Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

Ο Άνθιμος και ο Χασάν


Τον τελευταίο καιρό πολύς λόγος γίνεται για την Κρητική σημαία και για ανεξαρτησία της Κρήτης, και γράφονται ανοησίες που μοναδικό σκοπό έχουν να χωρίσουν για άλλη μια φορά τους Ρωμιούς και να τους βάλουν να τσακώνονται μεταξύ τους, κυκλοφορεί και η σημαία της ανεξαρτησίας και οι υπάρχουν και αφελείς που την υποστηρίζουν χωρίς να αντιλαμβάνονται πως ο σχεδιασμός της παραδίδει το ένα τέταρτο του νησιού στους Τούρκους και τα υπόλοιπα τρία στη ευρωπαίους σταυροφόρους.
Έβλεπα χθες μια γνωστή ταινία μιούζικαλ του Δαλιανίδη, «Οι θαλασσιές οι χάντρες», από την εποχή του ενδόξου θα έλεγα Ελληνικού κινηματογράφου, υπερπαραγωγή για την εποχή της. Στους χαρακτήρες που παρελαύνουν είναι και ο Αμερικάνος μπίζνεσμαν που αφού δεν μπορεί να αγοράσει την Ακρόπολη, βρίσκει τρόπο να οικονομάει βάζοντας τους λαϊκούς ήρωες να κτυπιούνται και να φιλιώνουν. Αυτό γίνεται σήμερα πραγματικότητα, το έχει ξαναζήσει ο τόπος μας πολλές φορές αλλά μυαλό δεν έβαλε. (και ούτε πρόκειται). Αφελείς και καλοπροαίρετοι οι Έλληνες διαθέτουν  φιλότιμο μια λέξη που όμοια της δεν υπάρχει σε καμιά γλώσσα στον κόσμο. Η ιστορία που θα διαβάστε παρακάτω είναι πέρα για πέρα αληθινή, και αποδεικνύει πως μπορεί να μην υπάρχει στο λεξιλόγιο άλλων γλωσσών υπάρχει όμως στην καρδιά κάποιων απλοϊκών ανθρώπων και είναι ανεξάρτητη από φυλή και θρησκεία. Ο αφηγητής έχει ταξιδέψει για τον άλλο κόσμο πριν από δεκαπέντε χρόνια και ήταν ηλικιωμένος.
Η εποχή που διαδραματίζεται η ιστορία μας είναι στα τέλη του δεκάτου ενάτου αρχές του εικοστού αιώνα, μια εποχή ανακατατάξεων και βαλκανικών πολέμων και λίγο πριν την Μικρασιατική εκστρατεία. Στην Κρήτη υπήρχαν και χωριά αμιγώς τούρκικα, τα κατοικούσαν οι λεγόμενοι τουρκοκρητικοί, κατάλοιπο της τουρκοκρατίας. Γνώρισα απογόνους τέτοιων όταν ταξίδευα στην Πόλη, που με νοσταλγία θέλανε να επισκεφτούν τα σπίτια των πατέρων τους, ανάλογη με αυτή των Μικρασιατών που θέλουν να κάνουν προσκύνημα στις αλησμόνητες πατρίδες στην άλλη άκρη του Αιγαίου.
Ένα τέτοιο χωριό ήταν δίπλα στο μεγάλο μοναστήρι, που ακόμα και σήμερα εξακολουθεί να είναι ένα από τα μεγαλύτερα του νησιού. Το μοναστήρι είχε και μετόχια στο Αϊδίνη   και οι καλόγηροι στέλνανε επιστάτες και διαχειριστές με ετήσια θητεία. Ένας από τους μοναχούς που πήγαινε και ερχότανε στο Μετόχι ήταν και ο Παπά Άνθιμος. Νεαρός ιερωμένος ορεξάτος και δυνατός ήταν το καμάρι της Μονής, διαλεκτικός και ευπροσήγορος συνάμα και διπλωμάτης. Η Οθωμανική αυτοκρατορία  ο μεγάλος ασθενής όπως την λέγανε τελείωνε και οι υπήκοοι της όπου βρισκόταν υπέφεραν. Έτσι και στο τουρκοχώρι της ιστορίας μας, οι μουσουλμάνοι γινόντουσαν συχνά στόχος επιθέσεων από τους γείτονες τους. Πάλευαν να γυρίσουν στη πατρίδα τους, αλλά δεν το κατάφερναν πάντα. Βρίσκανε καταφύγιο και προστασία στο γειτονικό μοναστήρι, εκεί περίσσευε πάντα ένα κομμάτι ψωμί και πολλές φορές και μεροκάματο για τους ταλαίπωρους τουρκοκρητικούς. (κάνω μια παρένθεση εδώ, για να παρομοιάσω, όσο ο λόγος το επιτρέπει, με την σημερινή Κύπρο, που ζούσαν αρμονικά Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, μέχρι που αποφάσισαν κάποιοι να τους σώσουν, κλείνω την παρένθεση). 
Μια φορά από τις πολλές ήρθε στο Μοναστήρι, κλαίγοντας καβάλα στο άλογο και τραβώντας δυο βόδια ο Χασάν, ένα παλικάρι γύρω στα είκοσι, ο ηγούμενος έλειπε και ο Παπάνθιμος υπηρετούσε κελαρίτης,  υπεύθυνος για το μαγειρείο και φαγώσιμα, τον δέχθηκε και τον έκρυψε. Σε λίγο κατέφθασαν από το άλλο χωριό καμιά δεκαριά οπλισμένοι άνθρωποι με τον δραγάτη, (αστυνομικό όργανο της εποχής). Ψύχραιμα ο Παπάνθιμος τους δέχθηκε και τους κέρασε, ζητώντας να μάθει το λόγο που ήρθαν οπλισμένοι και με τον Δραγάτη μέσα στο Μοναστήρι, ο ηγούμενος έλειπε και αυτός τον εκπροσωπούσε. Του είπαν πως ένας τουρκόσπορος έκλεψε ένα ζευγάρι βόδια και ερχόταν κατά εδώ και εάν περάσει να έχει το νου του να τον παραδώσει. Ο καλόγερος υποσχέθηκε πως θα το κάνει και όταν έφυγαν βρήκε τον Χασάν να εξηγηθεί.
Ο Μουσουλμάνος του είπε πως τα βόδια ήταν του πατέρα του, και του τα πήραν και αυτός πήγε και τα πήρε πίσω. Ήταν τόσο πειστικός φαίνεται, που ο Άνθιμος τον πίστεψε και επειδή δεν ήταν δυνατόν να τον κρύβει για πολύ και ακόμα δεν ήξερε πως θα αντιδρούσε ερχόμενος ο ηγούμενος, αγόρασε τα βόδια για λογαριασμό του Μοναστηριού και παρήγγειλε του Χασάν να φύγει από την περιοχή το ίδιο βράδυ, του έδωσε και όσα εφόδια μπορούσε και εκείνος ευγνώμων έσκυψε να του φυλήσει το χέρι όπως εκφράζουν οι μουσουλμάνοι την ευγνωμοσύνη τους. από τότε χάθηκε ο Χασάν από την περιοχή, πέρασε στην Μικρά Ασία και πήγε να καταταγεί στον τούρκικο στρατό του Κεμάλ που τότε δημιουργούταν. Οι γονείς του δεν μπόρεσαν αν ζήσουν μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών και πεθάνανε στην Κρήτη.
Όταν έγινε η Μικρασιατική εκστρατεία ο Παπά Άνθιμος κλήθηκε να καταταγεί ως στρατιωτικός Ιερέας και εκείνος πρόθυμα παρουσιάστηκε. Γνώστης της γλώσσας και της περιοχής θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμος. Τι έτρεξε και πως κατέληξε αιχμάλωτος ο Παπά Άνθιμος δεν γνωρίζω, αυτό που μας ενδιαφέρει είναι πως κατέληξε δέσμιος σε μια φυλακή στα Άδανα.
Είναι γνωστό πως οι φυλακές δεν είναι τόπος παραθερισμού, πόσο μάλλον οι τούρκικες που έχουν και κακό όνομα, σκέτα κολαστήρια. Μαζί με άλλους επτά ήταν δεμένος στην ίδια αλυσίδα ο Άνθιμος. Σωματικά ταλαιπωρημένος πνευματικά νηφάλιος περίμενε το τέλος του, και την συνάντηση με τον Θεό τον Δημιουργό του κόσμου. Έψελνε με όση δύναμη διέθετε το τροπάριο που σε λίγες ημέρες θα επαναλαμβάνουμε συνεχώς όλοι οι Χριστιανοί, «Κύριε των δυνάμεων, μεθ ημών γενού». Οι φύλακες όποτε αυτός άρχιζε να ψάλει άρχιζαν να τον κτυπούν. Μετά από δεκαπέντε ημέρες στην φυλακή αυτή, ήρθε για επιθεώρηση ένας τούρκος αξιωματικός. Μόλις κατέβηκε στα υπόγεια που ήταν τα κελιά, ο παπά Άνθιμος άρχισε να ψάλει «Κύριε των Δυνάμεων», ο αξιωματικός κατευθύνθηκε προς τα εκεί, ο φύλακας του προμήθευσε ένα κουρμπάτσι (μαστίγιο), εκείνος το πήρε και το πέταξε μακριά.
-Άνοιξε την πόρτα. Διέταξε. Βγάλε τον παπά και φέρε τον ήσυχα στο γραφείο. Ο φύλακας έκανε ότι τον διέταξε ο αξιωματικός. Τραβώντας έφερε μέχρι το γραφείο  και παρουσίασε τον παπάΆνθιμο. Εκείνος ταλαίπωρος από την αιχμαλωσία και από το ξύλο τόσων ημερών με το ζόρι κρατιόταν μα μην σωριαστεί κάτω. Μόλις μπήκε ο αξιωματικός του έδειξε μια καρέκλα και του είπε να κάτσει, αμέσως μετά διέταξε τον φύλακα να φέρει νερό και καλό φαγητό για τον κρατούμενο.
Ο Παπάνθιμος κοιτούσε απορημένος και ο αξιωματικός του μίλησε ελληνικά.
-Δεν με θυμάσαι φαίνεται; ή δεν με γνώρισες; Είμαι ο Χασάν. Εγώ σε γνώρισα.
-Ναι είσαι εσύ ο Χασάν; Δεν νομίζω εκείνος ήταν καλό παιδί.
-Και εξακολουθεί να είναι, άσχετα αν ο πόλεμος μας κάνει απάνθρωπους, σήμερα θα φάς και θα σε ελευθερώσω αμέσως μετά. Στο χρωστάω γιατί και εσύ κάποτε έκανες το ίδιο για μένα.
-Δεν ζήτησα κάτι τέτοιο, θέλω η τύχη μου να είναι ίδια με τους άλλους επτά που είμαστε δεμένοι στην ίδια αλυσίδα.
-Ναι παπά, θα είναι ίδια, θα ελευθερώσω και εκείνους, δεν είμαι αχάριστος, δεν ξεχνώ πως είμαι κρητικός, μουσουλμάνος είμαι αλλά είμαι και κρητικός, μόνο μην λές τίποτα μέχρι το βράδυ.
Αφού έφαγε και ήπιε το νερό που του έδωσε ο φύλακας επέστρεψε στο κελί μαζί με τους άλλους. Ο αξιωματικός Χασάν παρήγγειλε να πλυθούν οι κρατούμενοι αυτού του κελιού γιατί το βράδυ θα τους έπαιρνε από εκεί για αλλού. Και πράγματι προτού νυχτώσει ήρθε ένα κάρο και τους φόρτωσε, πλυμένους όπως αρμόζει σε εκείνους που πηγαίνανε για εκτέλεση. Ο Χασάν ήταν έφιππος δίπλα στο κάρο. Δύο μέρες πορεία χρειάστηκαν για να δούνε θάλασσα, και όταν φτάσανε τους έλυσε τις αλυσίδες, έσκυψε και φύλησε το χέρι του Παπά και πλήρωσε τον καϊκτσή για να τους περάσει στην Κύπρο.
Στα 1925 Παρασκευή της διακαινησίμου, έφτασε ο Παπά Άνθιμος στο μοναστήρι του, ήταν αγνώριστος. Τον είχε σωματικά καταβάλει η αιχμαλωσία, πνευματικά ήταν ακμαίος, μόλις μπήκε στην Εκκλησία άρχισε να ψάλει «Κύριε των δυνάμεων» και τον αποπήραν οι άλλοι καλόγηροι.
-Πάσχα έχομε Χριστός Ανέστη να λές.
Εκείνος απτόητος συνέχισε να ψάλει Κύριε των δυνάμεων, και σε κάθε ευκαιρία το επαναλάμβανε. Έζησε πολλά χρόνια ακόμα, έγινε και ηγούμενος της Μονής κοιμήθηκε λίγο πριν την δικτατορία του Μεταξά.       
      

Δεν υπάρχουν σχόλια: