Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2009

Ο Χειμώνας ήρθε

Άλλαξε η ώρα, πέρασε η εθνική Επέτειος του Όχι, και μπήκαμε και τυπικά πλέον στην χειμερινή περίοδο, άσχετα αν το λέμε φθινόπωρο, η αλλαγή της ατμόσφαιρας, έκανε και την πατρίδα μας να έχει δύο εποχές. Η άνοιξη και φθινόπωρο εξαφανίστηκαν.
Βγαίνουν τα χειμερινά ρούχα από τα μπαούλα, στρώνονται χαλιά και κουρελούδες, μπότες και γαλότσες έχουν την τιμητική τους. Μπαίνει στην άκρη η σφουγγαρίστρα και αναλαμβάνει καθήκοντα η ηλεκτρική σκούπα.
Πόσες παραδόσεις σχετίζονται με τον χειμώνα; δεν μετρώνται. Στα μοναστήρια των Μετεώρων, την ημέρα του Αγίου Δημητρίου άναβε το τζάκι, και παρέμενε αναμμένο μέχρι του Αγίου Κωνσταντίνου τον Μάιο, τότε μόνο το σβήνανε, σήμερα είναι διαφορετικά αφού διαθέτουν κεντρική θέρμανση και είναι όλοι οι χώροι ζεστοί.
Στην Κρήτη πάλι περιμένουν του Αγίου Γεωργίου, την ανακομιδή των λειψάνων του στις 3 Νοεμβρίου, για να ανοίξουν τα βαρέλια με το φρέσκο κρασί και να αρχίσουν τις ετοιμασίες για το λιομάζωμα, που θα ξεκινήσει μετά τον Άγιο Νικόλα στις 6 Δεκεμβρίου.
Είναι δυνατόν να γραφτούν κατεβατά ολόκληρα, για την ζωή των Ελλήνων της επαρχίας, των αγροτών ιδιαίτερα, που συνδυάζονται με κάποιο Άγιο της Εκκλησίας, του οποίου τη Χάρη επικαλούνται για να ξεκινήσουν την δουλειά.
Στις πολιτείες τα πράγματα είναι αλλιώς, χειμώνας και καλοκαίρι, λίγη διαφορά έχουν, το χειμώνα κλείνουν πόρτες και παράθυρα, για την βροχή και το κρύο, ανάβουν τα καλοριφέρ και χαζεύουν την τηλεόραση. Το καλοκαίρι πάλι κλείνουν πόρτες και παράθυρα, για το θόρυβο και την ζέστη, ανάβουν τα κλιματιστικά, και χαζεύουν τηλεόραση.
Ο άνθρωπος της πολιτείας έχασε πολύ από την ανθρωπιά του, το κυνήγι του μεροκάματου, που ποτέ δεν επαρκεί, είναι ένας διαρκής και ανελέητος αγώνας. Σε αυτόν τον αγώνα δεν του μένει καιρός να αναπτύξει άλλα ενδιαφέροντα.
Στην πόλη ακόμα και την καλημέρα χρειάζεται να την αγοράσεις. Ακόμα και εκείνοι που δουλεύουν στα εργοστάσια, και υποτίθεται πως είναι εξασφαλισμένοι, (μόνιμο μεροκάματο και ασφάλιση,) ζουν με το άγχος. Το εισόδημα τους είναι σταθερό, οι υποχρεώσεις όμως πολλαπλασιάζονται, οι απαιτήσεις του συγχρόνου τρόπου ζωής είναι πολυδάπανες.
Είμαστε που λέει ο Λαός (στο έμπα του χειμώνα), ας αφήσουμε λίγο από τις δικές μας σκοτούρες, και να σκεφτούμε κάποιους άλλους, που περνάνε δυσκολότερα. Δεν θα πω για κείνους που έχουν πόλεμο και είναι μακριά μας, αλλά για τους συμπολίτες, υπάρχουν άστεγοι, υπάρχουν άνεργοι, υπάρχουν ανάπηροι, υπάρχουν άποροι, ας ρίξουμε όλοι γύρω μια ματιά και αν δεν μπορούμε να βοηθήσουμε, ας πούμε δόξα τω Θεώ, είμαι καλά γιατί υπάρχουν χειρότερα.

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2009

Ο σκύλος

Τα σχόλια που ακολούθησαν την ανάρτηση με θέμα την απανθρωπιά, αφορούσαν περισσότερο την ανθρωπιά του ζώου και λιγότερο την κατάντια του ανθρώπου.




Πολλά χρόνια τώρα έχω κατοικίδια ζώα συντροφιά, μια εποχή είχα φτάσει τον αριθμό των γατιών 40, από δύο μικρά πεταμένα στα σκουπίδια. Και ενώ αυτά καθάρισαν μια μεγάλη έκταση από φίδια και ποντίκια, άρχισαν να εξαφανίζονται απότομα και σε τέσσαρες ημέρες δεν είχε μείνει ούτε ένα. Λυπήθηκα, αλλά ο ανθρώπινος παράγοντας είναι ανεξέλεγκτος.
Κάποια εποχή που ζούσα μέσα στο δάσος της Καλαμπάκας, είχα δύο σκυλιά, κοπρίτες, ένα μικρό μαύρο, το έλεγα σκύλα, και ένα μεγαλόσωμο το φώναζα ρόνι, προς τιμήν του Ρόλαντ Ρήγκαν, πρόεδρου της Αμερικής. Νοέμβριος μήνας ήταν, του 1986.
Κάποιο σούρουπο άρχισε να βρέχει δυνατά και ασταμάτητα. Ο ρόνι είχε τρελαθεί να γαυγίζει και να ορμά μια στην πόρτα και μια επάνω μου. το κοιτούσα και απορούσα τι ήθελε, με τα πολλά άνοιξα την πόρτα και το άφησα, αλλά δεν έφευγε. Έβαλα την μουσαμαδιά και τον ακολούθησα, η σκύλα ξωπίσω μου και παραπίσω παρά την βροχή ένα γατάκι που είχα μαζέψει εκείνες τις μέρες. Με οδήγησε ο σκύλος στην ρεματιά που είχα τον νεροσυλλέκτη.
Εκεί διαπίστωσα ότι το νερό είχε γίνει χείμαρρος, και κινδύνευε να παρασυρθεί όλη την κατασκευή. Προσπαθώντας να περισώσω το μηχάνημα (αντλία), γλίστρησα, πιάστηκα από το δέντρο αλλά μου έφυγε το καπέλο. Το μικρό σκυλί όρμησε μέσα στο νερό για να το πιάσει, και το νερό το παρέσυρε, το μεγάλο τριβότανε απάνω μου.
Γύρισα πίσω λυπημένος και κουρασμένος από την προσπάθεια, αλλά και παράλληλα προβληματισμένος, διότι χωρίς αντλία πώς θα ερχότανε το νερό στο καλύβι. Όταν έκατσα δίπλα στην σόμπα, αφού άλλαξα ρούχα, ο ρόνι ήρθε δίπλα μου, να με παρηγορήσει με τον τρόπο του, αψηφούσε τα δικά του χάλια και μου έκανε παιχνίδια. Το γατάκι είχε στεγνώσει και ροχάλιζε δίπλα στην σόμπα.
Ήθελα να φωνάξω, δεν μπορούσα από το κρύο, ήθελα να μιλήσω αλλά σε ποιόν, ο σκύλος σύντροφος, όσο καλός και χρήσιμος κι αν είναι, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υποκαθιστά την ανθρώπινη παρουσία.
Κόντευε να ξημερώσει, όταν ο ρόνι άρχισε να γρυλίζει, μάταια προσπαθούσα να καταλάβω, το ζωντανό έτρεχε στην πόρτα και γυρνούσε, πήγα να ανοίξω και απέξω ήταν η σκύλα με το καπέλο μου στο στόμα, την υποδέχθηκε ο σκύλος και την οδήγησε κοντά στην σόμπα. Το γατάκι κοιμότανε και ροχάλιζε. Η αλληλεγγύη μεταξύ των σκυλιών, με έκανε να προβληματιστώ πολύ τότε, αν την είχαν οι άνθρωποι αυτήν την αλληλεγγύη και την συμπόνια μεταξύ τους, θα ήταν αλλιώς ο κόσμος.
Δυο μέρες αργότερα, η σκύλα ψόφησε, την έθαψα και ξεκίνησα για την βάση μου, για ανεφοδιασμό. Ο σκύλος από κοντά, τον έδιωχνα να γυρίσει στο καλύβι, δεν άκουγε, δύο βήματα πήγαινε πίσω και αμέσως με ακολουθούσε πάλι. Χειμώνας, και στο δάσος δεν είναι καθόλου ευχάριστη η πορεία. Πήγα και γύριζα με τις προμήθειες και ο ρόνι με ακολουθούσε. Κόντεψα να φτάσω στο καλύβι, όταν άρχισε να τρέχει έξαλα, τον ακολούθησα μέχρι το λάκκο που είχα θάψει την σκύλα, εκεί διαπίστωσα πως κάποιο άλλο ζώο, την είχε ξεθάψει και την είχε φάει. Ο ρόνι δεν ήθελε να περάσει την πόρτα, καιροφυλακτούσε γύρω γύρω από τον λάκκο. Το σούρουπο, ακούστηκε μια ντουφεκιά, βγήκα έξω βιαστικά και τον είδα ξαπλωμένο κάτω να σπαρταρά, από το ρέμα ερχότανε κάποιος άνθρωπος, με το δίκαννο στο χέρι, δικός σου είναι; Μου ξέκανε 7 γίδια. Αμίλητος τον κοίταξα. –θα με κεράσεις ένα τσίπουρο; Έγνεψα αρνητικά, πήρα το φτυάρι και μεγάλωσα το λάκκο για να χωρέσει τον ρόνι.

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009

Απανθρωπιά

Από το Άλμπουμ
«Wall Photos» από Helen Helen

Βλέποντας την φωτογραφία αυτή, θέλοντας και μη λυπάσαι, απεικονίζει ένα νέον άνδρα εξαιρετικά ταπεινωμένο και θλιμμένο.

Γράφει πολύ εύστοχα ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός «τέσσαρα είναι τα είδη της λύπης. Η κατάθλιψη, η στεναχώρια, ο φθόνος και η συμπάθεια, κατάθλιψη είναι η λύπη που αφαιρεί την φωνή, στεναχώρια είναι η λύπη που βαραίνει την ψυχή, φθόνος είναι η λύπη για την ξένη ευτυχία και συμπάθεια είναι η λύπη για την ξένη δυστυχία». Στην προκειμένη περίπτωση ταιριάζουν και τα τέσσαρα είδη.
Για να κάτσει στην μέση του δρόμου, κάποια αιτία υπήρξε, πιθανόν κάποιο παραστράτημα, κάποια παρανομία, της οποίας πλήρωσε το τίμημα ή ακόμα το πληρώνει, κι όμως αυτός ο άνθρωπος αυτό που ζητά είναι η επανένταξη, είναι μια δεύτερη ή μια τρίτη ευκαιρία, την δικαιούται, γιατί τον καταδικάζει έτσι η κοινωνία; Αυτός ο νέος χρειάζεται μια ζεστή αγκαλιά και την βρήκε στο σκύλο, αφού ο άνθρωπος του το αρνείται. Ο σκύλος, το ανόητο αυτό κτήνος, έδωσε σε αυτόν τον άνθρωπο λόγο για να ζήσει, το περιεχόμενο του καπέλου, που έχει απλωμένο για την όποια ελεημοσύνη του δώσουν οι περαστικοί, είναι απόλυτα βέβαιο πως θα το μοιραστούν δίκαια.
Πιθανόν όμως να μην συμβαίνει κάτι τέτοιο, να είναι πιθανόν ένα ακόμη θύμα της οικονομικής κρίσης, που μας λένε οι ειδήμονες. Μπορεί να είναι άστεγος από φυσική καταστροφή, από σεισμό ή από οτιδήποτε άλλο φανταστούμε, μπορεί, μπορεί, μπορεί. Το σίγουρο είναι πως ο δυστυχής αυτός δεν μπορεί να σηκώσει το κεφάλι ψηλά.
Πρέπει να μένουμε άφωνοι και στενοχωρημένοι βλέποντας τον, να φθονούμε την ευτυχία του σκύλου και να λυπόμαστε για την κατάντια του ανθρώπου.


Εδώ τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα.


ΚΕΝΟΔΟΞΙΑ

Αββά Ισαάκ του Σύρου
῾Ο κύων ὁ λείχων τό ῥινίον, ἐκ τοῦ αἵματος ἑαυτοῦ πίνει, καί οὐκ οἶδε τήν βλάβην αὐτοῦ ἐκ τῆς γλυκύτητος τοῦ ἰδίου αἵματος· καί ὁ Μοναχός ὁ κλίνων πιεῖν κενοδοξίαν, ἐκ τῆς ζωῆς αὐτοῦ συμπίνει, καί οὐκ αἰσθάνεται τῆς βλάβης αὐτοῦ ἐκ τῆς γλυκύτητος τῆς πρός ὥραν γινομένης.῾Η δόξα ἡ κοσμική πέτρα ἐστίν ἐν τῇ θαλάσσῃ σκεπαζομένη ὑπό τῶν ὑδάτων, καί οὐ γινώσκεται τῷ ναύτῃ, ἕως ἄν ἐπιστῇ ἐν αὐτῇ τό πλοῖον κάτωθεν, καί πληρωθῇ ὕδατος· οὕτως ἡ κενοδοξία ποιεῖ εἰς τόν ἄνθρωπον, ἕως ἄν βυθίσῃ καί ἀπολέσῃ αὐτόν.

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009

Η παράδοση

Μια προσφιλής παρομοίωση που συνηθίζω είναι η αυτή που παρουσιάζει τον ιερέα με σωλήνα που μεταφέρει τον νερό, έτσι αυτός που διψά για την χάρη του Θεού αδιαφορεί για την ποιότητα της σωλήνας και τρέχει στην άκρη να ξεδιψάσει.
Ο Επίσκοπος της Εκκλησίας είναι εκείνος, που έχει την διαρκή διαδοχή από τον καιρό των Αποστόλων, μέχρι σήμερα, ακόμα είναι εκείνος που έχει το προνόμιο να μεταδίδει την ιεροσύνη στον άμεσο βοηθό του, τον Ιερέα. Ο Ιερέας είναι ο φορέας της ιεροσύνης, στον οποίο θα προστρέξουμε για ότι μας απασχολεί, προκειμένου να βρούμε την χάρη του Κυρίου μας και να ξεδιψάσουμε. Ο Επίσκοπος μαζί με τον Ιερέα είναι η ζωντανή και συνεχής παράδοση της Εκκλησίας 20 αιώνες τώρα. Αν υπάρχει και καμιά τρύπα στο λάστιχο καμιά φορά, στάζουν σταγόνες και γίνονται λασπόνερα, αυτά δεν ξεδιψάνε, η μεγάλη ποσότητα της χάριτος αδιάκοπα τραβά το δρόμο της.
Τα τελευταία χρόνια αναβιώνουν κατά τόπους παλαιά έθιμα, και αυτά τα ονομάζουμε παράδοση. Είναι θεμιτά όσο δεν άπτονται της Θείας Λατρείας.
Υπάρχουν δυστυχώς και στην εκκλησία οι βασιλικότεροι του Βασιλέως, οι ζηλωτές ή κατά φαντασία πιστότεροι και καλλίτεροι Χριστιανοί, που επιδιώκουν να επιβάλουν τρόπους συμπεριφοράς όπως αυτοί τους αντιλαμβάνονται. Περιορίζουν την Πίστη μας, στο τι έφαγες, πόσες εικόνες προσκύνησες, και σε πόσα ξωκλήσια και πανηγύρια παρευρέθηκες. Η πρόχειρη απάντηση για όλα έτσι το έκανε η γιαγιά μου ή η μαμά μου. κάποιες άλλες ποιο αφελείς, φοβερίζουν τα παιδάκια με τον Παπά, και μετά θέλουν το παιδάκι να πάει χαρούμενο να κοινωνήσει, είναι ποτέ δυνατόν; Ερμηνεύουν χωρία και αποφθέγματα της Γραφής χωρία να ξέρουν να διαβάσουν, επιμένοντας πως έτσι τα βρήκαμε και έτσι θα τα παραδώσουμε.
Ας μην γελιόμαστε, από εκεί δεν ξεδιψάει κανείς, αυτά είναι τα λασπόνερα. Κοινωνούν από παράδοση και αποτρέπουν και άλλους να προσέλθουν στο Ποτήριο της Ζωής, γιατί δεν είναι έτοιμοι, που το ξέρουν τάχα; Επικριτικά στέκονται «νήστεψες, ξομολογήθηκες;» και λόγο ηλικίας δεν τις αποπαίρνουμε. Όμως η απάντηση θα πρέπει να είναι «κοίτα κυρά μου την δουλειά σου». Αυτές οι γυναίκες δεν είναι παράδοση, είναι μπελάς.
Υπάρχουν Ιερείς Πνευματικοί, που πρέπει να καταφεύγουμε για κάθε μας απορία. Η Αλήθεια δεν άλλαξε, είναι η ίδια στους αιώνες, άλλαξε όμως ο τρόπος μεταδόσεως, αλλάξανε τα μέσα και οι τρόποι προσέγγισης των πιστών, και όμως ο κάθε Επίσκοπος και Ιερέας εξακολουθεί να κηρύττει την Αλήθεια, δηλαδή Σταυρωμένο και Αναστημένο Χριστό. Αυτόν που σε τελευταία ανάλυση θα μας ξεδιψάσει στους αιώνας.

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2009

Ἐμοῦ τοῦ πατρὸς ἀκούσατε

 Ἐμοῦ τοῦ πατρὸς ἀκούσατε, τέκνα, καὶ οὕτως ποιήσατε, ἵνα σωθῆτε·
ὁ γὰρ κύριος ἐδόξασεν πατέρα ἐπὶ τέκνοις καὶ κρίσιν μητρὸς ἐστερέωσεν ἐφ’ υἱοῖς.
ὁ τιμῶν πατέρα ἐξιλάσκεται ἁμαρτίας,
καὶ ὡς ὁ ἀποθησαυρίζων ὁ δοξάζων μητέρα αὐτοῦ.
ὁ τιμῶν πατέρα εὐφρανθήσεται ὑπὸ τέκνων καὶ ἐν ἡμέρᾳ προσευχῆς αὐτοῦ εἰσακουσθήσεται.
ὁ δοξάζων πατέρα μακροημερεύσει, καὶ ὁ εἰσακούων κυρίου ἀναπαύσει μητέρα αὐτοῦ·
καὶ ὡς δεσπόταις δουλεύσει ἐν τοῖς γεννήσασιν αὐτόν.
ἐν ἔργῳ καὶ λόγῳ τίμα τὸν πατέρα σου, ἵνα ἐπέλθῃ σοι εὐλογία παρ’ αὐτοῦ·
εὐλογία γὰρ πατρὸς στηρίζει οἴκους τέκνων, κατάρα δὲ μητρὸς ἐκριζοῖ θεμέλια.
μὴ δοξάζου ἐν ἀτιμίᾳ πατρός σου, οὐ γάρ ἐστίν σοι δόξα πατρὸς ἀτιμία·
ἡ γὰρ δόξα ἀνθρώπου ἐκ τιμῆς πατρὸς αὐτοῦ, καὶ ὄνειδος τέκνοις μήτηρ ἐν ἀδοξίᾳ.
τέκνον, ἀντιλαβοῦ ἐν γήρᾳ πατρός σου καὶ μὴ λυπήσῃς αὐτὸν ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ·
κἂν ἀπολείπῃ σύνεσιν, συγγνώμην ἔχε καὶ μὴ ἀτιμάσῃς αὐτὸν ἐν πάσῃ ἰσχύι σου.
ἐλεημοσύνη γὰρ πατρὸς οὐκ ἐπιλησθήσεται καὶ ἀντὶ ἁμαρτιῶν προσανοικοδομηθήσεταί σοι.
ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς σου ἀναμνησθήσεταί σου· ὡς εὐδία ἐπὶ παγετῷ, οὕτως ἀναλυθήσονταί σου αἱ ἁμαρτίαι.
ὡς βλάσφημος ὁ ἐγκαταλιπὼν πατέρα, καὶ κεκατηραμένος ὑπὸ κυρίου ὁ παροργίζων μητέρα αὐτοῦ.
Τέκνον, ἐν πραύτητι τὰ ἔργα σου διέξαγε, καὶ ὑπὸ ἀνθρώπου δεκτοῦ ἀγαπηθήσῃ.
ὅσῳ μέγας εἶ, τοσούτῳ ταπείνου σεαυτόν, καὶ ἔναντι κυρίου εὑρήσεις χάριν·

Να θυμάται για πάντα β΄.

Όταν το παρελθόν γίνεται η πιο δυνατή νοσταλγία, τότε το παρόν σωπαίνει και το μέλλον καταδικάζεται στην πιο βαριά ποινή: να θυμάται για πάντα.

Καμιά φορά αρκεί μια πρόταση να σου κάτσει μέσα στο μυαλό, και να μην σε αφήνει να σκεφτείς κάτι άλλο. Επανέρχομαι στο θέμα, να θυμάσαι για πάντα.
Μια λέξη που θα βγει από το στόμα απερίσκεπτα, και είναι λάθος, πόσες λέξεις θα χρειαστούν για να την ακυρώσουν; Μα, θα πρέπει να προσέχουμε και να σκεπτόμαστε την κάθε μας κουβέντα, όμως τότε χάθηκε ο αυθορμητισμός μας. Αυτός ο αυθορμητισμός είναι αιτία πολλών παρεξηγήσεων, και όμως είναι μια μοναδική ένδειξη της ανθρωπιάς μας.
Αυτήν την λέξη που ξεστομίζουμε την θυμόμαστε για πάντα, δεν υπάρχει περίπτωση να ξαναμπεί στο στόμα, και αυτό είναι η τιμωρία.
Από τους σχολιασμούς επιλέγω ένα δίστιχο

Η θύμιση μου εγίνηκε δεντρί και το ποτήζω
και στο παχύ του ασκιανό ολημερής καθήζω!!!

Σε κρητική διάλεκτο γραμμένο και εγώ απαντώ του.

Το παρελθόν σαν είν’ δενδρί
Με δάκρυ το ποτίζεις
Καλιά να μαραθεί
Ποτέ να μην τ’ορίζεις.

Το παρελθόν είναι το εργαλείο που σχεδιάζει το μέλλον.

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2009

Στ’Αποστόλη το κουτούκι

Συνήθως όταν κάθομαι μπροστά στο πληκτρολόγιο, το ραδιόφωνο αναλαμβάνει καθήκοντα. Με κάποιο θέμα που απασχολούσε, και απλά έβλεπα την οθόνη, άκουσα ένα παλιό τραγούδι από τον Στράτο Διονυσίου, «το μπουζούκι του Νικόλα του το σπάσανε», και αμέσως άλλαξα θέμα και τίτλο.
Το μπουζούκι κάποτε ήτανε παρεξηγημένο όργανο, και ας τραγουδήθηκαν με την συνοδεία του χιλιάδες τραγούδια. Ταβέρνα και κουτούκι δεν υπήρχε που να μην είχε κρεμασμένο στον τοίχο ένα Μπουζούκι, για όποιον μερακλή ήθελε να ρίξει δυό πενιές. Ένα τέτοιο καπηλειό, ήτανε τ’ Αποστόλη στην Ν Φιλαδέλφεια. Υπόγεια ταβέρνα, κατέβαινες δέκα επτά σκαλιά, για να αντικρίσεις έναν τεράστιο μαλλιαρό σκύλο κουλουριασμένο στην μέση του μαγαζιού, σήκωνε το κεφάλι σε έβλεπε και ξανακοιμότανε, σαν να γνώριζε ή να αναγνώριζε τους θαμώνες. Αργά το βράδυ και όταν ο Αποστόλης τον διέταζε ανέβαινε την σκάλα και κανείς δεν τολμούσε να κατέβει.
Γύρω γύρω υπήρχε μια σιδεροκατασκευή που άντεχε το βάρος 10 μεγάλων βαρελιών, που το καθένα είχε μια ξεχωριστή επιγραφή.
Το πρώτο φέρνει την χαρά,
Το δεύτερο ευτυχία
Το τρίτο την απόλαυση
Το τέταρτο ευθυμία
Το πέμπτο την συζήτηση
Το έκτο διαφωνία
Το έβδομο την διαφορά
Το όγδοο φασαρία
Το ένατο την συμπλοκή
Το δέκατο την αστυνομία.
Το μαγαζί δεν σερβίριζε μπίρα ή ούζο ή οποιοδήποτε άλλο οινοπνευματώδη εκτός από κρασί. Ο Αποστόλης, ήταν απόλυτος σε αυτό το θέμα, «αυτό είναι το αίμα του Χριστού», το έλεγε και το πίστευε και ας μην ήξερε που πέφτει η εκκλησία. Αυτός ήταν μάγειρας, σερβιτόρος και λαντζέρης. Δεν υπήρχε δεύτερο άτομο σε αυτήν την δουλειά, γι αυτό στην πινακίδα απέξω έγραφε απλά, Αποστόλης.
Ακριβώς απέναντι από την σκάλα, εκατέρωθεν του Βενιζέλου, υπήρχαν κρεμασμένα δύο μπουζούκια και από κάτω ένας μπαγλαμάς, και όταν τον πείραζε κανείς γιατί δεν είχε άλλα όργανα, κορδωνότανε, εδώ είναι αντρικό το μαγαζί, λιμοκοντόροι δεν φτουράνε. Πράγματι μόνο άνδρες κατεβαίνανε, οι περισσότεροι ρεμπέτες, μεροκαματιάρηδες μικρέμποροι περιπλανώμενοι, μικροπωλητές, λαχειοπώληδες, κάτι κρατούσαν στο χέρι όταν έρχονταν, και αυτό το μοιράζονταν. Ήταν μια ιδιόρρυθμη οικογένεια θα έλεγα. Κάθε αργά ανέβαινε ο σκύλος απάνω και τότε άναβε ο ναργιλές.
Κάποιοι από αυτούς παίρνανε το μπουζούκι στο χέρι, και γρατζουνούσαν τραγουδώντας παράφωνα, νταλκάδες και καημούς, κυρίως μικρασιάτικους.
Ο χώρος ήταν πηγή εμπνεύσεως, και δεν ήταν λίγες οι φορές που αντάμωναν σημαντικοί μουσικοί.
Το γνωστότερο τραγούδι ήταν «στ’Αποστόλη το κουτούκι μπήκα και άκουσα μπουζούκι». Γράφτηκε αφού έφυγε από την τούτη ζωή ο Αποστόλης, η κηδεία έγινε ρεφενέ όλων των μερακλήδων φίλων του, και ο σκύλος, εγκαταστάθηκε στο κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο του χωρίς να τρώει και να πίνει μέχρι που ψόφησε.

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2009

να θυμάται για πάντα.

Όταν το παρελθόν γίνεται η πιο δυνατή νοσταλγία, τότε το παρόν σωπαίνει και το μέλλον καταδικάζεται στην πιο βαριά ποινή: να θυμάται για πάντα.

Το παραπάνω απόφθεγμα μιας καλής φίλης, με προβλημάτισε πολύ, με έβαλε σε σκέψεις πολλές και αποφάσισα να εμβαθύνω. Η πρόταση αρχίζει με ένα «όταν», και αν δεν, τι γίνεται; Νοσταλγία νιώθουμε για τις καλές στιγμές, κι αν είναι λίγες; Το παρελθόν να γίνει η πιο δυνατή νοσταλγία, μα οι νοσταλγίες πάντα από το παρελθόν πηγάζουν, άρα η δύναμη της με τι θα συγκριθεί; Τότε το παρόν σωπαίνει, μα υπάρχει άραγε παρόν; Μια στιγμή πριν είναι παρελθόν και μια μετά είναι μέλλον, και έρχεται η καταδίκη, να θυμάται για πάντα, είναι καταδίκη να θυμάσαι; Τότε ευτυχισμένοι και λεύτεροι όσοι πάσχουν από τον Γερμανό Αλσχαΐμερ.

Όταν το παρελθόν γίνεται η πιο δυνατή νοσταλγία, τότε το παρόν σωπαίνει και το μέλλον καταδικάζεται στην πιο βαριά ποινή: να θυμάται για πάντα.

Από άλλη οπτική γωνιά, η καταδίκη στη θύμηση μπορεί να είναι λύτρωση και ταξίδι σε χρόνο και χώρο, κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της φαντασίας μας. Η νοσταλγία ωραιοποιεί καταστάσεις, θάβει τα θλιβερά, μας μοστράρει τα ευχάριστα και δικαιολογεί τα αδικαιολόγητα.
Η θύμηση όμως, το κακό παιδί της μνήμης, μας προσγειώνει στην πραγματικότητα. Για να φτάσουμε σε αυτό το παρόν, περάσαμε από συγκεκριμένο παρελθόν, και το τώρα, είναι το αποτέλεσμα του.
Είναι καταδίκη η θύμηση όταν δεν έχουμε διάθεση για μετάνοια, να μην επαναλάβουμε τα όσα λάθη κάμανε. Και ποιος είναι ο αρμόδιος που θα ξεχωρίσει τα καλά και κακά; Γι αυτό ο καθένας έχει τον δικό του μάστορα. Εκείνος που έχει εμμονή στην άποψη του και δεν συμβουλεύεται, είναι όντως καταδικασμένος, να θυμάται και να μελαγχολεί, και η μελαγχολία είναι αρρώστια.

Και αυτό από την Μαρίνα δεν το σχολιάζω.
Η ζωή δεν μετριέται από τις αναπνοές που παίρνουμε αλλά από τις στιγμές που μας κόβουν την αναπνοή"....Καλημέρα....

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2009

Σοφία

Πρμ2:1 Υἱέ, ἐὰν δεξάμενος ῥῆσιν ἐμῆς ἐντολῆς κρύψῃς παρὰ σεαυτῷ,

Πρμ2:2 ὑπακούσεται σοφίας τὸ οὖς σου, καὶ παραβαλεῖς καρδίαν σου εἰς σύνεσιν, παραβαλεῖς δὲ αὐτὴν ἐπὶ νουθέτησιν τῷ υἱῷ σου.