτσια να αντιδρούν. Αιτία η λέξη αφοδευτήριο που είναι γραμμένη στην αναρτημένη πινακίδα.
Τα παλικάρια επιμένανε διότι την λέξη αυτή την είχαν συναντήσει κατά την διάρκεια της στρατιωτικής θητείας τους. Την νομίζανε ως στρατιωτικό όρο που αφορά αυτό που σήμερα στα περισσότερα μέρη γράφεται WC και προφέρεται ως τουαλέτα.
Με αφορμή το παραπάνω γεγονός, η κουβέντα περιστράφηκε στην λεξιπενία που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο Έλληνα. Ενώ έχουμε μια πλούσια σε νοήματα και εκφραστικές δυνατότητες γλώσσα, την εξευτελίσαμε. Διεθνοποιημένες λέξεις και εκφράσεις είναι καθημερινό φαινόμενο, αυτό το συνηθίσαμε. Οι μικτές λέξεις όμως που δύσκολα βγάζεις νόημα, π.χ είμαι νταουνιασμένος, σημαίνει πως είμαι πεσμένος, να σε χελπάρω; Σημαίνει θέλεις βοήθεια; Και πολλές άλλες τέτοιες εκφράσεις, που είναι απογοητευτικές. Ακόμα ποιο τραγικό είναι ο τρόπος που γράφομε στο διαδίκτυο, πέρα από την χρήση των λατινικών χαρακτήρων για ελληνικές λέξεις, φτάσαμε να βάζουμε 8 αντί θ, 3 αντί ξ @ αντί το α, παραλείπουμε τα μισά γράμματα, δηλ τπτ σημαίνει τίποτα, οκ σημαίνει κατάλαβα ή σύμφωνοι και ένα σωρό άλλες άθλιες παρεμβάσεις στο ελληνικό λεξιλόγιο.
Η φτώχεια στις λέξεις έχει σαν επακόλουθο την φτώχεια στις σκέψεις. Όταν ένας άνθρωπος δεν σκέφτεται γρήγορα σκλαβώνεται. Το ζητούμενο σήμερα είναι όχι να μπορούν τα παιδιά μας να μιλούν πολλές ξένες γλώσσες, είναι να μιλούν όσες γλώσσες γνωρίζουν, σωστά, αρχίζοντας από την μητρική τους. Είναι απαράδεχτο να μην λένε πως αφοδεύουν αλλά να λένε πως γεμίζουν τον κόσμο σκ…..

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2009

Δεκαπενταύγουστος

Λίγοι είναι αυτοί που απομείνανε στις μεγάλες πολιτείες ακόμα. Με κάθε τρόπο και μέσο ταξιδεύουν και οι τελευταίοι αδειούχοι. Νεκρώνουν οι πόλεις, ζωντανεύει η ύπαιθρος και τα νησιά. Έρχονται κύματα οι πολιτισμένοι στην επαρχία. Γιατί;
Άλλοι έρχονται από ανάγκη ξεκούραση και άλλοι από υποχρέωση. Υποχρέωση προς τους γεννήτορες, οι οποίοι δεν τους αφήνουν όλο το χρόνο αφρόντιστους. Και λάδι και κρασί και ότι άλλο παράγουν το μερίδιο τους είναι εξασφαλισμένο, και αυτοί σε ανταπόδοση, έρχονται αυτές τις μέρες να τους δουν και να φύγουν φορτωμένοι. Υποχρέωση να βαπτίσουν τα μωρά στο χωριό, που ο παπάς λέει όλα τα γράμματα, , υποχρέωση να παντρευτούν διότι πήραν αλλόθρησκο ταίρι, και πρέπει να κάνουν το θρησκευτικό γάμο να το δούνε και οι γέροι, ή ακόμα διότι η γυναίκα κυοφορεί και πρέπει να γίνει ο γάμος. Βέβαια για την ουσία του μυστηρίου δεν γνωρίζουν πολλά πράγματα, αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες.
Δεν ξεχνούν να νουθετήσουν τους ντόπιους, οι οποίοι πρέπει να αισθάνονται επαρχιώτες και να υπακούουν. Βουλιάζει το νησί μας από τον κόσμο, δικοί μας και ξένοι περνάνε καλά.
Ο Δεκαπενταύγουστος είναι ένα ορόσημο, είναι το Πάσχα του καλοκαιριού, είναι η γιορτή της Παναγίας μας της προστάτιδας του τόπου αυτού που λέγεται Ελλάδα.
Και την επόμενη μέρα αρχίζει η αντίστροφη ροή των παραθεριστών προς τα κέντρα. Φεύγουν παίρνοντας δυνάμεις για όλο τον χειμώνα και προμήθειες για όλο τον μήνα. Αφήνουν πίσω τους πολιτισμό, στοίβες τα σκουπίδια, αξιοθρήνητες παραλίες, χαλασμένα αυτοκίνητα, απλήρωτους λογαριασμούς και ένα σωρό άλλες πληγές.
Ένα μήνα διαρκεί ο ερχομός των παραθεριστών, ένα μήνα κάνει και η αποδημία τους. Και τότε, μετά την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού, κάνουμε και εμείς τον σταυρό μας, επανακυκλοφορούμε στους δρόμους χωρίς νεύρα, χωρίς φάσκελα και βρισιές. Ηρεμούμε για λίγο και ύστερα αρχίζουμε τα παράπονα για την μοναξιά μας. Αχ πότε θα έρθει το καλοκαίρι πάλι να ξαναδούμε κόσμο.