Σάββατο, 2 Ιουλίου 2011

Μέρος Β. Η οργάνωση

Μέρος Β. Η οργάνωση

Μόλις έφτασαν στη Αθήνα ο Χρόνης βρήκε τον Λυκούδη και ζήτησε την γνώμη του, εκείνος του μίλησε με πολύ στοργή.
-Άκουσε Χρόνη παιδί μου, μένεις μαζί μου πάνω από δέκα χρόνια, δεν έχω κανένα παράπονο από εσένα, πιστεύω και εσύ να μην έχεις.
-Όχι. Όχι, τον διέκοψε ο Χρόνης
-Μην μη διακόπτεις, αυτά τα χρόνια έφαγες ψωμί δίπλα μου που κέρδισες με τον ιδρώτα σου. Με λίγα λόγια θα σου την ιστορία με τον αητό και την κότα. Γλίστρησε λέει μια φορά ένα αυγό από την φωλιά του αετού και έφτασε μέχρι το κοτέτσι, η κότα το επώασε μαζί με τα δικά της μέχρι που έσκασε και βγήκε το πουλάκι, λίγο διαφορετικό από τα υπόλοιπα όμως το περίθαλψε. Το αετόπουλο μεγάλωνε αλλά δεν ήξερε να πετά ούτε λογάριαζε πως θα μπορούσε, στρατάριζε στην γή και σκάλιζε το χώμα μέχρι που είδε άλλους αετούς να πετούν στα ύψη, να βυθίζονται για να αρπάξουν την τροφή τους και να χαθούν στους ουρανούς, κοίταζε περίεργα και η κότα το πλησίασε λέγοντας, «-Ήρθε η ώρα να διαλέξεις τι θέλεις να είσαι κότα ή αετός;» Σταμάτησε να πάρει ανάσα και συνέχισε, –Έτσι και σένα ήρθε η ώρα σου, πρέπει να διαλέξεις για να δω και εγώ τι θα κάνω, μην ξεχνάς πως είσαι κεφαλλονίτης και οι κεφαλλονίτες είναι οι μόνοι συναγωνίζονται τους εβραίους στο εμπόριο.
-Δηλαδή κυρ Ανδρέα, να δεχτώ; Και Εσύ;
-Εγώ δεν έχω μέλλον, βλέπεις στον Κηφισό που άνοιξε ο Σκλαβενίτης ένα μεγάλο μαγαζί, εκεί που συρρέουν από όλη την Αθήνα να ψωνίσουν, είναι μόνο η αρχή, θα γεμίσει η Αθήνα και η Ελλάδα ολόκληρη από τέτοια μαγαζιά, εκεί είναι το μέλλον. Χαράς σε εκείνον που θα τα προμηθεύει.
-Πρέπει να γίνω τσαντάκιας, αυτό προτείνεται;
-Μην είσαι προκατειλημμένος ποτέ και με τίποτα αλλιώς έχασες το παιχνίδι.
-Άφησε το ένστικτο σου να σε οδηγήσει, από μένα να θυμάσαι μια προτροπή που θεωρώ σημαντική. (Γυαλί, μαλλί, σίδηρο) αυτά τα προϊόντα δεν χαλάνε, δεν βρομάνε και δεν παλιώνουν είναι οι καλλίτερες ακίνδυνες επενδύσεις, ότι έχει να κάνει με τρόφιμα να το αποφύγεις, γιατί δεν ξέρεις ποιους ενδεχομένως θα βλάψεις, προκειμένου να μην χάσεις από τις αλλοιώσεις.
-Ευχαριστώ κυρ Ανδρέα για την συμβουλή, θα την εφαρμόσω πιστά, θέλω να μου δίνεις και άλλες συμβουλές στην πορεία.
-Είμαι σίγουρος πως σε λίγο καιρό δεν θα με χρειάζεσαι καθόλου, άλλωστε είμαι κοντά στην σύνταξη και με την ευκαιρία σου λέω πως παζαρεύω το μαγαζί με τα ηλεκτρικά, δεν θα αργήσει να γίνει και ο ηλεκτρικός Σκλαβενίτης.
Με ανεβασμένο ηθικό ο Χρόνης αποσύρθηκε στο δωμάτιο του να κοιμηθεί και η σκέψη του έτρεχε τώρα στον Μπάμπη, τον νέο εκείνο που η τύχη τον έφερε στον δρόμο του και τώρα καλούνταν να συνυπάρξουν επαγγελματικά έχοντας συνεταίρο τον Μάκη, επειδή εκείνος είχε τα χρήματα.
Ο Μπάμπης όταν έφτασε σπίτι του, δεν είχε την υποδοχή που περίμενε. Μετά τα πρώτα καλωσορίσματα η γυναίκα του η Ευγενία δασκαλεμένη από τον πατέρα της άρχισε την γκρίνια λέγοντας πως υπάρχει καλή και στρωμένη δουλειά που αποφέρει καλό μεροκάματο και δεν υπάρχει λόγος για περιπέτειες, το χυτήριο στο Ρούφ έχει παραπάνω 50 χρόνια ιστορία και πρέπει να συνεχίσει. Ο Μπάμπης της εξηγούσε πως οι καιροί αλλάζουν και για να συνεχίσει να έχει ιστορία πρέπει να εκσυγχρονιστεί και να περάσει σε νέα φάση, αλλά, δεν την έπειθε. Φιλόδοξος όπως ήταν της ανακοίνωσε πως ανεξάρτητα από την γνώμη του πατέρα της αυτός θα προχωρούσε στον συνεταιρισμό με τον Μάκη, γιατί τέτοιες ευκαιρίες δεν παρουσιάζονται συχνά στην ζωή.
Πέρασαν δύο εβδομάδες και έφτασε στην Αθήνα ο Μάκης, βρήκε σπίτι στην Γλυφάδα και εγκαταστάθηκε. Μετά ανεζήτησε τους συνεταίρους του και αντάμωσαν για πρώτη φορά στο σύνταγμα μοιράζοντας την απόσταση και βρεθήκαν σε γνωστό τόπο ζαχαροπλαστείο, πίνοντας καφέ έθεσαν τα πρώτα θεμέλια στην συνεργασία τους. Πρώτο μέλημα ήταν, ώσπου να έρθει ο πατέρας Κώνος να έχουν εντοπίσει την έδρα της επιχείρησης, την ονομασία της και το αντικείμενο της. Χωρίσανε ανταλλάσσοντας τηλέφωνα και ανανεώνοντας το ραντεβού για την επομένη στο ίδιο μέρος.
Ο Μπάμπης πήγε να βρει τον πεθερό του στο χυτήριο να του εξηγήσει πως με τα κεφάλαια του συνεταιρισμού θα μπορούσε να μεταφερθεί το εργαστήριο στην βιομηχανική ζώνη να επεκταθεί στα ανοξείδωτα σκεύη και με αυτόν τον τρόπο να συνεχίσει για άλλα πενήντα χρόνια να υπάρχει. Ο Πεθερός του όμως αντέδρασε έντονα, υποστηρίζοντας πως την οικογενειακή ιστορία δεν την ξεπουλά, επειδή βρέθηκε κάποιος με λεφτά να την αγοράσει και ακόμα πως υπάρχει ο γιός του, που είναι ακόμα μαθητής, αλλά δεν θα αργήσει να αναλάβει την συνέχεια της, για να καταλήξει στη απειλή πως αν επιμένει καλά θα κάνει να τα μαζεύει και να φύγει.
Ο Χρόνης βρήκε το κυρ Ανδρέα που τον περίμενε με αγωνία και του ζήτησε γνώμη τι να κάμει την επομένη. Ο Λυκούδης το έπιασε από τον ώμο:
-Ψηλά το κεφάλι, τώρα θα είσαι κυρίαρχος, θα γίνεις αφεντικό και πρέπει να φέρεσαι έτσι, για να σε υπολογίζουν έτσι όλοι οι άλλοι. Θα πάμε μαζί στο τέρμα Αχαρνών έχω ένα φίλο που διαθέτει μια μεγάλη αποθήκη που αδειάζει αυτές τις μέρες, έχει ηλεκτρικές εγκαταστάσεις και δυο γραμμές τηλεφώνου, να την δούμε και αποφασίζεις, μετά θα πάμε να πάρουμε ένα αυτοκίνητο γιατί δεν επιτρέπεται πια να κυκλοφορείς με το δίκυκλο, εγώ θα το αναλάβω και όποτε μπορείς με εξοφλάς. Όσο για την φίρμα μην ανησυχείς καθόλου ούτε και να κάνεις σχέδια, ο καλός έμπορος είναι εκείνος που οικονομάει όχι εκείνος που φαίνεται, αυτό έρχεται αργότερα, αν έρθει ποτέ. Του είπε και άλλα πολλά σαν παρακαταθήκη από την πείρα όλων αυτών των χρόνων και ο Χρόνης άκουγε με πραγματικό ενδιαφέρον, ένοιωθε πως έφτανε η ώρα του και ήθελε να γίνει αετός, ο ρόλος της κότας δεν του ταίριαζε, ίσως ναι ήταν η ευκαιρία της ζωής ήταν και δεν έπρεπε να χαθεί.
Την επομένη μέρα στο ίδιο σημείο συναντήθηκαν οι τρείς νέοι εκκολαπτόμενοι επιχειρηματίες να συνεχίσουν την συζήτηση, ο Χρόνης ήταν οργανωμένος καλά που εξέπληξε τους άλλους δύο. Είχε βρει χώρο για την έδρα του, έμενε το οριστικό κλείσιμο της συμφωνίας και άφησε στον Μάκη της επιλογή της επωνυμίας, ενώ ο Μπάμπης αντίθετα έθετε ως όρο να μπουν τα δύο ονόματα με πρώτο το δικό του Γιαουρτάς-Κώνος για την έδρα θα πρότεινε μετά τις υπογραφές μήπως και ο πατέρας Κώνος άλλαζε εν τω μεταξύ γνώμη, παρά τις διαβεβαιώσεις του Μάκη πως δεν υπάρχει τέτοια πρόθεση, ο Μπάμπης επέμενε υπολογίζοντας πως ο πεθερός του θα άλλαζε στάση όταν έβλεπε ρευστό χρήμα. Με το αυτοκίνητο του Μάκη έφτασαν στο τέρμα Αχαρνών είδαν την αποθήκη που πρότεινε ο Χρόνης συμφώνησε ο Μάκης και πρότεινε προσωρινά να συστεγάζονται οι δύο εταιρίες, έτσι θα προκύψουν οικονομικά οφέλη για όλους, η πρόταση έγινε αμέσως αποδεκτή από όλους. Μένανε δέκα μέρες ακόμα ώσπου να έρθει ο Ηλίας Κώνος στην Αθήνα να γίνουν τα εταιρικά και  αρχίσουν οι δραστηριότητες. Αυτές οι μέρες ήταν για τον Χρόνη αγωνιώδεις, ρωτούσε συνέχεια τον κυρ Ανδρέα και εκείνος πάντα πρόθυμος του εξηγούσε και τον νουθετούσε πως θα συμπεριφέρεται τι παγίδες θα έχει να υπερβεί, στο άλλο στρατόπεδο ο Μπάμπης μάταια προσπαθούσε να πείσει τον πεθερό του να συμβιβαστεί για να γίνει επέκταση, η Ευγενία πείστηκε όταν της υποσχέθηκε πως θα δουλεύει και εκείνη στην υπό διοργάνωση εταιρία και θα έχει προσωπική αντίληψη και γνώμη για την δράση της, έθετε έναν μοναδικό όρο να μην ασχοληθούν με το αντικείμενο του πατέρα της και χάσει πελάτες, να στραφεί η νέα εταιρία σε άλλο τομέα.
Η ιστορική ημέρα ήταν στις 29 Οκτωβρίου 1977, έφτασε στην Αθήνα ο Ηλίας Κώνος συνοδευόμενος από δυο δικηγόρους. Ο Χρόνης ήθελε η συνάντηση να γίνει στο τέρμα Αχαρνών στην έδρα της επιχείρησης, ο Κώνος είχε αντίρρηση λέγοντας πως δεν θέλει να ελέγξει ούτε να ξέρει τι γίνεται και πως θα δράσουν, τον ενδιέφερε κυρίως το αποτέλεσμα. Έγινε η συνάντηση στο Χίλτον, μόλις μπήκαν οι υπογραφές στα εταιρικά συμβόλαια, υπέγραψε ο Κώνος τις επιταγές και τις παρέδωσε στους συμβαλλόμενους. Όρος απαράβατος στην συμφωνία ήταν πως όλες οι συναλλαγές με τις τράπεζες ή τρίτους απαιτούσαν δύο υπογραφές, ή μια θα ήταν του Μάκη και η άλλη του συνεταίρου του κατά περίπτωση. Ο Κώνος με την ευκαιρία έδωσε δώρο στους νέους επιχειρηματίες από ένα χαρτοφύλακα δερμάτινο και από ένα στυλό με χρυσή πένα, λέγοντας «Βάλτε τα συμβόλαια μέσα και καλά κέρδη» ο Χρόνης γέλασε, «Εγώ τσαντάκιας δεν γίνομαι» αλλά πήρε τον χαρτοφύλακα. Ο Μάκης πρότεινε μια και η ώρα ήταν περασμένη να γιορτάσουν το γεγονός και κατέληξαν στις τζιτζιφιές ακούσουν την Ρίτα να τραγουδά «ιστορία μου αμαρτία μου».
Μετά τα πρώτα ποτά θεώρησε ο Χρόνης κατάλληλη στιγμή για να αρχίσει τις μπίζνες, καθόταν πλάι από τον Κώνο και τον σκούντησε:
-Άκου κυρ Ηλία
-Μπράβο θράσος, έγινα κι όλας κυρ Ηλίας
-Μα γι αυτό το θράσος δε με προτίμησες;
-Έχεις δίκιο, παραδέχθηκε ο Ηλία, -Τι θέλεις;
-Γνωρίζω πως ετοιμάζεις μια νέα σειρά χυτρών που την λες Μαργαρίτα, ξέρω πως ετοιμάζεται μεγάλη διαφημιστική καμπάνια, τα δύο εκατομμύρια που θα εκταμιεύσουμε ανά εξάμηνο, θεώρησε τα ως χρεόγραφα έναντι εμπορεύματος, δώσε μας τώρα άλλα τόσο που θα πληρώσουμε μετρητά και καθυστέρησε δυο εβδομάδες τους τσαντάκηδες σου, θα είναι για μας ένα καλό ξεκίνημα.
-Βρέ Χρόνη, είπαμε πως οι δουλειές κλείνονται σε τέτοια μέρη, αλλά όχι τόσο εύκολα, ο Μάκης τι λέει;
-Αυτός χορεύει άμα έρθει θα συμφωνήσει οπωσδήποτε.
-Μεγάλη σιγουριά βγάζεις και μ’αρέσει, κόλλα το, είπε και άπλωσε το χέρι του.
-Ευχαριστώ κυρ Ηλία, να ξέρεις πως έχω καλό Δάσκαλο και θα στον γνωρίσω μια μέρα.
Όταν ο Μάκης γύρισε από την πίστα χαμογελώντας ο πατέρας του, του είπε «-Ο συνεταίρος σου έκανε παραγγελία, τι λές;» ανέμελος ο Μάκης «εγκρίνεται αύριο θα το οργανώνουμε, τώρα διασκεδάζουμε»
Όντως την άλλη μέρα βρεθήκανε στην αποθήκη στο τέρμα Αχαρνών, και ο Μάκης ήταν τελείως άλλος άνθρωπος. Κρατούσε στο χέρι μια τσάντα μαύρη μεγαλύτερη από τον χαρτοφύλακα που τους χάρισε ο πατέρας του την προηγούμενη μέρα, και ο Χρόνης τον πείραξε.
-Τσαντάκιας και σύ; Τι έχει μέσα;
-Κάτσε Χρόνη, κάτσανε στο μοναδικό πάγκο που υπήρχε και δίπλα σε ένα κουτσό τραπέζι που είχε τα τηλέφωνα ο Μάκης άρχισε να αναλύει σοβαρά την κατάσταση.
-Έκλεισες μια δουλειά στο περίπου, έτσι κλείνονται οι δουλειές αλλά τώρα πρέπει να την αναλύσουμε, θα μας στείλει ότι σκεύη θέλει η «Κώνος» ή αυτά που θα επιλέξουμε; Ασφαλώς ότι θέλουμε εμείς, αλλά πρέπει τώρα να συγκεκριμενοποιήσουμε τι θέλουμε, τι ποσότητα από κάθε νούμερο και πως θα αποθηκεύσουμε, έχουμε το χώρο χρειάζονται ράφια, θα πουληθούν χρειάζονται παραστατικά, χρειάζεται γραφείο για κάθετε κάποιος να κόβει αυτά τα παραστατικά, χρειάζεται ακόμα τρόπος να διανεμηθούν τα προϊόντα αφού πουληθούν. Η πώληση η διανομή και η είσπραξη είναι δική σου υπόθεση η υπόλοιπη οργάνωση είναι δική μου, αυτό ακριβώς σπούδασα και πρέπει να το αποδείξω, όπως εσύ χθες το βράδυ απέδειξες ποιος θα είναι το πραγματικό αφεντικό εδώ μέσα.
-Έχεις δίκιο Μάκη, παραδέχθηκε ο Χρόνης, το πείραγμα ήταν άκομψο συγνώμη.
-Δεν υπάρχει λόγος και μένα μου αρέσουν τα πειράγματα, αλλά όχι την ώρα της δουλειάς, όταν θα γνωριστούμε καλλίτερα θα πηγαίνουμε και για ψάρεμα τότε θα είναι αλλιώς, αλλά τώρα πρέπει να αποδείξουμε την αξία μας και θα τα καταφέρουμε, εγώ είμαι σίγουρος εσύ;
-Και γώ, τι κάνουμε τώρα;
-Φρόντισε να βρεις τρόπο και πελάτες να πουληθούν τόσα σκεύη που παρήγγειλες. Μεθαύριο θα έρθουν τα δείγματα και σε δυο τρείς εβδομάδες θα παραλάβουμε, ξέρω τον πατέρα μου καλά θα μας πνίξει.
Ο Χρόνης για μια στιγμή δείλιασε αλλά την αμέσως επόμενη είχε την λύση έτοιμη, ο Μπάμπης είχε έναν κύκλο πελατών θα τον εκμεταλλευότανε. Τον ανεζήτησε στο τηλέφωνο και δεν το έβρισκε και πήρα την απόφαση να πάει μέχρι το σπίτι του στα κάτω Πετράλωνα. Αυτοκίνητο είχε άρα και ευχέρεια κινήσεων, δεν τον βρήκε ούτε σπίτι του, γνώρισε όμως την Ευγενία. Όταν συστήθηκε τον πέρασε μέσα και του πρότεινε να περιμένει λίγο να επιστρέψει είχε πάει πάλι στον πεθερό του για μια ύστατη προσπάθεια. Δεν απήπιε  τον καφέ όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο Μπάμπης νευριασμένος. «-Σκουριασμένα μυαλά».
-Τι έτρεξε φίλε; Προσπάθησε να ευθυμήσει την ατμόσφαιρα ο Χρόνης
-Σκουριασμένα και αγύριστα κεφάλια, όχι μόνο δεν κατάλαβε τι λέω, όχι μόνο δεν συμφωνεί αλλά είπε να παραδώσω και το αμάξι.
-Τι έγινε; Αυτό είναι απαράδεκτο, μπήκε στη μέση η Ευγενία, δεν το δίνουμε πως θα κυκλοφορούμε;
-Μην σε νοιάζει γυναίκα, θα πάρουμε δικό μας, της εταιρίας δηλαδή, έχουμε χρήματα δεν τον έχω ανάγκη.
-Μπάμπη είναι πατέρας μου, μην το ξεχνάς,
-Εγώ να φεύγω, μίλησε ο Χρόνης για να προλάβει έναν καυγά στην γέννηση του, τα λέμε άλλη φορά
-Όχι, όχι φίλε κάτσε, κάποιο λόγο θα έχεις που ήρθες, ώσπου να μαγειρέψει η Ευγενία πάμε στο καφενείο να τα πούμε.
Λίγα λεπτά αργότερα στο καφενείο ο Μπάμπης και ο Χρόνης είχαν μπροστά τους ένα καραφάκι ούζο και σχεδιάζανε το μέλλον. Πρότεινε ο Χρόνης να κάνουν μαζί ένα γύρω στους πελάτες του Μπάμπη, στην Αθήνα και στην επαρχία, να τον γνωρίσουν να δειγματίσει τα μαγειρικά σκεύη «Μαργαρίτα» και να ωφεληθεί ο Μπάμπης την προμήθεια. Αυτός αντέδρασε, «-Θα πάμε στο γύρο χωρίς προμήθεια, μόνο για να την σπάσω στο γέρο». Ακόμα ισχυρίστηκε πως αυτές τις μέρες που θα γυρνάν μαζί, θα γνωριστούν καλλίτερα και θα συζητήσουν και τα δικά του σχέδια. Έλεγε πως η γυναίκα του είχε επηρεαστεί από τον Σκλαβενίτη και σκεφτότανε κάτι παρόμοιο, ενώ αυτός είχε πεισθεί αγωνιούσε πως θα έπειθε τον Μάκη ή ακόμα πως μπορούσε ασχοληθεί με κάτι που δεν γνώριζε καθόλου. Με την κουβέντα πέρασε η ώρα και γυρνώντας στο σπίτι για φαγητό είδε το αμάξι του Χρόνη.
-Βρέ μπαγάσα Κορτίνα;
-Ας είναι καλά ο κυρ Ανδρέας, αυτός μου το πήρε
-Και μένα μου ζητά την κλούβα πίσω, θα την δώσω και θα πάρω τέτοιο.

Αργά το βράδυ γύρισε στο σπίτι ο Χρόνης, τον περίμενε ο Λυκούδης στο μπαλκόνι και τον φώναξε να ανέβει για λίγο.
-Δεν μου είπες παιδί μου τι κάνατε;
-Υπογράψαμε κυρ Ανδρέα, έκανα και την πρώτη παραγγελία σκλαβώνοντας περισσότερο από τα μισά λεφτά και ο Κώνος δεν αντέδρασε, του είπα πως θα στον γνωρίσω.
-Και εγώ θέλω να τον γνωρίσω, όμως δεν είναι απερισκεψία τόσο μεγάλη επένδυση σε ένα είδος;
-Κυρ Ανδρέα, πιο καλά είναι να πουλάς πολλά σε λίγους, παρά λίγα σε πολλούς.
Δάκρυσε ο Λυκούδης, -Είδες τώρα, ξύπνησε ο αετός και διδάσκει την κότα.
-Όχι δεν το είπα να σε προσβάλω, ούτε να σου κάνω τον έξυπνο
-Όχι δεν το είπες, αλλά αυτή είναι η αλήθεια θα μεγαλώσεις θα μεγαλώσεις πολύ, ευτυχώς που βρέθηκε αυτός ο Κώνος, εδώ θα πνιγόσουνα και θα ήμουν εγώ αιτία που δεν είχα ευκαιρίες να σου προσφέρω.
Βούρκωσε ο Χρόνης
-Αν δεν ήσουν εσύ κυρ Ανδρέα και ο γιατρός που θα ήμουν εγώ σήμερα; Σηκώθηκε να φύγει αλλά γύρισε πίσω
-Γιατί με φώναξες, τι συμβαίνει;
-Έδωσα το ηλεκτρικάδικο, θα διαλύσω το επιπλάδικο και θα μείνει μόνο το γιαλάδικο για δύο χρόνια μέχρι την σύνταξη, ποιος θα τα συνεχίσει τώρα, οι γαμπροί; Αυτοί έχουν μόνιμοι δουλειά είναι γραφειοκράτες, εκτελωνιστής ο ένας και δάσκαλος ο άλλος, δεν ενδιαφέρονται.
-Θές να τα αναλάβω εγώ; Να χαλάσω την συμφωνία; Το κάνω αύριο το πρωί. Είπε ο Χρόνης με αποφασιστικότητα.
-Όχι, ποτέ, η ζωή τώρα σου γελάει, άρπαξε τον ταύρο από τα κέρατα και καβαλίκεψε τον, μόνο θέλω να τα λέμε κάπου-κάπου
-Κυρ Ανδρέα πάντα θα σε συμβουλεύομαι πάντα, καληνύχτα τώρα, και τά έπιπλα μην τα σκοτώσεις, μας χρειάζονται.
Αποσύρθηκε ο Χρόνης και την άλλη μέρα στην αποθήκη πάνω στο σπασμένο τραπέζι με τα τηλέφωνα, είχε μπροστά του ένα χάρτη και σκάρωνε δρομολόγια. Όταν ο Μάκης ήρθε του είπε τα χθεσινά γεγονότα και τον προέτρεψε ότι έπιπλα χρειαστούν να πάρουν από τον Λυκούδη χωρίς να τα παζαρέψουν. Επίσης του ανακοίνωσε πως μόλις έχει τα δείγματα θα φύγει για την επαρχία. Κουβεντιάζοντας πέρασε η ώρα όταν φάνηκε ο Μπάμπης να τους κοινοποιήσει τις αποφάσεις του. Είχε πάει το πρωί με την γυναίκα του στον Κηφισό στου Σκλαβενίτη και εντυπωσιάστηκε τόσο που θέλησε να τον ανταγωνιστεί, θα γίνουν είπε κι άλλα τέτοια μαγαζιά και ήθελε να είναι και αυτός ένας τέτοιος μαγαζάτορας, ο Μάκης το δέχθηκε απόλυτα ψύχραιμα.
-Μια επιχείρηση με τρόφιμα, ένα μεγάλο Μπακάλικο, ένα πολυκατάστημα ίσως; Αυτό έχεις κατά νού;
-Περίπου, πρέπει να βρούμε που θα το στήσουμε.
-Θα το βρούμε να είσαι σίγουρος, θα το οργανώσουμε πρέπει να το οργανώσουμε κι αυτό.
-Δεν είναι δύσκολο, ράφια εμπόρευμα και όλα μετρητά,
-Θέλει οργάνωση, επέμενε ο Μάκης, -Πολύ περισσότερη από ότι βάζεις με το νού σου, αλλά αφού αυτή είναι η απόφαση θα το κάνουμε και θα το πετύχουμε.
-Εσύ τι λές; Χρόνη, είπε ο Μπάμπης.
-Δεν μου πέφτει λόγος εμένα, δικός σας είναι ο συνεταιρισμός, αλλά εγώ διαφωνώ για το είδος, (γυαλί-μαλλί-σίδερο), που λέει ο κυρ Ανδρέας δεν χαλούν δεν παλιώνουν δεν σαπίζουν.
-Ο κόσμος κάθε μέρα τρώει, και για να φάει πληρώνει και εγώ θα τα παίρνω, κανείς δεν μπορεί να κόψει την μάσα-μπούκα, και εδώ δεν χωρούν επιταγές και γραμμάτια, «μαμ, κακά και νάνι, μετρητά στο χέρι και ούτο βοήσομεν» που λέει ο κυρ Μπάμπης εγώ δηλαδή, τι λέτε τώρα πάμε για φαί;

Δυο μέρες αργότερα ήρθαν τα δείγματα και οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες, με την Κορτίνα του Χρόνη μαζί με τον Μπάμπη, φύγανε για την Πελοπόννησο. Ο Μπάμπης έκανε τις συστάσεις κα μετά ο Χρόνης άρχιζε τον δειγματισμό και την πώληση, οι πελάτες που μπορούσαν να αποφύγουν την παραγγελία ήταν ελάχιστοι, ενέπνεε εμπιστοσύνη και σιγουριά ο τρόπος που διαπραγματευότανε. Το πρόγραμμα ήταν εβδομαδιαίο, αλλά δεν μπόρεσαν να το ολοκληρώσουν, αντί να γυρίσουν στην Αθήνα προτίμησαν να μείνουν στην Καλαμάτα, σε αυτό συνέβαλε και η προτροπή του Μάκη για οικονομία στα μετακινήσεις και τα έξοδα. Όταν στο τέλος της δεύτερης εβδομάδας γύρισαν στην αποθήκη των Αχαρνών τους περίμεναν πολλές εκπλήξεις.
Στην αυλή ήταν σταθμευμένα εκτός από του Μάκη το αυτοκίνητο μια καινούργια Κορτίνα και ένα Φορντ Τράνζιτ, με την φίρμα «SUPER TEAM» γραμμένη στα πλαϊνά.
Η αποθήκη ήταν αγνώριστη, είχε βαφεί και συγυριστεί, ένα μέρος στη άκρη και κοντά στην μικρή πόρτα είχε χωριστεί με τζαμαρίες σε τρία δωμάτια γραφεία, το πρώτο ήταν αρκετά μεγάλο και στην μια πλευρά του τοίχου είχε δύο πόρτες που οδηγούσαν σε δύο μικρότερα, ακριβώς τα μισά του πρώτου, πλήρως εξοπλισμένα, μια κοπέλα βρισκότανε στο μεγάλο γραφείο και ταξινομούσε στο φωριαμό μπλοκ και χαρτιά ενώ μια στοίβα ντοσιέ περίμενε την σειρά της. Στις δύο πλαϊνές πλευρές της αποθήκης υπήρχαν σειρές από ράφια γεμάτα από  σκεύη ταξινομημένα κατά μέγεθος και δύο καινούργια καρότσια στο βάθος. Πλάι από την μεγάλη πόρτα υπήρχε ένα προκατασκευασμένο καμαράκι σκοπιά και εκεί βρισκόταν ένας νεαρός άνδρας, που μόλις τους είδε σηκώθηκε από το σκαμπό του και τους πλησίασε. Με το νεύμα που του έκανε ο Μάκης, γύρισε και έκατσε πάλι στην θέση του.
-Καλώς τους ταξιδεμένους;
-Καλώς σε βρήκαμε, τι γίνεται εδώ; Ρώτησε ο Χρόνης.
-Οργάνωση Χρόνη, οργάνωση σημαίνει αυτό το θέαμα που βλέπεις σε δεκαπέντε μέρες, αυτό σπούδασα και αυτό θα αποδείξω στο πατέρα μου.
-Ναι, αλλά είμαι και εγώ εδώ, το ξεχνάς αυτό;
-Όχι Χρόνη, ποτέ δεν ξεχνώ πως είμαστε συνέταιροι, όμως ο καθένας έχει το τομέα του και πρέπει να συνεργαζόμαστε χωρίς γκρίνια, εσύ ταξίδευες δυο εβδομάδες και έφερες παραγγελίες, εγώ θα πρέπει να τις εκτελέσω, δεν έλεγξα τι και πως έχοντας απόλυτη εμπιστοσύνη στην κρίση σου, αυτός είναι ο τομέας σου αυτόν ξέρεις εκεί θα αναδειχθείς και θα αποδείξεις στον πατέρα μου, αλλά και στον κυρ Ανδρέα τις ικανότητες σου.
-Ναι ρε Μάκη, έχεις δίκιο μην παρεξηγείς.
-Δεν παρεξηγώ, δουλειές κάνουμε έλα να σου δείξω παρακάτω.
Τον οδήγησε στα γραφεία πέρασε από το πρώτο που η κοπέλα μόλις τους είδε να μπαίνουν σταμάτησε την δουλειά μέχρι να περάσουν στο δεξιό από τα δύο δωμάτια. Εκεί βρισκόντουσαν δυο μικρά γραφεία ένας καναπές και δυο καρέκλες, ένα τραπεζάκι στη μέση ήταν στολισμένο με λουλούδια. Του Χρόνη του φανήκαν γνώριμα τα έπιπλα.
-Κάπου τα ξέρω αυτά;
-Ναι είναι δώρο του κυρ Ανδρέα, δεν έπαιρνε λεφτά με τίποτα
-Ας είναι καλά, του χρωστάω τόσα.
-Άστα αυτά τώρα, εδώ θα είναι το γραφείο μας, διάλεξε πιο από τα δύο θέλεις.
-Δεν με νοιάζει αλλά το διπλανό δωμάτιο τίνος είναι;
-Θέλεις να πάμε από κεί, ούτε εμένα με νοιάζει, αλλά το ένα θα γίνει λογιστήριο και θα εγκατασταθεί λογιστής που θα δουλεύει αποκλειστικά για μας, όταν οργανωθούμε καλά δεν θα κρεμόμαστε από κανέναν, όλα θα γίνονται από μέσα.
-Βρέ θηρίο τι πιστεύεις θα γίνουμε, Κώνος της Αθήνας;
-Όχι βέβαια, εμείς είμαστε η «SUPER TEAM», η «Κώνος» είναι ένας από τους πολλούς συνεργάτες μας και αυτούς θα τους επιλέξεις εσύ, εγώ απλά θα οργανώνω γιατί αυτό ξέρω να κάνω.
-Ας είναι, τι γίνεται με τις παραγγελίες τώρα;
-Αμέσως που τις έχεις σημειωμένες;
Έβγαζε ο  Χρόνης από την τσάντα του τα μπλοκάκια με τις παραγγελίες και τον πείραξε ο Μάκης, «-Τσαντάκιας-Τσαντάκιας Χρόνη;». Γέλασε ο Χρόνης, «-Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, Μάκη»
Όταν τα πήρε τα μπλοκάκια ο Μάκης φώναξε την κοπέλα από δίπλα,
να φέρει μπλοκ παραγγελιών, όταν μπήκε τις έδωσε αυτά που πήρε από τον Χρόνη με την εντολή να κοπούν αμέσως δελτία αποστολής και να φορτώνονται. Γύρισε μετά στον Χρόνη «-Κάτσε τώρα ήσυχος».
Ο Μπάμπης τόση ώρα κοιτούσε αμίλητος, όταν έκατσαν ρώτησε:
-Καφέ κερνά το κατάστημα; Περισσότερο για αποφορτισθεί η ατμόσφαιρά. Σηκώθηκε ο Μάκης πήγε στη καφετιέρα στη γωνιά του μεγάλου γραφείου, έβαλε ένα φλιτζάνι και το πήγε του Μπάμπη, εκείνος συνέχισε στο ίδιο ύφος:
-Μόνο για μένα; Εσείς;
-Ο καφές είναι για τους επισκέπτες, εμείς εδώ δουλεύουμε.
Προσβλήθηκε ελαφρά ο Μπάμπης αλλά δεν ήθελε να το δείξει και προσπάθησε με το ίδιο ύφος να συνεχίσει:
-Και εγώ δούλεψα, μαζί γυρίζαμε
-Εάν διεκδικείς προμήθεια να το κανονίσουμε.
-Όχι σηκώθηκε ο Μπάμπης δεν διεκδικώ τίποτε, αλλά είμαι αδικημένος δεν είμαι και εγώ συνεταίρος;
-Ηρέμισε Μπάμπη, δεν είσαι συνέταιρος εδώ, εδώ πέρα είσαι φίλος καλοδεχούμενος, όταν οριστικοποιήσεις που θα δραστηριοποιηθούμε θα οργανώσουμε την δική σου επιχείρηση που θα είναι ο Χρόνης μουσαφίρης. Για την ώρα πάντως η Κορτίνα που είδες στην αυλή είναι δική σου, δηλαδή της εταιρία μας, Γιαουρτάς-Κώνος.
Έσκυψε το κεφάλι ο Μπάμπης, κοίταξε τον Χρόνη και είπε:
-Εγώ κρατώ τις υποσχέσεις μου, αυτήν την εβδομάδα θα γυρίσουμε στην Αθήνα και από την άλλη κάνε καλά μόνος σου. Φεύγω τώρα και τα λέμε αύριο το πρωί.
Το απόγευμα πέρασε από τον Λυκούδη να του ζητήσει την γνώμη του, σκεπτότανε να μετακομίσει κοντά στην αποθήκη, ο κυρ Ανδρέας τον απέτρεψε λέγοντας πως ο Μάκης κάθετε στην Γλυφάδα, αυτό δεν τον εμποδίζει να είναι καλός επιχειρηματίας, εάν μείνει δίπλα στην αποθήκη, θα υποχρεώνετε συνέχεια να δουλεύει και αυτό θα τον καταβάλει, ο Χρόνης επέμενε κυρίως επειδή ντρεπότανε τον ευεργέτη του, θεωρούσε πως δεν του ανταπέδιδε όσα έκανε εκείνος για αυτόν. Τελικά ο Λυκούδης κατέληξε
-Τι με ρωτάς; Αφού στο τέλος θα κάνεις του κεφαλιού σου, έχε εμπιστοσύνη σε αυτό το κεφάλι και προχώρα.
Πήρε θάρρος ο Χρόνης για μια εβδομάδα το πρωί γυρνούσε με τον Μπάμπη και μάζευε παραγγελίες και γνώριζε πελάτες και τα απογεύματα έψαχνε για σπίτι κοντά στην Αχαρνών. Το φορτηγό πηγαινοερχότανε στα πρακτορεία να στέλνει και να παίρνει εμπορεύματα, ήταν μεγάλο το ποσό που είχε κλείσει με την συμφωνία και δεν το είχε αντιληφθεί. Είχαν εκτελεσθεί όλες οι παραγγελίες και τα ράφια εξακολουθούσαν να είναι φορτωμένα.
Στο τέλος της εβδομάδας ο Μπάμπης ανακοίνωσε πως βρήκε το μέρος που θα έστηνε την δική του επιχείρηση, ήταν ένα αίθουσα κινηματογράφου στην Πατησίων που δεν απόδιδε και ο ιδιοκτήτης της
την πούλαγε σε καλή τιμή θα ήταν μια καλή ευκαιρία. Ο Μάκης ρώτησε πως έμαθε τις λεπτομέρειες και ο Μπάμπης είπε από τις αγγελίες.
-Μπάμπη, πριν ξεκινήσουμε να το ελέγξουμε, μάθε τα στοιχεία και θα βάλουμε δικηγόρο να ερευνήσει, μήπως και είναι παγίδα.
-Τι λές ρε Μάκη, θα κάνουμε συμβόλαια στον συμβολαιογράφο και θα κατοχυρωθούμε.
-Δεν είναι όλοι οι συμβολαιογράφοι καθαροί, που ξέρουμε τι θα γίνει, πιο καλά να το δούμε λίγο.
-Ωραία θα πάω όμως σε δικό μου δικηγόρο.
-Πήγαινε σε όποιον θέλεις, είπε ο Μάκης, αλλά πρέπει να ξέρεις ο συνεταιρισμός βασίζεται κυρίως στην αμοιβαία εμπιστοσύνη των μελών του, εάν αυτή δεν είναι απόλυτη σίγουρα θα διαλυθεί κάποια στιγμή.
-Αυτά τα λένε στα πανεπιστήμια, εγώ είμαι της πιάτσας και δεν τα ξέρω.
-Στα λέω εγώ που τα ξέρω, θα περιμένω και να ξέρεις εγώ σε εμπιστεύομαι.
Βρήκε δικηγόρο ο Μπάμπης του ανέθεσε την έρευνα για την συγκεκριμένη αίθουσα κα διαπίστωσε πως άλλος ήταν ο αιθουσάρχης και άλλος ο ιδιοκτήτης, ο οποίος την είχε υποθηκευμένη για ένα δάνειο με το οποίο σήκωνε οικοδομή πέντε τετράγωνα παρακάτω. Ντρεπότανε ο Μπάμπης να ομολογήσει την γκάφα του και απέφευγε την συνάντηση με τον Μάκη. Εκείνος όμως έκανε το επόμενο βήμα και πήγε να τον βρει σπίτι του.
-Μπάμπη οι δουλειές οι μεγάλες έχουν και απογοητεύσεις και αναποδιές , μαζί θα τις ξεπεράσουμε γιατί θα είμαστε συνέταιροι. Θέλεις να κάνουμε μεγαλομπακάλικο σε λίγο καιρό θα τα λένε Super market, έχει στο εξωτερικό πολλά τέτοια, θα το κάνομε αλλά πρώτα πρέπει να το οργανώσουμε.
-Δηλαδή;
-Δηλαδή πρέπει να βρούμε πρώτα την κατάλληλη αίθουσα και την αρμόζουσα τοποθεσία, αν παίρναμε εκείνο το σινεμά που έλεγες, που θα στάθμευαν οι πελάτες μας; Γρήγορα θα αγανακτούσαν και θα τους χάναμε, έπειτα γιατί να το αγοράσουμε εάν μπορούμε να το νοικιάσουμε; Για να εξανεμισθεί γρηγορότερα το κεφάλαιο μας;
-Τι νομίζεις πρέπει να κάνουμε τώρα; ρώτησε ο Μπάμπης που είχε αρχίσει να παραδέχεται τις γνώσεις του Μάκη.
-Να βρεις ένα μεσιτικό γραφείο, να δηλώσεις τι σε ενδιαφέρει και να ελέγξεις μετά τις προσφορές και ανάλογα πράττεις.
-Μα θα βγάλει προμήθεια.
-Ασφαλώς, αφού αυτή είναι η δουλειά του, πρέπει να μάθουμε πως όλα τα πράγματα και οι υπηρεσίες έχουν την τιμή τους.
-Αύριο κι όλας ξεκινώ, έχω υπ’ όψιν μου δύο τέτοια γραφεία.

Βρέθηκε γρήγορα το ζητούμενο και δεν ήταν αίθουσα κινηματογράφου, αλλά ένας μεγάλο συγκρότημα στην Καλογρέζα που προοριζότανε για αντιπροσωπία αυτοκινήτων, πήγαν να το δούνε ο Μπάμπης και ο Μάκης, ο Χρόνης ευγενικά αρνήθηκε να πάει λέγοντας πως δεν του πέφτει λόγος, αλλά νόμιζε πως η Καλογρέζα ήταν μακριά από την Αθήνα για να εισπράξει την απόκριση του Μπάμπη «Και ο Σκλαβενίτης κοντά είναι;» το είδανε συμφωνήσανε να το νοικιάσουν για τέσσερα χρόνια.
Ο Μάκης άρχισε να επεξεργάζεται την οργάνωση του. Πληροφορήθηκε πως το διπλανό και το παραδίπλα οικόπεδο πουλιόντουσαν. Κάλεσε τον Μπάμπη και του πρότεινε να τα αγοράσουν θα τους χρειάζονταν αν πήγαιναν καλά οι δουλειές και επεκτεινόντουσαν, αλλά αυτός είχε αντίθετη άποψη λέγοντας.
-Αν είναι να αγοράσουμε κάτι να είναι το μαγαζί μας.
-Μπάμπη αν πιάσουμε θα μας εκμεταλλευτούν και πρέπει να το προλάβουμε τώρα.
-Καλλίτερα να έχουμε τα χρήματα σε εμπόρευμα παρά σε οικόπεδα.
-Εσύ αποφασίζεις, Εσύ είσαι το αφεντικό, εγώ απλά οργανώνω, είπε υποχωρώντας ο Μάκης. Από την άλλη εβδομάδα θα είμαι εδώ για την οργάνωση.
-Θα είμαστε εδώ θέλεις να πεις, τον διόρθωσε ο Μπάμπης.
-Ναι Μπάμπη θα είμαστε εδώ.
Τσατισμένος πέρασε από την Αχαρνών βρήκε τον Χρόνη να τακτοποιεί στα ράφια σκεύη και τον επέπληξε
-Βρέ συ  Χρόνη σταμάτα, δεν είναι δουλειά σου αυτή, Εσύ είσαι αφεντικό και πρέπει να φέρεσαι έτσι. Πάμε στο γραφείο  να σου πώ ή μάλλον πάμε να φάμε κάπου να ξεσκάσουμε να πάρω ανάσα
-Είσαι με τα καλά σου; Αντέδρασε ο Χρόνης, ακριβώς επειδή είμαι αφεντικό πρέπει να δώνω το καλό παράδειγμα να εργάζομαι σε όλα τα πόστα και να ξέρω όλες τις φάσεις τις δουλειάς
-Δεν έχεις δίκιο, αν το κάνεις αυτό θα το κάνεις για όλη σου την ζωή, το αφεντικό δεν είναι εκείνος που δουλεύει περισσότερο, αλλά ο μαέστρος που διευθύνει την ορχήστρα χωρίς να παίζει κανένα όργανο, ένα ξυλάκι κουνάει και υπακούνε όλοι οι μουσικοί στα κελεύσματα του, πάμε για το Φάληρο θέλω μαριδούλα και θάλασσα.
Κλείσανε και φύγανε και στην παραλία συνέχισαν την κουβέντα τους του εξήγησε που διαφωνεί με τον Μπάμπη αλλά υποχωρεί γιατί η δουλειά του είναι μόνο η οργάνωση αυτό θέλει να αποδείξει στον πατέρα του και ο Χρόνης άρπαξε την ευκαιρία να ρωτήσει περισσότερες λεπτομέρειες για τα οικόπεδα. Ζήτησε να μάθει ποιος είναι ο μεσίτης αυτός γιατί ενδιαφερόταν και αυτός να μετακομίσει πιο κοντά στην αποθήκη για να ακούσει από τον Μάκη αυτά που του έλεγε ο κυρ Ανδρέας, Μακριά το σπίτι από την δουλειά. Και του πρότεινε να βρει ένα σπίτι στην Γλυφάδα να μένουν κοντά. Υποσχέθηκε να το σκεφτεί και το ίδιο βράδυ βρήκε τον Λυκούδη και του είπε την ιστορία με τα οικόπεδα και πως είναι ευκαιρία να επενδύσει εκεί τα χρήματα από το ηλεκτρικάδικο παρά να μένουν στην τράπεζα και να φθείρονται. Χωρίς να το πολυσκεφτεί ο κυρ Ανδρέας συμφώνησε και σε λίγες ημέρες ήταν δικά του τα οικόπεδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: