Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2009

Η σοφία

Διαβάζοντας τις ειδήσεις, γιατί είναι χρήσιμο να είναι κανείς ενημερωμένος, απέκοψα την κατάληξη ενός άρθρου με το εξής περιεχόμενο.
Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι οι υποψήφιοι πρέπει να κριθούν με βάση τις προτάσεις τους για το μέλλον και όχι τις πράξεις τους στο παρελθόν. Οι σοφοί Κινέζοι, όμως, αντίθετα προειδοποιούν: «Μελέτησε το παρελθόν για να γνωρίσεις το μέλλον».
Παραβλέπω το κυρίως θέμα, δεν είναι άλλωστε το ζητούμενο, και στέκομαι στην φράση, ¨Οι σοφοί Κινέζοι¨, άρα υπάρχουν και άλλοι σοφοί εκτός από τους Έλληνες. Γιατί άραγε εμείς οι Έλληνες να έχουμε το μονοπώλιο της Σοφίας; Επειδή σαν φυλή είμαστε εξαιρετικά εγωιστές, δεν το παραχωρούμε σε κανέναν. Χαρακτηριστική είναι η αντίδραση του Έλληνα όταν του λες, αυτό απαγορεύεται, αυτός αντί να συμμορφωθεί ερωτά, ποιος το είπε; Του λες μην το κανείς και ρωτά γιατί; Παρά ταύτα η Ελληνική λέξη, φιλότιμο, δεν μεταφράζεται σε καμία γλώσσα του κόσμου, διότι και το φιλότιμο του Έλληνα δεν το έχει κανείς στον κόσμο.
Κινέζικο είναι και το ρητό, ¨ότι κάνει ο άνθρωπος μια φορά το ξανακάνει¨, έτσι και εγώ σκαλίζω και ξανασκαλίζω, και όλο και κάτι ανακαλύπτω, που πρίν από μένα το έχουν ανακαλύψει, ποιος ξέρει πόσοι άλλοι. Αφού μιλάμε για σοφία και δεν την περιορίζουμε στους αρχαίους προγόνους μας μόνο, σοφό θα είναι να ανατρέξουμε στην Παλαιά Διαθήκη. Υπάρχει πολλή σοφία μαζεμένη. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ, ΣΟΦΙΑ ΣΑΛΩΜΩΝΟΣ, ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ, ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ, είναι τέσσερα βιβλία που κάθε παράγραφος από μόνη της, έχει τόση σοφία κρυμμένη, ικανή να αναλυθεί σε ένα ολόκληρο βιβλίο. Δεν ασχολούμαστε με αυτά τα βιβλία όμως, σταματάμε μόνο στα Ιστορικά.
Η κάθε είδους επιστήμη, στηρίζεται στην παρατήρηση και στο πείραμα και φυσικά στην συνέχιση της ιδίας μελέτης. Η σοφία δεν είναι επιστήμη είναι τρόπος ζωής, με πρώτο κανόνα την παραδοχή πως υπάρχουν γύρω μου καλλίτεροι και ικανότεροι άνθρωποι από εμένα. Σε καμία περίπτωση η σοφία δεν είναι κτήμα υπερήφανου ανθρώπου, αυτός έχει χάσει το παιχνίδι από τα αποδυτήρια, που λέει ο λόγος. Σοφός είναι ακόμα εκείνος που διπλά ακούει από όσο μιλάει, αφού έχει δύο αυτιά και ένα στόμα. Η άσκηση εξουσίας λειτουργεί σαν βαρίδι σε εκείνους που θέλουν να στοχάζονται ελεύθερα, διότι πρέπει υποχρεωτικά να συμβιβάζουν καταστάσεις, είναι όμως ένα μεγάλο σχολείο παραγωγής σοφών ανθρώπων, από την στιγμή που θα καταλάβουν ότι τα νεκροταφεία είναι γεμάτα από αναντικατάστατους ανθρώπους. Του σοφού ανθρώπου γνώρισμα είναι, πως δεν επιβάλει και δεν επιμένει στην άποψη του, γιατί ξέρει πως έχει δίκιο και δεν χρειάζεται να το αποδείξει. Αντίθετα όταν τον κυνηγούν για να πάρουν την συμβουλή του, σκέπτεται πριν απαντήσει. Τελειώνοντας, για να μην μακρηγορώ, ο σοφός άνθρωπος είναι κατά κανόνα ηλικιωμένος, που έχει στραπατσαριστεί με διαφόρους τρόπους στην ζωή και ταπεινώθηκε. Δεν υπάρχει σοφία αν πρώτα δεν υπάρχει ταπείνωση. Εδώ πρέπει να κάνω μια διευκρίνιση, άλλο είναι ο ταπεινός άνθρωπος και άλλο ο κακομοίρης, θα το αναλύσω σε άλλη ευκαιρία.



Αν είναι έτσι το κεφάλι του ανθρώπου, η συμπεριφορά του είναι ζωώδης

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2009

Δεν ξαναγίνεται κανείς παιδί.

Τι γλυκιά κουβέντα είναι ο τίτλος του σημερινού σημειώματος, αν εξέλειπε το αρνητικό ΔΕΝ. Αιτία αυτού του συλλογισμού, ένα τηλεφώνημα από μια κυρία, «πήγα τα παιδιά μου στον Επανωσήφη, να δουν τα ψαράκια και ξανάγινα παιδί». Πριν από λίγα μόλις χρόνια, έβλεπε και εκείνη τα ψαράκια. Πόσο μεγάλη είναι η ανάγκη του ανθρώπου να ξεφύγει από την πραγματικότητα, φαίνεται από τις πιο απλές και καθημερινές αντιδράσεις μας.
Στον Επανωσήφη, και ιδιαίτερα στην νότιο δυτική του γωνιά έζησα 14 χρόνια. Έξω από το κελί υπήρχε ένα ακάλυπτος χώρος, που σκιάζανε δυο μεγάλες μουριές, εκεί από κάτω κάναμε σε κάθε ευκαιρία που μας δινότανε συνάξεις. Πέρασαν από εκεί πολλά παιδιά, μικρά και μεγάλα φέρνοντας την ανεμελιά τους, και παίρνοντας άδολη αγάπη, την οποία ανταποδίδουν περισσώς σήμερα, που αυτά είναι στην ακμή τους και εγώ στο περιθώριο.
Επισκευάζοντας το υπολογιστή μου, ψάχνοντας στο αρχείο για τα προγράμματα, βρήκα και φωτογραφίες ξεχασμένες από εκείνη την εποχή.
Με την ευκαιρία αυτή σκέφτηκα να προκαλέσω λίγο. Καλώ λοιπόν να κοιτάξουν με προσοχή τις εικόνες που δημοσιεύω. Περιμένω να μου γράψουν όποιος μπορέσει να θυμηθεί τα ονόματα των υπολοίπων, ή ακόμα ας βρει όποιος μπορεί αν απεικονίζεται. Δεν είναι πολλές οι φωτογραφίες, δεν έχω όμως άλλες.
Στο Face book, υπάρχουν αρκετά παιδιά από εκείνη τη γενιά, στον Blocker λείπουν παντελώς. Είτε εδώ είτε εκεί, θα περιμένω ανταπόκριση.
Μην νομίζεται πως θα ξαναγίνεται παιδιά, να θεωρείται πως είστε τώρα παιδιά, λίγο μεγάλα, αλλά ακόμα νέοι άνθρωποι. Είναι πολύ νωρίς για να σας πιάνει η νοσταλγία από τώρα. Δείτε το σαν παιχνίδι.




Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2009

Οι Άγγελοι

Από μια καλή μας φίλη που δεν έχει την ευχέρεια να αναρτά.

Κάποτε ήταν δυο μικροί άγγελοι στην υπηρεσία του Κυρίου.Ο ένας ανεβοκατέβαινε συνέχεια στη γη.Ο άλλος καθόταν ώρες ολόκληρες σ΄ένα μικρό σύννεφο κι αναρωτιότανε τι έκανε ο άλλος και πηγαινοερχόταν τόσο συχνά στη γη.Ο άγγελος που καθότανε αποφάσισε να ρωτήσει τον τόσο απασχολημένο άγγελο ποια ήταν ακριβώς η δουλεία του.<<Πες μου αδελφέ άγγελε τι δουλεια είναι αυτή που κάνεις που είσαι τόσο πολυάσχολος?>> <<Να σου πω>>απάντησε ο πολυάσχολος άγγελος.<<Μαζεύω όλα τα 'παρακαλώ' από τους ανθρώπους στη γη και τα φέρνω στον Κύριο.Και τώρα μήπως μπορώ να ρωτήσω κι εγώ τι δουλείά είναι αυτή που κάνεις εσύ που σου επιβάλλει να κάθεσαι τόσες 'ωρες σ΄αυτό το μικρό συννεφάκι και να κοιτές κάτω στη γη?>> Ο καθιστός άγγελος αναστέναξε μελαγχολικά <<Α, η δικιά μου δουλεία είναι να μαζεύω τα 'ευχαριστώ' από τους ανθρώπους της γης και να τα φέρνω στον Κύριο>>.

Μαύρη πέτρα

Τι έφταιξε και ήρθε το τέλος; Τι έφταιξε και ήρθε η καταστροφή; Ερωτήματα απελπισίας, και η απόφαση τελεσίδικη θα ρίξω μαύρη πέτρα πίσω μου. Πόσο απερίσκεπτη έκφραση!
Από πού ξεκινά άραγε αυτή η έκφραση; Στην πολιτεία μάλλον την αγνοούν, όχι όμως στη επαρχία. Ο περκολατζής ή τραβακάς ή κεραμιδάς, μόλις τελείωνε την κατασκευή μια κεραμοσκεπής, έριχνε μια πέτρα, όσο μπορούσε μεγαλύτερη, για να έχει και του χρόνου δουλειά. Από τους οικοδόμους είναι ο μόνος, που αφού τελειώσει, ο νοικοκύρης μετά από το συνηθισμένο τραπέζωμα, θα τον συνοδεύσει μέχρι την έξοδο του χωριού, έτσι είναι σίγουρος πως δεν θα πετάξει πέτρα.
Ο νοικοκύρης τώρα είναι ήσυχος, δεν πέταξε πέτρα ο τεχνίτης, άρα η σκεπή είναι εξασφαλισμένη. Ο Τραβακάς είναι κι αυτός εξασφαλισμένος, διότι τη πέτρα που δεν πέταξε αυτός θα την πετάξουν τα παιδιά παίζοντας πετροπόλεμο, ακόμα έχει τα θάρρη του στα πουλιά, που αποζητώντας ασφάλεια στα ψηλά, θα του εξασφαλίσουν τον επιούσιο.
Ο πρώτος χειμώνας ή και ο δεύτερος περνά ήρεμα και στεγνά, μετά αρχίζει η πρώτη στάλα, η άμεση αντίδραση, αντί να καλέσουμε το τεχνίτη, βάζουμε μια λεκάνη να μαζεύει τις στάλες, και λίγο αργότερα, τοποθετούμε το κουβά στο άλλο σημείο, συνεχίζουμε με τρίτο σκεύος και αρχίζει η αγανάκτηση. Τολμούμε την επισκευή ριψοκινδυνεύοντας, να γκρεμιστούμε, αλλά χωρίς να έλθει το επιζητούμενο αποτέλεσμα. Καταφεύγουμε πάλι στον Περκολατζή, αλλά διαλέγουμε άλλον τεχνίτη, αυτός τώρα φτιάχνει τις κακοτεχνίες του πρώτου, ο οποίος σε άλλο σπίτι φτιάχνει τις κακοτεχνίες του δικού μας μάστορα. Γιατί όλα αυτά;
Με την πρώτη σταγόνα, έπρεπε να καλέσουμε τον ειδήμονα για να επιληφθεί του θέματος.
Δεν έρχεται απότομα καμιά καταστροφή. Είναι αρκετό να σκεφτούμε πως η φωτιά στην αρχή σβήνει με ένα ποτήρι νερό.

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2009

από πάνω ή απο κάτω;

Posted by Picasa

Το έξυπνο πουλί

Παλιός χρήστης του υπολογιστή, με αρκετά χρόνια πείρα στην χρήση του πληκτρολογίου, δεν βλέπω την οθόνη σαν αντίπαλο, αλλά σαν ένα υποταγμένο σκυλάκι που οφείλει να υπακούει στα κελεύσματα μου.
 Στο παρελθόν είχα χάσει πολλών μηνών εργασία, γιατί λόγω απειρίας δεν αποθήκευα σε εξωτερικά μέσα. Τότε, πριν από μια δεκαετία, δεν ήταν εύκολη υπόθεση να έχεις εξωτερικό δίσκο, ούτε κυκλοφορούσαν τα memory stick, καταφεύγαμε στο cd τα dvd ήτανε ακόμα στα σπάργανα, έκανε το CD μια ώρα εγγραφεί, η ενδεικνυόμενη λύση ήταν η δισκέτα, σήμερα είναι μουσειακό είδος. Είχα προμηθευτεί ένα σύστημα δισκέτας ZIP των 100 ΜΒ που θεωρούνταν τότε τεράστιος αποθηκευτικός χώρος και κάθε εβδομάδα αφιέρωνα αρκετό χρόνο για να ασφαλίσω τον κόπο μου.
Από τότε άλλαξα πολλές φορές υπολογιστή, και σε κάθε νέα προμήθεια η πρώτη φροντίδα μου, ήταν να εξασφαλίσω τουλάχιστον ένα δεύτερο σκληρό δίσκο, να αποθηκεύω σε αυτόν, που κατά κανόνα ήταν και μεγαλύτερος, τα δεδομένα μου. Δεν ξανά έχασα από τότε δεδομένα και καμάρωνα γι’ αυτό.
Ο υπολογιστής που χρησιμοποιώ σήμερα είναι ένας φορητός, ΗΡ, με ικανοποιητικές επιδόσεις, αλλά δεν έχει δεύτερο δίσκο. Με τον αέρα του πεπειραμένου αφ’ ενός και την άνεση πως δεν ετοιμάζω κάτι για έκδοση, παραμέλησα την φροντίδα των αντιγράφων ασφαλείας, μπορώ να πω ακόμα πως την ξέχασα τελείως.
Μια διακοπή της τηλεφωνικής παροχής, μου έδωσε την ευκαιρία να ασχοληθώ λίγο περισσότερο με την τακτοποίηση του δίσκου. Δεν τα ιεράρχησα όμως σωστά τα πράγματα, και προσπάθησα να εγκαταστήσω και δεύτερο λειτουργικό, το linux να τρέχει μαζί με τα Windows. Το εγχείρημα το έκανα προτού μεταφέρω τα αρχεία μου σε αφαιρούμενο δίσκο. Το αποτέλεσμα δεν ήταν το αναμενόμενο, και ο Μονομάχος του Linux καθάρισε οτιδήποτε υπήρχε στον σκληρό.
Που πήγε η σιγουριά μου και η αυτοπεποίθηση μου ως πεπειραμένου χρήστη; Είδα ένα υπολογιστή που δεν τον ανεγνώριζα και τότε θυμήθηκα την σοφή παροιμία του λαού μας, «το έξυπνο πουλί, από την μύτη πιάνεται», έτσι και εγώ έφαγα την σφαλιάρα από τον Μονομάχο, που επιλήφθηκε του Format χωρίς να το πάρω χαμπάρι. 
Ασφαλώς και δεν αχρηστεύτηκε το μηχάνημα, το επανέφερα στην εργοστασιακή μορφή, εγκατέστησα και το δεύτερο λειτουργικό το linux, όπως το φανταζόμουν, ακόμα υποχρεώθηκα να επανεγκαταστήσω όλα εκείνα τα προγράμματα που χρησιμοποιώ, αλλά έχασα πάντα τα δεδομένα.
Θυμήθηκα μία γριά γυναίκα, που γνώρισα στην Κρήτη την Κερά Κατίνα, που έλεγε, «για όλα δεν πειράζει», και είπα και εγώ δε πειράζει, δε χάθηκε δα και κόσμος, σε τελική ανάλυση οι φωτογραφίες που χάθηκαν, στο μυαλό μου θα ομορφύνουν περισσότερο, τα κείμενα όσα ήταν για έκδοση έχουν εκδοθεί, ευκαιρία για ανανέωση, τα δε τελευταία βρίσκονται κάπου έξω στο διαδίκτυο αποθηκευμένα και μπορώ να τα ανακτήσω.

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2009

Διαφορετικά κριτήρια


Μια φωτογραφία κάνει για χίλιες λέξεις, τις δύο που αλίευσα κάπου στο διαδίκτυο, θα πρέπει να τις στολίσω με δυο χιλιάδες λέξεις.
Οι φωτογραφίες αυτές απεικονίζουν αθλητές του Σούμο, θαυμάζουμε κατ’ αρχάς το αθλητικό τους παράστημα, δευτερεύοντος το θάρρος με ποιους αντίπαλους καλούνται να παλέψουν. Άραγε στις προπονήσεις τους τι τρώνε; Και είναι ποτέ δυνατόν αυτού του είδους οι αθλητές να ντοπαριστούν;
Συνειρμοί στο μυαλό πολλοί, θα σταθώ σε δύο, όσες και οι φωτογραφίες.
Πριν μπει η χιλιετία που διανύομε, βρισκόμουν στην Σουηδία. Μια χώρα με άλλη πραγματικότητα, αυτήν που άρχισαν να βιώνουν οι Αθηναίοι σήμερα. Τα αυτόματα εκδοτήρια εισιτηρίων, οι αυτόματες τραπεζικές δοσοληψίες, οι μαζικές μετακινήσεις με το σιδηρόδρομο σε πολύεπίπεδα υπόγεια, οι διανομές φαγητού κατ’ οίκον, η διαρκής σύνδεση στο διαδίκτυο, με είχαν εντυπωσιάσει τότε.
Όμως μεγαλύτερη εντύπωση μου είχε προξενήσει η αδιαφορία για τον γείτονα, η απανθρωπιά τους, τρέχανε όλοι μηδενός εξαιρουμένου σαν καλοκουρδισμένα ρομποτάκια. Στους δρόμους έβλεπες κάθε φυλής και γλώσσας ανθρώπους να βιάζονται. Πολυσυλλεκτική η κοινωνία, ας την πούμε έτσι.
Είναι λυπηρό που φθάνουμε και εμείς το επίπεδο αυτό.
Εχθές πρωί πρωί χρειάστηκα βενζίνη, τα πρατήρια όμως δεν είχαν ανοίξει ακόμα, παλιά κάποια διανυχτέρευαν, σήμερα ακόμα και στην Σάμο έχουμε αυτόματους πωλητές καυσίμων. Για πρώτη φορά έβαλα από την αντλία μοναχός μου, χωρίς να πω καλημέρα του πρατηριούχου, να ρωτήσω για τα παιδιά του, να πάρω μια καραμέλα και να φύγω. Μου φάνηκε τόσο απάνθρωπο, σε συνδυασμό με το πρωινό κρύο, μου θύμισε την Σουηδία. Αμάν αναφώνησα που καταντήσαμε.
Παρομοίασα την Ελλάδα με τον πιτσιρικά που αδιαφορώντας για το μπόι του αντιπάλου του μπήκε στο αγώνα θαρρετά, και αφού μεγάλωσε έγινε σαν άλλο που είναι ναι μεν μεγάλος, αλλά ο αντίπαλος είναι γίγαντας και δεν το βάζει κάτω.

Αφού κοίταξα τις φωτογραφίες προσεκτικότερα άλλη μια φορά, εννόησα την Ελλάδα ως τον γίγαντα, περιμένει με σιγουριά τον αντίπαλο που είναι ασήμαντος. Είναι οι οικονομικοί μετανάστες, που τα τελευταία χρόνια πλημύρισαν την πατρίδα μας, ψάχνοντας ένα καλύτερο αύριο, άρα είμαστε οι Έλληνες αυτοί που μπορούμε να τους το προσφέρουμε. Είναι ο πιτσιρικάς που μεγαλώνει, παλεύει με πείσμα αλλά δεν φτάνουν τα χέρια του να πνίξουν τον γίγαντα.
Αυτοί οι συνάνθρωποι μας, έρχονται από τα πέρατα του κόσμου, απελπισμένοι, πολλές φορές πουλημένοι, αλλά με το πόθο να αγωνιστούν για την επιβίωση τους, με οποιοδήποτε κόστος. Κουβέντα έκανα με κάποιον από αυτούς, Γκαμάλ, το όνομα του, αραβικά σημαίνει όμορφος, αλλά αυτός είναι Αφγανός. Είναι περίπου τριάντα χρόνων, ζυγίζει λιγότερο από εξήντα κιλά. Τρώει την ημέρα ένα σάντουιτς κοτόπουλο, το βράδυ ένα γιαούρτι, κοιμάται σε ένα δωμάτιο με άλλους επτά και είναι ευχαριστημένος. Λίγα Ελληνικά, λίγα αγγλικά και πολύ κίνηση με τα χέρια χρειάστηκαν για μάθω πράγματα, για τα οποία έχω άγνοια.
Όλοι αυτοί που μένουν μαζί είναι συγγενείς μεταξύ τους, αλλά ο καθένας έχει το δικό του κουμάντο, είναι όλοι άντρες και κατά κανόνα κανείς δεν είναι πρωτότοκος, αυτός μένει πάντα πίσω, για να αναλάβει όταν πεθάνει ο πατέρας την οικογένεια. Τελευταία πνίγηκαν προτού καταφέρουν να πιάσουν στην Σάμο τέσσαρα άτομα, ένα από αυτά ήταν αδελφός του Γκαμάλ, ο οποίος τον περίμενε για να φύγουν στην Αθήνα. Τώρα θα περιμένει άλλον αδελφό, είναι 17 ακόμα αγόρια, τα θηλυκά δεν μετράνε. Δεν τον πόνεσε ο χαμός; Τον ένοιαξε περισσότερο η καθυστέρηση, διότι αν δεν πάει στην Αθήνα δεν θα μπορεί να νομιμοποιηθεί, και αυτός θέλει να μείνει στην Ελλάδα, και ειδικά στην Αθήνα, γι αυτόν είναι παράδεισος, πάντα σε σχέση με την δική του πατρίδα. Ο πατέρας του θα κάνει άλλο παιδί να αντικαταστήσει το πνιγμένο.
Αυτήν την Αθήνα της παρακμής, με τους κάθε είδους περιθωριακούς τύπους, τους αναρχικούς, τους άστεγους, τους ζητιάνους και τους ναρκομανείς, ο Γκαμάλ την έχει πρότυπο καλοπέρασης και πολιτισμού όπως και τόσοι άλλοι σαν αυτόν που κάνουν χιλιάδες χιλιόμετρα για να βρεθούν στην Ελλάδα για να ανασάνουν ελεύθερα. Θα προσπαθήσουν άραγε αυτοί οι οικονομικοί μετανάστες, όπως αποκαλούνται τα τελευταία χρόνια να ενσωματωθούν και να δημιουργήσουν; Ή σαν τον δεύτερο παλαιστή θα προσπαθεί, αλλά θα πνίγεται στο στήθος του γίγαντα.

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2009

Γιατί εγώ;


Χαρακτηριστικό των ανεύθυνων ανθρώπων, είναι να απαντούν με ερώτηση, θεωρώντας το ευφυΐα, αποφεύγουν δε την ανάληψη ευθύνης, με το χαρακτηριστικό ερώτημα, «Γιατί εγώ;» αυτοί οι άνθρωποι εκτός από ανεύθυνοι είναι κατά κανόνα αχάριστοι.
Ένα τηλεφώνημα μεσ’ την νύχτα, με συγκλόνισε. Κατανοώ το μέγεθος της λέξεως και το χρησιμοποιώ, αποφεύγοντας την λέξη με τρόμαξε, μα τόσο αχάριστος είναι ο άνθρωπος;
Προερχότανε από έναν Ιερέα στο Αίγιο, θάψαμε τον Κύριο Ευάγγελο, και στην κηδεία του δεν παρέστη κανένας συγγενής.
Ασυναίσθητα ο νους μου ταξίδεψε είκοσι χρόνια ίσως και περισσότερα, τότε τον γνώρισα, ήταν συνταξιούχος τραπεζικός. Ψηλός καλοστεκούμενος, είχε μια αρχοντιά που σε καθήλωνε. Σε κάθε ευκαιρία μίλαγε για το παρελθόν του, για το αλβανικό μέτωπο που πολέμησε ως ανθυπολοχαγός και τραυματίστηκε, για την ανέλιξη στον τραπεζικό κλάδο και τα τρία παιδιά που έκανε. Για τα παιδιά του καμάρωνε πιο πολύ, είχαν και τα τρία σπουδάσει, ο πρώτος ο Σταύρος είχε προσληφθεί στην Τράπεζα, παίρνοντας την θέση πατέρα του, και είχε εξελιχθεί σε διευθυντή υποκαταστήματος, ο δεύτερος ο Μιχάλης στρατιωτικός με βαθμό λοχαγού τότε και ο τρίτος ο Αθανάσιος θεολόγος είχε επιλέξει τον Μοναχικό Βίο και ήταν Αρχιμανδρίτης και ηγούμενος σε κάποιο μοναστήρι στα Τρίκαλα.
Την γυναίκα του την έλεγαν Ελένη, όταν αναφερόταν σε αυτήν έλεγε, η κυρία Ελένη, πέρασαν χρόνια πολλά μαζί. Ο Κύριος Ευάγγελος, ως συνταξιούχος είχε αρκετό χρόνο και οικονομική άνεση για να γυρνάει, όλη την Ελλάδα. Τον ικανοποιούσε όμως περισσότερο να βρίσκεται κοντά στα παιδιά του. Στο μοναστήρι είχε μόνιμο κελί, ενώ τα άλλα παιδιά του μετακινιόντουσαν ανάλογα με τις ανάγκες της υπηρεσίας, πάντα όμως υπήρχε το δωμάτιο του Πατέρα, δεν επέτρεψε ποτέ να τον αποκαλέσουν μπαμπά, από τα παιδικά τους χρόνια ακόμα. Τον υπόλοιπο χρόνο του, τον περνούσε μαζί με την γυναίκα του, στο σπίτι του, ένα πατρογονικό αρχοντόσπιτο έξω από Αίγιο.
Όλα πήγαιναν με αυτόν τον ρυθμό, μέχρι τον θάνατο της Κυρίας Ελένης. Από τότε άλλαξε η ζωή του, περήφανος όπως ήταν, δεν το έβαλε κάτω, και θέλησε να συνεχίσει την ίδια ζωή, όμως δεν μπόρεσε να το καταφέρει. Είναι δύσκολο μετά από σαράντα χρόνια συμβίωσης να είσαι μόνος.
Τα παιδιά του θέλησαν να τον βοηθήσουν, και αποφάσισαν πως πρέπει να μείνει στο Μοναστήρι με τον Αθανάσιο, και το κάλεσαν να του πουν την απόφαση τους. Αυτός αντέδρασε, -ποιος σας είπε πως θέλω να καλογερέψω; Αν θέλετε να με βοηθήσετε να μετακομίσει ένας από όλους στο Αίγιο, να με φροντίζει μέχρι να πεθάνω-. Η ανταπόκριση και των τριών ίδια, (Γιατί εγώ;) ήτανε όλοι τους βολεμένοι. Οικονομικό πρόβλημα δεν υπήρχε, απόφαση θυσίας χρειαζόντανε και η μετάθεση θα γινότανε, αλλά –γιατί εγώ;‑ δυο λέξεις που του στοίχισαν πολύ του Κυρίου Ευάγγελου. Πικραμένος γύρισε στο Αίγιο.
Παρότι ήταν υγιής, είχε ανάγκη από φροντίδα. Νοικοκυριό και φαγητό του ήταν απαραίτητα, και δεν μπορούσε μόνος. Του σύστησαν μια γυναίκα από την Βουλγαρία, Ρούσλα την έλεγαν, μέσης ηλικίας και φανατικά καθολική. Την προσέλαβε, και τις παρεχώρησε και δωμάτιο να μένει στο ίδιο σπίτι.
Η Ρούσλα αποδείχτηκε καλή νοικοκυρά, καθαρή, λιγόλογη και αφοσιωμένη σε αυτόν που τις πρόσφερε εργασία και στέγη. Ο Κύριος Ευάγγελος ξαναχαμογέλασε. Μπαίνοντας ο πρώτο χειμώνα της χηρείας του, έπαθε ένα μικρό εγκεφαλικό, η Ρούσλα δεν τον άφησε στιγμή, το περιποιήθηκε τόσο απόλυτα, σαν να ήταν αίμα της. Οι νύμφες ήρθαν μέχρι το νοσοκομείο συνοδεύοντας τα παιδιά του, όταν όμως ζήτησε να μείνει η μία για λίγο καιρό πήρε την απάντηση –γιατί εγώ;‑.
Όταν συνέφερε από το κτύπημα αυτό ο Κύριος Ευάγγελος, με απόλυτη διαύγεια μυαλού, πρότεινε στην Ρούσλα γάμο, εσύ με φρόντισες, εσύ με φροντίζεις, ότι έχω μετά θάνατο θα σου ανήκουν, η απάντηση τον προσγείωσε απότομα, εσύ ορθόδοξος εγώ καθολική, δεν γίνεται. Η Ρούσλα ήταν απόλυτη στην πίστη της. Ο Κύριος Ευάγγελος όμως ήθελε να την εξασφαλίσει, ένοιωθε μεγάλη υποχρέωση σε αυτήν την γυναίκα που του παραστάθηκε στα δύσκολα, ακόμα νόμισε πως κοντεύει ο θάνατος. Την έπεισε λοιπόν να πάνε στον δήμαρχο να κάνουν πολιτικό γάμο, χωρίς να μπερδεύονται τα δόγματα στην μέση, εκείνη μαθημένη από την πατρίδα της στην διαδικασία αυτή, δέχθηκε, στο κάτω-κάτω σύμφωνο συμβίωσης θα κάμανε.
Οι αντιδράσεις όμως των παιδιών τον απογοήτευσαν. Και οι τρείς γιοί μαζί ήλθαν στο σπίτι, προπηλάκισαν την Ρούσλα, και χρειάστηκε να επέμβει ο Κύριος Ευάγγελος, ‑αυτή είναι η γυναίκα μου και πάρτε το χαμπάρι‑, ‑μα πατέρα έθεσες εαυτόν εκτός εκκλησίας‑, ωρυόταν ο Αρχιμανδρίτης Αθανάσιος ‑δικός μου λογαριασμός‑ ‑σκέψου και εμάς πατέρα, τι θα πούμε στο κόσμο;‑ ‑δικό σας λογαριασμός‑. Φύγανε τα παιδιά για να μην ξαναπατήσουν στο πατρογονικό τους.
Περάσανε τα χρόνια και ο Κύριος Ευάγγελος, γερνούσε αξιοπρεπώς, με την Ρούσλα να τον φροντίζει, μέχρι που το δεύτερο εγκεφαλικό το καθήλωσε στο κρεβάτι, η Ρούσλα στιγμή δεν έφυγε από δίπλα του, σε όλη την διάρκεια της ασθένειας μέχρι τον θάνατο του.
Η Ρούσλα ανέθεσε σε γραφείο τελετών την ταφή, και παρήγγειλε του επιτρόπου στη Εκκλησία να φροντίσει για ότι χρειάζεται, εκείνη καθολική δεν μπορεί να μπει σε ορθόδοξη εκκλησία. Ο Επίτροπος τηλεφώνησε στο Αθανάσιο, να τον ενημερώσει, προκειμένου να έλθει στην κηδεία, και πήρε την απάντηση ‑πολιτικό γάμο έκαμε, ας κάνει και πολιτική κηδεία‑. Πήρε τον Μιχάλη και η απάντηση –γιατί εγώ;‑ θα είμαι σε άσκηση, παρόμοια και η απάντηση του Σταύρου.
Ο Παπάς έκαμε την κηδεία, η εκκλησία γέμισε κόσμο, γνωστούς και φίλους του τεθνεώτος, αλλά κανένας από συγγενείς. 
Τα τρία παιδιά τον είχανε ξεγραμμένο, και η Ρούσλα περίμενε από έξω από την εκκλησία να δεχθεί τα συλλυπητήρια.

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009

Διακοπή τηλεφώνου



Αισθάνομαι την υποχρέωση να απολογηθώ για την απουσία μου, αυτές τις ημέρες από την περασμένη Παρασκευή. Ο Νοτιάς, αυτός ο άνεμος που είναι αιτία κάθε χρόνο να επισκευάζουμε ζημιές, άρχισε εφέτος με το κόψιμο του καλωδίου του Ο.Τ.Ε. παραλείπω να αναφέρω τα κλαδιά που σπάει, ίσαμε τώρα δύο διαμέτρου 20 πόντους το καθένα. Αναφέρω το γεγονός για να γίνει κατανοητή η δύναμη του.
Είναι πρόβλημα σοβαρό η διακοπή του τηλεφώνου, διότι έτσι επικρατεί η απομόνωση. Το κατάλυμα μου βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ρεύματα, εδώ δεν φτάνουν ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά σήματα εκτός από τα τούρκικα. Η ενημέρωση επομένως πάει περίπατο, αν δεν διαθέτω σύνδεση στο Διαδίκτυο. Λείπει παντελώς η καλημέρα που ανταλλάσουμε, με ένα σωρό κόσμο έστω και αν δεν έχουμε την δυνατότητα χειραψίας. Υπάρχει βέβαια το φορητό τηλέφωνο, που υποκαθιστά το σταθερό, αλλά δεν έχει εικόνα. Έπειτα με την περιήγηση, επικοινωνώ με νέους διαδικτυακούς φίλους, που δεν γνωρίζω προσωπικά, (ίσως δεν έφτασε η ώρα ακόμα), αλλά ενδιαφέρομαι να μαθαίνω νέα τους και ανησυχώ όταν δεν αναρτούν. Αυτές οι φιλίες της νέας τεχνολογίας, αν και έχουν άλλους κώδικες συμπεριφοράς, απολαμβάνουν στην καρδιά μου την ίδια αγάπη, το ίδιο ενδιαφέρον.
Συλλογισμένος με τα παραπάνω, με την βεβαιότητα πως τουλάχιστον μέχρι την Δευτέρα θα ζω χωρίς επικοινωνίες, βγήκα για προμήθειες μέρα Σαββάτο. Μπαίνοντας στο Πυθαγόρειο, γύρω γύρω από ένα τηλέφωνο, υπήρχε μια ομάδα λαθρομεταναστών, 15 ίσως και παραπάνω άτομα, τυλιγμένα με κουβέρτες, κάποιοι φοράγανε πλαστικά μπουφάν, με σαγιονάρες παρά το κρύο, αγωνιούσαν ποιος ξέρει με ποιόν προσπαθούσαν να επικοινωνήσουν. Προσπέρασα και στην επόμενη στροφή σταμάτησα, κατέβηκα από το αυτοκίνητο, και περπάτησα να με κτυπήσει ο παγωμένος αέρας. Έκανα τον Σταυρό μου πολλές φορές, δόξα τω Θεώ, είμαι καλά, έχω κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μου, φοράω παπούτσια, και επειδή κόπηκε το καλώδιο απογοητεύτηκα; Είμαι αχάριστος. Έχω το φορητό για οποιαδήποτε ανάγκη, είμαι στην πατρίδα μου, συνεννοούμαι στην γλώσσα μου, έχω κρεβάτι να κοιμηθώ, και φαγητό να φάω.
Αυτοί οι άνθρωποι που μόλις προσπέρασα τι έχουν; Αν αναλογιστούμε, πως, μπορεί να είμαστε εμείς στην δική τους κατάσταση. Τίποτα σε αυτήν την πρόσκαιρη ζωή δεν είναι μόνιμο και σίγουρο. Ευγνωμοσύνη λοιπόν είναι να ξέρεις τι έχεις και όχι τι σου λείπει.