Σάββατο, 2 Ιουλίου 2011

Μέρος Ε΄. Το πρόβλημα

Μέρος Ε΄. Το πρόβλημα

Ο Χρόνης ήταν εξαιρετικά αισιόδοξος για την χρονιά που άρχιζε, είχε γίνει η   SUPER TEAM από τις πρώτες φίρμες της αγοράς, αν και δραστηριοποιούτανε μόλις 7 χρόνια. Χάρη στις μπλόφες (τα προϊόντα που αργότερα επεκράτησε να ονομάζονται μαϊμούδες) κέρδισε πολλά χρήματα, ήταν αποφασισμένος να αγοράσει μεγάλη αποθήκη στην λεωφόρο Κηφισού,  τον καθυστερούσε ο Μάκης λέγοντας πως δεν είναι καιρός ακόμα, τους αρκούσαν οι δύο και το εκθετήριο.
Ένα μικρό πρόβλημα είχε μόνο, την Ερατώ. Σφόδρα ερωτευμένος μαζί της, ήθελε κάθε στιγμή να είναι πλάι της και όταν ήταν μαζί ήθελε να χαρεί τον έρωτα του, αλλά σκόνταφτε πάντα στην άρνηση.
-Πρώτα το στεφάνι και μετά τα υπόλοιπα.
-Μα είμαστε αρραβωνιασμένοι;
-Αρραβωνιασμένοι, όχι παντρεμένοι
Κάποια φορά από τις πολλές που ήταν μονάχοι θέριεψε ο Χρόνης τόσο πολύ  που προσπάθησε να την κάνει δικιά του με βία, εκείνη τον έκοψε λέγοντας πως αν το καταφέρει θα διαλύσει το αρραβώνα την ίδια στιγμή. Όσα επιχειρήματα και αν επιστράτευσε δεν κατόρθωσε να την πείσει. Εκείνη ήταν ανένδοτη, «πρώτα το στεφάνι και μετά τα υπόλοιπα» Μαράζωνε ο Χρόνης, έκλεγε η Ερατώ αλλά δεν υποχωρούσε, ήταν δασκαλεμένη από την μάνα της, πως οι άνδρες ένα πράγμα έχουν στο μυαλό του μόνο κα άμα το πετύχουν αδιαφορούν για τα υπόλοιπα.
-Κάνε υπομονή Χρόνη μου, το Πάσχα είναι κοντά, θα παντρευτούμε και θα ευχαριστηθείς όσο και εγώ θα σου κάνω επτά παιδιά, έλεγε αστειευόμενη αλλά ο πόθος του Χρόνη δεν λιγόστευε.
Βρήκαν σπίτι στο Μαρούσι, σε μια πολυκατοικία που είχε μόνο πέντε διαμερίσματα, όσοι και οι όροφοι της. Το δικό τους θα ήταν στον τελευταίο. Μεγάλο ευήλιο το επίπλωσαν χωρίς να κάνουν οικονομία, δεν υπήρχε λόγος άλλωστε και την Δευτέρα του Πάσχα παντρεύτηκαν. Μετά το γάμο έγινε γλέντι μέχρι το πρωί που κατάκοποι πήγαν σπίτι τους. Το απόγευμα που ξύπνησαν ο Χρόνης νόμισε πως έφτασε επιτέλους η στιγμή που θα γινόντουσαν πραγματικό ζευγάρι, ήταν διστακτικός όμως. Τον προκάλεσε η Ερατώ με τα καμώματα της και την πλησίασε γεμάτος λαχτάρα, αλλά λίγα δευτερόλεπτα μετά δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στα συζυγικά του καθήκοντα. Προσπάθησε ξανά και ξανά αλλά μάταια, κάθε φορά που την αγκάλιαζε στα αυτιά του άκουγε τις φωνές της (πρώτα το στεφάνι) και τώρα που το είχαν βάλει το στεφάνι δεν μπορούσε να το ευχαριστηθεί. Τον παρηγόρησε αυτή πως είναι η υπερένταση και το άγχος των ημερών, πως αύριο θα είναι καλλίτερα, αυτός όμως ήταν απαρηγόρητος. Σηκώθηκε και πήγε στον καναπέ άνοιξε την τηλεόραση και χάζευε μέχρι το πρωί.
Όταν σηκώθηκε η Ερατώ, της πρότεινε να πάνε ένα ταξίδι για μια εβδομάδα, κάπου όπου ήθελε αυτή, αρκεί να έφευγαν μακριά από την Αθήνα. Συμφώνησε και φύγανε για την Κεφαλονιά, ήθελε να δει το χωριό του, και ήθελε να τον δουν τώρα πόσο τρανός είχε γίνει. Ειδοποίησε τον Μάκη πως θα λείπουν μια εβδομάδα και να μην τον ενοχλήσει κανείς και για κανένα λόγο.
Την επομένη είχε φτάσει το ζευγάρι των νεόνυμφων στο Ληξούρι, στο ξενοδοχείο που κατέλυσαν πήραν την καλύτερη σουίτα που διέθετε. Ολόκληρη την εβδομάδα δεν βγήκαν ούτε μια φορά από το διαμέρισμα τους. Οι ξενοδοχοϋπάλληλοι με πιπεράτα σχόλια πηγαινόφερναν τις παραγγελίες που δεχόντουσαν από το τηλέφωνο, αγνοώντας το δράμα που εξελισσόταν πίσω από την πόρτα. Μια ολόκληρη εβδομάδα ο Χρόνης δεν μπόρεσε ούτε μια φορά να ολοκληρώσει αυτό που πολύ καιρό περίμενε, είχε πρόθυμη ανταπόκριση από την Ερατώ, αλλά την κατάλληλη στιγμή βούιζε στα αυτιά η φωνή της «πρώτα το στεφάνι». Ήταν απαρηγόρητος όσα και αν του έλεγε η γυναίκα του, βουρκώνανε και των δυο τα μάτια και δεν θέλανε να βγουν και αντικρίσουν τους ανθρώπους, είχε ο Χρόνης την αίσθηση πως παρουσιαζόμενος στον κόσμο όλοι θα ασχολιόντουσαν μαζί τους, του έλεγε η Ερατώ, πως ίσως να χρειάζονταν λίγος χρόνος προσαρμογής, ίσως ακόμη χρειάζονταν ιατρική βοήθεια, ίσως, ίσως, ίσως……. Και γύρισαν στην Αθήνα.

Το πρώτο πείραγμα ήλθε από τον Μάκης που αφελώς ερώτησε «πως πήγε το μέλι» και τον έκοψε απότομα και με τρόπο που δεν σήκωνε άλλη κουβέντα, πως εδώ μιλάμε για δουλειές μονάχα και πράγματι ρίχτηκε με περισσότερο ζήλο στην δουλειά. Έγινε λιγόλογος και βλοσυρός με τους υπαλλήλους του πάντα όμως κουβαρντάς, απέφευγε να πάει στον Λυκούδη, αντίθετα άρχισε να πυκνώνει τις συναναστροφές του με τον Μάριο. Τον Μπάμπη τον είχε σχεδόν διαγράψει από τα κατάστιχα του, με τον Μάκη είχε σχεδόν καθημερινή επαφή και βγαίνανε μόνο για επαγγελματικούς λόγους. Είχε μάθει πλέον να κλείνει δουλειές σε τόπους πέρα από τα γραφεία, σε αυτά γινόντουσαν μετά οι διεκπεραιώσεις όσων συμφωνιών κλεινόντουσαν στα δείπνα και στα μπουζούκια. Τις περισσότερες φορές γύριζε νωρίς σπίτι του να είναι κοντά στην Ερατώ. Την έβλεπε και έλιωνε από τον καημό του, δεν ήθελε όμως να πάει σε γιατρό. Εκείνη πάλι ένοιωθε ενοχές, μήπως ήταν η αιτία της ζημιά που έπαθε ο Χρόνης;  Αν δεν άκουγε την μάνα της και του δινόταν τότε ίσως να μην περνούσαν το σημερινό μαρτύριο; Είχε έναν άνδρα δίπλα της, που την λάτρευε, της παρείχε ότι μπορούσε να φανταστεί, εκτός από το ουσιαστικότερο, δεν μπορούσε να την κάνει γυναίκα.

Στις αρχές του χειμώνα έπρεπε να ταξιδέψει για την Ταϊβάν, αντί να πάρει μαζί του την Ερατώ, προτίμησε τον Μάριο. Ο Μάκης έφερε αντίρρηση, λέγοντας πως το ταξίδι είναι επαγγελματικό, και ο Χρόνης έλεγε πως γι αυτό τον θέλει επειδή στις δουλειές δεν χωράν οι γυναίκες. Η Ερατώ του πρότεινε πως είναι ίσως ευκαιρία να βρεθούν σε άλλο κλήμα και μπορεί κάτι να προκύψει, αλλά αυτός είχε πάρει τις αποφάσεις τους και είχε βγάλει το πρόγραμμα του, θα έπαιρνε οπωσδήποτε τον Μάριο μαζί του για διερμηνέα, άσχετα αν τα εγγλέζικα που είχε μάθει του επαρκούσαν να συνεννοηθεί.
Όταν ο Μάριος βρέθηκε σε εκείνους τους εξωτικούς τόπους, θέλησε να γευτεί και τις ανάλογες διασκεδάσεις, αυτός ήταν και ο λόγος που τον επέλεξε ο Χρόνης, ο οποίος δεν ήξερε να κυκλοφορήσει σε τέτοια μέρη και ανέλαβε τα έξοδα. Δεκαπέντε ημέρες κράτησε το ταξίδι αυτό, δεν έκλεισε καμία συμφωνία, αντιθέτως χορτάσανε την ανατολίτικη ασωτία και γύρισαν πίσω δέκα κιλά λιγότερο και οι δύο. Ο Μάκης κάτι ψυλλιάστηκε, αλλά  δεν είπε την παραμικρή κουβέντα, όταν του ανέφερε ο Χρόνης πως δεν βρήκε κάτι ενδιαφέρον.
Στο σπίτι του όμως γύρισε με ανεβασμένο το ηθικό, είχε επιβεβαιώσει τον ανδρισμό του πολλές φορές στο ταξίδι εκείνο και έφτασε η ώρα να το δείξει και στην συμβία του. Άδικος κόπος όμως μόλις την πλησίαζε στα αυτιά του αντηχούσε πάντα η ίδια φωνή «πρώτα το στεφάνι», αγρίεψε και άρχισε να την κτυπά, εκείνη αδιαμαρτύρητα μετά τα πρώτα κτυπήματα του είπε, πως αν έτσι ικανοποιείτο ας την δέρνει, αυτός έβαλε τα κλάματα σαν μικρό παιδί και ζητούσε συγχώρεση. Η στιγμή που έγινε λιώμα, ήταν όταν του είπε, πως αφού επιβεβαίωσε τον ανδρισμό του αλλού, μπορεί να πηγαίνει με όποια θέλει και αυτή δεν θα του πεί ποτέ κουβέντα, τόσο τον αγαπούσε, ακόμα και αν θέλει να φύγει απ’ την ζωή του θα το έκανε.
Το άλλο πρωί κάλεσε στην εταιρία ασφαλιστή και εξασφάλισε την γυναίκα του σε ενδεχόμενο θάνατο δικό του. Το βράδυ της το ανακοίνωσε και ορκίστηκε πολλές φορές να ικανοποιεί κάθε της επιθυμία. Η Ερατώ ζήτησε να έχει μια ασχολία, οτιδήποτε θα της γέμιζε τις άδειες ώρες της. Υποσχέθηκε να το φροντίσει, σκεφτόμενος το εκθετήριο.
Όταν το συζήτησε με τον Μάκη βρήκε αντίρρηση:
-Οι γυναίκες μας πρέπει να μένουν έξω από τις δουλειές είναι κανόνας απαράβατος, κοίτα το Μπάμπη, έχει η Ευγενία λόγο για όλα,
-Μα στο εκθετήριο θα είναι, παραγγελίες θα παίρνει, ένας ακόμη τσαντάκιας
-Σε καμία περίπτωση, σκέπτεσαι έτσι όμορφη που είναι, πως μπορεί να είναι πρόκληση για κάποιους που έρχονται από την επαρχία γεμάτοι λεφτά και τις θεωρούν όλες εύκολες;
-Μιλάμε για την γυναίκα μου, μην το ξεχνάς
-Αν πρέπει να δουλέψει οπωσδήποτε, άσε με να την κουβεντιάσω, μου έχεις εμπιστοσύνη;
-Τόσα χρόνια αμφιβάλεις τώρα;
-Μιλάμε για την γυναίκα σου, γι αυτό ρωτώ
-Θα πάμε το βράδυ μαζί σπίτι να φάμε και τα λέμε.
-Μόνος μου θα πάω, ή να έρθει εκείνη εδώ;
-Πάρε την στο τηλέφωνο και κανόνισε το, καλλίτερα να μην ξέρω.

Εκεί τελείωσε η κουβέντα και ο Μάκης έφυγε επειδή ο Μπάμπης είχε βρει έναν κινηματογράφο που θα έκανε το δεύτερο Super market Γιαουρτάς. Φαντάζονταν πως έτσι αρχίζει η δική του αλυσίδα, εκτός από τον Σκλαβενίτη και τον Μαρινόπουλο, στις γειτονιές ξεφυτρώνανε Super market σαν τα μανιτάρια, οι δύο αυτοί είχαν αλυσίδα, τώρα θα έμπαινε σφήνα ο Γιαουρτάς. Οι ξένες μεγάλες φίρμες είχαν ακόμη διαδικαστικά προβλήματα για να ανοίξουν στην Αθήνα καταστήματα και προσπαθούσαν μέσα από συνεταιρισμούς με Έλληνες, Βερόπουλος Βασιλόπουλος Κωτσόβωλος να πατήσουν πόδι στην ελληνική αγορά, αυτά τα αγνοούσε ο Μπάμπης, έλεγε το γνωστό σλόγκαν και το θεωρούσε ευφυές «εν τη παλάμη και ούτω βοήσωμεν».
Λίγες ημέρες επιστρέφοντας ο Χρόνης σπίτι του, βρήκε χαρούμενη την Ερατώ, κρατώντας στο χέρι σημειώσεις και ξένα περιοδικά. Άρχισε να του εξηγά πως ήρθε ο Μάκης και συζήτησαν διάφορες περιπτώσεις που μπορεί να έχουν ενδιαφέρον, αρκεί να βρίσκανε χρηματοδότη, αν έχει διάθεση να το κουβεντιάσουν και να επενδύσει η SUPER TEAM, ή αν έπρεπε να ψάξουν αλλού, εκείνος θα αναλάμβανε την οργάνωση. Ο Χρόνης δεν έφερε την παραμικρή αντίρρηση, ότι κι αν απαιτούσε η Ερατώ θα το είχε, αρκεί να μπορούσε να της το προσφέρει, ήταν διατεθειμένος και ολόκληρη την εταιρία να την ξοδέψει για χάρη της, την αγαπούσε τόσο πολύ και πίστευε πως η τύχη του κάτι άλλο θα του φανέρωνε.
Στα σχέδια της Ερατώς ήταν ένα μικρό εστιατόριο, να περνάν λίγοι μοναχικοί άνθρωποι να τρώνε, να της λένε μια καλημέρα, να δημιουργήσει ένα νέο φιλικό κύκλο, θα το ονόμαζε «μάσα-μπούκα». Ο Χρόνης υποσχέθηκε να κοιτάξει από αύριο το πρωί κι’ όλας να ξεκινήσεις η υλοποίηση του σχεδίου της, θα φρόντιζε με τον Μάκη της το παραδώσει έτοιμο, η Ερατώ διαφώνησε, «εγώ πρέπει να το οργανώσω με τον Μάκη».
Ένα τσίμπημα ένοιωσε στην καρδιά ο Χρόνης. Τον κτύπησε η ζήλια, μήπως ο Μάκης επωφεληθεί και οργανώσει και την Ερατώ; Πόσα ξέρει για τα ενδοοικογενειακά τους; Μήπως και τον προτιμά η Ερατώ; Ή προσδοκά να βρει αυτό που δεν μπορεί εκείνος να τις δώσει; Βασανιστικά ερωτήματα, αλλά και έτσι να είναι έχει δίκιο. Ήταν άδικες όλες αυτές οι σκέψεις, ο Μάκης είχε γοητευτεί από την Ερατώ αλλά καμιά στιγμή δεν πέρασε από το μυαλό του πως θα μπορούσε να επωφεληθεί τίποτα από την γυναίκα του φίλου του. Οι δύο συνέταιροι είχαν μια συνεργασία χρονών βασισμένη στην εμπιστοσύνη, αυτή άρχισε να κλονίζεται στο μυαλό του Χρόνη.
Όταν κουβέντιασαν μαζί και οι τρείς το θέμα, ο Μάκης πρότεινε και το ζευγάρι αποδέχτηκε χωρίς ενδοιασμούς το είδος του εστιατορίου. Θα οργάνωνε ένα μικρό εστιατόριο πολυτελείας. Δεν θα δεχόταν σε καμία περίπτωση μοναχικούς ανθρώπους, οι πελάτες θα ήσαν διαλεκτοί και θα έπρεπε να έχουν κλείσει τραπέζι για συγκεκριμένη ώρα και για συγκεκριμένη διάρκεια. Θα εξελισσόταν έτσι σε τόπο που γινόντουσαν σημαντικές συναντήσεις μακριά από αδιάκριτα μάτια, εδώ θα κλεινόντουσαν συμφωνίες και θα χαρασσόταν πολιτική από τους συνδαιτυμόνες. Το μενού θα ήταν, ή σύμφωνο με την παραγγελία, ή, η προκαθορισμένη παραδοσιακή ελληνική κουζίνα. Το προσωπικό εκπαιδευμένο και ντυμένο στην πένα. Ενδεχομένως να φέρνανε μάγειρα από την Κίνα, να κάνανε το πρώτο κινέζικο εστιατόριο στην Αθήνα. Σε όλη αυτήν προσπάθεια θα προΐστατο η Ερατώ. Σε καμία περίπτωση δεν συναινούσε ο Μάκης να το ονομάσουνε «μάσα-μπούκα», αυτά δεν είναι του επιπέδου μας και δεν θα το κάνουμε.
Όταν ο Λυκούδης έμαθε από τον Χρόνη τα σχέδια του για το εστιατόριο, πρόσφερε στον παραγιό του τα οικόπεδα της Καλογρέζας, χαρίζοντας τα ως γαμήλιο δώρο στην Ερατώ, αλλά προειδοποίησε (-Μην ξεχνάς, γυαλί, μαλλί, σίδερο, δεν χαλούν), εδώ έχουμε (μάμ, κακά και νάνι).

Η περιοχή της Καλογρέζας δεν ήταν κατάλληλη για τέτοιου είδους εστιατόριο. Βρέθηκε στο Μαρούσι ένα οικόπεδο με κτίσμα που προορίζονταν για βενζινάδικο αλλά δεν προχώρησε, επειδή οι περίοικοι μπλοκάρανε τις διαδικασίες με την άδεια. Βρήκε το ιδιοκτήτη ο Μάκης του πρόσφερε τα οικόπεδα της Καλογρέζας για ανταλλαγή και βοήθεια στην απόκτηση της άδειας με τις γνωριμίες του και έκλεισε η δουλειά. Γκρίνιαξε ο Μπάμπης που θα ερχότανε άλλος στην γειτονιά του να κάνει το βενζινάδικο, το δέχθηκε μετά τις εξηγήσεις του Μάκη, πως δεν κρατήσει για πολύ και θα το αγοράσουν για λογαριασμό της εταιρίας τους.
Άρχισε με πολύ μεράκι και χωρίς να λογαριάζει τα έξοδα να οργανώνει το εστιατόριο αυτό. Κτίστηκαν χωρίς καμία χρονοτριβή όλες οι απαιτούμενες εγκαταστάσεις, ένα μικρό προκατασκευασμένο σπιτάκι στην αυλή, και ένα δυάρι στην ταράτσα, έγινε περίφραξη και αριθμημένοι σκεπαστοί χώροι σταθμεύσεως, μεταφυτεύτηκαν καμιά εικοσαριά φοίνικες, δημιουργήθηκαν παρτέρια και φυτεύτηκαν πολλά λουλούδια. Η κυρίως αίθουσα είχε δώδεκα τραπέζια, ενώ στην ανατολική μεριά υπήρχε χώρισμα με τζάμια ματ, εκεί υπήρχαν τέσσερα τραπέζια ακόμα διαμοιρασμένα σε ισάριθμα μικρά χωρίσματα με τις ίδιες τζαμαρίες. Μοκέτα παχιά στρωμένη σε όλο το έδαφος έδινε την αίσθηση της αρχοντιάς μόλις την πατούσες. Ο Χρόνης απορούσε με τα χρήματα που ξοδευόντουσαν, δεν τα λυπόταν αλλά ήταν παραπάνω από όσα δικαιολογούσε στο ταμείο ο Μάκης. Το σχολίασε και έμαθε πως ο πατέρας του ο Ηλίας Κώνος έκανε χορηγία ανάλογη με τα οικόπεδα που χάρισε ο Λυκούδης και ακόμα πως υπήρχαν και άλλες χορηγίες  από εκείνους που θέλανε να γίνουν μέλη του δημιουργούμενου CLUB. Δεν καταλάβαινε τι ακριβώς γινόταν αλλά είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στον Μάκη και την προνοητικότητα του. Το ζήτημα του προσωπικού που θα δούλευε ήταν δύσκολο, έλεγε ο Μάκης πως σε αυτήν την δουλειά όσοι προσληφθούν θα πρέπει να είναι γνωστοί φίλοι, ή συστημένοι από ανθρώπους πλήρους εμπιστοσύνης, επειδή οι πελάτες δεν θα ήταν τυχαίοι άνθρωποι, αυτός βρήκε τον Πάκη (Προκόπη) για φύλακα, σαράντα χρονών παλιός παλαιστής του Κατς, και τον εγκατέστησε στο σπιτάκι της αυλής και θα έλεγχε την είσοδο, αυτός θα συνόδευε την Ερατώ στην αγορά και γενικά θα ήταν η ασφάλεια της. Η Ερατώ βρήκε τρείς συμφοιτήτριες της στην σχολή αεροσυνοδών να εργαστούν ως σερβιτόρες, ενώ από την κινέζικη πρεσβεία ζήτησαν ένα ζευγάρι για μαγείρους, με καλές συστάσεις. Με τον ίδιο προσεκτικό τρόπο ήταν διαλεγμένο όλο το δυναμικό της επιχείρησης αυτής, που ονομάστηκε «CLUB ERATO». Οι πελάτες ήταν μέλη του Club αλλιώς δεν επιτρεπόταν η είσοδος,  έπρεπε να κλείσουν από πριν τραπέζι και δεν ήταν πάντα σίγουροι πως θα βρίσκανε. Τα τραπέζια πίσω από τα ματ τζάμια χρεωνόντουσαν διπλά, από αυτά το ένα ήταν μονίμως κλεισμένο για Χρόνη ή τον Μάκη. Δεν υπήρχε λογαριασμός σε αυτό το μαγαζί, οι χρεώσεις ήταν στην διακριτική ευχέρεια του μέλους, όσο πιο κουβαρντάς ήταν τόσο ευκολότερα εύρισκε τραπέζι την επόμενη φορά. Στο δυάρι πάνω στην ταράτσα εγκαταστάθηκε ο Μάκης. Τοποθετήθηκε ΚΑΦΑΟ στο πεζοδρόμιο και πήρε δεκαπέντε τηλεφωνικές συνδέσεις το Club, από τις οποίες οι πέντε ήτανε στο διαμέρισμα του Μάκη. Τοποθετήθηκαν  στο διαμέρισμα δυο ηλεκτρονικοί υπολογιστές, τηλεομοιότυπα (FAX) και άλλος εξοπλισμός που για τον Χρόνη ήταν άγνωστος.

Στο τηλέφωνο του Club είχε αναλάβει να απαντά μόνο ο Μάκης, τουλάχιστον για τον πρώτο καιρό, όπως έλεγε μέχρι να μάθει η Ερατώ τα μέλη της ομάδας. Απόλυτη αρχόντισσα έμοιαζε μέσα εκεί η Ερατώ, με το χαμόγελο της σκλάβωνε όσους περνούσαν την πόρτα του μαγαζιού και το πέρασαν σημαντικοί άνθρωποι, κυρίως επιχειρηματίες έλληνες και ξένοι, πολιτικοί και δικηγόροι. Οι τελευταίοι ήταν οι μόνοι που μπαίνανε κρατώντας τσάντα και κατά κανόνα πήγαιναν στην ματ τζαμαρία. Εκεί βρισκόταν σχεδόν κάθε βράδυ ο Μάκης.
Έτσι κυλούσε ο καιρός μέχρι το καλοκαίρι του 1987, δέκα χρόνια μετά την πρώτη άδεια του Χρόνη που  του άλλαξε την ζωή. Ο Μάκης δεν είχε καιρό να ανέβει στην Θεσσαλονίκη να οργανώσει το περίπτερο της SUPER TEAM, έστειλε όμως συνεργείο και έδωσε όμως εντολές τι και πώς να το κάνουν. Ο Χρόνης σήκωνε το κυρίως βάρος της εταιρίας που διέθετε τότε συνολικά δεκατρείς τσαντάκηδες, δυο μαμάδες με σύνολο 64 καροτσάκιδες και τον Ζαζόπουλο που κουμαντάριζε του γύφτους. Είχε κάνει καταμερισμό εργασιών για όλα εκτός από ένα τμήμα της δουλειάς. Η προμήθειες ήταν αποκλειστικά δική επιλογή, εκτός από τα είδη σειράς, σκεύη, ποτήρια και είδη εστιάσεως, όλες οι άλλες παραγγελίες γίνονταν αποκλειστικά από αυτόν και πάντα στο χρυσό τρίπτυχο (γυαλί μαλλί σίδερο). Είχε πάρει ένα μεγαλύτερο αυτοκίνητο για σέρνει το τρέιλερ με την βάρκα του να πηγαίνει για ψάρεμα, ένα χόμπι που απόκτησε μετά τον γάμο, στην ουσία ήταν η δικαιολογία για να φεύγει μακριά και να ξεχνά το μεγάλο του πρόβλημα.
Εκείνο το καλοκαίρι με την προτροπή του Μάκη, πήρε τον Λυκούδη και την Ερατώ να πάνε να δουν την εξέλιξη του περιπτέρου. Ήθελε μια εβδομάδα ακόμη για να ανοίξει τις πύλες της, αλλά μέσα γινόταν ο οργασμός της προετοιμασίας. Όταν έφτασε στο γνωστό από άλλα χρόνια χώρο έτριβε τα μάτια του, στον χώρο αυτόν υπήρχε ένα περίπτερο με τα προϊόντα του Κώνου αλλά δεν υπήρχε πουθενά το όνομα του, είχε αντικατασταθεί από το Σ.Ε.Α. Συνεταιρισμός Εργατών Ανοξείδωτου. Ακριβώς δίπλα στην θέση που ήταν τα άλλα χρόνια ο Κώνος μια μεγάλη ασπρογάλανη φωτεινή επιγραφή είχε το όνομα του «ΒΑΓΓΕΡΕΛΟΣ». Η Ερατώ σφίχτηκε πάνω του, «μπράβο Χρόνη μου μπράβο», με πολύ ηρεμία γύρισε και της ζήτησε να τον περιμένει στην είσοδο θα έβγαινε σε λίγο, μόλις πέρασε η Ερατώ την πόρτα ξέσπασε στους εργάτες και στον επικεφαλή τους,
-Τι θα πει Βαγγερέλος; Ότι είναι η SUPER TEAM το χρωστάει στους ανθρώπους της, πίσω από το όνομα αυτό βρίσκονται όλοι αυτοί οι ανώνυμοι εργάτες που ξεμεσιάζονται, οι τσαντάκηδες που αντέχουν τις κοροϊδίες των καταναλωτών, οι οδηγοί, τα κορίτσια στο λογιστήριο οι καθαρίστριες ακόμα και ο καφετζής που μας εξυπηρετεί, κατεβάστε αμέσως την πινακίδα.
-Μα εμάς ο κύριος Κώνος άλλα μας είπε.
-Αυτό που λέγω εγώ τώρα, κατεβάστε αμέσως την πινακίδα,
-Δεν γίνεται αυτό, πρέπει να μας το πεί ο κύριος Κώνος, εκείνος μας προσέλαβε εκείνος μας δίνει εντολές, αγρίεψε ο εργολάβος.
-Αν δεν την κατεβάσεις τώρα να ξέρει πως δεν θα ξαναβρείς δουλειά
-Όχι δεν την κατεβάζω μέχρι να μου πεί ο κύριος Κώνος, εγώ τηρώ τις συμφωνίες μου.
Νευριασμένος γύρισε να φύγει και είδε τον Λυκούδη που τόση ώρα δεν μιλούσε καθόλου, «-Πάμε κυρ Ανδρέα, πάμε». Βγαίνοντας κατευθύνθηκε προς τα γραφεία της εκθέσεως, θυμήθηκε την Ερατώ και γύρισε στον Λυκούδη πάλι «–Κυρ Ανδρέα βρές την Ερατώ και πιείτε ένα καφέ μέχρι να έρθω». Βρήκε το αρμόδιο στα γραφεία, του εξήγησε πως δεν θα χρησιμοποιήσει η εταιρία του το περίπτερο αυτήν την χρονιά, για να συναντήσει την άρνηση του πως τάχα είναι αργά για την ματαίωση της συμμετοχής. Αντί για απάντηση ο Χρόνης έβγαλε το μπλοκ των επιταγών και ρώτησε πόσο είναι η οφειλή του, έγραψε το ποσό υπέγραψε και δίνοντας του στο υπεύθυνο.
-Ορίστε η εξόφληση, μην το ματαιώνεις αλλά άδειασε το τώρα, και αν το δώσεις σε άλλον να είσαι σίγουρος πως δεν τρέχει τίποτα, ευκαιρία να χαρτζιλικωθείς και σύ. Πήρε μια βαθειά ανάσα και πήγε να βρει την γυναίκα του  και τον Λυκούδη για να πάνε για φαγητό. Ήθελε να πάρει στο τηλέφωνο τον Μάκη, αλλά ήξερε πως ήταν νευριασμένος και θα έλεγε λόγια που δεν έπρεπε, πρότεινε μια βόλτα μέχρι την Αγία Τριάδα, ο Λυκούδης αρνήθηκε,
-Πηγαίνετε εσείς, είστε νέοι
-Έλα κυρ Ανδρέα, είσαι πατέρας μας, είπε η Ερατώ
-Όχι παιδάκι μου, όχι αφήστε με στο ξενοδοχείο
Τον αφήσανε στο ξενοδοχείο και συνέχισαν για την Αγία Τριάδα, ο Λυκούδης μόλις έμεινε μόνος τηλεφώνησε στον Ηλία Κώνο και του ζήτησε να έρθει να τον βρει και εκείνος ανταποκρίθηκε αμέσως.
Η Ερατώ θέλησε να μάθει γιατί την έβγαλε από την έκθεση, τι συνέβη μετά, ο Χρόνης γύριζε έντεχνα αλλού την κουβέντα. Όταν το ζευγάρι γύρισαν από την βόλτα τους στο ξενοδοχείο, τους ενημέρωσαν πως ο Λυκούδης έφυγε για την Αθήνα. Η Ερατώ πρότεινε να επιστρέψουν και αυτοί οι Χρόνης διαφωνούσε, άλαξε όμως γνώμη και την επομένη το πρωί ξεκίνησαν για την επιστροφή. Φτάνοντας στην Αθήνα άφησε την Ερατώ στο Μαρούσι και πήγε να βρει τον Λυκούδη, ανησυχούσε ο Χρόνης μήπως έπαθε τίποτα, τον αγαπούσε υπερβολικά, του χρωστούσε τα πάντα, ήταν πολύ ευγνώμων ο Χρόνης. Έκπληξη τον περίμενε όταν αντάμωσαν στο σπίτι του. μπροστά σε ένα φλιτζάνι καφέ πρώτη φορά τον κατσάδιασε ο Λυκούδης:
-Είχα την αίσθηση πως ήσουν αετός, αλλά έπεσα έξω.
-Τι θέλεις να πεις κυρ Ανδρέα; Τι κάνω λάθος;
-Σε μια μέρα δύο σημαντικά λάθη και πολύ μεγάλα.
-Ευτυχώς, γιατί τα σφάλματα διορθώνονται, νόμιζα πως έπαθες κάτι και έφυγες, ανησύχησα πολύ.
-Απογοητεύτηκα πλήρως, είναι δυνατόν να έχεις την γυναίκα σου μαζί και την διώχνεις για μιλήσεις.
-Δεν ήθελα να με δει να μαλώνω, γι αυτό.
-Λάθος σου, η γυναίκα σου είναι το άλλο σου μισό, δεν είναι μόνο για τα ευχάριστα, είναι και για τα δύσκολα.
-Αυτό είναι όλο;
-Όχι δεν είναι αυτό μόνο, αναρωτήθηκες γιατί έκανες όλη αυτήν την φασαρία, τι θα σου στοιχίσει εσένα και όλων εκείνων που ονόμαζες συνεργάτες στην SUPER TEAM, η πτώση των πωλήσεων που θα έχετε, τι επιπτώσεις θα έχει σε όλες αυτές τις οικογένειες; Και τι σε πείραζε αν έγραφε το όνομα σου, ίσα ίσα θα έπρεπε να καμαρώνεις γι αυτό, η Ερατώ το χάρηκε και στο απέδειξε και σύ. . .
-Εγώ τι; Ρώτησε ο Χρόνης που τόση ώρα άκουγε αποσβολωμένος.
-Εσύ την πρόσβαλες μπροστά σε τόσο κόσμο, διώχνοντας την και διαλύοντας αυτό που της άρεσε τόσο. Πέρασαν ήδη 48 ώρες αναλογίστηκες αν έκανες καλά;
-Κυρ Ανδρέα άκουσε με λίγο, έδιωξα την Ερατώ για μην δει θυμωμένο, δεν έφταιγε να αναστατωθεί, περισσότερο ταράχτηκε με την δική σου φυγή, αλλά στο διπλανό περίπτερο του Κώνου είδες πουθενά το όνομα του, εξαφανίστηκε, ποιος ξέρει τι θα λένε στην πιάτσα για αυτόν, δεν θέλω να γίνει το ίδιο με το δικό μου όνομα.
-Ποιο όνομα; Το Βαγγερέλος; Δεν το ξέρει κανείς, ούτε και πρόκειται να το μάθει ποτέ κανείς, επειδή η επιλογή σου είναι να είσαι χαμηλά με μαζί τις άλλες κότες, τσαντάκηδες, καροτσάκιδες,  εργάτες και οδηγούς.
-Αυτό συμπέρανες για μένα, με ξέρεις τόσα χρόνια, ξέρεις πόσο ευγνώμων σου είμαι.
-Ξέρω παιδί μου πως είσαι ευγνώμων, είσαι τίμιος, είσαι κουβαρντάς, είσαι μπεσαλής και μεγάλο ταλέντο στο εμπόριο, είσαι μερακλής με λίγα λόγια, αλλά τελικά αετός δεν είσαι, προτιμάς να είσαι με τους πολλούς και στα σίγουρα.
-Δεν καταλαβαίνω γιατί όλη αυτή η κατσάδα; Πρώτη φορά μου μιλάς έτσι θυμωμένα, γιατί;
-Ο άλλος, ο Μάκης, εκείνος είναι ο αετός που σας έκανε φίρμα, με την  οργάνωση  του βγήκατε στις αετοράχες.
Νευρίασε ο Χρόνης με όλη αυτήν την απρόσμενη εξέλιξη της συζητήσεως, πήγε να μάθει τι έγινε και έφυγε εσπευσμένα από το ξενοδοχείο και έγινε δέκτης μια πρωτόγνωρης κατσάδας. Ήταν όμως ευγνώμων προς τον Λυκούδη, ήταν σίγουρος πως ότι έλεγε δεν το έλεγε από κακία, αισθάνονταν την αγάπη του, δεν ήθελε να του αντιμιλήσει άσχημα, ήταν ο ευεργέτης του, σηκώθηκε να φύγει με πληγωμένο τον εγωισμό του και τότε δεν κρατήθηκε με ένα πικρό χαμόγελο είπε:
-Κυρ Ανδρέα στις αετοράχες υπάρχουν μαζί με τους αετούς και τα σκουλήκια. Και έφυγε να πάει να βρει το συνεταίρο του να ξεκαθαρίσει την κατάσταση, ποιος ήταν ο αετός και ποιός το σκουλήκι.
Ο Μάκης τον περίμενε νηφάλιος στα γραφεία στην Ν Φιλαδέλφεια όταν το είδε τον καλωσόρισε εγκάρδια.
-Καλώς τον Χρόνη, γρήγορα δεν επέστρεψες;
-Γρήγορα, ασφαλώς και θα ξέρεις τι έγινε;
-Ξέρω τι έγινε, δική είναι η απόφαση να μην εκθέσουμε αυτήν την χρονιά, σεβαστή και εκτελεστή, εσύ είσαι το αφεντικό, εσύ αποφασίζεις εγώ οργανώνω.
-Μην με δουλεύεις έτσι χοντρά, συμφωνήσαμε να μην υπάρχουν ονόματα στη φίρμα, ήταν δική σου ιδέα, είπαμε ότι αυτό που μετρά είναι το κέρδος.
-Ώστε αυτό είναι, τον έκοψε ο Μάκης, είσαι αφελής, με παρακάλεσε η Ερατώ που διάλεξε το χρώμα που είδες και την γραμματοσειρά, να σου κάνει έκπληξη.
-Τι δουλειά έχει η Ερατώ, αυτήν μην την ανακατεύεις
-Μην λές χαζομάρες, αυτή σε αγαπάει πολύ και επειδή δεν μπορεί να σου κάνει παιδί να δώσεις το όνομα σου, με παρακάλεσε να το δώσουμε στην εταιρία, αφού είναι δικό σου δημιούργημα, είμαστε μαζί δέκα χρόνια, εγώ αρχίζω την απαγκίστρωση και εσύ την οριστική σου εδραίωση, πρέπει να  είμαστε πλέον ώριμοι άνθρωποι και να μην κάνουμε πείσματα.
-Γιατί δεν ενημέρωσε κανείς;
-Δεν θα είχε κανένα νόημα θα χάλαγε όλο το σχέδιο της Ερατώς.
-Ποιος ξέρει τι άλλο κουβεντιάζεται πίσω από την πλάτη μου; Ρώτησε θυμωμένα και ξεκίνησε να φύγει για το σπίτι του να βρει την Ερατώ να ξεκαθαρίσει η κατάσταση. Το μυαλό του ήταν θολωμένο, τι κουβέντιαζε η Ερατώ με τον Μάκη; Γιατί ο Λυκούδης θεωρούσε το Μάκη αετό; Η ιστορία με το Club πόσο αθώα ήταν; Γιατί είχε χορηγίες από τον Κώνο; Γιατί ο Λυκούδης χάρισε τα οικόπεδα; Τι παιχνίδι τελικά παιζότανε πίσω από την πλάτη του: Αυτός μεγάλωνε την εταιρία με τις επιλογές και τον ροκανίζανε με τρόπο: Πόσοι γνωρίζανε την ανικανότητα του; Αυτό το τελευταίο το ένοιαζε πιο πολύ από όλα. Η Ερατώ μαγείρευε όταν μπήκε στο σπίτι θυμωμένος ο Χρόνης:
-Άσε το μαγείρεμα και έλα που σε θέλω, πρόσταξε και έκατσε στην πολυθρόνα του σαλονιού
-Έρχομαι, απήντησε σβήνοντας το φαγητό, από τον τόνο της φωνής του κατάλαβε πως κάτι εξαιρετικά σοβαρό συνέβαινε, -Τι τρέχει Χρόνη μου
-Τι κουβεντιάζεις πίσω από την πλάτη μου;
-Μην μου πεις πως ζηλεύεις; Θα γελάσω.
-Κάτι σε ρώτησα Ερατώ και δεν απαντάς, τι κουβεντιάζεις πίσω από την πλάτη μου και με πόσους; Ειδικά με τον Μάκη;
Έσκυψε το κεφάλι η Ερατώ και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, σηκώθηκε και την πλησίασε ο Χρόνης, «-Άσε τα κλάματα και λέγε».
-Δεν έχω να πω τίποτα, επειδή είμαστε τέσσερα χρόνια μαζί και με πειράζουν πως δεν έγινα ακόμα μανούλα, του είπα πως είμαι στέρφα.
Μαλάκωσε ο θυμός του Χρόνη και γονάτισε πλάι της.
-Αυτό είπες του Μάκη;
-Μόνο αυτό Χρόνη μου, αυτό που μας συμβαίνει, το γνωρίζουμε μόνο εμείς οι δύο, μην αμφιβάλεις για την αγάπη μου και την ειλικρίνεια μου και προπαντός για την τιμιότητα μου, θα προτιμούσα να σκοτωθώ παρά να σε εκθέσω, πολλές φορές νοιώθω τύψεις, ότι φταίω εγώ περισσότερο. Σου κατέστρεψα την ζωή ίσως; Αλλά ήθελα να δώσεις κάπου το όνομα σου αφού παιδιά δεν θα έχουμε, ήθελα να σου ανταποδώσω την ευχαρίστηση που πήρα όταν είδα το δικό μου όνομα στο Club. . .
Ο Χρόνης της σήκωσε το κεφάλι, -Μην κλαίς άσε με σου σκουπίσω τα μάτια. Έβγαλε το μαντήλι από την τσέπη του, το πήρε η Ερατώ και σκούπισε τα δικά του που ήταν περισσότερο μουσκεμένα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: