Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009

Γιατί εγώ;


Χαρακτηριστικό των ανεύθυνων ανθρώπων, είναι να απαντούν με ερώτηση, θεωρώντας το ευφυΐα, αποφεύγουν δε την ανάληψη ευθύνης, με το χαρακτηριστικό ερώτημα, «Γιατί εγώ;» αυτοί οι άνθρωποι εκτός από ανεύθυνοι είναι κατά κανόνα αχάριστοι.
Ένα τηλεφώνημα μεσ’ την νύχτα, με συγκλόνισε. Κατανοώ το μέγεθος της λέξεως και το χρησιμοποιώ, αποφεύγοντας την λέξη με τρόμαξε, μα τόσο αχάριστος είναι ο άνθρωπος;
Προερχότανε από έναν Ιερέα στο Αίγιο, θάψαμε τον Κύριο Ευάγγελο, και στην κηδεία του δεν παρέστη κανένας συγγενής.
Ασυναίσθητα ο νους μου ταξίδεψε είκοσι χρόνια ίσως και περισσότερα, τότε τον γνώρισα, ήταν συνταξιούχος τραπεζικός. Ψηλός καλοστεκούμενος, είχε μια αρχοντιά που σε καθήλωνε. Σε κάθε ευκαιρία μίλαγε για το παρελθόν του, για το αλβανικό μέτωπο που πολέμησε ως ανθυπολοχαγός και τραυματίστηκε, για την ανέλιξη στον τραπεζικό κλάδο και τα τρία παιδιά που έκανε. Για τα παιδιά του καμάρωνε πιο πολύ, είχαν και τα τρία σπουδάσει, ο πρώτος ο Σταύρος είχε προσληφθεί στην Τράπεζα, παίρνοντας την θέση πατέρα του, και είχε εξελιχθεί σε διευθυντή υποκαταστήματος, ο δεύτερος ο Μιχάλης στρατιωτικός με βαθμό λοχαγού τότε και ο τρίτος ο Αθανάσιος θεολόγος είχε επιλέξει τον Μοναχικό Βίο και ήταν Αρχιμανδρίτης και ηγούμενος σε κάποιο μοναστήρι στα Τρίκαλα.
Την γυναίκα του την έλεγαν Ελένη, όταν αναφερόταν σε αυτήν έλεγε, η κυρία Ελένη, πέρασαν χρόνια πολλά μαζί. Ο Κύριος Ευάγγελος, ως συνταξιούχος είχε αρκετό χρόνο και οικονομική άνεση για να γυρνάει, όλη την Ελλάδα. Τον ικανοποιούσε όμως περισσότερο να βρίσκεται κοντά στα παιδιά του. Στο μοναστήρι είχε μόνιμο κελί, ενώ τα άλλα παιδιά του μετακινιόντουσαν ανάλογα με τις ανάγκες της υπηρεσίας, πάντα όμως υπήρχε το δωμάτιο του Πατέρα, δεν επέτρεψε ποτέ να τον αποκαλέσουν μπαμπά, από τα παιδικά τους χρόνια ακόμα. Τον υπόλοιπο χρόνο του, τον περνούσε μαζί με την γυναίκα του, στο σπίτι του, ένα πατρογονικό αρχοντόσπιτο έξω από Αίγιο.
Όλα πήγαιναν με αυτόν τον ρυθμό, μέχρι τον θάνατο της Κυρίας Ελένης. Από τότε άλλαξε η ζωή του, περήφανος όπως ήταν, δεν το έβαλε κάτω, και θέλησε να συνεχίσει την ίδια ζωή, όμως δεν μπόρεσε να το καταφέρει. Είναι δύσκολο μετά από σαράντα χρόνια συμβίωσης να είσαι μόνος.
Τα παιδιά του θέλησαν να τον βοηθήσουν, και αποφάσισαν πως πρέπει να μείνει στο Μοναστήρι με τον Αθανάσιο, και το κάλεσαν να του πουν την απόφαση τους. Αυτός αντέδρασε, -ποιος σας είπε πως θέλω να καλογερέψω; Αν θέλετε να με βοηθήσετε να μετακομίσει ένας από όλους στο Αίγιο, να με φροντίζει μέχρι να πεθάνω-. Η ανταπόκριση και των τριών ίδια, (Γιατί εγώ;) ήτανε όλοι τους βολεμένοι. Οικονομικό πρόβλημα δεν υπήρχε, απόφαση θυσίας χρειαζόντανε και η μετάθεση θα γινότανε, αλλά –γιατί εγώ;‑ δυο λέξεις που του στοίχισαν πολύ του Κυρίου Ευάγγελου. Πικραμένος γύρισε στο Αίγιο.
Παρότι ήταν υγιής, είχε ανάγκη από φροντίδα. Νοικοκυριό και φαγητό του ήταν απαραίτητα, και δεν μπορούσε μόνος. Του σύστησαν μια γυναίκα από την Βουλγαρία, Ρούσλα την έλεγαν, μέσης ηλικίας και φανατικά καθολική. Την προσέλαβε, και τις παρεχώρησε και δωμάτιο να μένει στο ίδιο σπίτι.
Η Ρούσλα αποδείχτηκε καλή νοικοκυρά, καθαρή, λιγόλογη και αφοσιωμένη σε αυτόν που τις πρόσφερε εργασία και στέγη. Ο Κύριος Ευάγγελος ξαναχαμογέλασε. Μπαίνοντας ο πρώτο χειμώνα της χηρείας του, έπαθε ένα μικρό εγκεφαλικό, η Ρούσλα δεν τον άφησε στιγμή, το περιποιήθηκε τόσο απόλυτα, σαν να ήταν αίμα της. Οι νύμφες ήρθαν μέχρι το νοσοκομείο συνοδεύοντας τα παιδιά του, όταν όμως ζήτησε να μείνει η μία για λίγο καιρό πήρε την απάντηση –γιατί εγώ;‑.
Όταν συνέφερε από το κτύπημα αυτό ο Κύριος Ευάγγελος, με απόλυτη διαύγεια μυαλού, πρότεινε στην Ρούσλα γάμο, εσύ με φρόντισες, εσύ με φροντίζεις, ότι έχω μετά θάνατο θα σου ανήκουν, η απάντηση τον προσγείωσε απότομα, εσύ ορθόδοξος εγώ καθολική, δεν γίνεται. Η Ρούσλα ήταν απόλυτη στην πίστη της. Ο Κύριος Ευάγγελος όμως ήθελε να την εξασφαλίσει, ένοιωθε μεγάλη υποχρέωση σε αυτήν την γυναίκα που του παραστάθηκε στα δύσκολα, ακόμα νόμισε πως κοντεύει ο θάνατος. Την έπεισε λοιπόν να πάνε στον δήμαρχο να κάνουν πολιτικό γάμο, χωρίς να μπερδεύονται τα δόγματα στην μέση, εκείνη μαθημένη από την πατρίδα της στην διαδικασία αυτή, δέχθηκε, στο κάτω-κάτω σύμφωνο συμβίωσης θα κάμανε.
Οι αντιδράσεις όμως των παιδιών τον απογοήτευσαν. Και οι τρείς γιοί μαζί ήλθαν στο σπίτι, προπηλάκισαν την Ρούσλα, και χρειάστηκε να επέμβει ο Κύριος Ευάγγελος, ‑αυτή είναι η γυναίκα μου και πάρτε το χαμπάρι‑, ‑μα πατέρα έθεσες εαυτόν εκτός εκκλησίας‑, ωρυόταν ο Αρχιμανδρίτης Αθανάσιος ‑δικός μου λογαριασμός‑ ‑σκέψου και εμάς πατέρα, τι θα πούμε στο κόσμο;‑ ‑δικό σας λογαριασμός‑. Φύγανε τα παιδιά για να μην ξαναπατήσουν στο πατρογονικό τους.
Περάσανε τα χρόνια και ο Κύριος Ευάγγελος, γερνούσε αξιοπρεπώς, με την Ρούσλα να τον φροντίζει, μέχρι που το δεύτερο εγκεφαλικό το καθήλωσε στο κρεβάτι, η Ρούσλα στιγμή δεν έφυγε από δίπλα του, σε όλη την διάρκεια της ασθένειας μέχρι τον θάνατο του.
Η Ρούσλα ανέθεσε σε γραφείο τελετών την ταφή, και παρήγγειλε του επιτρόπου στη Εκκλησία να φροντίσει για ότι χρειάζεται, εκείνη καθολική δεν μπορεί να μπει σε ορθόδοξη εκκλησία. Ο Επίτροπος τηλεφώνησε στο Αθανάσιο, να τον ενημερώσει, προκειμένου να έλθει στην κηδεία, και πήρε την απάντηση ‑πολιτικό γάμο έκαμε, ας κάνει και πολιτική κηδεία‑. Πήρε τον Μιχάλη και η απάντηση –γιατί εγώ;‑ θα είμαι σε άσκηση, παρόμοια και η απάντηση του Σταύρου.
Ο Παπάς έκαμε την κηδεία, η εκκλησία γέμισε κόσμο, γνωστούς και φίλους του τεθνεώτος, αλλά κανένας από συγγενείς. 
Τα τρία παιδιά τον είχανε ξεγραμμένο, και η Ρούσλα περίμενε από έξω από την εκκλησία να δεχθεί τα συλλυπητήρια.

Δεν υπάρχουν σχόλια: