Σάββατο, 29 Αυγούστου 2009

Οι φίλοι

Φιλία είναι η αμοιβαία αγάπη ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα άτομα, που δεν συνδέονται με δεσμούς αίματος. Η λογική έπεται όλων των συναισθημάτων, φυσικά και της φιλίας, που έρχεται ίσα-ίσα για να ικανοποιήσει τον εγωισμό προσφέροντας την δικαίωση. Μια παροιμία εβραϊκή λέγει (φίλος επιζήμιος, εχθρός επικαλείται). Το Ελληνικό φιλότιμο την παραβλέπει, δικαιολογεί στο όνομα της φιλίας και τις μεγαλύτερες θυσίες. Τόνοι μελανιού έχουν ξοδευτεί για να την υμνήσουν.
Ένα τα τέτοιο αφιέρωμα στην φιλία του Δάμωνος και του Φιντία, έγραφε η εφημερίδα σήμερα, και ο Μπαρμπαντώνης δακρυσμένος διάβαζε και ξαναδιάβαζε. Μεσημέριασε και αμίλητος σηκώνεται από την καρέκλα του καφενείου και, κατευθύνεται στην απέναντι γωνιά στην ταβέρνα για να φάει το μεσημεριανό του, ύστερα θα πάει να κοιμηθεί στην καμαρούλα του. Μένει σε μια ταράτσα, και το απόγευμα πάλι καφενείο μέχρι το βράδυ, που θα ξαναπάει για ύπνο. Λίγοι ξέρουν την τόνο της φωνής του, γιατί λίγο και αυτός ανοίγει το στόμα του.
Σήμερα μετά από αυτά που διάβασε, νοιώθει δικαιωμένος για μια φιλία που τον έφερε στην σημερινή του κατάντια, στην σημερινή του μοναξιά και ανέχεια. Περνάει φτωχικά με την σύνταξη τα τελευταία χρόνια, θέλει να φύγει να πάει στο χωριό, μα σε ποιο χωριό; δεν έχει κανέναν. Ενώ αργοπεθαίνει στην ρουτίνα της πολιτείας, με τα τακτικά του δρομολόγια μέχρι το καφενείο και την ταβέρνα, θυμάται, δεν αναπολεί, θυμάται για να δικαιολογεί πράξεις και καταστάσεις, που έζησε χάρη σε μια φιλία.
Είναι γέννημα του Θεσσαλικού κάμπου, την εποχή του μεσοπολέμου. Τον καιρό του Μεταξά τελείωσε το δημοτικό σχολείο, όπου γνώρισε τον Βασίλη. Τους ένωσε ένα παράξενο παιχνίδι με τα ονόματα τους, Βασίλης Αντωνίου και Αντώνης Βασιλείου. Από μικρά παιδιά γίνανε αχώριστοι, παρά το γεγονός ότι προέρχονταν από τελείως διαφορετικά περιβάλλοντα. Ο Βασίλης από εύπορη οικογένεια, ο Αντώνης από μεροκαματιάρηδες γονείς. Η αρχή της φιλίας τους ήταν ένα ζευγάρι παπούτσια, το οποίο χάρισε ο Βασίλης στον Αντώνη, Χριστουγεννιάτικο δώρο. Ο Αντώνης κυκλοφορούσε με πάνινα παπούτσια, χειμώνα καιρό, διότι δεν υπήρχε η δυνατότητα να του αγοράσει ο πατέρας του άλλα, και ο Βασίλης του έφερε εκείνα που του πήρε ο δικός του πατέρας, ολοκαίνουργια στο κουτί. Ήταν μεγάλη η υποχρέωση που ένοιωσε ο Αντώνης απέναντι στο Βασίλη, που ορκίστηκε να διατηρήσει μαζί του αιώνια φιλία, ένας λόγος παραπάνω, ήτανε και το ξύλο που έφαγε ο Βασίλης από την μάνα του, για το χάρισμα. -Στο κάτω-κάτω του είπε να έδινες τα παλιά σου να φορέσει,- και εκείνος απήντησε, -παλιά είχε καινούργια του λείπανε-.
Ήρθε ο πόλεμος και η κατοχή, οι δρόμοι τους χώρισαν, τα παιδιά μπορεί να κλαίγανε, οι γονείς τραβούσαν τον πεπρωμένο τους. Αντάρτης ο ένας με τον Ζέρβα, μαυραγορίτης καιροσκόπος ο άλλος. Το τέλος του πολέμου τους βρήκε χώρια. Είχαν ορφανέψει και οι δύο, του Αντώνη η μάνα δεν άντεξε τις κακουχίες, του Βασίλη ο πατέρας σκοτώθηκε από τους πατριώτες, η μάνα του μάζεψε ότι μπορούσε και πήγε στην Αθήνα, άνοιξε μεγάλο εμπορικό κατάστημα στην Αιόλου, και το χρήμα εξακολουθούσε να ρέει άφθονο. Ο πατέρας του Αντώνη τραυματίας πολέμου, κατάφερε με χίλια ζόρια, να εξασφαλίσει μια άδεια για περίπτερο στην Λάρισα και το ψωμί ήταν πάντα λιγοστό και αβέβαιο.
Τους φίλους που χώρισε ο πόλεμος, τους ένωσε πάλι ο στρατός. Ίδια καταγωγή είχαν και ίδια ηλικία, μαζί εκκλήθηκαν να υπηρετήσουν θητεία. Στο κέντρο εκπαιδεύσεως ξαναντάμωσαν, χαρήκανε αμφότεροι και ανανεώσανε την φιλία τους. Είχαν και ένα λόγο παραπάνω τώρα. Ο γιατρός τους εξήγησε πως είχαν την ίδια σπάνια ομάδα αίματος, Ο- που δεν δέχεται μετάγγιση από καμία άλλη ομάδα. Τους προέτρεψε δε να διατηρούν επαφή για αλληλοβοήθεια στην κακιά την ώρα.
Μετά την βασική εκπαίδευση, μαζί πήγανε στην μονάδα τους κάπου στο Δομοκό. Γεροδεμένος και λιγομίλητος ο Αντώνης, πλαδαρός και φαφλατάς ο Βασίλης. Πειθαρχία και εργατικότητα χαρακτήριζε τον έναν, πονηριά και ανεμελιά τον άλλον. Απορούσαν οι υπόλοιποι φαντάροι, πως αυτοί οι δύο είναι τόσο στενοί φίλοι. Ο Αντώνης άνθρωπος την προσφοράς, πολλές φορές φύλαξε σκοπιά στην θέση του Βασίλη, και αυτός σε ανταπόδοση κερνούσε στις εξόδους τους. Είχε χρήματα αφού, οι επιταγές της μάνας ερχόντουσαν συνέχεια, το μαγαζί πήγαινε καλά.
Κάποιο πρωινό, ο διοικητής κάλεσε τον Αντώνη, να του ανακοινώσει πως ο πατέρας του δεν ζει πλέον, και του έδωσε λίγες μέρες άδεια να πάει στην Λάρισα να πράξει τα δέοντα. Αυτός μετά την κηδεία, πούλησε την άδεια του περιπτέρου, και τα λιγοστά έπιπλα στον παλιατζή, έβαλε τα χρήματα στην τράπεζα για έχει «σιρμαγιά» να ξεκινήσει την ζωή του μετά τον στρατό. Επέστρεψε στην μονάδα του ακόμα πιο λιγόλογος, ήταν πλέον μόνος στην ζωή και αποφασισμένος να την κερδίσει. Ο φίλος του τον παρηγόρησε λέγοντας –μην σε νοιάζει υπάρχει το μαγαζί στην Αθήνα που μπορεί να μας συντηρήσει- και ο Αντώνης προβληματιζόταν.
Λίγες εβδομάδες μένανε για να απολυθούν οι φίλοι από τον στρατό. Σε μια έξοδο, μέθυσε ο Βασίλης, δημιουργήθηκε λεκτικό επεισόδιο, επέμβει ο Αντώνης να τον υπερασπιστεί, με αποτέλεσμα την άλλη μέρα να τιμωρηθεί με ένα μήνα φυλακή, «δια τραυματισμό πολιτών» ενώ ο Βασίλης πήρε 8 μέρες κράτηση, «δια μέθη».
Απολύεται η σειρά τους, ένας-ένας φεύγουν. Αποχαιρετά ο Βασίλης, τον Αντώνη, -σε περιμένω στην Αθήνα- αυτός όμως έχει άλλες τριάντα βασανιστικές ημέρες να ζήσει μέσα στο στρατόπεδο. Είναι οι ημέρες περισυλλογής. Τα ερωτήματα που τον βασανίζουν πολλά, που θα ζήσει, που θα δουλέψει, πως θα πορευτεί. Τα χρήματα που διαθέτει είναι λιγοστά. Να πάει στην Αθήνα να βρει τον Βασίλη ή μήπως εκμεταλλεύεται την φιλία του.
Περνώντας την πύλη με το απολυτήριο στην τσέπη, είχε πάρει τις αποφάσεις του. Νίκησε ο εγωισμός την φιλία. Δεν θα πήγαινε στην Αθήνα, θυμότανε τα λόγια του πατέρα του -το μαγαζί αυτό στήθηκε με το αίμα του λαού και όπου ανεμομαζώματα διαβολοσκορπίσματα-. Θα πήγαινε στην Λάρισα να ζήσει. Έτσι ξαναχώρισαν οι φίλοι.
Νοίκιασε ο Αντώνης ένα καμαράκι στην αυλή του παπάΛευτέρη, που τον δέχθηκε σαν δικό του άνθρωπο. Παράλληλα γέμισε δυο βαλίτσες με εμπορεύματα λογιών-λογιών και με ένα πτυσσόμενο τραπεζάκι γύρναγε την πόλη όπου υπήρχε πανηγύρι να βγάλει το μεροκάματο -τίμια και όμορφα- όπως έλεγε και ο πατέρας του. Γρήγορα κουράστηκε από την μιζέρια. Η αβεβαιότητα του μεροκάματου από την μια και το κρυφοκοίταγμα της Σοφούλας της παπαδοκόρης από την άλλη, τον έκαμαν να δυσανασχετεί. -Να την ζητήσω και πως θα την ζήσω;- Βασανιστικό το ερώτημα. Το έθεσε στον νοικοκύρη του, τον Παπά, ο οποίος δεν αντέδρασε άσχημα, αντιθέτως συμφώνησε μαζί του, στα νέα του σχέδια, να κατέβει δηλαδή στην Αθήνα να βρει τον Βασίλη και να κοιτάξει τι μπορεί να κάνει.
Ένα πρωινό έκαμε την εμφάνιση του στο μαγαζί της Αιόλου, η μάνα του Βασίλη δεν φάνηκε χαρούμενη με αυτήν την επίσκεψη, διεύθυνε την επιχείρηση με πολύ μαεστρία και αυτή μεγάλωνε. Είχε και αντιπροσώπους σε διάφορες πόλεις της Ελλάδος. Ποιός ξέρει τι μπορεί εκείνη την στιγμή να είχε στο μυαλό της γι’ αυτήν τη επίσκεψη. Όταν αργοπορημένος ήρθε, ως συνήθως, ο Βασίλης αγκάλιασε τον φίλο του, τον περίμενε από καιρό σίγουρος πως θα ερχόταν. Δεν δέχθηκε την φιλοξενία που του πρόσφερε, επειδή διέβλεπε την οργισμένη αντίδραση της μάνας του. Ήξερε να προλαμβάνει δυσάρεστες καταστάσεις. Σε ξενοδοχείο κατέλυσε.
Ο Βασίλης πρόσφερε δουλειά σταθερή στην επιχείρηση, ο Αντώνης αρνιόταν πεισματικά, να γίνει υπάλληλος του φίλου του. Μετά από ατέρμονες συζητήσεις, στις οποίες αντιπάλευαν ο εγωισμός με την φιλία, κατέληξαν οι δύο φίλοι σε αποφάσεις. Θα άνοιγε δικό του εμπορικό ο Αντώνης, συνοικιακό μικρό αλλά δικό του. Το κεφάλαιο που διέθετε ήτανε ελάχιστο, όμως με δάνειο από την τράπεζα θα ξεκινούσε. Για το δάνειο χρειαζότανε εγγυητής, αυτός θα ήτανε ο Βασίλης.
Έτσι στήθηκε το μαγαζί του Αντώνη στον Βύρωνα. Ευγενικός, λιγομίλητος, ευπρεπής με τις πελάτισσες γρήγορα καθιερώθηκε ο Αντώνης. Αντίθετα ο Βασίλης καρδιοκατακτητής γλεντζές και ξενύχτης, συνέχιζε να απολαμβάνει όλα εκείνα που η ζωή του προσέφερε απλόχερα. Αραιώσανε οι συναντήσεις των δύο φίλων. Όποτε αντάμωναν, -έτσι για κανένα κρασάκι, που λέει ο λόγος-, μετά τα πρώτα ποτηράκια, ο Βασίλης θα ξαμολούσε την συνηθισμένη ατάκα του, -χωρίς την βοήθεια μου δεν θα κατάφερνες τίποτα- και ο Αντώνης ταπεινωμένος το ανεχότανε, δικαιολογούσε στο όνομα της φιλίας, κάθε προσβολή από τον κακομαθημένο Βασίλη.
Όταν νόμισε πως στέκει καλά το μαγαζί του, ο Αντώνης κίνησε για την Λάρισα να βρει το παπάΛεφτέρη, να του ζητήσει την Σοφούλα για γυναίκα. Πήρε μαζί με την ευχή του, και οικονομική ενίσχυση για να στηθεί το καινούργιο σπιτικό. Στην Λάρισα έγινε ο γάμος, στον Βύρωνα εγκαταστάθηκε το ζευγάρι και πολύ σύντομα απέκτησε δικό του ιδιόκτητο σπίτι. Ο Αντώνης με την Σοφούλα δίπλα του, αισθανόταν δυνατότερος, ήταν ευτυχισμένος. Πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια δεν ήτανε μόνος. Άφηνε την γυναίκα στο μαγαζί, έπαιρνε το αυτοκίνητο και ξαμολιότανε στις γειτονιές και στα παζάρια για να μεγαλώσει την δουλειά του. Η άμιλλα με τον φίλο του έγινε ανταγωνισμός. Φάνηκε προς στιγμή, πως θα νικούσε ο εγωισμός την φιλία.
Και ήρθε ο θάνατος της μάνας του Βασίλη, που αισθάνθηκε άβολα πρώτη φορά στην ζωή του. Έμεινε μόνος, να διευθύνει την επιχείρηση και να κουμαντάρει το προσωπικό που απασχολούσε. Ανέλαβε ευθύνες άγνωστες σε αυτόν και παραπάνω από τις δυνατότητες του. Και επειδή το χούι βγαίνει τελευταίο, δεν σταμάτησε ούτε και τώρα την άσωτη και ανέμελη ζωή του. Είχε πάντα τις ελπίδες στην φιλία του Αντώνη.
Αναζωπυρώθηκε η φιλία τους. Νοικοκύρης ο Αντώνης καλούσε το φίλο του στο σπιτικό του, ο Βασίλης πάλι άρχισε να καταλαβαίνει πως υπάρχουν άνθρωποι ακόμα με αγνά αισθήματα, και να δικαιολογεί την εμμονή του φίλου του, να μην γίνει τότε, υπάλληλος του. Το τριγύριζαν τώρα λογιών-λογιών τρωκτικά, τρώγοντας και ροκανίζοντας ότι μπορούσαν. Σταμάτησε την περίφημη ατάκα του - χωρίς την βοήθεια μου δεν θα κατάφερνες τίποτα - διότι συνειδητοποίησε πως δεν ευσταθούσε. Απολάμβανε την φιλοξενία, αλλά παράλληλα ζήλευε την ευτυχία του Αντώνη, και έβαλε στόχο, να κατακτήσει την Σοφούλα.
Ο Αντώνης έλειπε συχνά σε ταξίδια. Αθώα αυτή, επιτήδειος κατακτητής αυτός, δεν άργησε να πετύχει τον σκοπό του. Επιστρέφοντας από κάποιο ταξίδι, βρήκε την πόρτα κλειδωμένη και στο τραπέζι το σημείωμα της ενοχής. Είχαν φύγει για την Βενετία, να χαρούν την αγάπη τους, έγραφε.
Ένα μήνα αργότερα επέστρεψαν, και οι εξελίξεις υπήρξαν ραγδαίες. Επεδίωξε η Σοφούλα να συναντηθούν να κανονίσουν τα του διαζυγίου, που ποτέ δεν εκδόθηκε. Αυτός ψύχραιμα αντέδρασε, με την ανωτερότητα που τον διέκρινε, ζήτησε να είναι και Βασίλης παρών. Και τότε ο εγωισμός υπερίσχυσε της φιλίας, και ο Αντώνης επέστρεψε την ατάκα - χωρίς εμένα δεν θα κατάφερνες ποτέ να βρεις γυναίκα για σπίτι-.
Λογαριάζανε όμως όπως λέει ο λαός χωρίς τον ξενοδόχο. Ο παπαΛευτέρης δεν άντεξε το μαντάτο, ένα καρδιακό επεισόδιο έφερε το μοιραίο. Και ανετράπη όλη η κατάσταση. Μετά την εξόδιο ακολουθία, η Σοφούλα δεν ξαναγύρισε στην Αθήνα. Με την προτροπή και της μητέρας της, προτίμησε αποσυρθεί σε μοναστήρι για την υπόλοιπη ζωή της.
Οι δύο φίλοι αραιώσανε τις επαφές τους, βλεπόντουσαν όμως κατά καιρούς, να πιούν κανένα κρασάκι, να θυμηθούν ευχάριστες και δυσάρεστες στιγμές, να λένε πως για μια γυναίκα δεν πρέπει να χαλάνε οι φιλίες και να κατηγορήσουν τον μοναχισμό που τους στέρησε την Σοφούλα.
Μιλούσαν για δουλειές, του μεν Αντώνη μεγαλώνανε του δε Βασίλη συρρικνωνόντουσαν. Σε μια από αυτές τις συναντήσεις, έσκασε η μπόμπα. Ο Βασίλης δυσκολευόταν οικονομικά, χρειάζονταν δάνειο για να σταθεί. Η τράπεζα απαιτούσε εγγυητή και υποθήκες, αυτός δεν εύρισκε. Το φιλότιμο του Αντώνη δεν άντεξε να βλέπει το φίλο του σε αυτήν την κατάσταση, -εγώ είμαι εδώ, μην φοβάσαι για τίποτα-Υπερεκτίμησε τις δυνατότητες του, ξέχασε τα λόγια του πατέρα του ανεμομαζώματα διαβολοσκορπίσματα. Την επομένη στην τράπεζα υπέγραφε, ότι, του δίνανε να υπογράψει, η φιλία εδώ υπερίσχυε. Αργότερα και ενώ τρώγανε υπερίσχυε ο εγωισμός, -χωρίς την βοήθεια μου δεν θα κατάφερνες τίποτα, κάποτε μου το έλεγες εσύ τώρα το λέγω εγώ-.
Δυο χρόνια δεν είχανε περάσει καλά-καλά, και ο Αντώνης απόβραδο ταξίδευε, επιστρέφοντας από την Χαλκίδα, ακούει στο ραδιόφωνο, πως επειγόντως ζητούσαν αίμα της ομάδος (0-) της δικής του, επειδή ήταν σπάνιο υπήρχε μεγάλη ανάγκη να σπεύσει όποιος μπορεί, η ζωή θύματος τροχαίου κινδυνεύει άμεσα. Το φιλότιμο του τον προστάζει να μην χάνει καιρό. Κατευθύνεται στον Ερυθρό Σταυρό.
Έκπληκτος διαπιστώνει πως το θύμα του τροχαίου ήταν ο φίλος του ο Βασίλης. Του εξηγά ο γιατρός πως η μετάγγιση πρέπει να γίνει άμεσα και πως οι πιθανότητες επιτυχίας είναι λίγες. Ξαπλώνει στο διπλανό κρεβάτι και αρχίζει η διαδικασία, για μια στιγμή ανοίγει τα μάτια ο Βασίλης, βλέπει το φίλο του στο άλλο κρεβάτι, και μειδίασε με ανακούφιση. Έμελε όμως να είναι και το τελευταίο του χαμόγελο, γιατί σε λίγο παρέδωσε το πνεύμα του. Ο Αντώνης συγκλονισμένος σηκώθηκε από το κρεβάτι, και πλησίασε το νεκρό φίλο του λέγοντας πικρόχολα -χωρίς την βοήθεια μου δεν θα κατάφερνες τίποτα, ούτε και να πεθάνεις-. Ήτανε τότε στην μέση ηλικία.
Από τότε άρχισε η κατάρρευση. Άρχισε η τράπεζα να κάνει εκκαθάριση της εταιρίας του Βασίλη. Οι αποζημιώσεις του προσωπικού, τα χρέη, τα δάνεια και όλη η κακοδιαχείριση, πρόβαλαν τώρα απαιτώντας και απειλώντας. Ο Αντώνης εγγυητής, κατέβαλε όσα μπορούσε. Τα χαρτιά που υπέγραφε χωρίς να εξετάζει τι γράφουν, τα πλήρωνε τώρα και με το παραπάνω. Άρχισαν οι κατασχέσεις, στην αρχή το σπίτι μετά στα εμπορεύματα, και παρά τον δικαστικό αγώνα που έκαμε, έχανε συνέχεια. Έμεινε στην ψάθα που λέει ο λαός. Τον λυπήθηκε ένας γείτονας και του έδωσε το καμαράκι στη ταράτσα του, να μένει όσο θέλει, στην ουσία ήτανε άχρηστο πλυσταριό.
Κατάφερε να βγάλει μειωμένη σύνταξη, και ένα βοήθημα από την πρόνοια να ζήση. Δεν είχε χωριό να πάει, δεν είχε δικούς του ανθρώπους.
Κάθε πρωί λοιπόν, πήγαινε στο καφενείο και καθότανε μέχρι το μεσημέρι, ύστερα στην ταβέρνα του Πέτρου για φαγητό, λίγο ύπνο και ξανά στο καφενείο σε μια άκρη αμίλητος διάβαζε όλες τις εφημερίδες.
Στην ταβέρνα του Πέτρου τον γνώρισα κι εγώ. Μοιραζόμασταν το ίδιο τραπέζι πολλές φορές, με συμπαθούσε, και μου μιλούσε, διότι λέει, του έμοιαζα. Η ιστορία μου πρέπει να γίνει βιβλίο έλεγε, να μάθει ο κόσμος, αυτό που έλεγε ο πατέρας μου -ανεμομαζώματα διαβολοσκορπίσματα-.
Στην ταβέρνα του Πέτρου πήγαινε μέχρι που έφυγα από την Αθήνα, και μετά χαθήκαμε, τι να γίνεται άραγε ο ΜπαρμπΑντώνης;

Δεν υπάρχουν σχόλια: