Σάββατο, 2 Ιουλίου 2011

Μέρος Δ΄. Η γνωριμία.

 Μέρος Δ΄. Η γνωριμία.
Με την επιστροφή τους στην Αθήνα συνέχισαν τα σχέδια τους με τον ίδιο ρυθμό, μελετούσαν νέα προϊόντα και σχεδιάζανε ταξίδια. Στα μέσα του Μαρτίου είχαν προγραμματίσει ένα ταξίδι για το Χονγκ Κονγκ και από εκεί για Ταϊβάν. Ο Μάκης αρρώστησε βαριά, ένα απλό κρυολόγημα εξελίχτηκε σε πνευμονία, απαιτούσε εισαγωγή σε νοσοκομείο, ήλθε ο πατέρας του ανήσυχος να τον φροντίσει. Ο Χρόνης ήθελε να ματαιώσει το ταξίδι, ο Μάκης του έλεγε να πάει και πως δεν τον έχει ανάγκη στα παζάρια θα τα καταφέρει και μόνος του αρκεί να πάρει μαζί του κάποιον που να γνωρίζει την γλώσσα. Που να βρίσκανε άνθρωπο πρόθυμο και εύκαιρο για ένα τέτοιο ταξίδι; Ο Μάριος προσφέρθηκε μόνος του, αλλά ο Χρόνης του ξεκαθάρισε πως πάει για δουλειές όχι για διασκέδαση. Την λύση την βρήκε η Ευγενία που πρότεινε την αδελφή της, είχε τελειώσει μια σχολή για αεροσυνοδούς, ήξερε ξένες γλώσσες (Αγγλικά- Γαλλικά και Ιταλικά) αλλά δεν την άφηνε ο πατέρας της να ταξιδεύει. Ο Χρόνης συμφώνησε και παρήγγειλε να περάσει από την Αχαρνών να κανονίσουν τις λεπτομέρειες.
Το ίδιο απόγευμα παρουσιάστηκε στην αποθήκη η Ερατώ, μόλις πέρασε την τζαμαρία ο Χρόνης δικαιολόγησε τον πατέρα της γιατί δεν την άφηνε να ταξιδέψει. Έβλεπε μια καλλονή από εκείνες που δεν μπορεί να μην γυρίσεις να τις κοιτάξεις, τα μακριά της μαύρα μαλλιά κρύβανε το μισό της πρόσωπο και ένα σεμνό και συνεσταλμένο βλέμμα. Σηκώθηκε ο Χρόνης από την καρέκλα του και την προϋπάντησε.
-Πέρασε, θα είσαι η Ερατώ;
-Εγώ είμαι αυτή. Σας απογοήτευσα; Γιατί σηκωθήκατε;
-Όχι κάθε άλλο, είσαι τόσο όμορφη που τα έχασα, που ήσουν κρυμμένη;
-Όχι και εδώ τα ίδια, σηκώθηκε να φύγει η Ερατώ
Πλησίασε αποφασιστικά ο Χρόνης και τη έπιασε από το μπράτσο,
-Συγνώμη δεν ήθελα να σε προσβάλω, δεν είμαι ξένος εγώ, θα έχεις ακούσει σίγουρα για μένα
-Ναι έχω ακούσει αλλά τώρα, και έσκυψε το κεφάλι ακόμα περισσότερο.
-Κάτσε σε παρακαλώ, δεν φταις Εσύ αν είσαι τόσο όμορφη, χάρισμα είναι.
-Δεν είναι αυτό θέμα, ήρθα εδώ για δουλειά και τι κουβεντιάζουμε και που θα καταλήξουμε, καλλίτερα να φύγω όσο είναι νωρίς
-Για δουλειά θα μιλήσουμε, κοίταξε με στα μάτια και αν με εμπιστεύεσαι συνεχίζω, αν όχι φύγε.
Σήκωσε το κεφάλι η Ερατώ και τον κοίταξε στα μάτια, ήρθε η ώρα του Χρόνη χαμηλώσει τα δικά του, τόσο καθάριο και αγνό βλέμμα δεν είχε ξαναδεί σε κανένα από τα κορίτσια που έκανε παρέα τόσο καιρό. Πήγε αργά πίσω στο γραφείο έκατσε και περίμενε. Ξέχασε ποιος ήταν το αφεντικό και ποιος ο υποψήφιος εργαζόμενος. Η καρδιά του κτυπούσε με ένταση.
-Αν με θέλετε θα έρθω, σας εμπιστεύομαι επειδή παρακολουθώ την πορεία σας, άλλωστε είναι η μόνη δουλειά που θα μου επιτρέψει ο πατέρας μου.
-Ερατώ, θα είμαστε μαζί πολλές μέρες και πολλές ώρες, είσαι έτοιμη να καταργήσεις τον πληθυντικό;
-Αν επιμένετε;
-Επιμένω για μην το θέσω ως όρο, (ξαναξύπνισε το αφεντικό μέσα του)
-Σύμφωνοι, πότε ξεκινάω;
-Αύριο το πρωί, φρόντιζε τα χαρτιά, την Πέμπτη πετάμε για Χονγκ Κονγκ.
Έφυγε η Ερατώ από την τζαμαρία, αλλά δεν έφυγε από τα μάτια του Χρόνη. Πέρασε από νοσοκομείο είδε τον Μάκη, μετά βρήκε τον Μάριο να πάνε για ένα ποτό, πρόθυμος εκείνος έφερε μαζί του και δυο ακόμα πιο πρόθυμα  κορίτσια και κύλισε ευχάριστα η βραδιά.

Το ταξίδι ήταν διοργανωμένο από τον εμπορικό ακόλουθο της Βρετανική πρεσβείας, προγραμματισμένης εβδομαδιαίας διάρκειας και με συγκεκριμένους προορισμούς. Στο αεροδρόμιο στο Ελληνικό περιμένανε και άλλοι επιχειρηματίες γνώριμοι του Χρόνη αλλά και μεταξύ τους, είχαν ξανακάνει τέτοιου είδους επαγγελματικά ταξίδια. Η Ερατώ με πολύ άνεση φρόντιζε τις διαδικασίες που προηγούνται της επιβιβάσεως, καθοδηγώντας τον Χρόνη, τελειώνοντας πέρασε το χέρι της στο μπράτσο του Χρόνη λέγοντας «-Συγνώμη για την αναίδεια, αλλά για να μην με ενοχλούν διάφοροι κύριοι», εξεπλάγην ευχάριστα ο Χρόνης την κοίταξε στα μάτια, «Εγώ δεν είμαι από αυτούς;» «-Όχι εσύ είσαι το αφεντικό μου» ψυχρολουσία ήταν η απάντηση αυτή, όμως για κάποιο λόγο που δεν μπορούσε να ερμηνεύσει του άρεσε.
Όταν τελείωσε η εβδομάδα των επαφών του δεν ακολούθησε το γκρουπ των επιχειρηματιών στην Ταϊβάν, παρέμεινε άλλη μια εβδομάδα κάνοντας άσκοπες επισκέψεις σε εργοστάσια απλά για να απολαμβάνει την παρουσία της Ερατώς πλάι του, εκείνη καταλάβαινε πως τον είχε γοητεύσει, αλλά δεν ήταν σίγουρη για τις προθέσεις του. Γνώστης του τόπου από τα βιβλία  τον πήγε σε μέρη που δεν τα γνώριζε αυτός, ούτε και οι αντιπρόσωποι τους πήγαιναν, αυτοί προτιμούσαν για τα βράδια να ξεναγούν και προσφέρουν τις διασκεδάσεις της άπω ανατολής. Μετά την δεύτερη εβδομάδα ξεκίνησαν για την Ταϊπέη της Ταϊβάν, είχε κατάλογο με τις διευθύνσεις των επιχειρήσεων που έπρεπε να επισκεφτεί ο Χρόνης, αλλά λίγο τον ένοιαζε, αυτό που ήθελε ήταν να είναι περισσότερο καιρό μαζί με την Ερατώ, ήταν σίγουρος πως επιστρέφοντας στην Αθήνα θα χανόντουσαν, δεν ήθελε όμως και να κάνει καμιά κίνηση που να την προσβάλει ή να εκμεταλλευτεί την κατάσταση. Η Ερατώ ξεχώριζε από όλα εκείνα τα πρόθημα κορίτσια που είχε γνωρίσει μέχρι τότε.
Ένα εργοστάσιο από τα πολλά που επισκέφτηκαν παρήγαγε πορσελάνινα μπιμπελό, η Ερατώ έπιασε μερικά στα χέρια της και αυτό ήταν αρκετό να αλλάξει γνώμη ο Χρόνης που τα κοιτούσε μάλλον αδιάφορα. Έπιασε και αυτός δυο κομμάτια, χαμογέλασε πονηρά και κοίταξε την Ερατώ:
-Μπράβο κορίτσι μου, είναι μπλόφα
-Τι είναι;
-Μπλόφα, από αυτά θα βγάλουμε πολλά λεφτά αν προλάβουμε;
Δεν καταλάβαινε η Ερατώ τι έλεγε και προπάντων τι εννοούσε ο Χρόνης μετέφραζε όμως την συνομιλία του με τον κινέζο. Έκανε μια πολύ μεγάλη παραγγελία με απαίτηση να είναι η πρώτη προτεραιότητα στην παραγωγή και να αρχίσει αμέσως. Ήταν τόσο πιεστικός ο Χρόνης που ο εργοστασιάρχης κάλεσε κάποιον και του έδωσε οδηγίες, μετά είπε πως θα αρχίσει η εκτέλεση της δικής του παραγγελίας τώρα. Βλοσυρός ο Χρόνης στράφηκε στην Ερατώ. «-Μα, για χαζό με περνά;»
Υπογράψανε ότι έπρεπε να υπογραφεί, και την άλλη μέρα ξεκίνησαν για την επιστροφή.
Είχε αναρρώσει πλήρως ο Μάκης και περίμενε τον Χρόνη να μάθει τα αποτελέσματα του ταξιδιού. Εκείνος μόλις μπήκε στην αποθήκη, στάθηκε στην μέση και κοίταξε γύρω γύρω, πήγε στην πόρτα και μετά κατευθύνθηκε στις τζαμαρίες. Ο Μάκης τον έβλεπε απορημένος.
-Μήπως την ψώνισες; Ανατολίτικα κόλπα είναι αυτά;
-Πάψε Μάκη, κερνώ καφέ, πάμε αλλού τώρα.
-Τι σε έπιασε πρωινιάτικα;
-Πάμε σου λέω.
Σηκώθηκε ο Μάκης και τον ακολούθησε σε κάποιο καφενείο της γειτονιάς, παρήγγειλαν καφέ και ο Χρόνης άρχισε να λέει για το ταξίδι.
-Πόσο χρήσιμη του φάνηκε η Ερατώ σε όλη την διάρκεια του ταξιδιού, για την γλωσσομάθεια της και πως πρέπει να εκμεταλλευτούν τα προσόντα της δημιουργώντας μία θέση γραμματέως και μεταφράστριας γι αυτήν.
-Μπας και την καψουρεύτηκες ρε Χρόνη;
-Δεν ξέρεις τι λες, απήντησε θυμωμένα αυτός, αυτή θα μας ανεβάσει, είδε πρώτη την μπλόφα με την οποία θα οικονομήσουμε πολλά λεφτά και δεν κατάλαβε τίποτα.
-Για ποια μπλόφα μιλάς;
-Βρήκα μπιμπελό πορσελάνινα όμοια με τα γιαπωνέζικα στο στο ένα δέκατο της αξίας τους, δεν έχουν την ίδια φινέτσα, αλλά με την πρώτη ματιά δεν διακρίνονται οι διαφορές. Έκανα μια μεγάλη παρτίδα παραγγελία, υπολογίζω επτά με οκτώ κοντέινερ.
-Και που θα βάλουμε;
-Μάκη, Εσύ οργανώνεις, έτσι δε λές;
-Ναι σωστά, αλλά χρειάζεται χρόνος
-Κοίτα Μάκη, πρέπει να ενεργήσουμε γρήγορα γιατί ενδεχομένως να τα είδαν κι άλλοι, πρέπει να είμαστε οι πρώτοι που θα τα απλώσουμε στην πιάτσα, εκεί είναι το μεγάλο κέρδος, όπως απλώσαμε την Μαργαρίτα. Μετά θα είναι ρουτίνα ασύμφορη.
-Γι αυτό έφερνες την αποθήκη βόλτα; Μετρούσες;
-Θέλουμε άλλη αποθήκη,
-Όχι Χρόνη δεν θέλουμε άλλη αποθήκη, θέλουμε και άλλη αποθήκη, είπε ο Μάκης δίνοντας έμφαση στο και
-Αυτά πάμε πίσω τώρα, πρέπει να κάνουμε και αναδιοργάνωση και στις τσάντες μας, πρέπει να βρούμε και άλλους πωλητές, αυτό είναι δική μου δουλειά.

Επέστρεψαν στην αποθήκη και ο Μάκης άρχισε να τηλεφωνάει σε μεσίτες για της εξεύρεση της νέας αποθήκης, ο Χρόνης έστησε την καρέκλα του απέναντι από τον μεγάλο χάρτη και προσπαθούσε να εντοπίσει τα πιθανά όρια των τσαντάκηδων του, έγερνε το κεφάλι του πότε δεξιά και πότε αριστερά, κουνούσε τα χέρια του σχεδιάζοντας στον αέρα δρομολόγια. Κάποια στιγμή που ο Μάκης έκλεισε το τηλέφωνο γύρισε προς το μέρος του.
-Θα χρειαστούμε και δεύτερο αυτοκίνητο, καλλίτερα δύο μικρά από ένα μεγάλο, τι λές;
-Εσύ οργανώνεις ή εγώ;  Αστειεύτηκε ο Μάκης και περίμενε την αντίδραση του Χρόνη, αλλά μάταια. Εκείνη την ώρα είχε περάσει την πόρτα της αποθήκης η Ερατώ και κατευθυνόταν προς την τζαμαρία, η ματιά του Χρόνη ακολουθούσε  το κάθε της βήμα.
-Έλα μέσα Ερατώ, είπε μόλις πλησίασε
Πέρασε στο γραφείο των συνεταίρων η κοπέλα και ευγενικά τους καλημέρισε, λέγοντας πως ήρθε για την αμοιβή της. Υπέγραψε ο Μάκης την επιταγή που του έδωσε ο Χρόνης και αυτός την έδωσε στην Ερατώ. Το κορίτσι βλέποντας το ποσό κοκκίνισε:
-Δεν περίμενα τόσα.
-Δεν αρκούν; Ρώτησε ο Χρόνης
-Πώς είναι πολλά περισσότερα από όσα περίμενα, ευχαριστώ πολύ
-Τα αξίζεις Ηρώ, αξίζεις και μόνιμη δουλειά, θέλεις να το σκεφτείς, θα χρειαστούμε μεταφράστρια σύντομα, τι λές;
-Να το σκεφτώ λίγο, είναι και ο πατέρας μου δύσκολος θα πρέπει να σας γνωρίσει από κοντά για να το επιτρέψει.
-Αυτό είναι εύκολο, θα το κανονίσουμε, θα σε ειδοποιήσω με τον Μπάμπη
Όση ώρα γινότανε η στιχομυθία αυτή ο Μάκης άκουε ανέκφραστος, μόλις έφυγε η κοπέλα στράφηκε στον Χρόνη.
-Κλείσε την πόρτα να σου πώ, εκείνος την έκλεισε και έκατσε στο γραφείο του.
-Ακούω, τι έκανες;
-Δεν θα ακούσεις τι έκανα εγώ, θα ακούσεις τι δεν θα κάνεις εσύ.
-Δηλαδή!
-Δηλαδή, αυτό το κορίτσι δεν πρόκειται να δουλέψει ποτέ στην SUPER TEAM θα βάλω βέτο γι αυτό
-Δεν καταλαβαίνω τον λόγο, χρειαζόμαστε μεταφράστρια, έχουμε αλληλογραφία με τους ξένους οίκους, γιατί να πληρώνουμε σε γραφεία ενώ μπορούμε να έχουμε δικό μας άνθρωπο και προπαντός εχέμυθο;
-Είδα το βλέμμα σου Χρόνη, αυτή η κοπέλα σε ενδιαφέρει.
-Μπά, για την δουλειά ενδιαφέρομαι.
-Το βλέμμα σου σε προδίδει. Εύχομαι να έχεις καλό σκοπό, αλλά κοίτα τον Μπάμπη που έχει την γυναίκα του στην δουλειά, δεν σηκώνει κεφάλι.
-Εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω
-Η γυναίκα δεν πρέπει να έχει λόγο στην δουλειά, η θέση της και τα κουμάντα της είναι στο σπίτι. Από την ημέρα που πατέρας μου πήρε την δουλειά από τον παππού μου, ήταν πεθερός του, η μάνα μου δεν ξαναπάτησε στο εργοστάσιο, της το απαγόρευσε ρητά ο πατέρας της. Αυτός είναι κανόνας, αν πάλι επιμένεις, κάνε τουλάχιστον πέντε χρόνια υπομονή να περάσουμε στην επόμενη φάση του συνεταιρισμού μας και κάνε ότι θέλεις.
-Εάν την χρησιμοποιούμε στα ταξίδια; Είναι και αυτό κακό;
-Εσύ όχι καψούρης απλώς, αλλά στην έχει δώσει κατακούτελα, τέλος, αυτό το θέμα το συζητάμε μετά την δουλειά.
Και γύρισαν στα θέματα της δουλειάς πρότεινε ο Χρόνης να προσληφθούν άλλοι τέσσερεις τσαντάκηδες για την Αθήνα, επειδή ήταν σίγουρος πως με αυτήν την τελευταία δουλειά θα υπήρχε για όλους ικανοποιητικό εισόδημα και ακόμα να ερευνηθεί το θέμα αν οι πωλητές της επαρχίας δεχόντουσαν να δουλέψουν με αποκλειστική απασχόληση. Ο Μάκης όπως πάντα ανέλαβε την οργάνωση, έβαλε αγγελίες στις εφημερίδες χώρισε τον χάρτη σε οκτώ μέρη προσέχοντας να γίνει όσο δυνατόν περισσότερο ίση κατανομή των πελατών. Εν τω μεταξύ βρέθηκε ένας χώρος κατάλληλος για την νέα αποθήκη. Σε έναν παράλληλο  δρόμο της λεωφόρου Κηφισού και στο ύψος της Νέας Φιλαδέλφειας, νοικιαζότανε ένα διώροφο κτήριο με υπόγειο, και δυο διαμερίσματα τριάρια στον πρώτο όροφο. Πήγαν να το δουν οι συνέταιροι και συμφώνησαν αμέσως. Ο Χρόνης πρότεινε να μετακομίσουν κι όλας στα διαμερίσματα, αλλά ο Μάκης είχε τελείως διαφορετική αντίληψη. Τα διαμερίσματα θα τα χρησιμοποιούσαν το ένα για κεντρικά γραφεία της SUPER TEAM και το άλλο για εκθετήριο. Εκεί θα μπορούσαν να δέχονται πελάτες παρουσιάζοντας όλη την γκάμα των προϊόντων, έτσι οι παραγγελίες θα κλεινόντουσαν ευκολότερα. Συμφώνησε ο Χρόνης λέγοντας πως έχει πολλά να μάθει ακόμα, αλλά ο Μάκης τον σταμάτησε λέγοντας,  πως απλά εφαρμόζει όσα έμαθε θεωρητικά, ενώ εκείνος με το ένστικτο του οδηγεί την εταιρία στα ύψη.
Δυο μήνες αργότερα ήρθε η παραγγελία, ξεφορτώθηκε στην νέα αποθήκη, ήταν αρχές του καλοκαιριού. Τα μετρητά που κόστιζε δεν υπήρχαν όλα στο ταμείο και υποχρεώθηκαν να σπάσουν ικανό αριθμό επιταγών προκειμένου να συμπληρωθεί. Ο Χρόνης ήταν αισιόδοξος για την κατανάλωση
-Τρία εκατομμύρια δραχμές, συνολικό κόστος, όταν πουληθεί θα γίνει δώδεκα μπορεί και παραπάνω.
-Μην βιάζεσαι, το προσγείωνε ο Μάκης τώρα μπαίνει καλοκαίρι.
Ο κυρ Ανδρέας μόλις είδε τα πρώτα δείγματα, χάρηκε και συμφώνησε με τον Μάκη, «-Μην τα βγάζεται τώρα το φθινόπωρο»
Στην διάρκεια του καλοκαιριού ο Μάκης οργάνωνε την καινούργια αποθήκη με το εκθετήριο και τα γραφεία της εταιρίας. Παράλληλα ετοίμαζε και το περίπτερο στη Έκθεση που προγραμμάτιζε να είναι εντυπωσιακό.
Ο Χρόνης βρήκε τους τσαντάκηδες που ήθελε, αύξησε τον αριθμό των μελών της ομάδας σε οκτώ για την Αθήνα και τέσσερεις για την επαρχία όρισε για προϊστάμενο τους εκείνον που είχε τις καλλίτερες επιδόσεις, τον ονόμασε διευθυντή πωλήσεων, θυμούμενος τον Βέρο που συνάντησε πριν από χρόνια στου Κώνου και ήταν έτοιμος για το μεγάλο ξεκίνημα της νέας σεζόν. Απέφευγε τις βραδινές εξόδους, έκανε μεγάλη προσπάθεια να μάθει εγγλέζικα και πύκνωσε  τις επισκέψεις του στο super market, προσπαθούσε να συνεργαστεί με τον Μπάμπη, που τον θεωρούσε στάσιμο. Γέμισε ένα σταντ το με προϊόντα της εταιρίας του με πίστωση αορίστου χρόνου, απλά για να έχει λόγους να πηγαίνει. Η αλήθεια ήταν πως με αυτόν τον τρόπο ήθελε να πλησιάσει περισσότερο την Ερατώ και χρησιμοποιούσε τον Μπάμπη ενδιάμεσο, αυτός τον απέτρεπε λέγοντας πως το κορίτσι αυτό δεν είναι σαν αυτά που ξέρει, έχει αρχές, έχει ηθική και αν δεν έχει σκοπό να παντρευτεί να την βγάλει από το μυαλό του. Άρχισε κι αυτός να το σκέπτεται σοβαρά, αφού δεν μπορούσε να την βγάλει από το μυαλό του. Συνεννοήθηκε με τον Μάκη να προσλάβουν την Ερατώ για την περίοδο της Εκθέσεως, είχε αντιρρήσεις ο πατέρας της και τον επισκέφτηκαν μαζί με τον Μπάμπη. Όταν γνωρίστηκαν  άλλαξε γνώμη βλέποντας την σοβαρότητα στο πρόσωπο του Χρόνη και συγκατένευσε. Τον Σεπτέμβριο 1983 ανέβηκε στην Θεσσαλονίκη οδηγώντας την Κορτίνα με την Ερατώ μαζί. Τον περίμενε ο Μάκης να του δείξει τι είχε ετοιμάσει. Το δικό τους περίπτερο ήταν ίσο σε μέγεθος με την «Κώνος» αλλά πιο πλούσιο σε ποικιλία ειδών. Με χώρισμα όπως εκείνο που πέρασαν πριν από κάποια χρόνια με τον Μπάμπη και τα δυο γραφειάκια χωρίς το μεγάλο γραφείο μπροστά. Το ίδιο βράδυ ο Μάκης είπε πως ήταν απαίτηση του πατέρα του να δειπνήσουν μαζί και δεν πρέπει να την αγνοήσουν, αυτός αντέδρασε «Και η Ερατώ;» «Φέρε την μαζί σου, δεν υπάρχει πρόβλημα».
Το βράδυ η Ερατώ συνόδευε τον Χρόνη στην συνάντηση με τον Ηλία Κώνο. Εκείνος ως συνήθως άργησε στο ραντεβού του, ήρθε όμως συνοδευόμενος από την γυναίκα του, ο Μάκης είχε πάει στο εστιατόριο πριν από όλους. Κατά την διάρκεια του φαγητού ο Ηλίας Κώνος, ήταν πολύ ευδιάθετος, αστειευότανε με τον Χρόνη που δεν άφηνε τίποτα αναπάντητο, έριχνε όμως συνέχεια κλεφτές ματιές στην Ερατώ. Όταν έφτασε η ώρα του φρούτου σοβάρεψε.
-Χρόνη με την γυναίκα μου κυκλοφορώ μόνο σε σημαντικές περιπτώσεις και οπωσδήποτε όχι επαγγελματικές, αυτό είναι ένας κανόνας που μου επέβαλε ο πατέρας της, και εμένα μ’ άρεσε και τον τηρώ. Γύρισε προς την γυναίκα του -Σωστά δεν τα λέω; Μετά το καταφατικό γνέψιμο συνέχισε, από την πρώτη στιγμή που σε είδα, διέγνωσα την αυθάδεια σου που δεν είναι κακή, δεν είναι χυδαία είναι μια έκφραση αποφασιστικότητας πέρα από την συνηθισμένη, αυτήν την αποφασιστικότητα την βλέπω τώρα τσαλαπατημένη και δεν μ’ αρέσει.
-Τι μου λές κυρ Ηλία, είδες τι περίπτερο θα έχουμε εφέτος, είδε πόσους τσαντάκηδες απασχολούμε, ξέρεις τι τζίρο προϋπολογίζουμε;
-Μην παίρνεις φόρα, αν θα μιλάγαμε για δουλειές θα ήμουν μόνος, είμαι όμως με την γυναίκα μου.
-Λοιπό αυτό τι σημάνει;
-Αυτό που δεν θέλεις να ομολογήσεις φωναχτά το λένε τα μάτια σου, το λένε οι κινήσεις σου, αυτό που ζητάς στην ζωή κάθεται δίπλα σου και δεν το ομολογάς.
-Κυρ Ηλία μας προσβάλεις και εμένα και την Ερατώ είπε και σηκώθηκε πιάνοντας από το μπράτσο την Ερατώ, -Πάμε
-Κάτσε κάτω δυο λεπτά και μετά φεύγα, έκατσε ο Χρόνης και συνέχισε ο Ηλίας Κώνος –Θα μεριμνήσω εγώ για προσωπικό στο περίπτερο, εσύ πάρε την Ερατώ και κάντε διακοπές όσο διαρκεί η έκθεση, η Χαλκιδική είναι δίπλα, δεν θα βρεθεί άλλη ευκαιρία για σας.
Η Ερατώ είχε χαμηλώσει το κεφάλι και είχε γίνει κατακόκκινη, σηκώθηκε να πάει στην τουαλέτα να φρεσκαριστεί και μαζί της σηκώθηκε και η μάνα του Μάκη. Ο Χρόνης κοίταξε τον Κώνο στα μάτια επίμονα, εκείνος δεν τα κατέβασε αλλά με ένα αδιόρατο χαμόγελο επανήλθε
-Άκου εμένα και αυτή λειώνει για σένα, αλλά η ατολμία θα σας καταστρέψει την ζωή και των δύο, πιάσε το ταύρο από τα κέρατα, το έχουμε ξαναπεί αυτό, ο πατέρας της δεν θα μάθει τίποτα αν δεν θελήσει αυτή να του το πεί, τέτοια αγνότητα λίγα κορίτσια διαθέτουν σήμερα και ακόμα λιγότερα την εκπέμπουν. Μην θυμώνεις σου μιλώ σαν πατέρας γιατί σε εκτιμάω πολύ, η ζωή δεν είναι μόνο δουλειά. Στην Ασπροβάλτα έχω εξοχικό πηγαίνετε εκεί  μόνο βγάλτε από μέσα αυτό που σας κατατρώει.
Ο Χρόνης εξακολουθούσε να τον κοιτά αμίλητος μέχρι που προβάλανε στο βάθος οι δύο γυναίκες, τότε ψιθύρισε –Λες;
Όταν έκατσαν στο τραπέζι οι γυναίκες ξανάρχισε το πείραγμα ο Κώνος ο Χρόνης όμως δεν ανταπέδιδε κοιτάζοντας τις αντιδράσεις της Ερατώς, πριν σηκωθούν να φύγουν ο Ηλίας Κώνος είπε στην γυναίκα του πως ο Χρόνης και η Ερατώ θα πήγαιναν για διακοπές στην Ασπροβάλτα για όλη την διάρκεια της εκθέσεως, να φροντίσει για το προσωπικό και για ο,τι άλλο που θα χρειάζονταν στο εξοχικό. Με την Ερατώ κρεμασμένη στο μπράτσο του Χρόνη, συνέχισαν την βραδινή έξοδο σε νυχτερινό κέντρο.

Πρώτη φορά αισθανόταν ανέμελος για την δουλειά του ο Χρόνης, πήρε την διεύθυνση του σπιτιού στην Ασπροβάλτα και με τη Ερατώ στο πλάι του ξεκίνησε για τις πιο ονειρεμένες διακοπές που φανταζότανε. Στο εξοχικό τον περίμενε υπηρετικό προσωπικό τρία άτομα εκτός του κηπουρό να ικανοποιούν κάθε ανάγκη του ζευγαριού. Βρήκε το θάρρος να εξομολογηθεί τον έρωτα του και αυτή του το ανταπέδωσε, όταν όμως θέλησε να προχωρήσει και λίγο παραπάνω θυμήθηκε τον Μπάμπη, «Δεν είναι σαν τα κορίτσια που ξέρεις». Η Ερατώ αποδεικνυόταν παλαιών ηθικών αρχών, δεν είχε παρασυρθεί από το πνεύμα φεμινισμού της εποχής, κρατούσε την τιμή της όπως έλεγε για την πρώτη νύχτα, ήθελε να φορέσει το στεφάνι του γάμου και να τις αξίζει, ο Χρόνης δεν τα πολυπίστευε αυτά, αλλά ήταν τόσο ερωτευμένος που υποσχέθηκε μόλις γυρίσουν στην Αθήνα να την ζητήσει από τον πατέρα της και μέχρι τα Χριστούγεννα να προχωρήσουν στον αρραβώνα. Η Ερατώ δεν έφερε αντίρρηση αλλά ξεκαθάρισε πολλές φορές πως η ολοκλήρωση της σχέσεως περνά μόνο μέσα από τον γάμο.
Οι δεκαπέντε ημέρες της εκθέσεως πέρασαν αστραπιαία, έπρεπε να γυρίσουν στην βάση τους οι συνέταιροι, τους περίμενε πολύ δουλειά. Ο Μάκης στο περίπτερο είχε κάνει πολλές προκαταρτικές συμφωνίες όσο καιρό ο Χρόνης έκανε τις διακοπές και τώρα ήρθε η ώρα να μπουν σε εφαρμογή.
Πράγματι ξαμολήθηκαν οι τσαντάκηδες της  SUPER TEAM και γέμισαν την Αθήνα και την επαρχία με τα Ταϊβανέζικα μπιμπελό, αυτά ήταν το δόλωμα για να πουλούν και ότι άλλο είχαν διαθέσιμο. Τα εκατομμύρια που προσδοκούσε ο Χρόνης άρχισαν να κάνουν την εμφάνιση τους. Συνεννοήθηκε με την Ερατώ και ένα Σαββάτο βράδυ, βρέθηκε στα Πετράλωνα με μια ανθοδέσμη στο χέρι, μαζί με τον κυρ Ανδρέα να ζητάει το χέρι της από τον πατέρα της. Δεν έφερε καμία αντίρρηση, και έδωσε το ελεύθερο να συναντιέται το ζευγάρι, αλλά αραιά μέχρι τον αρραβώνα. Τον Νοέμβριο ζήτησε από τον Μάκη να πάει μόνος του στο Μιλάνο, με την δικαιολογία της μεταφράστριας θα έπαιρνε την Ερατώ μαζί του για λίγες μέρες, να βρεθούν μονάχοι δίχως την πίεση του χρόνου  και του πατέρα της, ο Μάκης συμφώνησε.
Για τον Χρόνη ήταν γνώριμα τα μέρη, είχε ξαναβρεθεί κι άλλα χρόνια, για την Ερατώ ήταν ένα διάλλειμα και μια ευκαιρία να γνωριστεί ακόμη καλλίτερα με εκείνον που θα παντρευότανε. Στους πολλούς εκθέτες ήταν και μια ρουμάνικη υαλοβιομηχανία, παρήγαγε απομιμήσεις των περίφημων χειροποίητων Μουράνο, πλησίασε η Ερατώ και τα χάζευε, από πίσω ο Χρόνης αδιάφορος στην αρχή και μετά ξεφώνησε, «αυτό είναι» μπήκαν στο περίπτερο ζήτησε πληροφορίες για τιμές και ποσότητες και επέμενε να μάθει που είναι το εργοστάσιο, όταν ο υπεύθυνος επείσθη πως μιλά σοβαρά του έδωσε λεπτομερείς οδηγίες πώς να το βρει στην Κωστάντζα, το άλλο πρωί ταξίδευε για Ρουμανία. Ότι έγινε με τις πορσελάνινες απομιμήσεις έγινε και τα κρύσταλλα αυτά. Η παραγγελία των τεσσάρων εκατομμυρίων όταν απλώθηκε στην αγορά απέφερε τα τετραπλά.
Την επομένη των Χριστουγέννων του 1983 σε ένα μεγάλο κοσμικό κέντρο, έγιναν οι αρραβώνες του Χρόνη και της Ερατώς, με προοπτική μετά το Πάσχα να γίνει και ο γάμος. Παρόντες στον αρραβώνα ο Ηλίας Κώνος με την γυναίκα του και τον Γιό του, ο Λυκούδης με τις κόρες και τους γαμπρούς του, ο Μπάμπης με την Ευγενία που κυοφορούσε, κάποιοι από το σόι της Ερατώς, πολλοί πελάτες SUPER TEAM και φίλοι και μηδενός εξαιρουμένου όλο το προσωπικό της SUPER TEAM, με τις οικογένειες τους. Είχαν πάρει εκείνη την χρονιά εκτός από τον δεύτερο μισθό, έναν τρίτο μισθό από την SUPER TEAM, και ακόμα μισό από τον Χρόνη για τα καλορίζικα.
Ζήλεψε λίγο Μπάμπης την εκτίμηση που είχε το προσωπικό προς αφεντικά του και το σχολίασε στον Μάκη.
-Εμένα δεν με υπολογίζουν τόσο
-Εσύ δουλεύεις μετρητά στο χέρι και «ούτο βοήσωμεν»
-Δεν οργανώνεις φαίνεται καλά την δική μου εταιρία, ενώ στου Χρόνη τα δίνεις όλα.
-Όχι βρε Μπάμπη, δεν είναι η ώρα για τέτοιες κουβέντες, αλλά εδώ υπάρχει εμπιστοσύνη αμοιβαία, ενώ στη δική σου περίπτωση δεν δείχνεις εμπιστοσύνη, εγώ σε εμπιστεύομαι απόλυτα, δεν κάνω τον παραμικρό έλεγχο ή οποιοιδήποτε κουμάντο και εσύ θέλεις να τα έχεις όλα υπό έλεγχο, γι αυτό είσαι στάσιμος.
-Δεν είμαι στάσιμος έχω αποταμιεύσει αρκετά.
-Αποταμιευμένα χρήματα είναι νεκρά, μπορείς να τα κάνεις εμπόρευμα;
-Τι εμπόρευμα, οι αποθήκες είναι γεμάτες, αν πάρω κι άλλο θα χαλάσει.
-Τι λέει ο Χρόνης, γυαλί, μαλλί, σίδερο.
-Εγώ λέω μαμ κακά και νάνι.
-Μετά τις εορτές θα σου κάνω πρόταση και σκέψου Εσύ είσαι το αφεντικό, αλλά πρέπει να χωνέψεις πως οι δουλειές που δεν μεγαλώνουν μικραίνουν, και ότι δεν ανοίγει, κλείνει.
Σταμάτησαν την κουβέντα εκεί γιατί έφτασε η ώρα να αλλάξουν τα δακτυλίδια και μετά τα χειροκροτήματα άρχισαν τα τραγούδια και ο χορός.

Όταν πέρασαν οι γιορτές ο Μάκης επισκέφτηκε τον Μπάμπη στο Super market, εκείνος όταν τον είδε τον πέρασε στο λογιστήριο.
-Που είναι το δικό σου γραφείο Μπάμπη; Ρώτησε έκπληκτος
-Δεν μου χρειάζεται έχει γίνει όλο λογιστήριο όπως βλέπεις, πάνε καλά οι δουλειές, δόξα τω Θεώ.
-Βλέπεις την διαφορά από τον Χρόνη τώρα; Πως ξεχωρίζεις ότι είσαι το αφεντικό εδώ μέσα;
-Στην ταμπέλα έχει το δικό μου όνομα, στις επιταγές υπογράφω εγώ, τα λεφτά το βράδυ  τα μαζεύω εγώ, παραγγελίες και παραλαβές κάνω εγώ, άρα ποιος είναι το αφεντικό; Εγώ!
-Γελιέσαι Μπάμπη, εργάτης είσαι, ο τελευταίος από όλους αυτούς που τους πληρώνεις, αυτοί όλοι δουλεύουν την βάρδια τους και φεύγουν, εσύ πόσες βάρδιες δουλεύεις; Πόσες υπερορίες κάνεις, πόσο ευχαριστιέσαι αυτά που οικονομάς, από πότε έχεις να βγάλεις την γυναίκα σου βόλτα;
-Πάμε έξω να μην μας ακούνε εδώ, είπε ο Μπάμπης και έπιασε τον Μάκη από το μπράτσο. Βγήκαν έξω από το μαγαζί του έδειξε τα διπλανά οικόπεδα, -Θυμάσαι που μου έλεγες να τα αγοράσουμε, το μετάνιωσα.
-Τι θα τα έκανες; Ρώτησε ο Μάκης
-Βενζινάδικο, ξέρει πόσα αυτοκίνητα περνούν από το μαγαζί την ημέρα;
-Πολλά! Ε! Και ποιος θα το δουλεύει; Ποιός θα κάτσει στο ταμείο; Η Ευγενία η γυναίκα σου, αυτή είναι στο μαγαζί σκλαβωμένη.
-Θα βάλω άνθρωπο δικό μου, τον κουνιάδο μου τα μπρίκια δεν πάνε καλά και θα κλείσει.
-Και θα του έχεις εμπιστοσύνη όπως την Ευγενία;
-Υπάρχουν τα ρολόγια στις αντλίες και θα τον ελέγχω από κεί.
-Α! Για σου, τώρα είπες κάτι σωστό, θα ελέγχεις από τα ρολόγια, το ίδιο είναι και το ταμείο στο μαγαζί θα το ελέγχεις από το αποτέλεσμα. Τώρα που θα πάει η γυναίκα να γεννήσει τι θα κάνεις; Θα είσαι όλη την μέρα στο ταμείο;
-Έχεις δίκιο, θα φέρω την Ερατώ.
-Αυτήν ξέχασε την, έχει άλλες προτεραιότητες, πρέπει να βρει το σπίτι που θα στήσει το νοικοκυριό της, άλλωστε δεν την αφήνει και ο Χρόνης να δουλέψει. Όταν δεν υπάρχει η επιτακτική ανάγκη του μεροκάματου, γιατί να δουλεύει η γυναίκα αφήνοντας το σπίτι της;
-Καλά τα λές μωρέ Μάκη, τι να κάνω;
-Να εμπιστευτείς τους συνεργάτες σου, τους υπαλλήλους σου για να σε αγαπήσουν και να σου ανταποδώσουν αυτή την αγάπη και εμπιστοσύνη.
-Καλά όλα αυτά που λέμε Μάκη, θέλησε να αλλάξει κλίμα ο Μπάμπης, Δεν κουβεντιάζουμε όμως γιατί ήρθες και τι πρόταση έχεις;
-Αν θέλεις να το κάνεις βενζινάδικο, είναι εύκολο, βρίσκω αυτόν που έχει το οικόπεδο το αγοράζουμε και το οργανώνουμε, όμως τα βενζινάδικα δεν γίνονται όπου θέλει ο καθένας, οι εταιρίες αποφασίζουν μετά από μελέτη που είναι ο κατάλληλος τόπος και κατά κανόνα το παραδίδουν σε κάποιον που γνωρίζουν από το προσωπικό που δούλευε σε κάποιο από τα πρατήρια. Νομίζω πως είναι καλύτερη λύση να επενδύσεις τα χρήματα σε κάτι που ξέρεις καλά, και αυτά τα χρόνια που συνεταιριζόμαστε δουλειά σου είναι το καθημερινό φαγητό.
-Λοιπόν;
-Λοιπόν, συνέχισε ο Μάκης -Θα κάνεις κι άλλο ίδιο μαγαζί, ενδεχομένως και τρίτο, θα προμηθεύεσαι μεγαλύτερες ποσότητες  και θα επιτυγχάνεις καλλίτερες τιμές.
-Και πως θα τα ελέγχω;
-Θα δείξεις εμπιστοσύνη, το προσωπικό που έχεις τόσα χρόνια το ξέρεις, διάλεξε τον καταλληλότερο, βάλε τον κουνιάδο σου, πάντως την Ευγενία μετά την γέννα  ξέγραψε την.
-Σύμφωνοι,
-Ωραία βρες εσύ το χώρο και εγώ θα το οργανώσω.
-Μια ζωή στην οργάνωση έμεινες
-Δεν θα μπορέσεις να καταλάβεις ποτέ, πως οι γνώσεις και οι γνωριμίες είναι πολύ σημαντικό κεφάλαιο στο οποίο επενδύει ο επιχειρηματίας, άντε τώρα φεύγω και περιμένω νεώτερα.
Το ίδιο βράδυ ο Μπάμπης το κουβέντιασε με την γυναίκα του και εκείνη συμφώνησε, έτσι ο από την επομένη άρχισε να αναζητά το τόπο που θα άνοιγε το δεύτερο μαγαζί, τότε πολλοί κινηματογράφοι γινόντουσαν super market, και εκεί έστρεψε τις έρευνες του, διαφωνούσε με τον Μάκη και δεν ήθελε να πάει σε μεσίτη ισχυριζόμενος πως είναι άδικη η προμήθεια αφού μπορεί να την κερδίσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: