Τρίτη 29 Ιουνίου 2010

Η απαγωγή


Μεγάλο ενδιαφέρον μου προξενεί πάντα η συμπεριφορά των ζώων. Ζώντας αρκετά χρόνια τώρα κοντά στην φύση, προσπαθώ να αποκωδικοποιώ τις συμπεριφορές τους. κάποιες φορές το καταφέρνω και άλλοτε όχι.
Ο σκύλος μου ο Ρόκυ, ένα κουτάβι τριών μηνών περίπου, τις τελευταίες μέρες, παρότι λυτός, δεν ξεκόλαγε από κοντά μου. Όταν το έλυνα για την καθημερινή μας βόλτα, αντί να τρέχει στην θάλασσα και να ανακατώνεται με τα φύκια, τριβόταν στα πόδια μου. Επειδή αυτό τον καιρό, περνώ μια κρίση με το αναπνευστικό μου πρόβλημα, το απέδωσα στο ένστικτο του, πως καταλαβαίνει την αρρώστια μου και συμπαρίσταται. Το έχω ξαναζήσει αυτό, αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος.
Φανταστείτε την έκπληξη μου, όταν το πρωί της Κυριακής, πήγα να του βάλω φαγητό πριν φύγω, διαπίστωσα πως έλειπε. Κάποιος είχε λύσει το σύνδεσμο του λουριού και το πήρε μαζί του. Κανονική απαγωγή που συντελέσθηκε μες στην νύχτα, αφού κατά τις ένδεκα ο Ρόκυ γαύγιζε χαρούμενος.
Στεναχωρήθηκα λίγο, αλλά ζώο είναι σε τελική ανάλυση, δεν χάλασε ο κόσμος αν κάποιος το ήθελε, χαλάλι του. Ούτε δακτυλικά αποτυπώματα αναζήτησα, ούτε το Αστυνόμο Μπέκα εκκάλεσα. Αποφάσισα μετά από αυτό το γεγονός, να μην ξαναμαζέψω σκύλο στην αυλή, είναι βέβαια και τα χρόνια που πέρασαν, είναι και η ανημποριά της αρρώστιας που με καταβάλει μέρα με την μέρα.
Την Δευτέρα την αργά το βράδυ, έκανα σχέδια πως θα κλίσω την σκυλόπορτα που βγαίνει στην θάλασσα, και πως θα διευθετηθεί ο χώρος που διαβιούσε ο σκύλος, όταν κτύπησε το τηλέφωνο, ήταν κάποιος φίλος από την κοντινή μας πόλη, που με ενημέρωσε πως βρέθηκε ο Ρόκυ. Αυτό το σαρανταοκτάωρο, μεσολάβησαν γεγονότα, που μοιάζουν ψεύτικα. Την Κυριακή το πρωί ήταν παρατημένος στα ταμπάκικα (Βυρσοδεψία), μια περιοχή παραθαλάσσια, με πολλά κλειστά παλιά εργοστάσια του είδους. Το είδε κάποιος από τους πολλούς επισκέπτες μου, και το αναγνώρισε, αλλά δεν ήταν σίγουρος, τον φωτογράφησε και ανάρτησε σε μερικές κολόνες αγγελία πως βρέθηκε κουτάβι, και όποιου είναι να παρουσιασθεί να το παραλάβει.
Εγώ δεν πήρα χαμπάρι τίποτα από αυτά, το βραδινό τηλέφωνο ήταν η πηγή της ενημερώσεως μου. Φυσικά επόμενο ήταν να επαναπατρισθεί ο Ρόκυ, στο Κουρουντερέ, στα σπιτάκια του και στην αλυσίδα του.
Μετά τις πρώτες χαρές που έκαμε, μόλις εντόπισε το οικείο του περιβάλλον, δέθηκε και άρχισε την γκρίνια, έμαθε βλέπετε να ζει ελεύθερος. Αν όμως μένει λυτός, θα καταλήξει κάτω από τις ρόδες των διερχομένων οχημάτων. Στην σημερινή μας βόλτα, από την οποία μόλις επέστρεψα, ήταν σαν να μην είχε φύγει ποτέ.

Τετάρτη 23 Ιουνίου 2010

Η ζήλια

Έχουμε και άλλοτε γράψει πως η ζήλια είναι αρρώστια, πολλές φορές ανίατος, αλλά όχι πάντα. Η ζήλια ως συναίσθημα έρχεται αυθόρμητα και φεύγει με την λογική.
Γενικά δεν με κυριεύει αυτό το πάθος, και προσπαθώ να το εξωτερικεύω για να ανακουφίζομαι. Ζήλεψα αυτές τις ημέρες το Λούνα-Παρκ. Ήρθε στο νησί μας περιοδεύον ένα Λούνα-Παρκ. Πηγαίνουν λοιπόν παιδάκια, και μετά μου διηγούνται, το πώς περάσανε. Μπαίνουν στον Πύραυλο, ανεβαίνουν στην Μεγάλη ρόδα, η οδηγούν τα συγκρουόμενα αυτοκινητάκια, κάνουν ιππασία, και διασκεδάζουν.
Ζηλεύω εκείνη την ώρα τους γονείς τους, ιδιαίτερα τους πατεράδες, που με πρόσχημα την ασφάλεια του παιδιού, ανεβαίνουν στην Ρόδα, και τρακάρουν τα αυτοκινητάκια. Ξαναγίνονται παιδιά με έμμεσο τρόπο και δεν τους παρεξηγάει κανείς. Και θέλω και εγώ να μπω στον Πύραυλο, με ποια όμως δικαιολογία; (του παλιμπαιδισμού), να γελοιοποιηθώ ως ξεμωραμένος, και κρατιέμαι.
Αναρωτιέμαι αν είμαι μόνος; Παρατηρώ στα κούλουμα τους χαρταετούς ποιοι τους αμολούν, πάλι πιο πολλοί είναι οι πατεράδες και οι παππούδες από τα παιδιά. Την τελευταία παράγραφο την γράφω ως δικαιολογία.
Ήθελα να μείνω για πάντα παιδί στην καρδιά και στο μυαλό, αλλά μεγάλωσα.

Ηρακλής

Βραδάκι και ο Ηρακλής ανήσυχος φέρνει βόλτες. Ηρακλής είναι ένα από τα σκυλιά του γείτονα. Ψάχνει τον φίλο του, τον Φουντωτό, αυτός είναι ο γάτος, που από μικρά μεγαλώσανε μαζί και κοιμούνται αγκαλιά.
Ο Ηρακλής βρέθηκε από μικρό ορφανό κουταβάκι, να κάνει με μια οικογένεια γατιών, και από όλα ξεχώρισε τον Φουντωτό, με το οποίον έπαιζε, μοιράζονταν το φαγητό, και κοιμόντουσαν παρέα. Σε ένα αγρόκτημα όλα τα ζώα έχουν ονόματα, και γι’ αυτό φροντίζουν τα παιδιά που διαβιούν ή πηγαινοέρχονται εκεί.
Ο Φουντωτός όμως δεν βρίσκεται, και δεν πρόκειται να βρεθεί επειδή σήμερα εκτελέστηκε δια τυφεκισμού. Το παράπτωμα του, κανιβαλισμός στα κλωσόπουλα. Δικαστήριο αυτόφωρο και καταδίκη εκτελέσιμη πάραυτα. Οι κλώσες κάνοντας το καθήκον τους, γέμισαν το κοτέτσι με πουλάκια. Νομίζοντας παιχνίδι ίσως, ο γάτος δοκίμασε και γλυκάθηκε, αλλά πονηρός όταν ξύπνησε η φύση του, το έκρυβε και φυλαγότανε ειδικά από το αφεντικό του. Είναι πράγματι εντυπωσιακό πως αντιδρούν τα ζώα σε διάφορες καταστάσεις. Όταν έβλεπε τον νοικοκύρη να έρχεται, έκανε τον αδιάφορο. Τα πουλιά λιγοστεύανε, και οι υποψίες για ύπαρξη αλεπούς ή νυφίτσας πολλές, αλλά πάλι με τρία σκυλιά είναι απίθανο. Και ένα σούρουπο αποκαλύφθηκε ο φονιάς. Χωρίς δεύτερη σκέψη ήρθε ο σκοτωμός.
Φυσιολογικά και συνηθισμένα φαινόμενα για ένα αγρόκτημα, εδώ όμως αρχίζει το μάθημα δεοντολογίας. Από την γκρίνια των παιδιών προς τον πατέρα που τόλμησε και σκότωσε το γάτο. Άδικα προσπαθεί να εξηγήσει πως είναι υποχρέωση να φυλάμε το κόπο μας και τα ζώα μας από κάθε απειλή, μα και ο Φουντωτός ζώο μας ήτανε, και το δάκρυ αυλακώνει τα προσωπάκια.
-τα ζώα τα χωρίζουμε σε δυο κατηγορίες, εκείνα που τρώμε, και τα άλλα που δεν τρώμε. Τα πρώτα είναι πιο χρήσιμα και τα προστατεύουμε από τα δεύτερα.
-βαρέθηκε και ο Φουντωτός το ίδιο φαγητό και θέλησε κοτόπουλο, έπρεπε να το σκοτώσουμε για αυτό.
Και ο Ηρακλής απεγνωσμένα να ψάχνει και να κλαψουρίζει, οι άλλες γάτες σε μια άκρη τρώγανε αμέριμνες ενώ κάποιες άλλες γουργούριζαν ευχαριστημένες και χορτάτες.

Τρίτη 22 Ιουνίου 2010

κήπος 2010


ο ρόκυ έφηβος



το σπιτάκι του κήπου


Τὸ ναυτόπουλο

Πέντε μῆνες τώρα λείπει στὰ ξένα τὸ ναυτόπουλο. Σωστοὺς πέντε μῆνες! Ἄχ, πόσο ἐπεθύμησε τὴν πατρίδα του!
Τὸ καράβι, ὅπου δουλεύει, πῆγε σὲ μακρινοὺς τόπους, σταμάτησε σὲ πολλὰ λιμάνια καὶ τώρα γυρνᾶ πίσω, νύχτα καὶ μέρα ταξιδεύουν. Μόνο οὐρανὸ καὶ θάλασσα βλέπουν. Ὁ ἀέρας σφυρίζει μέσα στ’ ἄρμενα, φουσκώνει τὰ πανιά, τὰ κύματα χτυποῦν τὸ καράβι, μὰ τὸ ναυτόπουλο δὲν τρομάζει. Εἶναι γενναῖο ναυτόπουλο καί, μόλις προστάξει ὁ καπετάνιο, σκαρφαλώνει στὰ ξάρτια καὶ λύνει ἢ δένει τὰ πανιά.
Δὲν τὸ τρομάζει ἡ θάλασσα, δὲν συλλογιέται τὸν κίνδυνο. Ἕνα πράγμα μόνο σκέπτεται: πότε θὰ φτάση.
Ὅταν τελειώσει ἡ δουλειά του, στέκει ἀκουμπισμένο στὸ παραπέτο τοῦ καραβιοῦ καὶ συλλογίζεται τὴ γλυκιά του πατρίδα. Κοιτάζει μακριά, ὅσο μπορεῖ νὰ φτάσει τὸ βλέμμα του, μήπως στὴν ἄκρη τοῦ ὁρίζοντα, πίσω ἀπὸ τὰ σύννεφα, ξεχωρίσει τὸ σπιτάκι του. Ἐκεῖ ποὺ τὸν περιμένη ἡ χήρα μάνα του καὶ τὰ ὀρφανὰ ἀδέλφια του.
Πέντε μῆνες τώρα λείπει στὰ ξένα. Ἄχ, πότε τέλος θὰ φτάσει; Μὲ ποιὰ λαχτάρα θὰ ἀνεβῆ τὴ μικρὴ σκάλα καὶ θὰ τρέξει στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάνας του καὶ τῶν ἀδελφῶν του! Καὶ ἔπειτα, τὸ βράδυ, τὸ κοντὰ στὴ γωνιά, ὅπου θὰ λάμπη ζεστὴ φωτιά, ἐνῶ θὰ εἶναι ὅλοι τριγύρω του, θὰ τοὺς διηγῆται σὲ ποιὰ μέρη ταξίδεψε καὶ τί εἶδε στοὺς ξένους τόπους. Ληταν βέβαια ὡραῖοι οἱ ξένοι τόποι, μὰ γιὰ τὸν ξενιτεμένο, ποὺ ἔχει ἀγαπημένα πρόσωπα καὶ τὸν περιμένουν, ποτὲ δὲν εἶναι ὡραῖα ἡ ξενιτιά.
Πότε θὰ φτάσει; Τὸ περισσότερο βιάζεται νὰ φτάσει, γιατί μὲ τὸ μισθὸ ποὺ πῆρα ἀγόρασε γιὰ ὅλους κάτι. Γιὰ τὸ ἕνα ἀδελφάκι ἀγόρασε ὑποδήματα, γιὰ τὸ ἄλλο καπελάκι καὶ γιὰ τὴν μητέρα μερικὰ μέτρα πανὶ γιὰ νὰ ράψη φόρεμα. Μὲ ποιὰ χαρὰ θὰ δώσει στὸν καθένα τὸ δῶρο του καὶ μὲ ποιὰ χαρὰ θὰ τὸ πάρη ὁ καθένας! Καὶ θὰ βγάλη αἴφνης ἀπὸ τὴν τσέπη τοῦ ναυτικοῦ πανταλονιοῦ, δεμένα στὸ μαντίλι του, τὰ χρήματα ποὺ τοῦ ἔμειναν. Αὐτὰ θὰ τὰ δώσει στὴν δυστυχισμένη τὴ μητέρα του, νὰ ἀγοράση σιτάρι, κρέας καὶ ὅτι ἄλλο θέλει.
Ἐνῶ σκέφτεται ὅλα αὐτά, κοιτάζει καὶ στὴν ἄκρη τῆς θάλασσας ποὺ ἁπλώνεται ἐμπρός του, καὶ τί διακρίνει; Τὴν πατρίδα του! Τὸ καράβι σχίζει γρήγορα τὰ κύματα. Ὁλοένα πλησιάζουν. Νὰ φαίνονται τὰ σπίτια. Οἱ ναῦτες καὶ αὐτὸς μαζὶ σκορπίζονται στὰ κατάρτια, μαζεύουν τὰ πανιά. Ρίχνουν ἄγκυρα. Κατεβάζουν μία βάρκα στὴ θάλασσα. Μπαίνουν μέσα ὁ καπετάνιος τρεῖς ναῦτες καὶ αὐτὸς τραβώντας τὸ κουπί. Ἡ καρδιὰ τοῦ χτυπᾶ δυνατά. Νὰ εἶναι ὅλοι καλὰ στὸ σπίτι του; Μὴν ἔπαθε κανεὶς τίποτε; Μήπως εἶναι ἄρρωστη ἡ μητέρα του, κανένα ἀδελφάκι του; Πῶς ἀνησυχεῖ! Ἀλλὰ ποιοὶ νὰ εἶναι αὐτοὶ ποῦ περιμένουν στὴν ἀκρογιαλιά; Ὢ τοὺς γνωρίζει!
Ἡ βάρκα φτάνει στὴν ξηρὰ καὶ τὸ ναυτόπουλο τρέχει καὶ χώνεται στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μητέρα του καὶ μικρῶν ἀδελφῶν του.
Ἀριστοτέλης Κουρτίδης.

Ο συνήγορος του διαβόλου.

Από το παλιό αναγνωστικό της έκτης δημοτικού, πήρα σήμερα το ναυτόπουλο, για μπούμε στο κλίμα της σημερινής ανάρτησης.
Βλέπουμε από μικρά παιδιά, του δημοτικού ακόμα πριν από λίγες μόλις δεκαετίες, προσπαθούσε το σχολείο, να τους καλλιεργήσει μέσα από την παιδεία, την ιδέα της αυταπάρνησης και της προσφοράς. Μέσα από αυτό κείμενο, διαπιστώνουμε πως θεωρείτο φυσική κατάσταση, να ξενιτεύεται ένα παιδί, να υπάρχει χήρα μάνα και ορφανά αδέλφια. Μιλάμε για την δεκαετία του 1960 και ακόμα οι πληγές του πολέμου δεν είχαν κλείσει τελείως.
Σήμερα κοντεύουμε να ξεχάσουμε τον πόλεμο, και αν υπάρχουν επιζώντες ακόμα είναι όλοι ηλικιωμένοι. Ξεχάσαμε τι σημαίνει ορφάνια. Και το χειρότερο είναι πως το σχολείο δεν παρέχει πλέον παιδεία, προσφέρει γνώσεις.
Ποιος διανοείται σήμερα πως ένα παιδί των δώδεκα χρόνων ή και μικρότερο θα μπορούσε να βγει στην αγορά εργασίας; Και τότε ακόμα υπήρχε πρόβλεψη στην νομοθεσία για το μεροκάματο των ανηλίκων, πόσο δηλαδή ποσοστό ήταν επί του κατωτάτου βασικού του εργάτη. Γιατί λοιπόν μας κακοφαίνεται τόσο πολύ, όταν με τα νέα μέτρα έχει την μεταχείριση αυτή ο πρώτοεισερχόμενος στην αγορά εργασίας; Αργεί να ωριμάσει το παιδί σήμερα, πρέπει να αργήσει και η αμοιβή του.
Ξεσκολισμένος λεγόταν εκείνος που είχε βγάλει το δημοτικό, σήμερα εννέα έτη είναι υποχρεωτική εκπαίδευση και πάμε για δώδεκα. Σε αυτά τα χρόνια δεν του δίνουν του παιδιού περισσότερα εφόδια, απλά το καθυστερούν στην είσοδο στην παραγωγή. Παρατείνουν δηλαδή την ωρίμανση του, επειδή δεν υπάρχουν θέσεις να απορροφηθούν όλοι. Πέφτουν λοιπόν οι νέοι στην παγίδα, και σπουδάζουν και ξανά σπουδάζουν και κάνουν μεταπτυχιακά και διδακτορικά, και καταλήγουν στο ταμείο ανεργίας. Σπουδαγμένοι μεν ανώριμοι δε.
Και αφού αργούμε σήμερα να μπούμε στην αγορά εργασίας, φυσικό επόμενο είναι να καθυστερούμε και να βγούμε. Το προσδόκιμο όριο ζωής έχει αυξηθεί σημαντικά. Ενώ ο εξηντάρης εθεωρείτο ηλικιωμένος και άρα συνταξιούχος, σήμερα αθλείται, είναι ακμαίος, δεν παραχωρεί την θέση στους νεώτερους, αλλά θέλει να συνταξιοδοτείται. Η σύνταξη σαν σκέψη και πρόβλεψη, κατά την ταπεινή μου γνώμη, είναι για εκείνους που δεν μπορούν πλέον να προσφέρουν, είτε λόγω ηλικία είτε λόγω ασθένειας. Και αυτοί ανάλογα με την προσφορά τους στο σύνολο κατά τη διάρκεια της ακμής τους, να επικουρούνται ανάλογα.
Με λίγα λόγια αφού αλλάξανε τα όρια ζωής, άλλαξε ο τρόπος διαβίωσης, φυσικό επόμενο είναι να αλλάξει και ο τρόπος διαχείρισης τους.
Αυτό δεν σημαίνει πως, μου αρέσουν όσα δυσάρεστα μέτρα ανακοινώνονται το τελευταίο καιρό, και εγώ πλήττομαι, απλά είπα σήμερα να κάνω τον συνήγορο του διαβόλου, για όσους έχουν μεν ακούσει την έκφραση αλλά αγνοούν το νόημα, σημειώνω, όταν η παπική εκκλησία, θέλει να καταχωρίσει κάποιον στην αγιοκατάταξη (αγιολόγιο), κάποιος από το συνέδριο αναλαμβάνει να ανακαλύψει όλα τα μεμπτά του υποψηφίου.

Δευτέρα 21 Ιουνίου 2010

Η ικανοποίηση

Επειδή η ζωή μας είναι μικρή (λίγη), πρέπει και εμείς με τα λίγα να ικανοποιούμαστε. Δεν το αναφέρω από συνδικαλιστική ή οποιαδήποτε άλλη διεκδικητική άποψη, αλλά στην καθημερινότητα.
Πολλή χαρά με διακατέχει, από ένα πράγμα που ίσως φανεί αστείο για κάποιους. Φύτεψα τρία βλαστάρια αγράμπελη (πεντάφυλλο), και αυτά προκόψανε και άρχισαν το άπλωμα, πάνω στο πλέγμα του τσαρδιού. Είναι η πρώτη χρονιά, και δεν γνωρίζω τις αντιδράσεις του χειμώνα, αλλά το γεγονός πως σκαρφάλωσαν τρία μέτρα με ικανοποίησε.
Αυτήν την χαρά, αυτήν την ικανοποίηση, μας την προσφέρει απλόχερα και καθημερινά η φύση, σε όλους εμάς που έχουμε το προνόμιο να ζούμε κοντά της, σε αντιδιαστολή με τους αστούς, που στερούνται τέτοιων μικρών αλλά ευχάριστων στιγμών, στην καθημερινότητα τους.
Όταν παίρνεις από το κλάδεμα της τριανταφυλλιάς, ένα κομματάκι και το χώνεις στην γη, του κάνεις το λακκάκι και του βάζεις νερό, ο εγωισμός σου λέει «το φύτεψα» και περιμένει να μεγαλώσει. Είναι όμως σίγουρο πως έτσι θα γίνει; Όχι βέβαια, το προσδοκάς αλλά δεν είσαι βέβαιος, άλλος αποφασίζει.
Κάθε τι που έχει σχέση με την δημιουργία, αναφέρεται και στον Δημιουργό μας, τον Θεό. Έτσι ως δώρο Θεού πρέπει να εκλαμβάνονται όσα η φύση μας παρέχει, και επειδή ο άνθρωπος βλαστημώντας στον Θεό, ασέλγησε στην φύση, αυτή ανταποδίνει τα ίσα. Λέγανε οι πιο παλιοί πως «στον καταραμένο τόπο Μάι μήνα βρέχει», εδώ περνά ο Ιούνιος, και το χαλάζι και οι βροχές δεν σταματάνε.
Ο άνθρωπος είναι ανικανοποίητος και αγνώμων, έτσι και εγώ, εφέτος με τα πολλά νερά και τους πολλούς και ισχυρούς νοτιάδες, παραπονιόμουν και ας είχα άδικο. Δεν με βόλευε η κατάσταση. Το αυτοφυή παράσιτα είναι πολλαπλάσια, λόγω της υγρασίας, αντί να τα ραντίσω να κόβω, μέχρι τώρα τέσσαρες φορές έχω βάλει το χορτοκοπτικό, με την λογική πως επειδή είχαμε πολλά νερά, το δηλητήριο θα πάει στον πόσιμο υδροφόρο ορίζοντα. Για αυτήν την κατάσταση, την εύκολη και γρήγορη ανάπτυξη, θλίβομαι ενώ θα έπρεπε να χαίρομαι διότι το ίδιο ακριβώς ρυθμό ανάπτυξης ακολουθούν και τα άνθη του κήπου. Και ξανάγινε ο κήπος του Πυθαγόρας ένα καμάρι, που καμία σχέση δεν είχε με αυτόν του Πάσχα.
Αρκεί μια μικρή αναποδιά για να μας βυθίσει στο πέλαγος της απελπισίας. Να ικανοποιούμαστε λοιπόν με τα μικρά, με τα καθημερινά, με τα νοούμενα αυτονόητα που δεν είναι τέτοια.

Πέμπτη 17 Ιουνίου 2010

Μικρές χαρές

Πόσο ανυπόμονους μας έχει κάνει ο ξέφρενος ρυθμός της σύγχρονης ζωής, είναι ένα κεφάλαιο που θέλει πολύ μελέτη, και κυρίως θεραπεία. Τρέχουμε να προλάβουμε τα πάντα, και χάνουμε την ησυχία μας και την ανθρωπιά μας.
Αντί να ξυπνήσουμε το πρωί, μισή ώρα νωρίτερα, και να απολαύσουμε τον πρωινό καφέ μας, τον παίρνουμε στο στεγανό ποτήρι (Τάπερ στα Ελληνικά), με το καλαμάκι, ρουφώντας τον, οδηγώντας το αυτοκίνητο για την εργασία μας. Μια μικρή απόλαυση καθημερινή που εξελίχθηκε σε βάσανο, γιατί δεν είναι λίγες οι φορές που θα χυθεί, και θα αρχίσουν οι βρισιές, λες και φταίει ο Χριστός ή η Παναγία για την Βιασύνη μας.
Αυτό είναι το πιο χαρακτηριστικό και πρόχειρο δείγμα της ανυπομονησίας του σύγχρονου ανθρώπου. Κορνάρει πριν ακόμα ανάψει το πράσινο φανάρι, μήπως και το πιάσει το επόμενο κόκκινο. Δυσανασχετεί στην ουρά, δεν μπορεί να περιμένει πουθενά. Βιάζεται πάντα, γιατί; Τι θα κερδίσει;
Δεν απολαμβάνει διότι στις πολιτείες έπαψαν να υπάρχουν απολαύσεις. Να πιεί το καφεδάκι του στο μπαλκόνι, βλέποντας που; Και αναπνέοντας τι; Το τσιμέντο και το καυσαέριο καταντούν αυτήν την μικρή και αυτονόητη απόλαυση απαγορευτική.
Αυτές τις ημέρες ιδιαίτερα με τον καύσωνα, μέσα στο διαμέρισμα, το τσιμεντένιο αυτό κλουβί του πολιτισμού, με την χρήση του κλιματιστικού, αντέχει και σχεδιάζει την απόδραση του. Εκεί που το κλιματιστικό μηχάνημα θα είναι περιττό. Επειδή γνωρίζει πως αυτό, μπορεί να δροσίζει ένα διαμέρισμα, καταστρέφει όμως τον πλανήτη, και έχει τύψεις στον βαθμός της ευαισθησία του.
Αυτήν την εβδομάδα που τα σχολεία κλείνουν, θα αρχίσουν οι μεταβάσεις προς τους θερινούς τόπους διαμονής, όσων διαθέτουν τέτοιους. Δεν έχουν όλοι χωριά, ούτε διαθέτουν εξοχικές κατοικίες. Οι υπόλοιποι θα υποχρεωθούν σε ένα μαρτυρικό καλοκαίρι μέσα στις πολιτείες, κλέβοντας λίγες ημέρες συνήθως το πρώτο μισό του Αυγούστου, για να βρεθούν σε κάποιο μέρος παραθερισμού. Και εκεί μεταφέρουν όλο το θυμό και την νευρικότητα που χαρακτηρίζει την ζωή τους, μην μπορώντας να βιώσουν το πραγματικό χρόνο ροής των γεγονότων της ζωής.
Εδώ είναι το ζητούμενο, μπορούν άραγε αυτοί οι άνθρωποι, να απολαύσουν έναν καφέ πρωινό. Δεν ξυπνούν να δουν την ανατολή του ηλίου, και αναρωτιούνται γιατί έχουν πονοκέφαλο. Ο επαρχιώτης και ιδιαίτερα ο αγρότης γνωρίζει, πως η ανατολή σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να σε βρει στο κρεβάτι.
Παραπονιέται για την μεσημεριανή ζέστη, ενώ είναι η ώρα που πρέπει να χαλαρώνει κάτω από κανένα δένδρο, αυτός περπατά στον ήλιο.
Αντί να τρώει ελαφριά, και φρέσκα χορταρικά και φρούτα, καταναλώνει όσο περισσότερα μπορεί από το πακέτο της προσφοράς του ξενοδοχείου, που διαμένει, και μετά χρειάζεται ένα σωρό χωνευτικά, για να προλάβει να απολαύσει το ηλιοβασίλεμα, πίνοντας τα ούζα του, με την καλοκαιρινή παρέα του.
Αυτά θεωρούνται από τον σύγχρονο δραπέτη της πολιτείας μικρές χαρές και απολαύσεις.
Ας δούμε όμως τι θα ήτανε πιο προσδόκιμο σε αυτόν τον όρο. Να σηκωθείς πρωί-πρωί, να κάνεις έναν περίπατο στην θάλασσα δίπλα, προτού αρχίσουν τα αυτοκίνητα να κυκλοφορούν, που ακόμα και στην επαρχία και στα νησιά το καλοκαίρι είναι ανυπόφορα. Να κάνεις το μπάνιο, προτού ο ήλιος αρχίσει να καίει. Να πίνεις το καφέ σου ακούγοντας τα πουλάκια να κελαηδούν. Στον τόπο παραθερισμού υπάρχουν πάντα μουσεία που επιβάλλεται να επισκεφθείς να δώσεις και νόημα στις διακοπές σου.
Άκουσε από τους γεροντότερους που συναντάς ιστορίες, είναι πράγματι απόλαυση όσα διηγούνται, με τα ιδιώματα της περιοχής που κατοικούν.
Το καρπούζι και το πεπόνι είναι καλή συντροφιά για το ηλιοβασίλεμα, ενώ τα ούζα πρέπει να αρχίζουν μαζί με τα βραδινά τζιτζίκια, και σε κάθε περίπτωση να είναι σύμφωνα με τα πόδια μας, δύο δηλαδή και όχι παραπάνω.
Καλό καλοκαίρι!