Σάββατο, 18 Αυγούστου 2012

ΑΝΘΡΩΠΟΛΑΤΡΙΑ


Σπυρίδωνος K. Τσιτσίγκου
Δρ. Θεολογίας & Δρ. Ψυχολογίας
 Ανθρωπολατρία καλείται στην Ιστορία των Πολιτισμών, τη Θρησκειολογία, την Κοινωνική Ανθρωπολογία, την Κοινωνιολογία της Θρησκείας, την Ψυχολογία της Θρησκείας και τη (φιλοσοφική) Θεολογία το φαινόμενο απόδοσης ―ατομικά η συλλογικά― Θείας λατρείας και τιμής σε άνθρωπο η ανθρώπους: προγόνους, φύλαρχους, μάγους, μύστες, «προφήτες», αυτοκράτορες η βασιλείς κ. α.
Η ανθρωπολατρία θεωρήθηκε μάλιστα, όσο και κατά τους νεότερους χρόνους ως το αρχικό στάδιο του φαινομένου της θρησκείας. Ανθρωπολάτρες ονομάστηκαν υβριστικά από τους Χριστιανούς οι Εθνικοί, από τους Ιουδαίους οι Χριστιανοί, από τους Ορθόδοξους οι Αρειανοί κ.λπ. Αλλ’ ως γνωστό, τόσο ο Ιουδαιοχριστιανισμός, όσο και η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία δεν λατρεύουν κανένα ανθρώπινο πρόσωπο, παρά μόνο την άκτιστη Αγία Τριάδα· όλους τους Αγίους απλώς τους τιμά… Και εδώ ακριβώς έγκειται η χριστιανική απέχθεια προς τον οποιοδήποτε κοσμοκράτορα που θα αξιώσει να περιβάλλεται με Θείες ιδιότητες.
Κατά τους προϊστορικούς χρόνους, η ανθρωπολατρία ήταν διαδεδομένη στους πρωτόγονους λαούς, αλλά και σε πολλούς λαούς της αρχαιότητας, όπως ήταν οι Βαβυλώνιοι, οι Αιγύπτιοι, οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι. Ο θεοποιημένος «άνδρας» ήταν Tabu, δηλ. ένα ιερό μεσάζον μεταξύ του Numen και των ανθρώπων, γι’ αυτό και απολάμβανε Θείων τιμών. Για παράδειγμα, δεν επιτρεπόταν κανείς να τον αγγίξει η ακόμα και να τον ατενίσει
κατά πρόσωπο, γιατί θα έπεφτε νεκρός η θα κεραυνοβολείτο. Με την ίδια έννοια, πιστευόταν ότι οι θεοί μπορούν να μεταμορφωθούν σε ανθρώπους και οι άνθρωποι σε θεούς.
Η ανθρωπολατρία φιλοσοφικά πηγάζει βαθιά από την ιδέα του Ανθρωποκεντρισμού. Όταν ο άνθρωπος, που είναι ένα κτιστό, πεπερασμένο και θνητό ον, πιστεύεται ότι είναι η πρωταρχική Αιτία, το κέντρο και ο σκοπός όλης της Δημιουργίας, άρα και του εαυτού του, δηλ. το Απόλυτο, Αυθύπαρκτο και Αυθυπόστατο, τότε φυσικό είναι να «ειδωλοποιείται». Πρόκειται για τον ιδεαλιστικό Ανθρωποθεϊσμό του Υπεράνθρωπου του F. Nietzsche και όχι τον Θεανθρωπισμό του Χριστιανισμού. Μάλιστα δε, στην περίπτωση αυτήν, ο άνθρωπος δεν «ειδωλοποιείται» ως ένα ενιαίο όλο, αλλ’ ορισμένα μέρη του, συνήθως εκείνα μόνο που φαίνονται εξωτερικά, όπως λ.χ. είναι η οικονομική επιφάνεια, η κοινωνικό-πολιτική δύναμη και η κοσμική δόξα. Έτσι, λ.χ. αναγνωριζόταν ότι ορισμένα άτομα, με ιδιαίτερα σωματικά η πνευματικά προσόντα (χαρίσματα) η άλλες ικανότητες, διαθέτουν υπερφυσικές ιδιότητες και επηρεάζουν την τύχη της θρησκευτικής κοινότητας.
Η εξιδανίκευση αυτή ψυχολογικά λαμβάνει χώρα είτε ως προβολή δικών μας ανικανοποίητων ορμών, επιθυμιών και φιλοδοξιών πάνω σε κάποια πρόσωπα, είτε ως ενδοπροβολή, δηλ. ως εσωτερίκευση μέσα μας των ξεχωριστών προσόντων η και επιτυχιών των άλλων ανθρώπων αυτών, επειδή οι τελευταίοι αυτοί ασκούν γοητεία και θαυμασμό ―βασικά μέσω των μηχανισμών της μίμησης η και της ταύτισης προς τα πρόσωπα αυτά―, συνθέτοντας πλέον μέσα μας το Ιδεώδες του Εγώ, δηλ. λειτουργώντας αυτά τα πρόσωπα ως πρότυπα και ινδάλματα για μας.
Κατ’ επέκταση, ανθρωπολατρία θεωρείται σήμερα και η κάθε ―ασυνείδητη η συνειδητή― άτυπη εκδήλωση «λατρείας» προς πρόσωπα του δημοσίου βίου: ποδοσφαιριστές, μπασκετμπολίστες, μεγάλους αθλητές, τραγουδιστές, ηθοποιούς, ήρωες πολέμου, πολιτικούς ηγέτες, διάσημους επιστήμονες, ονομαστούς φιλοσόφους, φημισμένους «Γέροντες»/«Πνευματικούς» κ.α.
Ειδικά, στο έργο της εκκλησιαστικής διαποίμανσης, αλλά και γενικότερα όπου αναπτύσσονται στενές διαπροσωπικές σχέσεις, παρατηρείται συχνά το φαινόμενο της μεταβίβασης και εξιδανίκευσης του ποιμενόμενου προς τον πνευματικό του ποιμένα, ο οποίος ―σε πολλές περιπτώσεις― εκμεταλλεύεται δεόντως το ψυχοπνευματικό αυτό κλίμα που αναπτύσσεται μέσα στη δυαδική αυτήν σχέση, καλλιεργώντας έντεχνα μία μόνιμη και ολοκληρωτική εξάρτηση του πνευματικού του τέκνου από τον ίδιον. Τότε, βέβαια, η ανθρωπολατρία μεταβάλλεται σε αληθινή προσωπολατρία, που σε όλες τις εκδηλώσεις του βίου λειτουργεί τελικά ως προσωποκρατία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: