Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Β΄. Το δίλημμα


Στο χωριό φθάσανε σε ένα τέταρτο της ώρας, δεν θα έπρεπε καν να λέγεται χωριό, δεκαπέντε σπίτι ήταν όλα κι όλα τα περισσότερα ερειπωμένα και άδεια, τρία μονάχα ήταν κατοικήσιμα, μόλις έφθασαν μπροστά στην Εκκλησία του χωριού τους υποδέχθηκε ένας άνδρας σαραντάρης περίπου.
-Καλώς τους παππάδες, είμαι ο Θανάσης ελάτε να πάμε σπίτι.
-Να προσκυνήσουμε πρώτα, πρότεινε ο πάτερ Αβέρκιος, θεωρούσε ανεπίτρεπτο να είναι μπροστά στον Ναό και να μην μπούν να ανάψουν τα καντήλια, αυτό είχε μάθει τόσα χρόνια δεν θα το ξέχναγε σε τρείς μέρες που βγήκε στον κόσμο.
-Δεν μπορούμε παπά, το σταμάτησε ο Θανάσης, «-Είναι κλειδωμένα» και δεν έχω κλειδί.
-Καλά αλλά μην με λες παπά, δεν είμαι.
-Στο νησί μας όποιον φοράει παπά τον λέμε, πάμε σπίτι τώρα.
Άφησαν το αυτοκίνητο στην εκκλησία μπροστά και περπάτησαν μια πενηνταριά μέτρα και φτάσανε στο σπίτι του Θανάση, η γυναίκα του τους υποδέχθηκε με πολύ χαρά.
-Καλώς τους παπάδες, μεγάλη ευλογία στο σπιτικό μας, περάστε περάστε.
Πέρασαν μέσα στο σπίτι, ήταν ένα φτωχικό σπίτι σε σύγκριση με όσα είδε ο πάτερ Αβέρκιος στο μοναστήρι το πρωί. Ο ηγούμενος πήρε τον λόγο:
-Θανάση ο πάτερ Αβέρκιος είναι ο εγγονός του παπά Ηλία, ήρθε να δει το σπίτι και το κτήμα.
-Αυτό είναι το σπίτι παπά μου, στο κτήμα θα πάμε σε λίγο, σε λίγε μέρες είναι και το πανηγύρι τα έχω ετοιμάσει όλα.
-Αυτό λοιπόν είναι το σπίτι, είπε ο πάτερ Αβέρκιος και άρχισε να το επιθεωρεί.
-Παπά θές καφέ; Ρώτησε ο Θανάσης τρομαγμένος, -Το μερεμετίζω μόνος μου, είναι σε καλή κατάσταση, δίδω και τα νοίκια στην Μητρόπολη.
-Νοίκια; Απόρησε ο Μοναχός, -Νοίκια; Πόσα νοίκια;
-Διακόσια Ευρώ κάθε χρόνο και άλλα τριακόσια για το κτήμα, τα περιποιούμαι όπως θα δείς. Δεν μπορώ περισσότερα έχω και δυο παιδιά να μεγαλώσω.
-Δεν είναι αυτό το θέμα, πότε μπορούμε να δώ το κτήμα.
-Παπά μου και τώρα.
Επενέβηκε ο ηγούμενος που τόση ώρα άκουε:
-Πηγαίνετε στο κτήμα, εγώ θα κάτσω να κάνω τσιγάρο και σας περιμένω, μην αργήστε όμως.
-Δεν θα αργήσουμε, είπε ο πάτερ Αβέρκιος που στο μυαλό του νόμιζε πως επιτέλους βρισκόταν κοντά στην λύση. Ακολούθησε τον Θανάση ανέβηκαν σε ένα αγροτικό αυτοκίνητο που μύριζε χώμα, γνώριμη η οσμή τον χαροποίησε, επιτέλους και κάποιος που δούλευε την γη, ένας χρήσιμος άνθρωπος που παράγει.
-Πόσα χρόνια το δουλεύεις το κτήμα Θανάση;
-Ζούσε ακόμα ο παππά Ηλίας, αυτός μου το έδωσε όταν απολύθηκα, αυτός με πάντρεψε και τον γηροκόμησα στο σπίτι που μένουμε, όμως ξέρω πως είναι δικά σου και σε περίμενα, μην μου τα πάρεις δεν έχω άλλους πόρους.
-Ησύχασε αδελφέ μου, δεν πρόκειται να στα πάρω ούτε εγώ ούτε κανένας άλλος ησύχασε.  Λογάριαζε να του το χαρίσει όπως έλεγε η περικοπή που αυτόματα του ήρθε στο μυαλό.
 «εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι.»
Έφθασαν στο κτήμα, ήταν ένα περιποιημένο αμπέλι και 70 ρίζες ελιές όπως του είπε ο Θανάσης και στην μέση ακριβώς του κτήματος ήταν κτισμένος ένας Ναΐσκος του προφήτη Ηλία, κολλητά με το ναό ένα δωμάτιο ασπρισμένο, με νεροχύτη και τρεχούμενο νερό και από την πίσω μεριά του δωματίου υπήρχε το αφοδευτήριο. Μπήκαν στο εκκλησάκι τα καντήλια ήταν αναμμένα,  προσκύνησε ο πάτερ Αβέρκιος και περιεργάστηκε χωρίς να μπορέσει να κρατήσει τον θαυμασμό του.
-Μπράβο Θανάση, αυτό είναι ένα ωραίο κάθισμα, ξέρει τι λέμε στην γλώσσα μας κάθισμα; Ένα ησυχαστήριο, μπράβο έκανε καλή εκλογή ο παππούς.
Λέγοντας αυτά ο πάτερ Αβέρκιος αφέθηκε να φανταστεί τον εαυτό του εδώ στο κτήμα να ησυχάζει και να δείξει στον ηγούμενο γίγαντα αλλά και σε όλους τους νησιώτες πως πρέπει να είναι ο κανονικός Μοναχός, θα δίδασκε καλογερική, τριάντα οκτώ ολόκληρα χρόνια μαθήτευσε, καιρός ήταν να διδάξει και αυτός, είχε δίκιο ο παππούς του, έπρεπε να γυρίσει στο νησί του και αυτή ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία και που ξέρεις αργότερα μπορεί να γινόταν και παππάς με την έλλειψη που υπήρχε στο νησί δεν θα ήταν δύσκολο. Αυτές οι σκέψεις αντικρούανε, ότι μόλις πριν από λίγα λεπτά σκεπτότανε, πειρασμός είναι, αλλά, πάλι μόλις μπήκε στον ναό τα σκέφτηκε, ήταν βοήθεια του προφήτη Ηλία. Κοίταξε στα μάτια το Θανάση που τα κατέβασε ντροπαλά λέγοντας:
-Παπά το είδες; Πως σου φαίνεται;
-Ωραία Θανάση πάμε να φύγουμε.
Δεν άργησαν να φτάσουν στο χωριό ο ηγούμενος έκανε βόλτες στην πλατεία μόλις τους είδε εκδηλώθηκε:
-Μεσημέριασε και πεινάω, το είδες πάτερ; Τι λέει;
-Το είδα, Θανάση σ’ευχαριστώ, θα έρθω και στο πανηγύρι να τα πούμε πάλι.
Ο ηγούμενος είχε ήδη μπει στην κούρσα και έβγαλε το χέρι του από το παράθυρο. «-Για χαρά».
Φθάσανε στο Μοναστήρι λίγο πριν κλείσει για μεσημέρι, ανέβηκαν στην μεγάλη τραπεζαρία και κάθισαν, ο ηγούμενος φώναξε «-Αντώνη, σφύρα και στον άλλο μουσαφίρη μας να φάμε». Μετά το μεσημεριανό αποσύρθηκε ο πάτερ Αβέρκιος στο δωμάτιο του. τον βασάνιζε το μεγάλο δίλλημα, να μείνει ακτήμων ή ήρθε η ώρα του να κάνει και αυτός τον Γέροντα, είχε πολύ μεγάλη πείρα. Έβγαλε το κομποσκοίνι του, πήρε την εικόνα από το τραπέζι την έβαλε στην καρέκλα και γονάτισε έχοντας αντίκρυ στα μάτια την Παναγία. Δεν κατάλαβε πόση πέρασε η ώρα από την στιγμή που γονάτισε μέχρι που άκουσε τον ήχο της καμπάνας, έκανε τον Σταυρό του και κατέβηκε για τον Εσπερινό.
Ο Γέρων Ιάκωβος έβαλε το πετραχήλι του και αυτός μαζί τον ηγούμενο πήγαν στο δεξιό αναλόγιο ενώ φανήκαν δύο ακόμη Μοναχούς που πήγαν αριστερά. Μετά την βραδινή τράπεζα αποσυρθήκανε όλοι. Ο πάτερ Αβέρκιος για ακόμα μια φορά απόρησε «-Μα δεν θα κάνουν απόδειπνο; Πως θα συγχωρεθούν να κοιμηθούν; Σίγουρα χρειάζονται μαθήματα καλογερικής που μπορώ να τους διδάξω» έβγαλε πάλι το κομποσκοίνι του από την τσέπη, κοίταξε έξω από το παράθυρο, είχε σκοτεινιάσει καλά, αποφάσισε να βγει στον εξώστη να πάρει αέρα, μόλις άνοιξε την πόρτα του δωματίου άκουσε απειλητικά γαυγίσματα από τους σκύλους που κάθε βράδυ αμολούσαν στην αυλή και μπήκε πάλι μέσα. Η Παναγία στην καρέκλα ακουμπισμένη τον περίμενε, γονάτισε πάλι και άρχισε να απαγγέλει το μικρό απόδειπνο. Όταν τελείωσε κοίταξε με μεγάλη λαχτάρα την Παναγία και αναστέναξε βαριά:
-Γιατί με βασανίζεις Παναγία μου, δώσε μου την απάντηση που ζητώ.
Έμεινε πολύ ώρα γονατισμένος και το έλουσε πάλι ο ιδρώτας όπως και στην Αθήνα, κάποια στιγμή αποφασιστικά σηκώθηκε, είχε πάρει την απόφαση του, θα παρέμενε ακτήμων μέχρι θανάτου, είχε δώσει την υπόσχεση του κατά την κουρά, θα γύριζε το δυνατόν ταχύτερο στην ησυχία του, προηγουμένως θα χάριζε το σπίτι και το κτήμα στον Θανάση, ούτε το Μοναστήρι ούτε η Μητρόπολη το είχαν ανάγκη, ο Θανάσης είχε δυο παιδάκια και τον είχε διαλέξει και ο παππούς τους πριν από αυτόν, ήταν ο ενδεικνυόμενος  να βρει θησαυρούς στον ουρανό. Έκανε μπάνιο προτού κοιμηθεί να ξεβρομίσει, τον έπνιγε η μπόχα του κόσμου, ήταν όμως ένας σταυρός που έπρεπε να σηκώσει.
Το άλλο πρωί ήταν Σαββάτο, μετά τον όρθρο και το πρωινό, προτού ανοίξει το μοναστήρι, ήρθε ένα αυτοκίνητο από την Μητρόπολη με οδηγό τον Παύλο να οδηγήσει τον πάτερ Αβέρκιο στον συμβολαιογράφο, αυτός ζήτησε από τον γέροντα Ιάκωβο να τον συνοδέψει και λίγη ώρα αργότερα περνάγανε την είσοδο του συμβολαιογραφείου. Ο συμβολαιογράφος τους υποδέχτηκε τελείως τυπικά και τους ενημέρωσε πως τα Σάββατα δεν εργάζεται, αλλά επειδή του το ζήτησε ο Δεσπότης, έκανε την αβαρία. Στο γραφείο του είχε ήδη το φάκελο και κοιτάζοντας τον πάτερ Αβέρκιο στα μάτια του εξήγησε:
-Είναι όλα έτοιμα από καιρό και σε περιμέναμε, μόλις υπογράψεις τα συμβόλαια το σπίτι και το κτήμα θα ανήκουν στην Μητρόπολη και εσύ θα μπορέσεις να γυρίσεις στη ησυχία σου. Του έτεινε ένα στυλό τον οποίο δεν έπιασε  στα χέρια του ο Μοναχός.
-Εγώ δεν θέλω να πάει στην Μητρόπολη, έχω άλλη προτίμηση.
-Δηλαδή; Ρώτησε έκπληκτος ο συμβολαιογράφος, -Δεν τα συμφωνήσατε;
-Δεν συμφώνησα για τίποτα και με κανέναν, εγώ θέλω όλη η περιουσία να περάσει στο όνομα του Θανάση, αυτός την περιποιέται και σε αυτόν ανήκει.
-Πάτερ μου αυτό δεν μπορεί να γίνει αμέσως, πρέπει να συντάξω καινούργια συμβόλαια, χρειάζεται κάποιος χρόνος, μια εβδομάδα περίπου, αλλά συμφωνεί ο Δεσπότης; Εκείνος για άλλα σχέδια με ενημέρωσε.
-Ξεκινήστε κύριε την μεταβίβαση στον Θανάση, αυτό είναι η δική μου επιθυμία, αφού σ’εμένα ανήκουν τα κτήματα.
-Καλώς πάτερ μου καλώς, θα υπολογίσεις τα έξοδα και την Παρασκευή θα είναι έτοιμα να έρθετε μαζί με τον Θανάση να υπογράψετε.
-Τα έξοδα; Απόρησε ο πάτερ Αβέρκιος, -Μέχρι τώρα δεν μιλήσαμε για έξοδα, αν υπόγραφα και το έπαιρνε η Μητρόπολη δεν είχε έξοδα;
-Είχε φροντίσει για όλα ο Δεσπότης.
Ο γέρων Ιάκωβος που παρακολουθούσε όλη την ώρα αμίλητος σκουντησε ελαφρά το πάτερ Αβέρκιο στο μπράτσο.
-Άκου πάτερ, πάμε να δούμε το Δεσπότη και μετά αποφασίζεις, πάμε πρέπει να κάνουμε και υπακοή.
-Όχι γέροντα, έχω αποφασίσει να το πάρει ο Θανάσης. Μίλησε πεισμωμένος.
-Όπως αγαπάς, αλλά να ρωτήσουμε πόσα είναι τα έξοδα που χρειάζονται.
Ο συμβολαιογράφος έδωσε την απάντηση χωρίς να ερωτηθεί
-Θα χρειαστούν περίπου πέντε με έξι χιλιάδες ευρώ.
-Πόσα; Είπε ο πάτερ Αβέρκιος και έβγαλε από την τσέπη του το μάτσο από τα πενηντάρικα, τα μέτρησε και δεν ξεπερνάγανε τις δυο χιλιάδες. Γύρισε προς τον γέροντα Ιάκωβο. –Πάμε να δούμε τον Δεσπότη, αλλά προηγούμενα πάμε μέχρι το χωριό να μιλήσω με τον Θανάση.
Ο Παύλος καρτερικά τους περίμενε και οδήγησε το αυτοκίνητο μέχρι το χωριό, αυτήν την φορά η εκκλησία ήταν ανοικτή και η γυναίκα του Θανάση την καθάριζε, μπήκε και προσκύνησε προτού ξεκινήσει για το σπίτι του Θανάση. Όταν αντάμωσαν κάθισαν στο πεζούλι και του εξήγησε πως έχει πρόθεση να του παραχωρήσει το κτήμα, αλλά τα χρήματα που διέθετε δεν επαρκούσαν για τα συμβόλαια, αν ήθελε θα μπορούσε να συμπληρώσει τα υπόλοιπα και θα του ανήκαν το σπίτι και το κτήμα, ο Θανάσης έσκυψε το κεφάλι.
-Που να τα βρώ παπά μου τα λεφτά εγώ; Όμως υπάρχει το βιβλιάριο του παππά Ηλία, είναι και στο δικό σου όνομα, νομίζω πως το έχει ο Δεσπότης, αυτός είναι ο διαχειριστής της περιουσίας.
Σηκώθηκε χαρούμενος ο πάτερ Αβέρκιος από το πεζούλι και τράβηξε για την πλατεία που ήταν σταθμευμένο υο αυτοκίνητο, εκεί περίμεναν ο γέροντας μαζί με τον Παύλο.
-Παύλο πάμε στην Μητρόπολη, φώναξε πλησιάζοντας, και βλέποντας προς την μεριά του γέροντα Ιακώβου συνέχισε. –Βρέθηκε η λύση, θα τα κανονίσουμε όλα μόλις δούμε τον Δεσπότη.
Δεν άργησαν να φτάσουν στην Μητρόπολη, αυτή την φορά ήταν τα γραφεία ανοικτά και πέρασαν από την μεγάλη πόρτα. Στη είσοδο δεξιά ήταν ένα γραφείο αναμονής ο Διάκος ο Σισώης πίσω από γραφείο τους υποδέχτηκε:
-Καλώς τους πατέρες, καθίστε να πάρτε σειρά.
Κοίταξε ο πάτερ Αβέρκιος και είδε ακόμα τρία άτομα να περιμένουν, υπομονετικά έκατσε και αυτός δείχνοντας στον γέροντα την καρέκλα δίπλα του. του φάνηκε πως δεν περνούσε η ώρα, άνοιξε η πόρτα του δεσποτικού, βγήκε ένας ηλικιωμένος, ο διάκος έκανε νεύμα και προχώρησαν οι δύο από τους τρείς που περίμεναν στην αναμονή, σηκώθηκε και ξαναέκατσε πολλές φορές, δεν του είχε τύχη ποτέ να ξαναπάει σε γραφείο και να περιμένει, δεν πήγαινε καθόλου σε γραφεία, γι αυτές τις δουλειές ήταν ο γέροντας. Δεν άργησε να ξανανοίξει η πόρτα, αυτήν φορά γρηγορότερα, πέρασε ο τελευταίος αλλά μόλις μπήκε βγήκε αμέσως, τότε ο Διάκος του προέτρεψε να περάσουν και μπήκαν στο δεσποτικό γραφείο.
Ο πάτερ Αβέρκιος τα έχασε με αυτήν την πολυτέλεια που έβλεπε, η έκφραση τον πρόδιδε.
-Καλώς του πατέρες, είπε ο Δεσπότης και πρότεινε το χέρι του στο πλάι του γραφείο, με την σειρά υποβάλανε τα σέβη του και του είπε να καθίσουν στις καρέκλες μπροστά στο γραφείο. –Τι γίνετε; Τελειώσαμε;
-Όχι Δέσποτα, απήντησε επιθετικά ο πάτερ Αβέρκιος, όχι δεν τελειώσαμε.
-Γιατί τι συνέβη; Δεν ήταν όλα έτοιμα;
-Όλα έτοιμα για να πάρει η Μητρόπολη την περιουσία, εγώ όμως διαφωνώ, αφού έχω δικαίωμα επιλογής θέλω να την πάρει ο Θανάσης, θεωρώ πως είναι πιο δίκαιο.
Ο Δεσπότης ακούμπησε την πλάτη πίσω στο κάθισμα του και αναστέναξε χαμογελώντας.
-Να την πάρει ο Θανάσης, ας την πάρει, κάνε τα συμβόλαια και χάρισε του μπελάδες.
-Δεν μπορώ, μου λείπουν χρήματα για τα συμβόλαια.
-Ε! αφού σου λείπουν χρήματα πάτερ, σκέψου κάτι άλλο, εκτός από την Μητρόπολη είναι και το Μοναστήρι που μένεις, ζήτα από εκεί τα χρήματα που σου λείπουν, κάνε δάνειο βγάλε πανταχούσα, κάνε ότι θέλεις, μην με ανακατεύεις.
-Δεν σας ανακατεύω Δέσποτα αλλά θέλω το βιβλιάριο του παππού μου.
Τότε ο Δεσπότης σηκώθηκε από την καρέκλα του θυμωμένος, -Είσαι με τα καλά σου για ποιο βιβλιάριο μιλάς;
-Το βιβλιάριο της τράπεζας που είναι και στο δικό μου όνομα, εκεί υπάρχουν χρήματα. Είπε ο πάτερ Αβέρκιος, σηκώθηκε και στάθηκε απέναντι από τον Δεσπότη.
-Α! α! έκανε ο Δεσπότης, σαν να θυμήθηκε εκείνη την ώρα κάτι, το βιβλιάριο ε; σου έδωσα χθες ένα φάκελο τον άνοιξες;
-Άμα θα πάω στο κελί θα το ανοίξει ο γέροντας
-Να πάς να το ανοίξεις τώρα, θα βρεις εκεί μέσα το βιβλιάριο και δείς πως κάθε χρόνο υπάρχει και κατάθεση τα νοίκια που πλήρωνε ο Θανάσης, είναι δικά σου όλα. Καλά θα είναι να μη τρέχει η φαντασία σου.
-Ευλόγησον Δέσποτα, ευλόγησον είπε ο πάτερ Αβέρκιος και έσκυψε να του φιλήσει το χέρι. Εκείνος χαμογέλασε
–Ο Θεός σχωρέσει. Μετά στράφηκε στον γέροντα Ιάκωβο, -Πάτερ είμαστε σύμφωνοι για αύριο, θα περάσει νωρίς ο Λουκάς να σε πάει στο χωριό και την Τρίτη να μην ξεχάσεις το πανηγύρι, θα χαρεί και ο Θανάσης.
Επέστρεψαν στο μοναστήρι, η τράπεζα είχε τελειώσει και φάγανε στο μαγειρείο, τρώγοντας ο γέροντας προσπάθησε να πείσει τον πάτερ Αβέρκιο να σκεφτεί καλά πριν πάρει την τελική του απόφαση. Του εξήγησε πως τα χρήματα για τα συμβόλαια ήταν το λιγότερο κακό που μπορούσε να συμβεί, τώρα βρεθήκανε η λύση όμως δεν ήταν να το πάρει ο Θανάσης. Θα έπρεπε μετά να αιτιολογήσει που βρήκε τα λεφτά και αγόρασε το κτήμα, θα έπρεπε μετά κάθε χρόνο να τραβιέται με την εφορία, να πληρώνει πολλά περισσότερα από τα πεντακόσια που κατέβαλε κάθε χρόνο για νοίκι. Θα του έκανε κακό του Θανάση με αυτόν τον τρόπο, βάζοντας τον σε μια περιπέτεια με αβέβαιο τέλος. Η καλλίτερη λύση ήταν να το πάρει η Μητρόπολη θα ξεμπέρδευαν αμέσως αφού τα χαρτιά ήταν όλα έτοιμα και μετά το πανηγύρι θα επέστρεφαν στην Αθήνα και αυτός στην μετάνοια του. Ο πάτερ Αβέρκιος είχε πεισμώσει, δεν ήθελε για κανέναν λόγο να πάει η περιουσία στην Μητρόπολη, υποσχέθηκε στον γέροντα να το σκεφτεί ξανά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: