Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

Το στοιχειό και η μάγισσα.


Η ιστορία είναι γραμμένη λένε κάποιοι σύμφωνα με την άποψη του νικητή και σε αυτό δεν υπάρχει αμφιβολία, αλλά περνώντας τα χρόνια και αλλάζοντας οι καταστάσεις αναθεωρούνται απόψεις και τότε ξαναγράφεται η ιστορία με διαμετρικά αντίθετη άποψη. Αν σε αυτό το πνεύμα προσπαθήσουμε να πάμε στα παλιά χρόνια θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως με την πάροδο του χρόνου υπάρχουν πολλοί μύθοι και παραδώσεις που ξεκινούν από πραγματικά γεγονότα. Το γράφω σαν προοίμιο της ιστορίας που θα διαβάστε παρακάτω. Στο κάτω-κάτω και τον Μινώταυρο θηρίο τον κατάντησε η μυθολογία, για να μην προσβληθεί η υπόληψη του βασιλιά αναγνωρίζοντας το νόθο της γυναίκας του και του στρατηγού του.

Στην σημερινή ιστορία που διαδραματίζεται σε ένα ορεινό χωριό στην Ρούμελη, έχουμε δύο ήρωες το στοιχειό και την μάγισσα που πήραν αυτά τα κοσμητικά επίθετα ενώ ήταν απλοί άνθρωποι μια άλλης εποχής. Όχι πολύ μακριά από το χωριό ορμητικά κατέβαινε ένα ποτάμι με πολλές στροφές στο διάβα του, πυκνά δέντρα και κάλυπταν με τα φυλλώματα τους και αυτήν ακόμα την ύπαρξη του. έπρεπε κανείς να γνωρίζει καλά τον τόπο για να μην πέσει ξαφνικά μέσα στο ποτάμι και παρασυρθεί. Ακόμα σχημάτιζε κατά διαστήματα και νεροτριβές που πλένανε οι νοικοκυρές παλιότερα πριν ανακαλυφθούν τα πλυντήρια, και τσαλαβουτούσαν στα νερά τα παιδιά.
Ο θρύλος της περιοχής μιλούσε για την ύπαρξη ενός στοιχειού που τριγυρνούσε στο ποτάμι. Οι πιο ψύχραιμοι λέγανε πως ήταν ένας τρόπος για να προφυλάξουν τα παιδιά από την απερισκεψία της ηλικία τους, η αλήθεια όμως ήτανε τελείως διαφορετική, και την αποκάλυψε ένας φίλος και συνάδελφος (Ο Νικόλας) όταν διασταύρωσε τις ιστορίες που άκουγε από τους παλαιότερους.
Η μάγισσα ήταν μια χωριανή του που από μικρή ορφάνεψε και δεν ήθελε να πάει ψυχοκόρη πουθενά, αλλά προτίμησε να τριγυρνά ελεύθερη εδώ και εκεί βρίσκοντας ή ζητιανεύοντας πολλές φορές το φαγητό της ημέρας και μετά με τις ώρες καθότανε με τις ώρες πλάι στο ποτάμι. Το πατρικό της κατάντησε ρημάδι από την αφροντισιά και η ίδια από την απλυσιά μύριζε άσκημα. Τα παιδιά την πετροβολούσανε ή της τραβάγανε τα ρούχα και φεύγανε μην τα πιάσει. Η δύστυχη δεν είχε και πολλές επιλογές, μόλις είχε τελειώσει ο πόλεμος του 1897 και η Ελλάδα ήταν χαμένη. Ο εικοστός αιώνας που ανέτειλε δεν καλυτέρευε την κατάσταση, ο αγώνας για την επιβίωση δεν άφηνε και πολλά περιθώρια για φιλανθρωπίες. Καταφυγή της κοπέλας αυτής ήταν ένα ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής, που έβρισκε πολλές φορές καταφύγιο. Άλλωστε έβρισκε εκτός από το λάδι και ψωμί ή παξιμάδι φρούτα και ελιές, τα θεωρούσε σταλμένα από τον Θεό και βολευότανε με αυτά.
Τα τρόφιμα αυτά τα έστελνε ο ηγούμενος του μοναστηριού που υπήρχε εκεί κοντά, με το καλογέρι του. Γνώριζε την ύπαρξη του κοριτσιού και με αυτόν τον τρόπο την βοηθούσε να επιβιώσει, χωρίς να την προσβάλει αλλά και χωρίς να φαίνεται από πού έρχεται η βοήθεια. Το καλογέρι ένα παλικάρι που δεν ήταν ούτε εικοσάχρονο, είχε απορία και την εξέφρασε στον ηγούμενο του. Εκείνος πάλι θέλοντας να τον προφυλάξει από την κακοτοπιά του θύμιζε τακτικά τον θρύλο για το στοιχειό του ποταμιού. Του παράγγελνε δε, να αφήνει τα τρόφιμα να ανάβει τα καντήλια και αμέσως να φεύγει.
Πέρασαν τα χρόνια και πέθανε ο Ηγούμενος, το καλογέρι ηγούμενος ο ίδιος πλέον, συνέχισε αδιάλειπτα αν και αραιότερα να πηγαίνει τρόφιμα στο ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής, συνεχίζοντας την παράδοση και την υπακοή του στον Μακαρίτη.
Μετά την Μικρασιατική καταστροφή ήρθαν και εδώ πρόσφυγες. Το χωριό μεγάλωσε αλλά και η δύστυχη η μάγισσα δεν βρήκε ησυχία. Περισσότερα παιδιά τώρα την κυνηγούσαν και αυτής τα χρόνια πέρασαν και δεν μπορούσε να τρέχει να γλιτώνει τις πετριές, έτσι τακτικά την βρίσκανε οι πέτρες και σχεδόν πάντα τρέχανε αίματα στο πρόσωπο της και στα ρούχα της.
Ένα σούρουπο τα παιδιά την πήραν από πίσω με τις πέτρες και αυτή κατάφυγε στο ποτάμι. Τα ρούχα ήταν λασπωμένα και αποφάσισε να τα πλύνει. Διάλεξε μια συστάδα από τα δέντρα που νόμιζε πως δεν την έβλεπε κανείς και γδύθηκε. Μπήκε στο νερό και άρχισε να τρίβει τα ρούχα. Άκουσε θόρυβο λίγο παραπάνω και τρόμαξε, τεντώθηκε να δει τι συμβαίνει φοβισμένη και αμέσως πήρε το δρόμο για το χωριό τρέχοντας και ουρλιάζοντας «-το στοιχειό το στοιχειό». Βγήκε ο πρόεδρος και την μάζεψε τις έριξε μια κουβέρτα να κρύψει την γύμνια της και την πείρε στο σπίτι του. Εκείνη ακολουθούσε τρομαγμένη «-το είδα το στοιχειό, το είδα» φώναζε. Την έβαλε κοντά στο τζάκι παρήγγειλε της γυναίκας του να την τακτοποιήσει στον αχυρώνα και να φροντίσει να σταματήσει να φωνάζει. Η μάγισσα δεν ξαναπήγε σπίτι της ούτε και στη Αγία Παρασκευή, από τότε βολεύτηκε στο φουρνόσπιτο δίπλα στου προέδρου που της πήγαινε κάθε μέρα φαγητό. Η γυναίκα του προέδρου της έδωσε ρούχα, και προσπάθησε να δημιουργήσει ένα υποτυπώδες νοικοκυριό, αλλά άδικα δεν το κατάφερε. Φοβισμένη καθόταν σε μια γωνιά και μονολογούσε «-το είδα το στοιχειό, σας λέω το είδα, υπάρχει, υπάρχει τα στοιχειό».
Περνούσαν τα χρόνια μέχρι που ο Νικόλας πέρασε από το χωριό αναζητώντας και συλλέγοντας θρύλους από την Ελληνική ύπαιθρο μίλησε με την μάγισσα και φυσικά το επόμενο του βήμα ήταν το μοναστήρι να μιλήσει με τον ηγούμενο. Πέρασε ο Νικόλας το ποτάμι και ανέβηκε στο Μοναστήρι και κουβέντιασε με τον ηγούμενο για την ύπαρξη του στοιχειού.
Ο Ηγούμενος μόνος στο παλιό μοναστήρι τον υποδέχθηκε πολύ φιλικά και ευχαρίστως θέλησε να απαντήσει στις ερωτήσεις του, επειδή και αυτός είχε δει το στοιχειό και ήταν απόλυτα σίγουρος για την ύπαρξη του, του έλεγε και ο γέροντας του και η παράδοση του χωριού. Εξήγησε πως πριν από πολλά χρόνια, κάποιο σούρουπο θέλησε να πάει στο ποτάμι να πλυθεί. Διάλεξε έναν απόμερο τόπο που δεν φαινότανε από πουθενά και γδύθηκε να μπεί στο νερό, και σύμφωνα με την συνήθεια του άρχισε να ψέλνει, αλλά εκείνη ακριβώς την στιγμή του επιτέθηκε το στοιχειό φωνάζοντας το όνομα του και εκείνος φοβισμένος έφυγε, και κατέληξε με απόλυτη σιγουριά «-το είδα, το είδα το στοιχειό δεν είναι παραμύθια». Την επόμενη μέρα πήγε στην Αγία Παρασκευή και λειτούργησε και από τότε το στοιχειό δεν ξαναφάνηκε, ακόμα και τα τρόφιμα που του πήγαινε με εντολή του μακαρίτη δεν τελειώνανε και έτσι σταμάτησε να τα πηγαίνει.
Έτσι ξεδιαλύθηκε ο θρύλος του στοιχειού και της μάγισσας. Η άγνοια και η προκατάληψη έκανε δύο ανθρώπους να θεωρήσουν ο ένας τον άλλο στοιχειό και να ζωντανέψει ο θρύλος, αλλά οι χωριανοί δεν το παραδέχθηκαν και ακόμα φοβίζουν τα παιδιά τους με το στοιχειό για να προφυλάξουν από το ποτάμι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: