Κυριακή 22 Μαΐου 2011

Η παρουσίαση στην πράξη


 Η παρουσίαση στην πράξη
Βρέθηκα στην φιλόξενη αίθουσα του ΣΑΕ, για την εκδήλωση της παρουσιάσεως του βιβλίου από τον ΣΕΚ, λιγάκι απορημένος αλλά όχι τρακαρισμένος, επειδή μου περισσεύει το θράσος. Δεν γνώριζα πώς να ανταποδώσω την τιμή που μου γινότανε, αλλά τελικά βρήκα την λύση, εκείνη την ημέρα δεν έφαγα καθόλου και τίμησα ανάλογα και με το παραπάνω τα προσφερθέντα εδέσματα. Ο εκλεκτός φίλος μας Νικόλας Στρατής ανέλαβε να κάνει την παρουσίαση αφού η Κυρία Χρύσα εκτάκτως έπρεπε να ταξιδεύσει για την Κύπρο. Παραθέτω παρακάτω το κείμενο του και τον ευχαριστώ δεόντως 
Πρόλογος
Κυρίες και κύριοι
Η σχέση μου με τον συγγραφέα του βιβλίου ΑΠΟ ΤΟ BLOG ΤΟΥ ΠΥΘΑΓΟΡΑ είναι η πιο αρμόζουσα για να παρουσιάσει κανείς το έργο ενός συγγραφέα με τόσο πλατειά και βαθειά γνώση της ζωής και της ανθρώπινης ψυχής.
Ο συγγραφέας και εγώ είμαστε φίλοι από παιδιά. Η παρουσίαση γίνεται από εμένα όχι ως φίλο του συγγραφέα, αλλά ως φίλο και θαυμαστή του συγκεκριμένου βιβλίου, το οποίο  θέλω να το συστήσω σε όσους μπορώ για να το απολαύσουν και να το θαυμάσουν και αυτοί. Υποχρέωσα φυσικά τον εαυτό μου να δείξει  περισσή αντικειμενικότητα, αλλά όπως και να το κάνουμε αυτά που θα σας πω απόψε στηρίζονται σε όσα επί χρόνια αντιλαμβάνομαι και εισπράττω από την όλη προσωπικότητα αλλά και τα κείμενα του συγγραφέα.
Αν υποθέσετε ότι επιστράτευσα τις άριστες των δυνατοτήτων μου για να αποδώσω την αλήθεια για τον συγγραφέα και το έργο του, θα πέσετε έξω.
Αντιθέτως, ενήργησα με συνεχή αυτοέλεγχο και με προσοχή να μην υπερβάλω πουθενά παρόλο που θα έλεγα μόνον αλήθεια. Διότι κινδύνευα να κάνω αυτό που ο ίδιος ο συγγραφέας δεν θέλει ποτέ να γίνεται από πλευράς του. Δηλαδή πρόσεξα πάρα πολύ να μην επιτρέψω στον εαυτό μου υπέρμετρους επαίνους και εξυψώσεις της αξίας των κειμένων του συγγραφέα.
Πρόσεξα επίσης  να μην τολμήσω να υμνήσω έστω και στο ελάχιστο την προσωπικότητα του.

Μετά από ένα σύντομο βιογραφικό που ξεκινά έτσι
Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το1954 όπου έζησε μόλις 4 χρόνια και ορφάνεψε από πατέρα το 1961 στο Χελουάν ένα προάστιο του Καΐρου.. . . . . . .

Συνεχίζει:
Στον πρόλογο του εξηγεί πώς γεννήθηκε ένα βιβλίο ΜΕΤΑ και όχι ΠΡΙΝ από τα ψηφιακά του έργα.
 «Άκουσα,» γράφει, «λίγα παράπονα από φίλους συνομήλικους που δεν έχουν καθόλου καλές σχέσεις με την τεχνολογία και τους υπολογιστές. Μια κυρία ειδικά μου έλεγε πως εκτός από το διάβασμα μερακλώνεις ακόμα και με από την μυρουδιά του τυπωμένου χαρτιού.»
Και συνεχίζει «Οφείλω να ευχαριστήσω δεόντως εκείνους τους φίλους που με παρότρυναν να εκδώσω αυτό το έργο, αρχίζοντας από τον Αίαντα κλπ. κλπ.»
Στα χέρια μας λοιπόν αυτό το βιβλίο έφτασε ως χάρτινη ενσάρκωση ψηφιακών pixels από οθόνες ανοιγμένες στο blog του Πυθαγόρα.
Ας ευχαριστήσουμε κι εμείς με την σειρά μας τον Θεό που έκαμψε την εκ ταπεινοφροσύνης αντίσταση του συγγραφέα και δέχθηκε εν τέλει να «δέσει» σε βιβλίο μερικά από τα κείμενα του, που κυκλοφορούσαν τελείως ελεύθερα και ανεξάρτητα το ένα από το άλλο μέσα στον κυβερνοχώρο.

Η Βασική αγωνία του συγγραφέα
Όταν θα αρχίσετε με την σειρά σας κι εσείς που με ακούτε απόψε να διαβάζετε το βιβλίο αυτό, θα διαπιστώσετε πόσο ακατάπαυστη είναι η αγωνία του συγγραφέα μήπως ξεπηδήσει μέσα από τους σχοινοτενείς ειρμούς του κάποιος σχηματισμός γνώμης εκ μέρους των αναγνωστών του, ότι δεν είναι επαρκώς ταπεινόφρων. Εξ αιτίας αυτής της αγωνίας δεν διστάζει κάθε τόσο να τους διακόψει τους ειρμούς του, προκειμένου να ανοίξει μια ηθικής φύσεως παρένθεση ώστε να ξεκαθαρίσει τα κίνητρα του επί της συγκεκριμένης γραφής, και εν συνεχεία να κλείσει αυτήν την παρένθεση άνευ απολογίας που διέσπασε την προσοχή μας με κάτι που το ξέραμε ήδη για αυτόν. Αμέσως μετά, ξαναπιάνει το νήμα και μας οδηγεί μέχρι την έξοδο από το σπήλαιο της πραγματικότητας, την οποίαν σχολίαζε προ της διακοπής και μας είχε προσκαλέσει να συλλογιστούμε άλλοτε την ασχήμια της, άλλοτε τους κινδύνους της, άλλοτε την ομορφιά της και άλλοτε τις απολαύσεις της.

Επιλεκτική παράθεση μερικών από τα πολλά και σημαντικά κείμενα του βιβλίου
Είναι σχεδόν ακατόρθωτο μέσα στον σύντομο χρόνο που μου παρέχεται να αναπτύξω «νοήματα, συμπεράσματα, διδάγματα» από τα γραφόμενα του συγγραφέα.
Διότι είναι τόσα πολλά - μα και τόσο σημαντικά - που φοβάμαι μήπως κάτι παραλείψω και τον αδικήσω...
Θα επιλέξω όμως μερικά να σας παραθέσω, γιατί θεωρώ πως είναι κίνητρο  για να αποκτήσετε και εσείς αυτό το βιβλίο, του οποίου η ανάγνωση μας δίνει μάθηση, εξερεύνηση, προβληματισμούς και συμπεράσματα.

Η τεράστια σημασία του Πάζλ, του πρώτου του, κειμένου στο βιβλίο.
Στο πρώτο κείμενο του με τίτλο ΕΙΜΑΙ ΚΑΙ ΦΑΙΝΟΜΑΙ ΣΤΟ ΠΑΖΛ στην σελίδα 5, αιφνιδιάζει ως θεολόγος, αφού υποκρίνεται ότι μιλάει αλαζονικά χωρίς να έχει εξασφαλίσει την έγκριση μας να κάνει κάτι τέτοιο.
Δικαιολογείται όμως διότι τον συγχωρούμε στις αμέσως επόμενες γραμμές του. Ας πούμε ότι μπλοφάρισε στις πρώτες γραμμές, για να μας κάνει πολύ σοφότερους στις επόμενες.
Αρχίζει το κείμενο του προκλητικά
«Αυτός που είμαι, είμαι, και πρέπει να προσπαθώ να βελτιωθώ προς όφελος δικό μου. Όμως νομίζω πως είμαι το κάτι άλλο, είμαι σπουδαιότερος από ό,τι μου αναγνωρίζουν οι άλλοι.»
Στην συνέχεια ανατρέπει την ΠΡΟΚΛΗΣΗ με ΥΠΟΚΛΙΣΗ ενώπιον όλης της κοινωνίας.
 «Μου διαφεύγει μια λεπτομέρεια. Η κοινωνία είναι ένα πάζλ, και εγώ ένα κομματάκι αυτής της κοινωνίας που η θέση του είναι καθορισμένη μέσα στο σύνολο, ακόμα και γωνία να είμαι συνολικά υπάρχουν τέσσερις.»
Δεν είχα διαβάσει ακόμα την νουβέλα του Η ΗΡΩ ΚΑΙ Ο ΒΑΣΙΛΗΣ που εκτίθεται στις σελίδες 104 – 146 του βιβλίου του, την στιγμή που υπέστην τον αιφνιδιασμό από την μπλόφα του ΠΑΖΛ.
Εκ των υστέρων συνέλαβα ότι ο συγγραφέας  ειδοποιούσε τους αναγνώστες του από το ΠΡΩΤΟ του κείμενο, το ΠΑΖΛ, ότι το ΥΣΤΕΡΟ και σημαντικότατο κείμενο του, η νουβέλα του για την Ηρώ και τον Βασίλη, έδειχνε ακριβώς αυτό.
Δηλαδή το κάθε πρόσωπο της νουβέλας να χάνει κάποια στιγμή την ισορροπία της ζωής του, ακριβώς επειδή αργά ή γρήγορα του διέφευγε η  λεπτομέρεια του ΠΑΖΛ.
Ότι ήταν και αυτός ή αυτή, ως πρόσωπο, ένα κομματάκι αυτής της κοινωνίας, που η θέση του είναι καθορισμένη μέσα στο σύνολο.

Το Πάζλ της Ελληνικής Παροικίας
Θα αναφερθώ μόνον σε ένα από τα πρόσωπα της νουβέλας, τον Κυριάκο Μπαλωμένο (σελ. 104) προύχοντα της Ελληνικής Παροικίας που άλλαξε το ριζικό του ορφανού Βασίλη στην αρχή της νουβέλας.
 Προς το τέλος της νουβέλας (σελ. 136) διαβάζουμε:
«ο Μπαλωμένος γύρισε προς τον Βασίλη και άρχισε να του εξιστορεί τα διατρέξαντα. Μετά την φυγή της κόρης του Ηρώς δεν είχε πρόσωπο να κυκλοφορεί στην κοινωνία και αποφάσισε να έρθει στην Ελλάδα με δύο στόχους, ο ένας να μπορέσει ευκολότερα το κορίτσι του να επιστρέψει στο σπίτι του και ο δεύτερος, να τακτοποιηθεί ο γιός του ο Άρης, που δεν ήταν ιδιαίτερα ευφυής και τσακωνότανε συνέχεια με τον άλλο γιό του τον Αλέξανδρο».
Τότε μόνον αντιλαμβανόμαστε γιατί προέταξε το ΠΑΖΛ ο συγγραφέας.
Μολονότι αποδεικνύει ως Πυθαγόρας, προετοιμάζει ως Ευκλείδης την ισχύ της αποδείξεως του.
Πρώτα διετύπωσε ένα αξίωμα:
«Η κοινωνία είναι ένα πάζλ, και ο καθένας μας ένα κομματάκι αυτής της κοινωνίας που η θέση του είναι καθορισμένη μέσα στο σύνολο, ακόμα και γωνία να είναι συνολικά υπάρχουν τέσσερις.»
Μετά, στην νουβέλα του, έλυσε μια άσκηση – ας την ονομάσουμε – για κάθε πρόσωπο χρησιμοποιώντας την ιστορία του ως παράδειγμα, προκειμένου να γίνει κατανοητό το αξίωμα του.
Έδειξε π.χ. το γιατί ο πολύς Κυριάκος Μπαλωμένος έχασε και τον δικό του εαυτό του, όταν έφυγε από την θέση του προύχοντα που του αναλογούσε στο πάζλ της κοινωνίας της Ελληνικής Παροικίας, ντρεπόμενος να είναι μέλος της μετά την φυγή της κόρης του από το δική της θέση στο πάζλ της ίδιας αυτής κοινωνίας.
Υπέθεσε ο Μπαλωμένος ότι προύχοντας ων στο ένα πάζλ, αυτό της Ελληνικής Παροικίας, θα κατελάμβανε αυτομάτως κάποια ανάλογη θέση και στο πάζλ της κοινωνίας της Ελλάδας. Πόσο είχε πλανηθεί...
Αλλά και να μην είχε λαθέψει σε αυτήν του την ιδέα, είχε λαθέψει πολύ στον άλλο συλλογισμό και στόχο του για την Ηρώ.
Η κόρη του ήταν κάτι σημαντικό για την κοινωνία της Παροικίας, όσο ήταν κόρη του προύχοντα.
Όταν ήρθε στην Ελλάδα και έγινε ένα από τα πολλά μοντέλα που χρησιμοποιούσαν οι διαφημιστές, μεταμορφώθηκε σε κάτι ασήμαντο και αναλώσιμο για την κοινωνία της Ελλάδας.
Προσερχόμενος εν συνεχεία και ο ίδιος ο Μπαλωμένος στην κοινωνία αυτή της Ελλάδας και αυτο-υποβιββαζόμενος στο νέο αυτό πάζλ, τι ελπίδες είχε να αλλάξει την μοίρα της κόρης του, αφού εκείνη είχε εκμηδενίσει το όνομα της και αφού το δικό του όνομα ήταν άγνωστο στην κοινωνία της Ελλάδας;
Σκέπτομαι ότι και εγώ και πολλοί από εσάς στο ακροατήριο, έχουν προσωπικά βιώματα σαν αυτά του ήρωα της νουβέλας Κυριάκου Μπαλωμένου.
Σκέπτομαι ακόμα ότι κατά την δική σας προσωπική ανάγνωση της νουβέλας Η ΗΡΩ ΚΑΙ Ο ΒΑΣΙΛΗΣ, θα επισημάνετε ζητήματα μεγάλης σημασίας για εσάς τους ίδιους και καλό είναι να μην επεκταθώ άλλο εγώ εδώ στην παρουσίαση μου επ’ αυτής.

Ποιητική παραίνεση του συγγραφέα να ξεφορτωθούμε τον εγωισμό μας.
Το αμέσως επόμενο – δεύτερο – κείμενο του με τίτλο ΤΑΠΕΙΝΟΙ ΚΑΙ ΠΕΡΗΦΑΝΟΙ στην σελίδα 5 αντί του αιφνιδιασμού χρησιμοποιεί υπόδειξη συγκρίσεων για να αναφερθεί και πάλι στο θέμα της αλαζονείας.
Εδώ η ποίηση αναγομώνει τα πυρά της λογικής του προηγουμένου κειμένου και ο θαυμασμός που αισθανόμαστε για την εικόνα της φύσης και της ζωής που μας φιλοτεχνεί με 155 τέλεια διαλεγμένες λέξεις από όλες της γειτονιές της ελληνικής γλώσσας, μας εκβιάζει τρόπον τινά να εγκαταλείψουμε άπαξ δια παντός τον δικό μας εγωισμό στην μέση του δρόμου που έχουμε διανύσει έως τώρα και να συνεχίσουμε όλη την υπόλοιπη πορεία μας χωρίς αυτόν...

Απόπειρα ερμηνείας της συμβουλής «Φύλαξε το παραμικρόν»
Συνεχίζω με το τρίτο κείμενο με τίτλο ΤΟ ΠΑΡΑΜΙΚΡΟΝ στην σελίδα 6.
Δεν αισθάνομαι καμία βεβαιότητα ότι έχω συλλάβει το νόημα της απαντήσεως του ετοιμοθάνατου Γέροντα «φύλαξε το παραμικρόν».
Χάρις στις ικανότητες του συγγραφέα όμως να κάνει τα πολύ δύσκολα σχεδόν εύκολα, η κατάληξη του κειμένου μίλησε μέσα στην ψυχή μου:
Και ο θεολόγος συνέχισε. «Δεν μπορείς να φτάσεις στην Θέωση με τον εγωισμό σου», ΧΑΡΗ στην δίνει ο Θεός όταν Εκείνος κρίνει και όταν φτάσεις φύλαξε το παραμικρόν μην τυχόν και φθάσεις στην ύβρη και στην οίηση και σε καταλάβει ο διάβολος».
Ξεφόρτωσε ξανά τα πράγματα και συνέχισε μέσα στο κελί του να φυλάει το παραμικρόν.
Ας αποτολμήσω να ερμηνεύσω τώρα την έννοια αυτή.
Φυλάω το παραμικρόν σημαίνει προσέχω το παραμικρό και φυλάγομαι από το παραμικρό, μην τυχόν σταθεί η αιτία υιοθέτησης αλαζονικής συμπεριφοράς από εμένα.

Επικαιρότητα εσωτερικότητα αμεσότητα
Στο σημείο αυτό, θα ήταν απόλυτα δικαιολογημένος ένας από εσάς – ή και όλοι μαζί – να διαμαρτυρηθείτε, επειδή αναλύω σε υπερθετικό βαθμό έννοιες ενός βιβλίου που δεν γράφτηκε για να διδάξει είτε θεολογία είτε φιλοσοφία, αλλά για να συγκεντρώσει απλώς κείμενα γραμμένα σε ένα blog μέσα στον κυβερνοχώρο.
Σίγουρα ο όρος blog παραπέμπει στην έννοια της ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΟΣ. Τι άλλο κάνουν οι συμμετέχοντες στα social networks του Διαδικτύου από το να μοιράζονται τις καθημερινές επικαιρότητες τους;
Σχεδόν απαγορεύεται να γράψει κανείς σε ένα blog σήμερα κάτι που να αφορά θέμα που ήταν επίκαιρο προ ενός ας πούμε μηνός.
Αν τυχόν το κάνει, αποσυντονίζει τον βηματισμό της στρατιάς των χρηστών του Internet, οι οποίοι βαδίζουν προς το αύριο καθισμένοι μπροστά στην οθόνη τους και εξαντλώντας κάθε προσφερόμενο ίχνος πληροφορίας για το σήμερα.
Θέλω λοιπόν να σας απαντήσω με ένα παιχνίδι λέξεων και ορολογίας:
Ναι, αλήθεια είναι ότι τα blogs έχουν σκοπό και πρόθεση να ενημερώσουν τον εσωτερικό μας κόσμο πώς αντιμετωπίζουν οι υπόλοιποι που ζουν στον εξωτερικό μας κόσμο κάποια δεδομένα της πραγματικότητας.
Επιγραμματικά, παραδέχομαι ότι τα blogs ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΥΟΥΝ την ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ.
Έχω όμως να σημειώσω ότι αυτό δεν ισχύει καθόλου από ό,τι διαπίστωσα διαβάζοντας το βιβλίο του συγγραφέα, για το blog στο οποίο παρουσιάζει τα κείμενα του. Ισχύει το αντίστροφο.
Τα κείμενα του συγγραφέα ΕΠΙΚΑΙΡΟΠΟΙΟΥΝ την ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ του αναγνώστου του.
Τα κείμενα του συγγραφέα έχουν την τεράστια αρετή της ΑΜΕΣΟΤΗΤΑΣ.
Αζημίως τον προσκαλούν τον αναγνώστη σε ένα ΑΜΕΣΟ, σύντομο, καθόλου κουραστικό ή απαιτητικό,  ταξίδι σκέψης ή και αναπόλησης παλιότερων ιδεών του για εσωτερικά του θέματα και διλήμματα, και τον παρασύρουν να διαβάσει ως ΕΠΙΚΑΙΡΟ κάτι που ίσως έχει αφήσει στην άκρη και δεν έχει ξανασχοληθεί επί πολλά χρόνια ή και δεκαετίες.
Έχει το χάρισμα και την «ευρεσιτεχνία» να αρχίζει εκεί που ενδιαφερόμαστε να βρισκόμαστε και να προχωράει προς τα εκεί που είχαμε κάποτε αποφασίσει να μην ξαναπλησιάσουμε, επειδή κάποτε είχαμε αισθανθεί άβολα και μας φαινόταν ανεπίτρεπτη πολυτέλεια να προβληματιζόμαστε για τα μεγάλα ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης χωρίς να έχουμε εξασφαλίσει τα εφόδια για την αντιμετώπιση των ούτως ή άλλως μικρών καθημερινών αναγκών μας διαβίωσης και συνέχισης της επαγγελματικής μας πορείας και της κοινωνικής μας εξέλιξης.
Αν κρατήσετε στον νου σας αυτή την διαπίστωση, θα βρείτε και εσείς διαβάζοντας το βιβλίο πλήθος «πατέντες» του συγγραφέα – για να δανεισθώ τον αγαπημένο όρο του ήρωα Βασίλη της νουβέλας του – με τις οποίες καταφέρνει να μας περιστρέφει περί τον εαυτό μας και χωρίς να το καταλάβουμε, να κοιτάμε με πολύ περιέργεια προς το εσωτερικό μας γίγνεσθαι ενώ λίγο πριν η περιέργεια μας εξαντλείτο στο τι συμβαίνει στον κόσμο γύρω μας και πόσο μας αφορά.

Όνειρα
Το πιο αριστοτεχνικό σε στρατηγική αλλαγής σημείων αναφοράς είναι το κείμενο του ΟΝΕΙΡΑ, στην σελίδα 55.
Ξέρει πως η λέξη ΟΝΕΙΡΟ μιλάει στην ψυχή μικρών και μεγάλων.
Αρχίζει ένα εγκυκλοπαιδικό οδοιπορικό στις διαστάσεις και ερμηνείες που έχουν δοθεί στον μηχανισμό του ονείρου για τον άνθρωπο, αλλά τις αντιπαραβάλει έτσι ώστε να ακυρωθούν οι εξ αυτών επικίνδυνες για τον υποκύπτοντα στην τάση να ονειρεύεται.
Ξαφνικά διατυπώνει την θέση:
Είναι λάθος η έκφραση «κάνω όνειρα». Αυτή επιβλήθηκε από τους ισχυρούς στους αδύναμους.
Προς στιγμήν μας αιφνιδιάζει. Η κοινώς επικρατούσα άποψη ισχυρίζεται το αντίθετο. Ότι οι ισχυροί κάνουν το παν για να μην κάνουν όνειρα οι αδύναμοι και να αρκούνται σε ό,τι τους προσφέρει η αγορά εργασίας π.χ.
Ευτυχώς ξεκαθαρίζει αμέσως μετά τι εννοεί:
«Καταστρώνω σχέδια για το μέλλον, ευελπιστώ να καλυτερεύσω την ζωή μου, να αναρριχηθώ οικονομικά και να καταξιωθώ κοινωνικά. Αυτοί οι στόχοι είναι θεμιτοί, και κάθε νέος άνθρωπος θα πρέπει να επιδιώξει την επιτυχία.
Οι μεγάλοι και οι δυνατοί με μια κουβέντα σου λένε πως κυνηγάς το όνειρο, και το όνειρο είναι πάντα άπιαστο.
Έτσι σου σπάνε το ηθικό, αφού σε έχουν χτυπήσει στο υποσυνείδητο, κάνοντας σε ευάλωτο.»
Ησυχάζουμε ότι τελικώς έχει δίκιο έτσι που το εννοούσε και συνεχίζουμε την ανάγνωση.
Δυστυχώς καταλήγει σε κάτι τόσο ωμό, που ενώ ξέρουμε ότι είναι αληθινό, ευχόμαστε να μην το είχαμε ακούσει από τον συγγραφέα αυτόν που σε άλλα του κείμενα αγωνίζεται να ομορφύνει την ασχήμια που έχουμε όλοι μας κληρονομήσει σε αυτήν την κοινωνία που ζούμε, προκειμένου να μας πείσει ευγενικά και χωρίς να μας προσβάλει να την ξεφορτωθούμε με δική μας απόφαση.
«Εκείνος ο άνθρωπος που ζει με όνειρα, ζει εκτός πραγματικότητας, είναι ονειροπόλος. Έτσι εξηγείται γιατί η πλειοψηφία των καλλιτεχνών που ζουν με όνειρα και ιδανικά, τελικά πεθαίνουν στην ψάθα.»

Εάν και εφ’όσον
Το πιο σκληρό του κείμενο σε πολιτικό-κοινωνική κριτική είναι το ΕΑΝ ΚΑΙ ΕΦΟΣΟΝ, στην σελίδα 61.

Παίρνει αφορμή από την ταινία του 1971 ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ, την οποία είδε πρόσφατα.
Τρεις κινήσεις κάνει στην σκακιέρα της αφήγησης και στο τέλος ο διαχρονικός Έλληνας πολιτικός βγαίνει ματ, με την πάγια ροπή του να χρησιμοποιεί το ΕΑΝ και το ΕΦΟΣΟΝ.
Κίνηση πρώτη. Παρατήρηση της συμπεριφοράς του Υψηλάντη, ο οποίος χρησιμοποιείς αυτό ακριβώς το ΕΑΝ και ΕΦΟΣΟΝ. Κίνηση δεύτερη, οργή του Παπαφλέσσα για αυτά τα ΕΑΝ και ΕΦΟΣΟΝ του Υψηλάντη. Κίνηση τρίτη, υιοθέτηση του ΕΑΝ και ΕΦΟΣΟΝ από τον ίδιον τον Παπαφλέσσα, όταν πια έχει να λάβει αποφάσεις ο ίδιος.

Ο συμβιβαστής
Διάλεξα για τελευταίο κείμενο του να σχολιάσω το Ο ΣΥΜΒΙΒΑΣΤΗΣ – ΔΥΟ ΚΟΥΤΕΣ ΤΣΙΓΑΡΑ στην σελίδα 73.
Εδώ, αν και δεν το επιδιώκει κατ’ ουδένα τρόπο ο συγγραφέας, αποκαλύπτεται η έκταση της «τεχνογνωσίας» του για τα της οικονομικής ζωής.
Και αυτό μοιραίως μας καθιστά πολύ προσεκτικότερους, όταν διερωτώμεθα μήπως διαβάζουμε έναν συγγραφέα ο οποίος καλώς ή κακώς δεν γνωρίζει την ζωή, αφού π.χ. μας καλεί να παραιτηθούμε εμείς από τον δικό μας εγωισμό ενώ τον διατηρούν όλοι οι υπόλοιποι, κλπ. κλπ.
Την γνωρίζει την ζωή άριστα ο συγγραφέας. Ξέρει τους μηχανισμούς της. Ξέρει να  ερμηνεύσει γιατί αποτυγχάνει το Α ενώ επιτυγχάνει το Β. Ξέρει γιατί διεξάγεται με τον τρόπο που διεξάγεται, και όχι πολύ καλύτερα. Ξέρει πόσοι και ποιοί, αναγκάζουν όλους τους υπόλοιπους να ζουν την ζωή που ζουν, εν ονόματι της επιβίωσης ή εν ονόματι εκπλήρωσης ονείρων.
Αλλά ξεκαθαρίζει πολλές φορές μέσα στα κείμενα του βιβλίου του ότι η διαδικασία «κοινωνικό-οικονομική ζωή», την οποία όλοι μας βιώνουμε καθημερινά, δεν έχει την δύναμη ή το δικαίωμα (εν ονόματι της επιβίωσης μας ή της εκπλήρωσης των ονείρων μας) να διακόψει ή να ακυρώσει την διαδικασία «μίμησης της θέωσης, έστω και σε κοσμοπολίτικη διάσταση».
Προσωπικώς πιστεύω ότι το γενικότερο μήνυμα του συγγραφέα, σε όλο του το βιβλίο, είναι το ακόλουθο:
Εγώ ο συγγραφέας, καλώς ή κακώς παράτησα τα πάντα και κατέφυγα εκεί που κατέφυγα και ζω όπως ζω, είτε το εγκρίνεις εσύ που διαβάζεις το βιβλίο μου είτε όχι.
Εσύ όμως αναγνώστη, που δεν παρατάς τίποτε.
Εσύ που δεν καταφεύγεις σε τίποτε άλλο, παρά στο να ξαναξυπνάς κάθε μέρα σκεπτόμενος πώς να παλέψεις σήμερα νικηφόρα στον στίβο της οικονομίας και πώς να βρεθείς αύριο σε καλύτερη κοινωνική κερκίδα.
Εσύ λοιπόν, που «διατηρείς το παραμικρόν» που έχεις καταφέρει να αποθησαυρίσεις, αντί να «φυλάσσεις το παραμικρόν» με την έννοια που προ-περιγράψαμε, δεν απαλλάσσεσαι του έργου τουλάχιστον κάποιας «μίμησης της θέωσης» μέσα στα κοσμοπολίτικα βεβαίως πλαίσια που θεωρούνται αυτονόητα για τους πολλούς.
Έτσι πιστεύω ότι θέλει και εύχεται ο συγγραφέας να σκεφτούμε  όλοι εμείς οι πολλοί, οι οποίοι ούτε διαβάσαμε βιβλία σαν το «Μια βραδιά στην έρημο του Όρους», ούτε τα παρατήσαμε όλα κάποια στιγμή για να ζήσουμε καθαρά πνευματική ζωή, αλλά εν πάση περιπτώσει τόφερε τώρα ο χρόνος να έχουμε μπροστά μας ένα άλλο βιβλίο να διαβάσουμε με τίτλο ΑΠΟ ΤΟ BLOG ΤΟΥ ΠΥΘΑΓΟΡΑ, το οποίο αφορά η αποψινή παρουσίαση.

Επίλογος
Έχοντας πλήρη επίγνωση ότι η ευκαιρία που συμπτωματικά μου παρουσιάστηκε να παρουσιάσω ένα βιβλίο που έχει γράψει ένας φίλος του συζύγου μου, θυμίζει την πασίγνωστη ρήση του Άντυ Γουώρχολ «όλοι οι άνθρωποι δικαιούνται στην ζωή τους 15 λεπτά δημοσιότητας», αποφάσισα να σας παρουσιάσω σήμερα ουκ ολίγα παραδείγματα της τέχνης του λόγου, της τεχνικής της υπόδειξης και της στρατηγικής της μετάλλαξης πεποιθήσεων που χαρακτηρίζουν τον συγγραφέα.
Το έκανα αυτό, φοβούμενος ότι είναι αρκετά πιθανόν αρκετοί από εσάς να προμηθευτείτε το βιβλίο για τους δικούς σας λόγους, αλλά από την στιγμή που θα το αφήσετε σε ένα ράφι της βιβλιοθήκης σας να μην το ξαναπάρετε στα χέρια σας και να μην το διαβάσετε ποτέ.
Μετέφερα όλα αυτά τα παραδείγματα από το βιβλίο, για να σιγουρέψω ότι θα το ανοίξετε και ότι θα το διαβάσετε με πραγματικό ενδιαφέρον, αναζητώντας μέσα σε αυτό αλήθειες που θα έχουν ζωτική σημασία για τον καθένα σας.
Κάλυψα όλον τον χρόνο της παρουσίασης μου με εξαιρετικώς ενδιαφέροντα κείμενα από το βιβλίο, γνωρίζοντας ότι, αν περιοριζόμουν σε γενικότητες, θα σας οδηγούσα ταχύτατα σε πλήξη, σε αδιαφορία, και σε αναμονή να τελειώνω με την παρουσίαση αυτή.
Ξέρετε, θα ήταν πολύ άδικο να υποθέσει οποιοσδήποτε από τους αποψινούς παρισταμένους ότι το βιβλίο ΑΠΟ ΤΟ BLOG ΤΟΥ ΠΥΘΑΓΟΡΑ είναι ΚΑΠΟΙΟ βιβλίο που ΚΑΠΟΙΟΣ έγραψε και για ΚΑΠΟΙΟ λόγο του γίνεται ΚΑΠΟΙΑ ΚΑΠΩΣ επίσημη παρουσίαση.
Τα εντελώς αντίθετα είναι αυτά που αληθεύουν για την συγκεκριμένη περίπτωση.
Ο κάποιος που έγραψε το βιβλίο ξέρει και την ζωή και εσάς που την ζείτε και πώς την σκέπτεστε όταν την ζείτε.
Οι κάποιοι του Αγίου Όρους, στους οποίους κατέφυγε και οι οποίοι είχαν την γνώση να τον φέρουν στην θέση που είναι τώρα να σας μεταλλάσσει τις πεποιθήσεις σας με τα κείμενα του, χωρίς να σας ενοχλεί με τον τρόπο που χρησιμοποιεί τον λόγο, όπως και να το κάνουμε είναι αρκετά σημαντικότεροι σε σοφία ανθρώπινη και θεολογική από τους συνήθεις κάποιους, που π.χ. ακούμε στην τηλεόραση να λογομαχούν για τα θέματα που μας ταλανίζουν όλους.
Όταν ξεκίνησα να ερευνώ το βιβλίο για να ετοιμάσω το κείμενο της παρουσίασης, δεν γνώριζα τι βιβλίο είχε πέσει στα χέρια μου.
Τώρα που το ξέρω, λέω σε όλους σας με σιγουριά, ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΕΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ.
Σας αφορά όλους, όσον κι αν διαφέρετε και από εμένα που το παρουσίασα και μεταξύ σας.

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

Το ταξίδι

Η σημερινή ανάρτηση είναι η τελευταία πριν το ταξίδι που θα κάνω στην Αθήνα για να παραβρεθώ στην παρουσίαση του βιβλίου «από το Blog του Πυθαγόρα». Επισυνάπτω  την πρόσκληση για όσους θέλουν να μου δώσουν χαρά παραβρισκόμενοι.


Επίσης τις λίγες ημέρες που θα είμαι στην πρωτεύουσα θα ήθελα να ανταμώσω με όσους περισσότερους φίλους γίνεται από τα χρόνια τα παλιά. Γνωρίζετε όλοι τον αριθμό του τηλεφώνου και εγώ θα περιμένω.       


Εξετάσεις


Διανύομε αυτήν την εποχή την λεγόμενη «περίοδο των Πανελληνίων» που σημαίνει πως οι μαθητές που τελειώνουν το λύκειο διαγωνίζονται προκειμένου να συνεχίσουν τις σπουδές στα τριτοβάθμια εκπαιδευτικά ιδρύματα. Κάποιους δεν τους ενδιαφέρει καθόλου το θέμα και αγανακτούν όταν το ραδιόφωνο ή τηλεόραση ασχολούνται με αυτά, ενώ κάποιοι άλλοι κρέμονται στην κυριολεξία από το ΜΜΕ, αυτοί είναι οι γονείς των εξεταζομένων, ελπίζω και εύχομαι όχι το σύνολο, σίγουρα όμως ένα μεγάλο ποσοστό. Διερωτώμαι, το κάνουν καλά; Και απαντώ με σιγουριά και μονολεκτικά «-ΟΧΙ».
Το παιδί που βρίσκεται σε αυτήν την ηλικία των δεκαοκτώ χρόνων περνά την φάση της ενηλικίωσης. Προσπαθεί να σταθεί στα πόδια του και να βάλει τον θεμέλιο λίθο όλης της υπόλοιπης ζωής του, αγανακτεί και αντιδρά στις προτροπές του γονιού του να διαβάσει, έχει συνειδητοποιήσει πλέον τις δυνατότητες του και γνωρίζει ασφαλώς μέχρι που μπορεί να στηριχτεί στις δυνάμεις του. Αν και αδύναμη ακόμα η προσωπικότητα του έχει αναπτυχθεί γι αυτό και η πολιτεία τον αποκαλεί «ακαδημαϊκό πολίτη» έχει δικαίωμα ψήφου και δεν χρειάζεται κηδεμόνα, είναι πλέον ενήλικο άτομο με δικαιώματα και υποχρεώσεις προς το σύνολο γενικά και στην οικογένεια ειδικά.
Ο κάθε άνθρωπος είναι μια ξεχωριστή και ανεπανάληπτη προσωπικότητα, με τις δικές της αντιδράσεις με την δική της λογική και προπάντων με την δικής προοπτική. Οι πανελλήνιες είναι ο πρώτος μεγάλος αγώνας της ζωής, για να φτάσει μέχρι εδώ χρειάστηκαν δώδεκα χρόνια στα θρανία, είναι πολλά παιδιά που εγκατέλειψαν νωρίτερα, αρκούμενα στην υποχρεωτική εκπαίδευση, όσα όμως συνέχισαν στο λύκειο το έκαναν από επιλογή και συνειδητά. Ένας μεγάλος αριθμός παιδιών πάει στο λύκειο επειδή το πιέζουν οι γονείς του, οι οποίοι ξοδεύονται και το στέλνουν και στα φροντιστήρια προκειμένου να το εφοδιάσουν με χαρτιά και διπλώματα, αδιαφορώντας για τις δυνατότητες του και τα ενδιαφέροντα του, με την λογική πως παιδί είναι ανώριμο και απαιτούν από παιδί να έχει  πρόοδο, αυτοί ματαιοπονούν.
Το παιδί στην εφηβεία θέλει συζήτηση, έχει γνώμη και άποψη εμφανίζονται οι δεξιότητες του που χρειάζεται κάποιος να τις αντιληφθεί και το κατευθύνει βοηθώντας και όχι δυναστεύοντας. Εδώ ακριβώς φαίνεται κα ο εγωισμός του γονιού με την γνωστή έκφραση «το δικό μου παιδί». Προσπαθεί ο γονιός το παιδί του να γίνει ότι δεν μπόρεσε αυτός και αντί να το ενθαρρύνει το πιέζει και το ενισχύει οικονομικά αδιαφορώντας για το πώς αισθάνεται το παιδί.
Έχει περάσει μια χρονιά (αναφέρομαι για την Τρίτη λυκείου), με συνεχή γκρίνια διάβασε-διάβασε που τις παραμονές των εξετάσεων εντείνεται, δεν μπορεί να καταλάβει ο γονιός πως ότι έμαθε το παιδί το έμαθε κατά την διάρκεια των μαθημάτων και το παιδί χρειάζεται ανάσα, αυτός είναι και ο λόγος που γίνονται και οι εκπαιδευτικές εκδρομές, που σήμερα μόνο εκπαιδευτικές δεν είναι. Αγωνιά το παιδί για τα αποτελέσματα, επειδή έχει δηλώσει προτίμηση, όχι εκεί που του ταιριάζει αλλά όπου η βαθμοθηρία του επιτρέπει. Την αγωνία του αυτή τη μοιράζεται με τους συνομήλικους του, με τους οποίους μπορεί να συνεννοηθεί και να πάρει όσες δυνάμεις χρειάζεται, ενημερώνει τον γονιό του γι  αυτή την αγωνία και αντί να βρει την σιγουριά που αποζητά, σαν σε κάτοπτρο πολλαπλασιάζεται η αγωνία κυρίως από τις μανάδες κα το παιδί τρελαίνεται. Ξενυχτά διαβάζοντας και ξενυχτά και η μάνα να του πάει καφέ η πορτοκαλάδα, αγνοεί πως έτσι του επιδεινώνει την αγωνία και το άγχος. Είναι ο αγώνας του, είναι η ζωή του, άστο το παιδί να παλέψει.
Θυμάμαι μια περίπτωση που έλεγε η μάνα «-ξενυχτίσαμε, κουραστήκαμε, διαβάσαμε, κόπηκε», δηλαδή, ενώ η προσπάθεια ήταν κοινή η αποτυχία ήταν μόνο του παιδιού. Σε μια άλλη περίπτωση ρώτησα ένα παλικαράκι που δεν ήταν αρκούντος μελετηρό, ήθελε να γίνει τραβακάς (κεραμιδάς),  τον πίεζε ο πατέρας του να πάει στο λύκειο να πάει μετά στο πολυτεχνείο. «-τι θα γίνεις τελικά;» και η απάντηση «-βάρος στην κοινωνία, ο πατέρας μου πληρώνει».
Γονείς και κυρίως Μανάδες μην είστε υπερπροστατευτικοί, άστε τα παιδιά να ανασάνουν, για να γυρίσουν στην ενδεχομένη αποτυχία τους χωρίς να ντρέπονται.              
      

Σάββατο 14 Μαΐου 2011

Η ράτσα μας ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΛΑΝΙΑ


Η ράτσα μας
Πριν από πολύ καιρό σε γενόμενη συζήτηση κάποιος από την ομήγυρη μίλησε για την Ελληνική ράτσα, το διέκοψα κάνοντας και τον θυμωμένο λέγοντας πως ράτσες έχουν τα ζώα μόνο και σήμερα αυθόρμητα γράφω εγώ για την ράτσα του Ρωμιού. Ούτε εκείνος τότε ούτε εγώ σήμερα το θέσαμε υποτιμητικά, αλλά είναι ένας τρόπος έκφρασης.
Η ράτσα μας λοιπόν έχει τρόπους που όπως είχε πει μια φορά ο Σαρτζετάκης μας κάνει «ανάδελφο γένος». Και πράγματι ποιος άλλος λαός διασκεδάζει με στις δυσκολίες του ή τραγουδά τα βάσανα του όπως οι Ρωμιοί; Αφορμή για την σημερινή ανάρτηση μου έδωσε ένα γλεντάκι που στήθηκε εκ του μηδενός. Βρέθηκα σε κάποιο σπίτι για καφέ το πρωί και με την αναγγελία επικειμένου ταξιδιού, (όχι το δικό μου, αυτό αργεί λίγες ημέρες ακόμα), ενός φίλου ναυτικού τα φλιτζάνια αντικαταστάθηκαν από τα ποτήρια, πήρε φωτιά το τηγάνι και από την γειτονιά έφθασαν  το λαγούτο και το μαντολίνο και παραχρήμα άρχισε το τραγούδι. Αυτές οι αυθόρμητες καταστάσεις είναι συνηθισμένες σε πολλά μέρη της Ελλάδας, αλλά ιδιαίτερα στα νησιά και ασφαλώς στην λεβεντογένα. Ακόμα μπορεί να τις ζήσει κανείς στις συνοικίες του Πειραιά και ιδιαίτερα στην ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη στο Πέραμα, ίσως όχι με όργανα αλλά με τα κασετόφωνα, αλλά αυτό δεν διαφέρει σε τίποτα, αντίθετα φανερώνει την ομοιογένεια της Ράτσας μας. Έφτασε η ώρα για μεσημεριανό και δεν έφυγα, μετά το φαγητό ευχήθηκα καλά ταξίδια στο φίλο μας και στο αυτοκίνητο γυρνώντας στο κατάλυμα μου, θυμήθηκα το τραγούδι του Τσιτσάνη. «είμαστε αλάνια, ξακουστά παιδιά μέσα στην πιάτσα, και δεν την τρομάζουν, οι φουρτούνες την δική μας ράτσα» το έκανα τίτλο και μαζί με τις φωτογραφίες το παραδίνω να γλεντήσουν μαζί μας όλοι οι αναγνώστες του Πυθαγόρα. 







Παρασκευή 13 Μαΐου 2011

Εποικισμού διευκρινήσεις


Ο πόλεμος είναι η γενεσιουργός αιτία πολλών δινών, ένα εξ αυτών είναι και μετατόπιση πληθυσμών, αυτό είναι το σημερινό θέμα ως συνέχεια του χθεσινού.
Υπάρχουν διάφοροι λόγοι για τους οποίους υποχρεώνεται κάποιοι να εγκαταλείψουν  τα πατρογονικά τους εδάφη και προσπαθώ σήμερα να τους κατηγοριοποιήσω.
Ο μετανάστης, είναι εκείνος που φεύγει από την πατρίδα του, επειδή δεν μπορεί να ζήσει κυρίως για οικονομικούς λόγους, όπου πάει γίνεται δεκτός με καχυποψία και προσπαθεί να κερδίσει την συμπάθεια και την ανοχή των ανθρώπων της νέας του πατρίδας, δεν ξεχνά ποτέ τον τόπο καταγωγής του και σχεδόν πάντα είναι εργατικός και τίμιος πάνω απ τον μέσο όρο. Είναι χαρούμενος όταν έχει εξασφαλίσει τον επιούσιο και μια κοινωνική καταξίωση στο μέτρο που του αναλογεί και ευτυχισμένος όταν αφομοιωθεί από το νέο του περιβάλλον.
Ο πρόσφυγας είναι εκείνος που ακούσια φεύγει από την πατρογονικά του και βρίσκεται σε τόπο που δεν διάλεξε. Είναι πάντα σε ομάδες που δύσκολα γίνονται αποδεκτές από τους ντόπιους, αν δεν τους πολεμάνε κι όλας. Κατά κανόνα είναι νοικοκύρης και προκομμένος αν και λιγάκι επιφυλακτικός. Η πίκρα στο πρόσωπο του είναι αποτυπωμένη ανεξίτηλα και το παράπονο δεν ξεπερνά τα χείλη του. Νοσταλγεί και ωραιοποιεί κάθε στιγμή που πέρασε στον τόπο του, και ελπίζει κάποτε να επιστρέψει αλλά δεν το πιστεύει. (Αν δεν υπήρχε πόλεμος δεν θα υπήρχαν πρόσφυγες)
Ο επενδυτής, αυτός είναι εκείνος που διαθέτει χρήματα και νομίζει πως μπορεί με αυτά να εξαγοράζει τα πάντα, είναι ζημιά για τους ντόπιους που ξεπουλάνε σιγά-σιγά την ελευθερία τους χωρίς να το καταλάβουν και γίνονται εξαρτημένα από αυτόν άτομα, στην ουσία είναι ένας δυνάστης κατακτητής στον οποίον παραδίνονται οικιοθελώς.
Ο έποικος, (λαθρομετανάστης) είναι εκείνος που έρχεται στον ξένο τόπο προσχεδιασμένα για να τον κατακτήσει, να μεταφέρει τις δικές του συνήθειες, τα δικά του ήθη και έθιμα, την δική του θρησκεία. Αυτός δεν είναι ταπεινός σε καμία περίπτωση, αντίθετα είναι αυθάδης και απαιτητικός. Δεν αποδέχεται πως είναι ξένος, εκτός και τον βολεύει. Οι παράνομες πράξεις γι αυτόν είναι δείγμα ικανότητας και παλικαριάς. Μέλος πάντα μια ομάδας μικρής ή μεγάλης ανάλογα με την καταγωγή και την οικογένεια του. Στην πατρίδα του ενδεχομένως να μην παρανομούσε, εδώ όμως θέλει να είναι ανεξέλεγκτος, γνωρίζει πως δεν γίνεται αποδεκτός από την κοινωνία και προσπαθεί με κάθε τρόπο να επιβάλει την δική του. Δεν τον κρατάει τίποτα επειδή δεν έχει τίποτα να χάσει, δεν μπορεί να επιστρέψει στην πατρίδα του, για διάφορους λόγους, κυρίως λόγω πολέμου τον οποίο μεταφέρει όπου πάει.
Αυτές είναι οι τέσσερες κύριες ομάδες των ανθρώπων που έχουν κατακλύσει την πατρίδα μας τα τελευταία χρόνια. Οι δύο πρώτες τυγχάνουν συμπαθείας και ανοχής αλλά οι άλλες δύο είναι επικίνδυνες. Λέει η παροιμία πως «χάρη του βασιλικού ποτίζεται και η γλάστρα», έτσι παίρνει η μπάλα όλους τους ξένους που βρίσκονται στον τόπο μας. 
 

Τετάρτη 11 Μαΐου 2011

Ο εποικισμός


Το σημερινό θέμα με βασάνισε πολλές φορές στο παρελθόν και το ανέβαλα άλλες τόσες, αλλά σήμερα έκατσα μπροστά στο πληκτρολόγιο αποφασισμένος να δημοσιεύσω κάποιες σκέψεις που ίσως ενοχλήσουν ορισμένους και για τις οποίες πρώτος εγώ εύχομαι να αποδειχτούν αβάσιμες και υπερβολικές, το σίγουρο είναι πως δεν λόγια ενός φανατικού. Αιτία το μαχαίρωμα ενός ανθρώπου που αντί να δει το παιδί του να γεννιέται, βρήκε τον θάνατο από τρείς αλλοδαπούς επειδή δεν παρέδωσε την κάμερα που κρατούσε.
Το μεγάλο πρόβλημα της Ελλάδος αλλά και γενικά της Ευρώπης είναι η υπογεννητικότητα. Σε αυτό έχω αναφερθεί και άλλες φορές. το μεγάλο πρόβλημα της Ασίας και της Αφρικής είναι η υπεργεννητικότητα, που σε συνδυασμό με τον πόλεμο και την ανασφάλεια γεννά εγκληματίες.
Σε δυο παραδείγματα εποικισμού θα αναφερθώ πριν φτάσω στο δικό μας πρόβλημα. Στην Κύπρο και στην Παλαιστίνη όπου γίνεται παράνομος εποικισμός με κάθε είδους περιθωριακούς εγκληματίες που συνήθως απολαμβάνουν την ασυλία οπλοφορούν και δημιουργούν το νέο κράτος, ελπίζοντας πως τα παιδιά τους οι τα εγγόνια τους θα είναι νόμιμοι πολίτες, όταν αναγνωριστούν ως κράτος οι δυνάμεις της κατοχής.
Εποικισμός έγινε και στη Αμερική πριν από διακόσια περίπου χρόνια, από ευρωπαίους στην αρχή και αργότερα ασιάτες και αφρικανούς εξόριστους κατάδικους και εγκληματίες και αργότερα από πεινασμένους οικογενειάρχες που αναζητούσαν το αυτονόητο, να έχουν φαγητό και στέγη για την οικογένεια τους και τα παιδιά τους, αποτέλεσμα το σημερινό συνονθύλευμα που λέγεται Αμερικάνικο έθνος. Με τα όπλα και με τον νόμο του ισχυρότερου, όσοι κατάφεραν να επιβιώσουν, εκτόπισαν τους πραγματικούς Αμερικάνους που δεν είναι άλλοι από τους Ινδιάνους, τους οποίους φυλάκισαν ή εκτόπισαν σε καταυλισμούς μέχρι να αφομοιωθούν και να χάσουν κάθε ίχνος της ιδιοπροσωπίας τους.    
Κάτι ανάλογο γίνεται τώρα και εδώ και κατ’ επέκταση σε όλη την Ευρώπη. Εποικίζουν την Ελλάδα και την Ευρώπη γενικότερα οι ασιάτες και οι αφρικανοί αναζητώντας το καλλίτερο αύριο γι αυτούς και τα παιδιά τους, κουβαλώντας τους δικούς τους νόμους τα δικά τους ιδανικά επιβάλλοντας τα με την βία. Ευάλωτη η Αθήνα και όλη η Ελλάδα υπό το καθεστώς του ΝΔΤ, ανήμπορη να αντιδράσει, αφήνεται σε αυτόν το εποικισμό. Πριν από λίγα χρόνια καμάρωναν οι Έλληνες, εκείνοι τουλάχιστον που είχαν την ασιάτισσα ή την αφρικανή καμαριέρα (υπηρέτρια), αυτή όμως έφερε την οικογένεια της και κατάντησε ο Έλληνας μειοψηφία στον τόπο του. Σε λίγο καιρό ακόμα θα είναι μια ξεχασμένη μειονότητα όπως τους ινδιάνους της Αμερικής. Ίσως θα πεί κάποιος, πως είμαι επηρεασμένος από τις  καουμπόικες ταινίες, ας μην ξεχνάμε πως αυτές ήταν προπαγάνδα μέσω της τέχνης, όπως και οι επακολουθήσαντες με το καράτε.
Διαβάζω πως η κατάσταση στο κέντρο της Αθήνας είναι πλέον ανεξέλεγκτη, αλλά δεν είναι μόνο στην Αθήνα είναι και στην επαρχία. Απαράδεχτο γεγονός αυτό που πρίν από λίγο καιρό συνέβηκε, ολόκληρη ομάδα παράνομων ταξίδεψε με το καράβι χωρίς κανείς να μπορέσει να την ελέγξει. Αυτό δεν φανερώνει την αδυναμία των οργάνων της τάξης, αλλά και την μεγάλη πρόοδο που έχει κάνει ο εποικισμός στην πατρίδα μας, ειδικά στην Αθήνα η οποία από Ευρωπαϊκή μεγαλούπολη στους Ολυμπιακούς του 2004, εξελίσσεται σε ανατολίκη χαοτική πολιτεία. Είναι λυπηρό και μακάβριο αλλά είναι γεγονός.
Το μεροκάματο του ρωμιού εργάτη χάθηκε προς όφελος του οικονομικού μετανάστη, τον οποίο εκμεταλλεύεται ο παράνομος λαθρομετανάστης με πολλούς τρόπους και δημιουργούνται κλίκες και ομάδες που θυμίζουν έντονα την προπολεμική μαφία στην Αμερική.
Η αντίδραση ορισμένων συμπατριωτών να ξενιτεύονται, απλά βοηθάει το σχέδιο εκείνων που θέλουν τον τόπο μας να εποικισθεί και δεν είναι λίγοι. Μας σπέρνουν πολλών ειδών ζιζάνια και καταφέρνουν να είμαστε πάντα χωρισμένοι και τσακωμένοι μεταξύ μας, αλλοίμονο μας.
Διορατικός είναι εκείνος που μπορεί να μην επηρεάζεται συναισθηματικά από τα γεγονότα που συμβαίνουν γύρω του και παράλληλα να τα ζει γιατί είναι δικά του. Υπάρχουν άραγε τέτοιοι ταγοί σήμερα να αναλάβουν το έθνος μας;
Μακάρι να είμαι ψεύτης σε όσα γράφω, θα είναι για μένα μεγάλη ανακούφιση.

Τρίτη 10 Μαΐου 2011

Η παρουσίαση του βιβλίου


Το Blog του Πυθαγόρα το έχω ξαναγράψει, έγινε κυρίως για να πειράξω τον φίλο μου τον Αίαντα και παραδόξως έμεινε, μεγάλωσε και έγινε η αιτία να ξαναβρώ τυχαία τους παλιούς μου συμπατριώτες συμμαθητές και μη, από τα χρόνια της Αιγύπτου. Αντάμωσα με κάποιους από αυτού,ς στα ταξίδια που έκανα ειδικά γι αυτόν τον λόγο στην Αθήνα, ήπιαμε δυο ούζα και με έπιασε η νοσταλγία για τα παιδικά χρόνια που δεν ήταν καθόλου εύκολα, αλλά ήταν αθώα.
Ως απότοκος του Πυθαγόρα τυπώθηκε ένα βιβλίο με τίτλο «από το Blog του Πυθαγόρα» για εκείνους τους φίλους που δεν έχουν ή δεν θέλουν να έχουν σχέση για διάφορους λόγους με την ηλεκτρονική εποχή μας.
Στο Face book σήμερα αναρτήθηκε η ανακοίνωση για την παρουσίαση του στην αίθουσα του ΣΑΕ, από τον Σύλλογο Ελλήνων Καΐρου με ομιλήτρια την κυρία Χρύσα Στρατή. Τιμή μεγάλη για μένα που αυξάνει την ματαιοδοξία μου, που έγινε αντιληπτή όταν στο εξώφυλλο υπακούοντας στην προτροπή του ΠαπαΓιάννη περήφανα έγραψα τόμος Α, άργησα να αντιληφθώ πως ήταν παγίδα για να υπάρξει τουλάχιστον και τόμος Β. Ας είναι.
Αναρωτιέμαι πως άραγε μπορώ, αν μπορώ; να ανταποδώσω αυτήν τιμή;


Σάββατο 7 Μαΐου 2011

Μια ακόμη άποψη


Είναι μια δύσκολη οικονομικά περίοδο που περνάει η χώρα μας, και δυστυχώς επιμηκύνεται. Γράφονται διάφορες προτάσεις από ανεύθυνους και υπεύθυνους στα διάφορα blogs, άλλες είναι σοβαρές άλλες όχι και οι περισσότερες είναι απλά διαμαρτυρία χωρίς ουσία, θα σταθώ σε μία από τις πολλές να την αναλύσω με την εμπειρία του ανθρώπου που ζει πολλά χρόνια τώρα στην επαρχία.
Προτείνουν λοιπόν κάποιοι «-γυρνάτε στα χωριά σας, στον πρωτογενή τομέα για να επιβιώσετε» ή διάφορες παραλλαγές της ιδίας προτάσεως.
Ενώ φαίνεται απλή η λύση δεν είναι. Πόσοι από τους κατοίκους της Αθήνας έχουν χωριό; Και από αυτούς που έχουν χωριό, πόσοι είναι εκείνοι που πούλησαν την όποια περιουσία τους προκειμένου να εγκατασταθούν στην Πρωτεύουσα; Και τρίτο ερώτημα, από αυτούς που έχουν κάποια χωράφια ή κτήματα πόσοι έχουν την γνώση της αγροτικής ζωής ή της κτηνοτροφίας; Όταν αφήνανε τα χωριά ήταν νέοι στην παραγωγική ηλικία, κάνανε οικογένειες στην Αθήνα, τα παιδιά τους που είναι τώρα στην παραγωγική ηλικία γνωρίζουν άραγε πως πιάνεται η τσάπα;
Αυτά τα χρόνια που έλειπαν οι υπόλοιποι επιβίωσαν σε δύσκολες συνθήκες, με ελάχιστες απολαβές, αλλά με συνεχή αλληλεγγύη την οποία δεν είναι διατεθειμένοι να μοιραστούν τώρα, για να μην αναφερθώ σε εκείνες τις περιουσίες που κατέληξαν σε χέρια οικονομικών μεταναστών και πολλαπλασιάστηκαν.
Γυρίστε λοιπόν στο χωριό όσοι το αποφασίστε, εξασφαλίστε πρώτα την επιβίωση σας. Το εγκαταλειμμένο σπίτι απαιτεί επισκευές ή  συντήρηση και γι  αυτό απαιτούνται χρήματα, το χωράφι θέλει σκάψιμο απαιτεί χρήματα, η αγορά ζώων απαιτεί χρήματα και με λίγα λόγια για την επιστροφή απαιτείται κεφάλαιο για επένδυση, ε, άμα το έχεις γιατί να επιστρέψεις; Ρισκάρεις και στην Αθήνα.
Είναι μια δεύτερη κατηγορία νοικοκυραίων που τους κτύπησε η κρίση, εκείνη των τεχνικών, κυρίως οικοδόμων αλλά και κάθε άλλης ειδικότητας. Οικοδόμοι οι περισσότεροι επειδή τον καιρό της μεγάλης αστυφιλίας, όντας νέοι βρίσκανε εύκολα καλό μεροκάματο με λίγες γνώσεις, εξελιχτήκαν σε μαστόρους, αλλά μεγάλωσαν κι όλας, έχουν πείρα και γνώσεις δεν έχουν πελάτες. Δεν είναι εύκολο να βρουν στο χωριό, επειδή ο άνθρωπος του χωριού είναι αυτάρκης και δουλεύει «δανικός», δηλαδή την μία μέρα πάει στον γείτονα να του φτιάξει τα υδραυλικά και την άλλη μέρα δέχεται αυτός τον γείτονα για φτιάξει τα δικά του ηλεκτρικά, με έξοδα μόνο τα υλικά και το κρασί που επισφραγίζει πάντα αυτές τις συναλλαγές και συνεργασίες. Είναι φαινόμενο ανθρωπιάς που υπάρχει ακόμα στα χωριά μας. Είναι όμως και ανθρώπινος νόμος της επιβίωσης που γεννά την καχυποψία προς τον καθένα που έρχεται να διαταράξει την ροή της καθημερινότητας.
Γεννάται λοιπόν το ερώτημα, δεν υπάρχει φτώχεια στο χωριό; Ασφαλώς και υπάρχει και μεγάλη, αλλά παρόλη την φτώχια και την κακομοιριά απ’ τα χωριά έστελναν τα δέματα στους Αθηναίους οι εναπομείναντες γέροι. Ο επαρχιώτης όμως μπορεί όταν δεν έχει χρήματα να βρει χόρτα ή σαλιγκάρια να τα βράσει και αν δεν έχει λάδι κτυπά την πόρτα του γείτονα και το μοιράζονται, αυτό είναι αδιανόητο για την πολιτεία.
Δεν είναι η σημερινή ανάρτηση ευχάριστη ούτε αισιόδοξη, δεν μπορώ όμως αβασάνιστα να εκφέρω γνώμη πως θα ξεπεραστεί η κρίση, μπορώ όμως και αναφέρω τα παραπάνω, για προλάβω ενδεχομένως κάποιους πριν κάνουν απονενοημένες κηνήσεις.   

Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

Σήμερα κάνουμε μάθημα


Σήμερα κάνουμε μάθημα
Αντιγράφοντας
Καρκινικές επιγραφές
 Καρκινικές επιγραφές ή καρκίνοι ονομάζονται συμμετρικές φράσεις οι οποίες μπορούν να διαβαστούν είτε από την αρχή είτε από το τέλος.

Παραδείγματα
 Π.χ. τα ονόματα "ΑΝΝΑ" ή "ΣΑΒΒΑΣ" αλλά και πόλεις όπως "ΣΕΡΡΕΣ" είναι καρκινικές.
Όπως και η λέξη "άλλα" ή "αλλά". Η γνωστότερη καρκινική επιγραφή είναι η:
"Νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν"
(σε ελεύθερη μετάφραση στα νέα ελληνικά: πλύνε τις αμαρτίες σου, όχι μόνο το πρόσωπό σου) η οποία χαρασσόταν συχνά σε πηγές.
Παρόμοιες επιγραφές είναι οι:
"Νοσώ. Σύ ος η ίαμα, Ιησού, σώσον"
"Νόμον, ο κοινός, έχε σον οικονόμον"
"Σος ειμί, τίμιε, σός"
"Σοφά ται και μη, γη μια και τάφος"

Καρκινικές Επιγραφές
άλλο σκονάκι
Πρόκειται για φράσεις που διαβάζονται και από τα αριστερά προς τα δεξιά και από τα δεξιά προς τα αριστερά.

 ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ, ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΙΝ
  ΝΟΜΟΝ, Ο ΚΟΙΝΟΣ, ΕΧΕ ΣΟΝ ΟΙΚΟΝΟΜΟΝ
  ΑΘΛΗΣΑΣ ΗΔΗ ΠΩΛΩ ΠΗΔΗΣΑΣ ΗΛΘΑ
  ΝΟΣΩ. ΣΥ ΟΣ Η ΙΑΜΑ, ΙΗΣΟΥ, ΣΩΣΟΝ
  ΙΕΡΑ ΣΑ ΠΑΡΑ ΧΕΙΛΗ, ΗΛΙΕ, ΧΑΡΑ ΠΑΣΑ ΡΕΙ

Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

η πρώτη μου μηχανή


Πολύς λόγος γίνεται αυτές τις ημέρες με τις φωτογραφίες του Οσάμα, αν είναι αληθινές ή επεξεργασμένες, αν θα πρέπει να δημοσιευτούν ή όχι, και οι ατέρμονες συζητήσεις καταλήγουν σε ένα ερώτημα, που βρίσκονται άραγε οι καλλίτεροι χειριστές των ηλεκτρονικών επεξεργαστών φωτογραφιών; Επειδή σήμερα η φωτογραφία είναι ψηφιακή και το αποτέλεσμα χάνει αρκετά από το καλλιτεχνικό μεράκι του δημιουργού.
Θεώρησα σημαντικό να κάνω ένα σύνδεσμο στο Face book με την σελίδα του πατριαρχείου, όπου βρίσκονται 12 φωτογραφίες στις οποίες μπορείς να περιηγηθείς απλά περνώντας τον mouse από πάνω και η φωτογραφία αλλάζει κατεύθυνση και απεικόνιση, είναι με άλλα λόγια μια σφαιρική πανοραμική. Μου φάνηκε εξαιρετικά εντυπωσιακό το θέαμα, αλλά μέχρι χθες.
Έμαθα εχθές πως και αυτή η τεχνική θεωρείται ξεπερασμένη, περάσαμε στην εποχή της τρισδιάστατης φωτογραφίας. Θυμήθηκα πως πριν από 9 ή 10 χρόνια φωτογράφιζα πανόραμα, (δυο ή παραπάνω φωτογραφίες συνεχόμενες και αναλάμβανε και τις ένωνε ο υπολογιστής), ήταν και οι τελευταίες φωτογραφίες πριν αποσυρθώ, έκτοτε δεν παρακολούθησα την πρόοδο και έμεινα πίσω. Εχθές λοιπόν είχα μια επίσκεψη ενός φίλου απ’ παλιά, σήμερα μεγάλη φίρμα στο είδος, πίνοντας την ρακή με τα σχετικά της ρώτησε «-τι έχεις;» απήντησαν αυθόρμητα «-καλά είμαι», για να εκπλαγώ το επόμενο δευτερόλεπτο, «-σε ρωτώ τι μηχανή έχεις τώρα;».
Έτσι μου δόθηκε η ευκαιρία να μάθω στο πόδι λίγα πράγματα, μου έδειξε μνήμη με 16 GB, μέγεθος ασύλληπτο για μένα και άνοιξε το χρονοντούλαπο των αναμνήσεων και πήγαμε σε χρόνια περασμένα, όταν ακόμα το φιλμ κυριαρχούσε.
Οπαδός της τεχνολογίας τότε προσπαθούσα να μυήσω όσους μπορούσα στην εποχή που ερχόταν και δυστυχώς είναι αυτή που ζούμε τώρα. από τους πρώτους χρήστες της ψηφιακής φωτογραφικής μηχανής που κόστισε τότε 585.000 δραχμές ήταν μια Cannon Photo Shot 600, που απαιτούσε προσαρμογή σε ειδική βάση προκειμένου να επαναφορτισθεί η μπαταρία και σειριακά να συνδεθεί στον υπολογιστή για να μεταφερθούν οι φωτογραφίες και εκεί θέλανε επεξεργασία με το Corel 9 για να τυπωθούν. Χωρητικότητα ήταν περίπου 80 με 100 φωτογραφίες τη φορά.  Όταν η μπαταρία της εξαντλήθηκε ζωνόμουν το καλώδια και την χρησιμοποιούσα μόνο σε εσωτερικούς χώρους.
Η δεύτερη ήταν μια Olympus, που πράγματι με έβγαλε παλικάρι, το μεγάλο της πλεονέκτημα οι μπαταρίες που εκτός από τις επαναφορτιζόμενες έπαιρνε και τις κοινές του περιπτέρου, αλλάζοντας και την μνήμη της σε 32 ΜΒ ήμουν πρωτοπόρος, (για τότε). Σήμερα ακόμα μπροστά στην φωτογραφική απεικόνιση που το τηλέφωνο επιτυγχάνει, θεωρείται ξεπερασμένη τεχνολογία, πολώ μάλλον όταν η μνήμη έγινε 16GB.
Η κυρίως εξέλιξη είναι πως δεν τυπώνονται πλέον οι φωτογραφίες. Οι περισσότερες παραμένουν σε ψηφιακή μορφή και προβάλλονται σε οθόνες ή κορνίζες, εκεί υπερτερεί ασύγκριτα η ηλεκτρονική φωτογραφία, στο χαρτί όμως την απόδοση που έχει η κλασική δεν την φτάνει.
Με τις σκέψεις αυτές αποσύρθηκα και αποφάσισα να εκσυγχρονιστώ, να πάρω δηλαδή νέα φωτογραφική μηχανή, το πρωί όμως το ξανασκέφτηκα, τι να την κάνω, να φωτογραφίζω τα γεράνια όταν μεγαλώσουν;
Έτσι γίνεται πάντα, η λογική έπεται του συναισθήματος.  



Αυτή είναι η πρώτη ψηφιακή που χρησιμοποίησα και την περίμενα 50 ημέρες για να την παραλάβω.






Η μπαταρία και το απαραίτητο καλώδιο με 24 ακίδες και η μηχανή πάνω στην βάση της. Σήμερα είναι μουσειακά κομμάτια.