Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2009

Ο Πέτρος

Όταν συνήθως μιλάμε για την μικρασιατική καταστροφή, αναφερόμαστε κυρίως στην καταστροφή της Σμύρνης. Εστιάζουμε το θέμα στο μεγάλο αριθμό προσφύγων που δημιούργησε. Αυτό είναι λάθος, υπάρχουν και άλλες πολλές πολιτείες που καταστραφήκανε τότε και ένας ατελείωτος αριθμός προσφύγων. Αυτοί οι άνθρωποι κυνηγημένοι ταλαιπωρημένοι, αλλά κυρίως στιγματισμένοι αναζήτησαν καλλίτερη τύχη εκτός από την πατρίδα και σε άλλους τόπους, Αμερική, Καναδά, Αίγυπτο, Αυστραλία κλπ.
Προτού όμως φτάσουμε στην κορύφωση του διωγμού από τις πατρογονικές εστίες, υπήρξαν και επιμέρους πόλεμοι, μετατοπίσεις πληθυσμών, υποχρεωτικές μετακινήσεις, φτώχια και προσφυγιά. Η Πόλη, (Κωνσταντινούπολη), γέμισε, όχι μόνο από ταλαίπωρους κυνηγημένους, αλλά και από λογίς λογίς στρατεύματα. Διάβασα σε ένα βιβλίο που αναφέρεται «στην Παλιννόστηση στις γλυκές πατρίδες), του Άρη Κυριαζή, πως στα 1918 στην πόλη των 1.200.000 ψυχών υπήρχαν 4.500 ιερόδουλες, προκειμένου να εξυπηρετούν τις ανάγκες τόσων στρατιωτών. Ακόμα για τα τάγματα αγγαρείας, από όπου οι έλληνες δραπέτευαν και περνώντας από την Πόλη, προσπαθούσαν να φτάσουν στην Ελλάδα.Τέτοιος φυγάς ήταν και Λάζος, που κατάφερε αφού κρύφτηκε λίγο καιρό ανάμεσα στις πόρνες, να έρθει στην Ελλάδα. Εγκαταστάθηκε στον Βύρωνα που τότε δημιουργούτανε, ήταν ακόμα χωράφια.
Το κάθε κορίτσι που έφτανε να πουλά το κορμί του για να ζήσει, είχε και μια θλιβερή ιστορία. Συνηθισμένα πράγματα στον πόλεμο. Κι όμως πολλές φορές αυτά τα πλάσματα που δεν διαλέξανε ή που δεν μπορούσαν να διαλέξουν τρόπο ζωής είναι πολύ πιο ηθικά στοιχεία από τους άλλους τους καθώς πρέπει. Μια τέτοια ψυχούλα ήτανε και η Χαρά, που η μόνη της χαρά ήταν το όνομα της. Έκανε το σταυρό της και υπέμενε την μοίρα της, μέχρι που κάποια από τις πολλές φορές γκαστρώθηκε. Και τότε από την απελπισία της θέλησε να σκοτωθεί. Οι άλλες γυναίκες μέσα στο «σπίτι» την συμπονούσαν, την συμβούλευαν να το ρίξει, εκείνη ούτε να το ακούσει, έλεγε τι ένα φονικό, τι δύο; Θα σταματήσω την δουλειά να το μεγαλώσω.
Πράγματι σταμάτησε να εκδίδεται, δεν έφυγε όμως ποτέ από αυτό το κύκλωμα. Άρχισε να κάμει την παραδουλεύτρα στις πρώην συναδέλφους της, να πλένει ρούχα και να κάμει θελήματα. Έπρεπε να βρει πόρους να μεγαλώσει το μπάσταρδο. Γεννήθηκε μέσα στο πορνείο ο Πέτρος. Από τις κοινές γυναίκες ήτανε τα πρώτα χάδια, φωνές μεθυσμένων τα πρώτα νανουρίσματα. Πήγε η μάνα του στις επιτροπές, το δήλωσε γιό του στρατιώτη Λάζου, για να έχει κάποιο όνομα.
Παρά το γεγονός πως μπορούσε να το δώσει στο ορφανοτροφείο, δε συμφώνησε ποτέ, θέλοντας να του δώσει σωστή ανατροφή. Πίστευε πως θα το πουλούσαν και δεν θα το ξανάβλεπε, λέγοντας πως τάχα πέθανε από αρρώστια.
Ο Πέτρος διακρινότανε από τα πρώτα του κιόλας χρόνια για την αντίληψη και την ευφυΐα του. Ο πόλεμος τέλειωσε, τα στρατεύματα άρχισαν να αποχωρούν από την Πόλη και τα σπίτια σιγά σιγά να κλείνουν. Οι επιτροπές στα ορφανοτροφεία διοχέτευαν τα παιδιά με την βοήθεια του Ερυθρού Σταυρού στην Αθήνα. Σκέφτηκε η Χαρά να στείλει τον Πέτρο και αυτόν στην πατρίδα, και να πάει από εκεί να το πάρει. Του είπε λοιπόν για τον Λάζο Μπαλτά, ότι τάχα θα τον βρει, γιατί είναι ο πατέρας του, και αργότερα θα ερχότανε και εκείνη να είναι όλοι μαζί.
Το παιδί έμεινε στο ίδρυμα που διέθετε και σχολείο, ήτανε περίπου 6 με 7 χρονών, πανέξυπνο σαν όλα τα μπάσταρδα, καταλάβαινε τα πάντα με την πρώτη. Συντάξανε οι αρμόδιοι την πρώτη λίστα με τα παιδιά που θα πήγαιναν στην Ελλάδα, και του Πέτρου ήταν καταχωρημένο. Μετά την ενημέρωση των παιδιών για να ετοιμαστούν ο Πέτρος εξαφανίστηκε. Άδικα το γυρεύανε οι παιδονόμοι και οι δασκάλες. Μόλις έφυγε η ομάδα για το λιμάνι, γύρισε αυτός στον κοιτώνα του. Σε δύο μήνες που έγινε νέα αποστολή, αυτός πάλι κρύφτηκε μέχρι να φύγουν τα υπόλοιπα παιδιά.
Τον παρουσιάσανε στην επιτροπή, για να βγάλουν απόφαση τι να κάνουν, με τον απείθαρχο. Ένας από τα μέλη της επιτροπής, προσπάθησε να του μιλήσει –στον Πειραιά θα σε περιμένει η μάνα σου, δεν θέλεις να πάς να την βρεις; Αντέδρασε ο Πέτρος, εδώ είναι ο τόπος μου. Έκπληκτος ξαναρωτά, μήπως θέλεις να έρθεις στο δικό μου σπίτι; Το ίδρυμα θα κλίσει, που θα πάς; είσαι πολύ μικρός ακόμα; Βουρκωμένος ο μικρός κατέβασε το κεφάλι του. Και τον επήρε μαζί του. Ήτανε ο Ίσαρης, από τα μεγάλα ονόματα της εποχής. Μόλις φθάσανε στην έπαυλη του, τον παρέδωσε στην οικονόμο του σπιτιού, την Μαριώ, πρόσεξε τον, την ειδοποίησε γιατί είναι αντάρτης. Η Μαριώ μεγαλοκοπέλα ήταν, υπεύθυνη για την εύρυθμη λειτουργία όλου του σπιτιού, τον αγκάλιασε με πολύ στοργή, θα πάει σχολείο; Ρώτησε, Όχι θα μένει με το προσωπικό μέχρι να δούμε τι κατάληξη θα έχει.
Ο Ίσαρης παντρεμένος με την Αγγελική, είχε έξι παιδιά, τα οποία με συνοδεία κάθε πρωί πηγαίνανε στο σχολείο. Δεν άφηνε όμως και την Μαριώ παραπονεμένη, όταν αδιαθετούσε η Αγγελική.
Από τους προμηθευτές του αρχοντικού, που συχνά περνούσαν την πίσω πόρτα ήταν και ο Θανάσης. Έβλεπε στο βλέμμα του παιδιού το παράπονο, αλλά διέκρινε και την εξυπνάδα του. Ζήτησε από τον Ίσαρη να υιοθετήσει το ορφανό, μια και η γυναίκα του δεν μπορούσε να τεκνοποιήσει. Και ο Ίσαρης συμφώνησε εφ’ όσον το παιδί δεν θα είχε αντιδράσεις άσχημες. Ο Πέτρος το χάρηκε, αγκάλιασε το Θανάση, και έκαμε συμφωνία, δεν θα σε λέω πατέρα, ο δικός μου λεγότανε Λάζος. Ο Θανάσης χαμογέλασε, δεν με νοιάζει, αρκεί να είσαι ευτυχισμένος και να με αγαπάς. Και μετακόμισε ο Πέτρος στου Θανάση το σπίτι. Η Θανάσενα το έσφιξε στην αγκαλιά της με δύναμη, Θεέ μου σε ευχαριστώ, ψέλλισε, η αντίδραση του μικρού ήταν άμεση και αφοπλιστική –άσε το Θεό να κάνει την δουλειά του, και μείς την δική μας.
Το μαγαζί του Θανάση ήτανε μπακάλικο στην ρωμαίικη γειτονιά, εκεί μεγάλωνε ο Πέτρος βοηθώντας τον ευεργέτη του. Τον αποκαλούσε θείο, και ήταν ευχαριστημένος, που όποτε είχαν καιρό προσπαθούσε να του μάθει γραφή και ανάγνωση. Απέναντι ακριβώς υπήρχε ελληνικό εστιατόριο του Αποστόλη. Οι φιλίες που έπιασε στην γειτονιά, είχανε ένα κοινό χαρακτηριστικό, όλα τα παιδιά της παρέας ήταν εμπερίστατα.
Ο Αποστόλης βλέποντας τις ικανότητες του Πέτρου, πρότεινε στο Θανάση, να τον πάρει στο εστιατόριο, να βγάζει μεροκάματο. Ο Θανάσης αντιδρούσε, φοβότανε μήπως του φύγει το παιδί που ζωντάνεψε το σπιτικό του, από την άλλη όμως, ο πόλεμος ερχότανε, οι δουλειές λιγόστευαν, οι προύχοντες φεύγανε, και το παιδί χωρίς τέχνη πως θα επιβιώσει. Αύγουστος του 1936 ήτανε, όταν κάτσανε να κάνουν συμφωνία οι τρείς τους, ο Θανάσης, ο Αποστόλης και ο Πέτρος σε ηλικία μόλις 15 χρόνων, εγώ γκαρσόνι δεν γίνομαι, αγαπώ τον άνθρωπο που με ανέθρεψε και δεν τον εγκαταλείπω. Δεν σε θέλω γκαρσόνι, μάγειρα σε χρειάζομαι, η θέση του Θανάση στην καρδιά σου είναι μοναδική, δεν την ζηλεύω, απεναντίας βοηθάω και εκείνον που δεν πάει καλά, βοηθάω και σένα να μάθεις μια τέχνη να μην πεινάσεις ποτέ, και κάνω και εγώ την δουλειά μου. Ρωμιοί είμαστε και ό ένας έχει υποχρέωση να στηρίξει τον άλλον. Είπανε και άλλα πολλά, για την αρρώστια την Θανάσενας που δεν γιατρεύεται, για τα χρέη που μαγαζιού που άρχισαν να μαζεύονται και ο Πέτρος έσκυψε το κεφάλι, άλλαξε πόστο δουλειάς, και κάθε βράδυ γυρνούσε στο σπίτι του Θανάση που το θεωρούσε δικό του.
Η Θανάσενα λίγο καιρό έζησε ακόμα, την ακολούθησε ο Θανάσης σε λίγες εβδομάδες, μην αντέχοντας το καημό της, και ο Πέτρος μετακόμισε από το σπίτι, στο καμαράκι πίσω από το εστιατόριο του Αποστόλη. Εκτιμώντας την εργατικότητα την τιμιότητα και το φιλότιμο του Πέτρου, πρότεινε να εγκατασταθεί σπίτι του, άλλωστε δεν είχε οικογένεια ο Αποστόλης, εκείνος αποδέχτηκε την πρόταση.
Και πέρασαν τα χρόνια, ήρθε ο πόλεμος, τέλειωσε ο πόλεμος, στην Ελλάδα άρχισε ο αλληλοσπαραγμός, στην Πόλη το κλίμα για τους ξένους άρχισε να γίνεται δυσμενές. Στο σπίτι του Αποστόλη ένα μόνο πρόβλημα υπήρχε, η γκρίνια του να παντρευτεί ο Πέτρος να δει και αυτός εγγόνια, όπως έλεγε. Και ο Πέτρος απόλυτος, εγώ από προξενιό δεν παντρεύομαι, θα την βρω και θα με βρει.
Την πρωτοχρονιά του 1955 ο Αποστόλης είχε πληροφορίες για τα επερχόμενα και έβγαλε την μεγάλη απόφαση. Πέτρο εγώ θα πάω στην Ελλάδα, ο εμφύλιος τελείωσε, τα πράγματα ηρέμησαν, εδώ έρχεται αναταραχή και δεν ξέρω που θα καταλήξει. Ο Πέτρος αντιδρούσε, εδώ είναι ο τόπος μου, έλεγε και ξανάλεγε. Ο Αποστόλης ανυποχώρητος, θα φύγω ή μαζί σου ή μόνος μου, αν θέλεις να πάμε στην Αθήνα να ανοίξουμε εκεί ένα εστιατόριο, έλα, εάν πάλι δεν θέλεις κράτα αυτό. Λύγησε ο Πέτρος, έσκυψε το κεφάλι, πως θα το κάνουμε;
Ήτανε τότε άνδρας 34 χρόνων. Χρειάστηκαν αρκετές εβδομάδες, να μαζέψουν όσα χρήματα μπορούσαν, να τα μετατρέψουνε σε λίρες, να μαζέψουν και πληροφορίες για την Αθήνα. Μάθανε πως στην Κοκκινιά στην Νίκαια στην Καισαριανή και στον Βύρωνα υπήρχαν πολλοί πατριώτες, εκεί θα βρίσκανε βοήθεια. Στις 29 Ιουνίου έγινε το καθιερωμένο από χρόνια γλέντι, για την εορτή του Πέτρου και την επομένη ξεκίνησε για το ταξίδι στην Πατρίδα.
Έφτασε στο Πειραιά με το καράβι, βολεύτηκε σε ένα ξενοδοχείο, και βγήκε στο δρόμο να μάθει που είναι αυτές οι γειτονιές. Η Νίκαια και η Κοκκινιά κοντά στο Πειραιά ήτανε, αλλά δεν βρήκε κανέναν γνώριμο, ζούσαν εκεί πατριώτες από τα παράλια.
Ρωτόντας έφθασε και στον Βύρωνα, κοίταζε τις ταμπέλες στους δρόμους, οδός Κωνσταντινουπόλεως, οδός Βοσπόρου, Τατατούλων, αγίας Σοφίας Καλλιπόλεως, εδώ είμαστε σκέφτηκε και προχώρησε. Χάζευε τα μαγαζιά που σε πολλά του θυμίζανε τα Πολίτικα.
Περνώντας έξω από ένα καφενέ, άκουσε μια φωνή να τον καλεί, πατριώτη έλα μέσα, και μπήκε. –πόσες ώρες γυρνά με το μπογαλάκι στον ώμο, κάτσε να σε κεράσω ένα καφεδάκι, έφαγες τίποτα; Έχεις χρήματα; Που μένεις; Βροχή οι ερωτήσεις με έκδηλο ενδιαφέρον από τον καφετζή. Ο Πέτρος είπε πεινάω, και ο καφετζής φώναξε –Μωρή Ελένη, φτιάξε τίποτα να φάει ο μουσαφίρης μας, σε λίγο φτάσανε αυγά τηγανιτά με παστουρμά, ντομάτα με ρίγανη, λίγο τυρί ψωμί και μια κούπα κρασί. Ένα χαμόγελο που έσκασε, μαζί με την καλημέρα, η Ελένη, ήταν αρκετό για τον Πέτρο για να νοιώσει αμήχανα, ο καφετζής το κατάλαβε αμέσως. –Κόρη μου είναι είπε και καμάρωσε.
Αφού έφαγε ο Πέτρος πήρε θάρρος από την καλοσύνη που βρήκε και άρχισε να ρωτά για διάφορα πρόσωπα, αν δηλαδή είχαν κοινούς γνωστούς, εξήγησε τον λόγο που ήρθε μέχρι τον Βύρωνα ψάχνοντας το κατάλληλο μέρος για να ανοίξει το εστιατόριο μαζί με τον Αποστόλη που θα ερχότανε σε λίγο καιρό. Και με την κουβέντα και αναμοχλεύοντας τα περασμένα, αποκάλυψε και ο Καφετζής το όνομα του, Λάζος Μπαλτάς.
Κυνηγημένος στο διωγμό έφτασε εδώ και έστησε αυτόν τον καφενέ, παντρεύτηκε αλλά δεν το χάρηκε, διότι η γυναίκα του πέθανε στην γέννα, και με την βοήθεια της γειτονιάς μεγάλωσε η Ελένη, αναλαμβάνοντας από πολύ μικρή καθήκοντα νοικοκυράς. Νταμπλάς του ήρθε, του Πέτρου, ζήτησε λεπτομέρειες για την εποχή που πέρασε από την Πόλη, του είπε ότι η μάνα ισχυριζόταν πως ήταν δικό του παιδί, και πως από χρόνια τον έψαχνε, δεν αποκάλεσε κανέναν πατέρα, συγκινήθηκε ο Λάζος, παρότι φέρεις το όνομα μου, δεν είσαι παιδί μου, γνώρισα την μάνα σου, αλλά δεν πλάγιαζε με τον καθένα έτσι εύκολα όσο νομίζεις, το έκανε από ανάγκη γιατί ήταν τελείως απελπισμένη, ο πόλεμος βλέπεις μόνο δυστυχίες γεννά, ας είναι όμως, αν θέλεις κάτσε εδώ να κάνεις το εστιατόριο, υπάρχουν γύρω γύρω πολλοί πατριώτες και θα σας στηρίξουν.
Την επόμενη μέρα βρήκε ένα σπίτι το νοίκιασε, και άρχισε να ψάχνει το κατάλληλο σημείο, βρήκε στον Κοπανά, μαγαζί που το θεώρησε πρόσφορο για την περίπτωση, και έγραψε γράμμα στο Αποστόλη. Περιμένοντας την απάντηση, ξημεροβραδιαζότανε στον καφενέ του Λάζου, η απάντηση δεν ήρθε ποτέ, μεσολάβησαν τα Σεπτεμβριανά, γέμισε ο Βύρωνας με νέους πρόσφυγες, αυτοί την φορά Πολίτες. Μάταια έψαχνε ανάμεσα σε αυτούς τον Αποστόλη, δεν έμαθε τίποτα γι αυτόν, όπως δεν ήξερε τίποτα για την μάνα του, μόνο για τον Ίσαρη έμαθε πως είχε προλάβει εγκαίρως να φύγει, και είχε εργοστάσιο στο Ρέντη.
Ο Λάζος τον συμπόνεσε, άκου παιδί μου, έλα να μείνεις μαζί μας, βλέπω πως καλοβλέπεις την Ελένη και εκείνη σε θέλει, θα στην δώσω, να κάνεις το καφενέ μαγέρικο λαϊκό, να τρώνε οι πατριώτες ένα πιάτο φαΐ, να πίνουν ένα ποτήρι κρασί και να λένε το πόνο τους, όλοι οι άνθρωποι έχουν καημούς και κάπου πρέπει να ξεθυμαίνουν, ας είσαι εσύ αυτός, θα τους καταλαβαίνεις γιατί και συ είσαι πονεμένος. Ο Πέτρος έσκυψε το κεφάλι, συμφώνησε, ξόδεψε τα χρήματα που είχε φέρει, και μετέτρεψε τον καφενέ του Λάζου, σε ταβέρνα, «οινομαγειρείον ο Πέτρος» με απαίτηση του Πεθερού του έγραφε στην ταμπέλα απέξω. Η Ελένη έγινε Πέτρενα, στάθηκε βράχος δίπλα του τα επόμενα χρόνια, γνώρισαν οικογένεια και αυτός και εκείνη που του χάρισε επτά κόρες, οι πρώτες δύο δίδυμες. Μαγείρευε ο Πέτρος και σερβίριζε ο Λάζος, σε κάθε τραπέζι ένα ποτήρι παραπάνω πήγαινε πάντα, παράδοση που συνεχίστηκε ακόμα και όταν πέθανε, το ποτήρι τώρα ήτανε του Πέτρου. Άκουγε τι του λέγανε, και έκανε τέτοια ερωτήματα που να ξαλαφρώνει τους συνομιλητές του.
Υπήρξε μπεσαλής, και εχέμυθος, δεν είχε πελάτες, είχε μόνο φίλους και συντρόφους όπως έλεγε, κι ας του στοίχισε κάποιες φυλακίσεις. Βοήθησε όσο κόσμο μπορούσε με τον δικό του τρόπο, μια ψωμιέρα πάνω στο ψυγείο ήταν για όσους είχαν ανάγκη, κάθε φορά είχε και την αιτία γραμμένη σε χαρτί. Όταν κανείς δεν είχε χρήματα να πληρώσει, του έλεγε όταν θα έχεις να τα βάλεις στη ψωμιέρα. Το σημαντικότερο είναι ότι κανείς δεν τον εκμεταλλεύτηκε ποτέ, η ψωμιέρα πάντα κάτι περιείχε. Οι πελάτες είχαν γνωριστεί μεταξύ τους, μια παρέα γινότανε όλο το μαγαζί, ιδικά στις 29 Ιουνίου που γιόρταζε ο Πέτρος.
Δεν είναι δυνατόν να απαριθμήσουμε όλα τα γεγονότα στην ταβέρνα του Πέτρου, ούτε να δούμε όλους τους θαμώνες της, ο κάθε ένας είναι και μια ιστορία, πάντα πικραμένη, το γέλιο είναι σπάνιο φαινόμενο σε αυτό το περιβάλλον. Γεγονός είναι πάντως, πως τα χρόνια πέρασαν, παντρευτήκαν οι έξι από τις κόρες του, η τελευταία έμεινε για να τον γηροκομήσει. Το 1989 πέθανε η Πέτρενα, και τότε συγκατένευσε να δώσουν την ταβέρνα αντιπαροχή, με την συμφωνία να έχει ένα μικρό καφενεδάκι στην είσοδο, να περνούν οι φίλοι να πίνουν τον καφέ τους, κανένα ούζο και να συζητάνε. Η κόρη πήρε μια γκαρσονιέρα μένει και ένα διαμέρισμα να το νοικιάζει, να έχει έσοδο.
Αναταραχή επεκράτησε στο Βύρωνα, από την έλλειψη της ταβέρνας του Πέτρου, ώσπου να σηκωθεί η πολυκατοικία σκόρπισε η πελατεία. Όταν άνοιξε το καφενεδάκι είχαν απομείνει λιγοστοί φανατικοί του Πέτρου, πήγαιναν και τον βρίσκανε, να σέρνει τα πόδια από τα γεράματα, αλλά με διάθεση εφήβου. Παρά τις συστάσεις του γιατρού αυτός δεν έλεγε να κάτσει, σύνταξη είχε αλλά θεωρούσε χρέος προς τον Πεθερό του, να ανακουφίζει του πελάτες κουβεντιάζοντας μαζί τους. Ένα πρωινό και στη κουβέντα απάνω συγκινήθηκε τόσο, που έπαθε έμφραγμα και προτού έλθει το ασθενοφόρο ξεψύχησε μέσα στο καφενεδάκι. Στην κηδεία του κουβεντιάζανε για το πλήθος που τον συνόδευσε στην τελευταία του κατοικία. Ξένος μέσα στους ξένους, και όμως με όλους αυτούς κάτι διαφορετικό τον έδενε με τον καθένα χώρια.

Με λίγα λόγια

Μάχαιρα ἔπακμος ῥᾳδίως ὑπὸ λίθου κατάγνυται· καὶ ἄσκησις ἐπιτεταμένη συντόμως ἐκ τοῦ ὑπερηφανεῦσθε ἀπόλλυται.

Μαχαίρι κοφτερὸ σπάζει εὔκολα ἀπὸ τὴν πέτρα. Καὶ ἄσκηση ἐντατικὴ σύντομα χάνεται ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια.
Συγκλητικὴ

Κοινόβιον, ἀκηδίας ἀντίπαλον· ἀνδρὶ δὲ ἡσυχαστῇ, σύζυγος αὕτη αἰώνιος.

Τὸ κοινόβιο εἶναι ἐχθρός της ἀκηδίας, ἐνῶ στὸν ἡσυχαστὴ αὐτὴ γίνεται σύζυγος ἰσόβιος.
Κλίμαξ Ἰωάννου

Οὐ μὴ θαρρήσης ἐπὶ τῇ σωφροσύνῃ σου, ἴνα μὴ πέσης· ἀλλὰ φοβοῦ· ἐφ’ ὅσον γὰρ φοβῇ οὐδέποτε πίπτεις.

Να μὴν ἔχεις ἐμπιστοσύνη στὴ σωφροσύνη σου, γιὰ νὰ μὴν πέσεις· ἀλλὰ να ’χεις φόβο· διότι , ἐφόσον φοβᾶσαι, δὲν πέφτεις ποτέ.
Μ Ἀθανάσιος.

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2009

Ο Γλάρος


Ατέλειωτες ώρες έχω ξοδέψει παρατηρώντας την θάλασσα. Σήμερα εντύπωση, μου, έκαμε ένας γλάρος. Τα πουλιά στην αυλή μας, δεν είναι σπάνιο φαινόμενο, κάθε βράδυ τα σπουργίτια θα περάσουν να ξαποστάσουν στα αλμυρίκια, και να πάνε για ύπνο, κοράκια συχνά πυκνά, για να καθαρίζουν το περιβάλλον από ψοφίμια, πάντα σε ζυγό αριθμό, αυτά τα πουλιά είναι μονογαμικά, και όταν λείψει το ένα από τα δύο, το άλλο δεν ξανακυνηγά περιμένοντας από την κοινότητα να το τροφοδοτήσει.
Γλάροι, πολλοί γλάροι. Συνήθως όταν βλέπουμε αυτά τα πουλιά να βγαίνουν έξω στην στεριά, έρχεται κακοκαιρία. Τα βραχάκια γεμίζουν από γλάρους πολλές φορές. Κάποιες φορές φέρνουν και τα μικρά γλαράκια για εκπαίδευση, άλλοτε μεμονωμένα πουλιά κάθονται ακούνητα, ή ολόκληρο σμήνος κολυμπά και ταυτόχρονα ψαρεύει. κάποια φορά ένας γλάρος πιάστηκε στην σημαδούρα του δικτυού που είχε ο ψαράς απλώσει, και γύρω του γινόταν χαλασμός από φωνές και φτερουγίσματα των υπολοίπων, που προσπαθούσαν να τον ελευθερώσουν. Ο σημερινός γλάρος, μου, έκαμε ιδιαίτερη εντύπωση. Το κύμα ήταν αρκετά δυνατό, άλλο πουλί δεν υπήρχε όσο έβλεπε το μάτι και αυτός μέσα στην θάλασσα έμοιαζε να απολαμβάνει το μπάνιο του. Τα κύματα περνούσαν κι έσκαγαν στα βραχάκια και αυτός απτόητος έκανε τα τσαλιμάκια του. Με έβαλε σε σκέψεις, μήπως είναι γέρικο και έφτασε η ώρα του, και όπως πολλά ζωντανά έφυγε μακριά από την κοινότητα; Μήπως είναι κανένας τζαναμπέτης που τον διώξανε τα υπόλοιπα; Μήπως έχασε τον προσανατολισμό του; Μήπως; Μήπως; Μήπως;
Και η αναγωγή στην ανθρώπινη κοινωνία ήταν φυσικό επόμενο στο μυαλό μου. Υπάρχουν στην ζωή μοναχικοί άνθρωποι που τραβούν τον δρόμο τους. Αναρωτήθηκε κανείς γιατί άραγε να είναι μόνοι; Είναι από επιλογή μόνοι ή από εξαναγκασμό;
Σε κάθε περίπτωση η μοναξιά γεννά μελαγχολία. Όσες φορές μπορεί να είναι επιβεβλημένη, πρέπει να λογίζεται σαν φάρμακο, στην κατάλληλη δόση γιατρεύει, στην μεγαλύτερη σκοτώνει. Έχει ανάγκη ο άνθρωπος από μια δεύτερη γνώμη για οποιοδήποτε θέμα, από το ποιό απλό μέχρι το πλέον σύνθετο, αλλιώς αυξάνεται ο εγωισμός του, αφού πάντα κάνει το θέλημα του χωρίς συμβιβασμούς.
Συνήθως είναι λιγομίλητος και κατασταλαγμένος στις απόψεις του, και αν δεν είναι σατράπης και κυριαρχικός, θα είναι το μόνιμο θύμα και ο καλόβολος. Είναι των ακραίων καταστάσεων είτε θετικά, είτε αρνητικά.
Αυτήν την μοναξιά σχολίασε και ο Θεός:
Γεν2:18 Καὶ εἶπεν κύριος ὁ θεός Οὐ καλὸν εἶναι τὸν ἄνθρωπον μόνον· ποιήσωμεν αὐτῷ βοηθὸν κατ’ αὐτόν.
Και έκαμε την γυναίκα σύντροφο και συμπλήρωμα του ανθρώπου. Μέσα στο παράδεισο και τον λυπήθηκε, όχι σε αυτήν την πρόσκαιρη ζωή, την γεμάτη στενοχώριες και πίκρες.

Με την ευκαιρία που μιλάμε για πουλιά, επισκευτείτε αυτό το Blog http://tomonopatimou.blogspot.com/2009/09/blog-post_23.html
Τετάρτη 23-9-2009 Ένας φίλος, για να δείτε τη ευγνωμοσύνη ενός σπουργιτιού από την ανθρώπινη συμπεριφορά, και την ανταπόδοση της αγάπης


Τα γλαροπούλια εκπαιδεύονται

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2009

Τα ναυάγια. Α΄.

Τα ναυάγια.

Παρά την πρόθεση μου να είμαι σύντομος, το θέμα αυτό επεκτάθηκε σε 10 περίπου σελίδες. Σφικτό και συνοπτικό είναι το κείμενο, εν τούτοις το χώρισα σε τέσσαρα μέρη, για να μην κουραστούν οι αναγνώστες. Το ανάρτησα όλο την ίδια μέρα, για εκείνους που θέλουν να το διαβάσουν ολόκληρο.

το) ουσ. (Κ ναυάγιον) πλοίο που έχει βυθιστεί ή προσαράξει σε αβαθή ή σε σημείο της ακτής και δεν μπορεί να πλεύσει
λείψανο βυθισμένου ή σύντριμμα τσακισμένου πλοίου
(μτφ.) καταστροφή, πλήρης αποτυχία
(μτφ.) άνθρωπος ξεπεσμένος οικονομικά ή ηθικά.

Αυτή την μεταφορική εξήγηση, παρέχει το Μείζον Ελληνικό Λεξικό, και με αυτή περιγράφω συνοπτικά, τις σχέσεις τεσσάρων συμμαθητών της δεκαετίας του 1960, που για αρκετά χρόνια αργότερα, αντάμωναν στην ταβέρνα του Πέτρου, στον Βύρωνα.
Η ταβέρνα του Πέτρου ήταν από εκείνα τα μαγαζιά που σήμερα εκλείπουν. Τραπεζάκια φορμάικα, καρέκλες ψάθινες, 6 μεγάλα βαρέλια κρασί, 5-6 γάτες στα πόδια των φίλων, (δεν είχε πελάτες, μόνο φίλους), σε κάθε τραπέζι και ένα ποτήρι του Πέτρου, έπινε με όλες τις παρέες, και μια πινακίδα ξύλινη ξεβαμμένη κρεμασμένη απ’ έξω «οινομαγειρείον ο Πέτρος».
Την είχε πάρει προίκα μαζί με την Πέτρενα, κανείς δεν νοιάζονταν να τη φωνάξει ποτέ Ελένη, που του χάρισε επτά κόρες. Η Πέτρενα κουμαντάριζε τη ταβέρνα, τα κορίτσια σέρβιραν, όποτε ο Πέτρος ήταν φυλακή. Δύσκολα χρόνια για έχει κανείς πολιτικά φρονήματα και ελευθερία λόγου, η φυλακή και η εξορία ήταν συνηθισμένη κατάσταση για τον Πέτρο και τους πελάτες του.
Πάνω στο ψυγείο υπήρχε μια ψωμιέρα αλουμινένια, που χρησίμευε ως κουμπαράς. Ένα χαρτί έγραφε για ποιο λόγο μαζεύονταν κάθε φορά τα χρήματα. Όλοι συνεισέφεραν, άλλος λίγο άλλος περισσότερο, ανάλογα με το μεροκάματο της ημέρας, διότι όλοι τους ήταν μεροδούλι μεροφάι. Λογάριαζαν ακόμα, πως αύριο ίσως, θα είχανε ανάγκη την ψωμιέρα αυτή.
Κάθε χρόνο στις 29 Ιουνίου γέμιζε η ταβέρνα, γιόρταζε ο Πέτρος και κερνούσε όλους όσους έμπαιναν. Σπάνια έλλειπε κανείς από τους τακτικούς θαμώνες, εκείνη την ημέρα, κάνανε και προσκλητήριο να βρούνε τους αδικαιολογήτως απόντες. Μετά την μεταπολίτευση, η φυλακή δεν ήταν δικαιολογία.
Τέτοια μέρα, καλοκαίρι 1985 και μετά από τρία χρόνια απουσίας, βρέθηκε ο Βαγγέλης, το χαρτί πάνω στην ψωμιέρα έγραφε, χρειάζονται για τα εισιτήρια.
Ο Βαγγέλης ήταν ένα από τα τέσσαρα παιδιά, συμμαθητές που έμεναν σε μια αυλή. Μαζί με τον Σπύρο, τον Θεοδόση και Γιάννη, κάνανε όνειρα και σχέδια πως θα κατακτήσουν τον κόσμο, πως θα γίνουν μεγάλοι και τρανοί. Όλα τα παιδιά άλλωστε, τα ίδια όνειρα κάνουν, σε όλες τις εποχές. Μετά το δημοτικό στο κυνήγι του μεροκάματου, με κάθε τρόπο να βοηθήσουν την οικογένεια να ορθοποδήσει, να φύγουν από την αυλή, να πάνε σε διαμέρισμα, να έχει η οικογένεια δικό της αφοδευτήριο. Οι αυλές τότε λιγόστευαν με τις αντιπαροχές και οι εξώσεις ήταν συνηθισμένο φαινόμενο.
Ο Θεοδόσης γρήγορα συμβιβάστηκε με το κατεστημένο, έπιασε δουλειά ένα εμπορικό μετά σε βενζινάδικο και τέλος στο υαλοπωλείο του Εβραίου, και έκανε θελήματα διάφορα, μεταφέροντας τα ψώνια ή μαζεύοντας τα βερεσέδια. Άλλοτε τοποθετούσε κεραίες τηλεοράσεως και άλλοτε φιάλες υγραερίου, εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο το μεροκάματο.
Ο Γιάννης, δεν ήθελε αφεντικά στο κεφάλι του, προσπαθούσε να τα οικονομήσει πουλώντας αναψυκτικά στο κινηματογράφο το βράδυ ή λαχεία την ημέρα. Θεωρούσε έτσι πως είναι ανεξάρτητος και αφεντικό.
Ο Σπύρος δεν είχε μόνιμη απασχόληση, γύρναγε γύρω-γύρω στα καφενεία, και τον έπαιρναν οι μαστόροι στην οικοδομή, να κουβαλά νερό, να καθαρίζει και βοηθά όπου χρειάζεται. Πολλές φορές ακολουθούσε τον Ναπολέοντα τον φορτηγατζή, που έκαμε μετακομίσεις, και έκανε τον χαμάλη.
Ο Βαγγέλης τέλος, μεγάλωνε και ψαχνότανε, χανόταν μέρες και κανείς δεν ήξερε που βρίσκονταν. Πακέτα με χαρτιά μετέφερε, και πάντα λίγα χρήματα στην τσέπη του υπήρχαν. Πέρναγε από κάποια περίπτερα και οι περιπτεράδες του δίνανε τσιγάρα τζάμπα. Και στου Πέτρου την ταβέρνα είχε το ελεύθερο, να τρώει και να κερνά όποιον νόμιζε. Ήταν ομοϊδεάτης του ταβερνιάρη, και ποιος ξέρει ίσως να γίνονταν και γαμπρός του. Νύχτα κυκλοφορούσε, και πολλές φορές πέρασε από την Ασφάλεια και έφαγε τις σφαλιάρες του. Άνοιγε μαγαζιά και περίπτερα παίρνοντας όσα θεωρούσε εκείνος πως του αναλογούσαν, με βάση την θεωρία της κοινοκτημοσύνης, -τα αγαθά έλεγε είναι κτήμα όλου του λαού όχι των ολίγων-. Διάβαζε και διένειμε φυλλάδια απαγορευμένα και καλούσε όποιον έβλεπε να αλλάξουν τον κόσμο.
Στα 1969 και οι τέσσερεις μαζί πήγανε φαντάροι. Έτυχε να είναι εκείνη η χρονιά που η αυλή τους δόθηκε για γίνει πολυκατοικία. Τριάντα έξι μήνες υπηρεσία στην πατρίδα και επέστρεψαν στον Βύρωνα, και στην ταβέρνα του Πέτρου, που λογαριάζονταν δικοί και φίλοι, λόγω του Βαγγέλη. Ο Πέτρος τους περιποιόταν ιδιαίτερα, είχε 7 κορίτσια να παντρέψει.
Ο χαρακτήρας του καθενός ήταν αυτός που καθόρησε και τις κινήσεις τους από εδώ και ύστερα. Ο Θεοδόσης χωρίς δυσκολίες, με καθαρό μητρώο, εύκολα πήρε άδεια από την Δ.Ε.Μ.Ε. Διαμεταναστευτική Επιτροπή και έφυγε για το Βέλγιο. Θα γινότανε λέει μεταλλωρύχος, στην ουσία πήγαινε για να δουλέψει στις στοές, αλλά δεν το καταλάβαινε.
Ο Γιάννης χρεώθηκε και πήρε ένα αυτοκίνητο, έφτιαξε αυτοσχέδιους πάγκους, το φόρτωσε παιχνίδια και κασέτες, μπαταρίες αναπτήρες και άλλα ψιλικά, από όσους τον πίστωναν, γύρναγε στα πανηγύρια και στα παζάρια σε όλη την Ελλάδα και έγινε αφεντικό. Νοίκιασε ένα υπόγειο στο Παγκράτι, που ήταν μαζί και αποθήκη και σπίτι για να μένει.
Ο Σπύρος δεν άλλαξε καθόλου, στα καφενεία γύριζε να βρει το μεροκάματο, δεν τον προτιμούσαν γιατί του άρεσε η κουβέντα, μετέφερε και ερμήνευε καλλίτερα αυτά που ο Βαγγέλης δίδασκε. Δούλευε σερβιτόρος, γνώριζε κόσμο και έκανε γνωριμίες. Στην οργάνωση είχε εξέλιξη διότι ήταν οργανωτικός. Στα Τουρκοβούνια άνοιξε ένα μαγαζί οικιακών ειδών, πλαστικές λεκάνες και κουβάδες, σκούπες και φαράσια ήταν γεμάτο, στην ουσία ήταν ο τόπος συγκέντρωσης των αντικαθεστωτικών, μακριά από το κέντρο.
Και ο Βαγγέλης συνέχιζε τις μικροδιαρρήξεις, και την διανομή φυλλαδίων. Αρκετές φορές έκανε φυλακή, πέρασε και από το ΕΑΤ ΕΣΑ πήγε και δύο φορές στην Ικαρία εξορία. Αλλά υπήρξε πάντα αμετανόητος ιδεαλιστής.
Ήρθε η εποχή της Νομικής και του Πολυτεχνείου αργότερα, ο Βαγγέλης στην πρώτη γραμμή, ο Σπύρος παραπίσω, ο Γιάννης σε κάποιο πανηγύρι θα ήτανε πάντα, κυνηγούσε απεγνωσμένα το μεροκάματο, είχε ήδη παντρευτεί και περίμενε παιδί. Έτσι τους βρήκε και η μεταπολίτευση. Μετά την νομιμοποίηση των κομμάτων, άρχισαν να οργανώνονται.
Ο Σπύρος άρχισε τον αγώνα για την αλλαγή, του άρεσε η δουλειά που του ανάθεσαν, δουλειά καφενείου την λέγανε. Γύρναγε στα καφενεία και σχολίαζε την πολιτική κατάσταση, δημιουργούσε εντάσεις και έφευγε. Προσπαθούσε να περάσει το μήνυμα πως ο αγώνας συνεχίζεται, ήτανε ιδεαλιστής και πατριώτης, μα δεν ήταν ρεαλιστής.
Αντίθετα ο Γιάννης, άρχισε να αγανακτεί, κουραζότανε πολύ, και προκοπή δεν έβλεπε. Αφεντικό νόμιζε πως ήταν, αλλά τα χρέη τον πνίγανε, δεν περίσσευαν χρήματα για τις εισφορές της ασφάλειας, και μένανε ανασφάλιστοι όλη η οικογένεια. Αυτός δηλαδή η γυναίκα και το μωρό. Έψαχνε για δουλειά σε μαγαζιά, μα δεν εύρισκε. Εργάτης σε οικοδομή, ούτε που το συζητούσε. Άφηνε λοιπόν την γυναίκα στο υπόγειο και γύρναγε στα παζάρια της επαρχίας, η απογοήτευση που τον κυρίευε τον οδήγησε σιγά-σιγά σε παρέες κακές, αλλά συνηθισμένες σε περιοδεύοντες μικροπωλητές. Για πλάκα στην αρχή δοκίμασε να φουμάρει χασίς, του άρεσε και συνέχισε μέχρι που έγινε εξαρτημένος από τον προμηθευτή του, και κατάντησε «βαποράκι» του. Σκεφτότανε ακόμη να κάμει και δικιά του φυτεία, αλλά δεν το τόλμησε ποτέ.
Ο Βαγγέλης ανήσυχο πνεύμα, δεν ησύχασε. Γρήγορα τον κουράσανε τα κόμματα και αυτός τους κομματικούς, του αναθέτανε συνέχεια την αφισοκόλληση και αυτός αντιδρούσε, έτσι τον διώξανε, δεν τον είχαν ανάγκη πλέον. Ήτανε όλα νόμιμα. Οι παράνομοι ήταν βαρίδι στην επικοινωνία με τους πολλούς. Αυτός έκαμε ότι ήξερε να κάνει, διαρρήξεις στα περίπτερα και στα μαγαζιά. Που και που κανένα μεροκάματο στις μετακομίσεις και κάθε βράδυ γύρναγε στο κέντρο της Αθήνας, να μαζέψει νέα και πληροφορίες από πρώτο χέρι. Μπαινόβγαινε στην φυλακή αλλά είχε καλή αντιμετώπιση, παλιός γνώριμος που για να γλυτώσει λίγες σφαλιάρες στο κρατητήριο είχε καταντήσει χαφιές.
Αντάμωναν στου Πέτρου την ταβέρνα τακτικά οι τρείς, ακούγανε στο Τζου Μπόξ τον Βιολάρη να τους τραγουδά «ήτανε Θεέ μου μια φορά τρείς νέοι τρεις φίλοι τρία παιδιά» και αναζητούσαν το Θεοδόση. Απαραίτητη ήταν πάντα η συνάντηση του Ιουνίου στην γιορτή του Πέτρου, επειδή γινότανε προσκλητήριο.
Έτσι κυλούσανε τα χρόνια μέχρι την συνάντηση του 1981, στο συνηθισμένο τραπέζι των φίλων, προστέθηκε και πέμπτο ποτήρι, ήταν για το Θεοδόση που γύρισε. Η παρέα χωρισμένοι στα δύο, οι μεν Σπύρος και Βαγγέλης αισιόδοξοι για τα επερχόμενα και ο Θεοδόσης με τον Γιάννη απογοητευμένοι πλήρως. Ο Θεοδόσης γύρισε, αλλά όχι αρτιμελής, είχε αφήσει το αριστερό του χέρι σε κάποιο μηχάνημα πάνω. Τα πνευμόνια του ήταν μαύρα από το κάρβουνο και ο βήχας τον έκανε να μιλά σαν ατμομηχανή. Η σύνταξη που του έδωσε η εταιρεία πενιχρή, δεν επαρκούσε ούτε για τα βασικά αγαθά, έτσι έκανε θελήματα για να συμπληρώσει όσα του έλλειπαν. Ο Γιάννης, σωστό ερείπιο από την χρήση του χασίς, αφ’ ενός και αφ’ ετέρου απ’ τον καημό που τον παράτησε η γυναίκα και έφυγε με το παιδί, χωρίς να ξέρει που βρίσκονταν.
Στην αντίπερα όχθη ο Βαγγέλης εξαιρετικά ευδιάθετος, ετοίμαζε την μεγάλη δουλειά και θα αποσυρόταν να τρώει μια ζωή. Ο στόχος αυτή την φορά ήτανε τράπεζα και η λεία περίπου δυο εκατομμύρια δραχμές, αλλά δεν θα ήτανε μόνος. Ο Σπύρος τέλος, αισιόδοξος για την αλλαγή που κοντοζυγώνει, η ελευθερία και η καταξίωση είναι σχεδόν χειροπιαστές. Έχει με τους συντρόφους του, από τώρα μοιραστεί τα πόστα και αξιώματα, εκείνου του αναλογεί μια θέση στην ΥΠΕΔΑ. Τότε θα μπορεί να βοηθά τους φίλους του, ήταν πάντα ιδεολόγος και αγνός αγωνιστής.
Ήταν όμως η τελευταία φορά που έσμιξαν οι τέσσερεις μαζί στην ταβέρνα του Πέτρου. Την επόμενη φορά ο Βαγγέλης έλειπε. Τι είχε γίνει; Έκανε την μεγάλη δουλειά στην Τράπεζα. Σε συνεννόηση με κάποιον τραπεζικό που τον διευκόλυνε στην διάρρηξη, μπήκε μέσα πήρε τον σάκο με τα χρήματα όπως ήτανε σχεδιασμένα και έφυγε χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα. Πασίχαρος έτρεξε στο σπίτι του, για να μοιραστούν την λεία με τον τραπεζικό, αλλά το περίμεναν οι αστυνομικοί. Συνελήφθηκε επί τόπου, μετρηθήκαν τα χρήματα σωστά δύο εκατομμύρια, και τότε άρχισαν οι σφαλιάρες βροχή, να τους πει που έκρυψε τα υπόλοιπα οκτώ που έλειπαν. Ο έλεγχος στην τράπεζα έδειχνε να λείπουν δέκα εκατομμύρια. Στο δικαστήριο ο τραπεζικός ήτανε απόλυτος, λείπουν δέκα, τα υπόλοιπα οκτώ πρέπει να βρεθούν. Και ο Βαγγέλης καταδικάστηκε σε πολλά χρόνια φυλακή, και ας φώναζε πως έπεσε και αυτός θύμα κάποιου μεγαλύτερου απατεώνα. Το μητρώο του δεν τον βοηθούσε καθόλου, ήτανε αρκετά επιβαρημένο. Στις φυλακές των Τρικάλων ορίστηκε να εκτίσει την ποινή του και εκεί οδηγήθηκε.
Το τελευταίο ναυάγιο της παρέας, ο Σπύρος, μόλις επιτέλους ήρθε η πολύ αναμενόμενη αλλαγή, δεν διορίστηκε όπως προγραμμάτιζε στην ΥΠΕΔΑ, αντιθέτως αυτή η υπηρεσία άρχισε τους εξονυχιστικούς ελέγχους στο μαγαζί στα τουρκοβούνια, και επειδή δεν ήταν και καθ’ όλα νόμιμα το έκλεισε. Στις διαμαρτυρίες του, απάντησαν με προσφορά μια θέσεως οδοκαθαριστή, για να οργανώσει τους οδοκαθαριστές και αυτό την απέρριψε, τον διαγράψανε από τις οργανώσεις και βρέθηκε και αυτός, σαν όλους τους αγνούς αγωνιστές, έξω από το σύστημα.

Τα ναυάγια. Β΄.


Την επόμενη χρονιά 1982 αντάμωσαν οι τρείς, ακούγανε στο Τζου Μπόξ τον Βιολάρη να τους τραγουδά «ήτανε Θεέ μου μια φορά τρείς νέοι τρεις φίλοι τρία παιδιά» και αναζητούσαν τον Βαγγέλη, ο οποίος, όπως έμαθαν από τις εφημερίδες, είχε αποδράσει από την φυλακή και τον καταζητούσε η αστυνομία. Τον περιμένανε, ήτανε σίγουροι πως θα έρθει. Το ίδιο σίγουρος και ο αστυνόμος, που έστειλε από νωρίς το όργανο του να περιμένει, αλλά άδικα περίμεναν όλοι τους. Ο Βαγγέλης δεν ήρθε, ούτε εκείνη την χρονιά ούτε την επόμενη.
Έτσι φτάσαμε στο 1985, να βρίσκεται πάνω από την αλουμινένια ψωμιέρα, ανακοίνωση πως βρέθηκε ο Βαγγέλης και χρειάζονται χρήματα για τα εισιτήρια. Οι πιο πολλοί υπέθεταν πως τα εισιτήρια, αφορούσαν την επιστροφή του Βαγγέλη και ευχαρίστως έριχναν τον οβολό τους. Ο Πέτρος, όταν κάθισε στο τραπέζι τους, τα έπαιρνε όλα με την σειρά, τους είπε το μυστικό. Ο Βαγγέλης κρύβεται στο Άγιον όρος, και πρέπει να τον προλάβουμε πριν κάνει καμιά τρέλα και καλογερέψει. Αποφάσισαν οι φίλοι την άλλη μέρα κιόλας να φύγουν να πανε να τον βρουν. Μετρήσανε τα χρήματα, πήραν λίγα ρούχα μαζί τους και ξεκίνησαν για τον σταθμό Λαρίσης να πάρουν το νυχτερινό τραίνο για την Θεσσαλονίκη.
Δέκα και παραπάνω ώρες έκανε την διαδρομή η αμαξοστοιχία, και οι τρείς φίλοι δεν άλλαξαν κουβέντα. Καπνίζανε συνεχώς ακούγοντας το μονότονο ήχο που βγάζανε οι ρόδες τριβόμενες στις ράγες. Πρωί έφτασαν και μόλις αποβιβάστηκαν, γύρεψαν πληροφορίες και σε λίγο βρισκόντουσαν στην αφετηρία των λεωφορείων για Ουρανούπολη. Πρόλαβαν να πιούνε καφέ και το ταξίδι τους συνεχίστηκε, δεν νοιώθανε καθόλου κόπο, νύστα ή πείνα. Αγωνιούσανε να δουν το Βαγγέλη. Απογοήτευση τους περίμενε στην Ουρανούπολη, το καράβι για να μπούνε μέσα είχε φύγει και το επόμενο ήταν την άλλη μέρα. Κατέλυσαν σε ένα ξενοδοχείο και το έριξαν στον ύπνο. Το απόγευμα τους έκοψε η πείνα, και στο φαγητό πάνω, άρχισαν να κουβεντιάζουν, να αναλύουν την κατάσταση και να σχεδιάζουν τι θα του πουν όταν τον δουν.
Άσχετοι τελείως με το Άγιον όρος, και την νοοτροπία του, είχαν μόνο ένα όνομα, παπά Ισίδωρος, στην νέα σκήτη. Αυτός θα τους βοηθούσε.
Το καφενείο ήταν γεμάτο από ένα ετερόκλητο πλήθος, καλόγεροι, νέοι και ηλικιωμένοι, εργάτες, νεαροί προσκυνητές, κουβεντιάζανε όλοι μαζί. Πλησίασαν ένα μοναχό, που ήταν μόνος του να τον ρωτήσουν για τον Ισίδωρο και πώς να τον βρουν. Και μόλις του απεύθυναν το λόγο, εκείνος, σηκώθηκε και έφυγε. Πλησιάσανε ένα δεύτερο, και πριν ανοίξουν το στόμα του έδωσε τρία κομποσκοίνια και τους είπε κάντε ευχή. Ο Σπύρος νευρίασε λίγο, και κατευθύνθηκε σε μια παρέα μοναχών, ήταν πέντε μαζεμένοι γύρω από έναν μεγαλύτερο σε ηλικία, και τον ακούγανε να αγορεύει. –Πάτερ να διακόψω για λίγο; Ευγενικά προσπάθησε να πιάσει κουβέντα, και η απάντηση τον προσγείωσε απότομα. –όχι να μην με διακόψεις, κάτσε κάτω και μάθε να κάνεις υπακοή-. Τι κόσμος είναι αυτός αναρωτήθηκε; Και γύρισε στους άλλους –τα πράγματα δύσκολα τα βλέπω- με αυτό το συμπέρασμα γύρισαν στο ξενοδοχείο απογοητευμένοι και απαισιόδοξοι για την τελική έκβαση του εγχειρήματος. Στην σάλα του ξενοδοχείου καθόταν ένας ακόμα μοναχός, ηλικιωμένος με ένα μπογαλάκι μπροστά του, όταν μπήκανε μέσα τους κάλεσε να πάνε κοντά του. παιδιά μου κάτι θέλετε να μάθετε; Πήρε θάρρος ο Σπύρος, -θέλουμε να πάμε στο παπά Ισίδωρο, στην νέα σκήτη αν μου πληρώσετε το δωμάτιο απόψε να μείνω, επειδή δεν έχω χρήματα, αύριο θα σας οδηγήσω εγώ στον παπά . Αγρίεψε ο Σπύρος, βρε δεν μας παρατάς, δεν μας φτάνανε οι νταβατζήδες της Αθήνας, θα πληρώνουμε και παπά προστάτη.
Το άλλο πρωί μπήκανε στο καραβάκι. Όταν απέπλευσε άναψαν τσιγάρο, και αμέσως σηκώθηκε θύελλα διαμαρτυριών, από μοναχούς και λαϊκούς, σβήστε τα τσιγάρα, απαγορεύεται, δεν ντρέπεστε να λιβανίζεται το διάβολο και άλλα που τους τρόμαξαν, Βρε βρε τι κόσμος είναι τούτος, που έμπλεξε ο Βαγγέλης. Μετά την αποβίβαση στην Δάφνη, ανέβηκαν στο λεωφορείο για την πρωτεύουσα του Αγίου όρους, τις Καρυές να πάρουν διαμονητήριο. Πληρώσανε πεντακόσιες δραχμές ο καθένας τους, για δέκα ημέρες παραμονής στο Άγιον όρος. Βγαίνοντας από το πρωτάτο, κοίταζαν γύρω γύρω σαν χαζοί, η εικόνα που βλέπανε ερχότανε από το παρελθόν. Εκτός από το λεωφορείο που τους έφερε, δεν υπήρχε άλλο αυτοκίνητο. Μουλάρια και αγωγιάτες σε μια γωνιά. Κανείς καβαλάρης, όλοι πεζοί μέσα στην πολίχνη. Ένα δίπατο ξενοδοχείο με μαγειρείο στο ισόγειο που παράλληλα ήταν και μπακάλικο και εμπορικό και βιβλιοπωλείο και ταχυδρομείο και τηλεφωνείο. Βρε βρε τι κόσμος είναι τούτος, που έμπλεξε ο Βαγγέλης. Μπήκαν να ρωτήσουν. Πριν προλάβουν να μιλήσουν καν, τους αντιμετώπισε ο ξενοδόχος, είμαστε πλήρης, φαγητό φασολάδα σήμερα, και κάντε γρήγορα για να βρείτε κανένα κονάκι να σας φιλοξενήσει απόψε, αν δεν θέλετε να κοιμηθείτε κάτω από τα δέντρα. Που να πάμε; Γυρίστε προ τα πίσω στο ξηροποταμινό. Πήρανε οι τρείς φίλοι την κατηφόρα προς τα πίσω, φτάσανε στην Μονή Ξηροποτάμου, δειλά πέρασαν το κατώφλι. Ο ήλιος έδυε εκείνη την ώρα. Ένας μοναχός ήρθε τρέχοντας, ευλογείτε, ήταν ο χαιρετισμός του, μόλις προλάβατε, θα κλείναμε την θύρα, φάγατε; Σαστισμένοι κοιταχτήκανε μεταξύ τους, κατάλαβα συνέχισε αυτός, μισό λεπτό να κλείσω την πόρτα και πάμε στο μαγειρείο, η τράπεζα είναι κλειστή αυτή την ώρα. Τους οδήγησε στο μαγειρείο, σέρβιρε φασολάδα και ελιές, κι από ένα ποτήρι κρασί. Αμίλητος ο Μοναχός περίμενε στην άκρη να τελειώσουν, και όταν απόφαγαν τους οδήγησε στο αρχονταρίκι, κτύπησε μια πόρτα στο διάδρομο και φώναξε, δι’ ευχών, πάτερ Βαρνάβα τρείς ακόμα επισκέπτες. Έκανε μεταβολή και εξαφανίστηκε, η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε ο πάτερ Βαρνάβας, όπως συστήθηκε, τους εζήτησε ευγενικά τα διαμονητήρια, τα καταχώρησε στο μεγάλο βιβλίο πάνω στο τραπέζι, και τους οδήγησε σε ένα δωμάτιο με δώδεκα κρεβάτια. Τα μισά ήταν κατειλημμένα από Έλληνες, δύο από ξένους περιηγητές του Άθωνα και τέσσαρα άδεια, εκεί θα κοιμόντουσαν τους είπε.
Δεν ήταν εύκολο να κοιμηθούν από τόσο νωρίς, είχαν εκνευρισμό και απορίες πολλές. Ούτε και οι υπόλοιποι λογάριαζαν να κοιμηθούν και πιάσανε κουβέντα. Μάθανε οι τρείς φίλοι πράγματα που αγνοούσαν παντελώς. Ότι με το διαμονητήριο σε όποιο μοναστήρι πάνε θα έχουν δωρεάν διαμονή και φαγητό, αρκούσε να επιστρέφουν πριν την δύση του ηλίου. Κοιμόντουσαν στον κοιτώνα αυτόν, γιατί ο πυλωρός τους χαρακτήρισε επισκέπτες, αν τους έλεγε προσκυνητές, θα τους είχε δώσει ο π Βαρνάβας κελιά στην απέναντι πτέρυγα. Και το σημαντικότερο πως στον παπά Ισίδωρο θα φτάνανε την άλλη μέρα με το μοτόρι (το καΐκι που εκτελούσε την διαδρομή μέχρι την Λαύρα). Μετά από αυτά κοιμήθηκαν βαριά, που ούτε τα σήμαντρα ούτε τις καμπάνες ακούσανε. Το πρωινό τους βρήκε να κατηφορίζουν για την Δάφνη, να βρούνε το μοτόρι. Το δρομολόγιο ήτανε προγραμματισμένο για το μεσημέρι, και περιμένοντας προσπαθούσαν να πιάσουν κουβέντα με όποιον έβλεπαν, για να πληροφορηθούν κανένα νέο του Βαγγέλη. Μόλις αναφέρανε το όνομα του, εισέπρατταν σιωπή. Έφτασε η στιγμή να επιβιβαστούν και μια ώρα αργότερα, αποβιβάζονταν στην νέα σκήτη.

Τα ναυάγια. Γ΄.


Τον πρώτο καλόγερο που ρώτησαν για τον παπά Ισίδωρο, του έδειξε ένα σπίτι από τα πρώτα στην δυτική μεριά και αυτοί προχώρησαν. Η έκπληξη που τους περίμενε ήταν πέρα από κάθε προσδοκία. Κτυπώντας την πόρτα τους άνοιξε ο ηλικιωμένος μοναχός που αντάμωσαν στην Ουρανούπολη, ελάτε περάστε, καλόκαρδα τους υποδέχθηκε, λες και προχθές δεν συνέβη τίποτα. Σαστισμένοι προχώρησαν στο εσωτερικό του κελιού. Ο Σπύρος πιο θαρραλέος ψέλλισε –Τον παπά Ισίδωρο ψάχνουμε, και ο γέροντας απλά –εγώ είμαι, και ξέρω τι ψάχνετε και γιατί είστε εδώ. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, (μας δουλεύει σίγουρα αυτός) σκεφτήκανε και οι τρείς. Ο Γέροντας όμως συνέχισε απτόητος, το φίλο σας τον Βαγγέλη αναζητάτε, σωστά; Κούνησαν καταφατικά τα κεφάλια και οι τρείς. Θα μείνετε εδώ απόψε, να ξεκουραστείτε και αύριο θα τον δείτε. Ο Σπύρος που είχε εξελιχθεί όπως έδειχναν τα πράγματα σε αρχηγό της παρέας, σηκώθηκε όρθιος, αν ξέρεις που είναι πες μας αμέσως και εμείς θα πάμε να τον βρούμε. Με ένα μειδίαμα στα χείλια, αφού επιμένετε, προχωρήστε στα κατουνάκια στο κελί του πατρός Στεφάνου, και εγώ θα σας περιμένω να γυρίστε πριν νυχτώσει, να διανυχτερεύσετε εδώ.
Χωρίς να λογαριάσουν καθόλου κούραση και απόσταση ξεκίνησαν αμέσως για το καλύβι του π Στέφανου, σύμφωνα με το δρομολόγιο που τους έδωσε ο Γέροντας. Κοπιαστική και ανηφορική η πορεία. Μια ώρα και μισή περπάταγαν, ώσπου αντίκρισαν το κελί που έψαχναν. Μια φιγούρα γνώριμη στο δούλευε στον κήπο, Βαγγέλη Βαγγέλη φωνάξανε όλοι μαζί, και έκπληκτοι είδαν το φίλο τους, να το βάζει στα πόδια, Βαγγέλη Βαγγέλη, ξαναφώναξαν, αλλά αυτός επιτάχυνε το τροχάδην του μέχρι που χάθηκε από τα μάτια τους.
Απορημένοι μπήκανε μέσα στο κελί, αντίκρισαν ένα γέρο σκελετωμένο καλόγερο, που ούτε μια ματιά δεν τους έριξε, συνέχισε με ένα μαχαιράκι να κόβει ροδέλες φελλούς, το εργόχειρο του ήταν η κατασκευή καντηλήθρων. Εδώ είναι ο π Στέφανος; Καμία απάντηση. Βρε βρε τι κόσμος είναι τούτος, που έμπλεξε ο Βαγγέλης. Ας γυρίσουμε πίσω στο παπά Ισίδωρο να δούμε τι θα κάνουμε. Ο Γέροντας τους περίμενε, έστρωσε την τράπεζα με τα βρισκόμενα, τους έδωσε και από ένα ποτήρι κρασί και ώσπου να φάνε ετοίμασε το δωμάτιο που θα διανυχτέρευαν. Αμίλητοι και γεμάτοι απορίες τελείωσαν το φαγητό, όταν ήρθε ο γέροντας λέγοντας, πάμε έξω στην απλωταριά να κάνετε τσιγάρο, να σας λύσω και λίγες απορίες.
Και άρχισε ο Γέροντας, όπως καταλάβατε είμαι παπάς, βγαίνω κάποιες φορές στον κόσμο και εξομολογώ κόσμο. Οι φυλακές είναι μέρος που επισκέπτομαι συχνά, διότι άλλος είναι ο νόμος των ανθρώπων, και άλλα η χάρη του Θεού προστάζει. Εκεί γνώρισα και τον φίλο σας τον Βαγγέλη, έτσι ξέρω πως ο Σπύρος είναι ο πολυλογάς, Θεοδόσης είναι ο ανάπηρος, άρα ο Γιάννης είναι ο τελευταίος ο ναρκομανής. Σας γνώρισα και στην Ουρανούπολη, κοιμήθηκα όλη την νύχτα στην καρέκλα, επειδή δεν κάματε την αγάπη να με ελεήσετε. Ο Θεός σχωρέσει. Σας περίμενα εδώ σήμερα, γι αυτό και μαγείρεψα, και σας απέτρεψα να πάτε στον π Στέφανο, γιατί σήμερα Πέμπτη και κάθε Πέμπτη, σε αυτό κελί από πολλά χρόνια ασκούν την σιωπή. Επιβάλετε αλαλία και κανείς δεν τόλμησε ποτέ να την χαλάσει. Δεν θα σας μιλούσε ο φίλος σας σε καμία περίπτωση, και για να μην πέσει στο παράπτωμα προτίμησε να φύγει μακριά. Και συνέχισε, αν και εσείς κάνατε λίγο αγάπη προχθές προσφέροντας μου ένα δωμάτιο να κοιμηθώ, δεν θα είχατε ανάγκη τα διαμονητήρια, που στοίχισαν ένα κάρο λεφτά, δεν θα περνούσατε τόση αγωνία, και επί πλέον θα είχατε δει τον Βαγγέλη από χθες. Αλλά δεν έχετε εμπιστοσύνη στον Θεό, εμπιστευόμενοι την δική σας κρίση, έχετε ανάγκη όχι από προστάτη όπως με αποκαλέσατε, αλλά από οδηγό, να σας βοηθήσει να βρείτε τον δρόμο σας, ας είναι αύριο τα πάντα θα είναι τελείως διαφορετικά, ξημερώνει άλλη μέρα.
Τους μιλούσε και αυτοί αποσβολωμένοι τον άκουγαν χωρίς να μπορούν να αρθρώσουν λέξη, δεν κατάλαβαν πως πέρασαν οι ώρες. Σηκώθηκε κάποια στιγμή ο Γέροντας, άντε λοιπόν πέρασε η ώρα, πάμε να διαβάσουμε το μεσονυκτικό και τον όρθρο και μετά να ξεκουραστείτε λιγάκι. Αργά αργά προχώρησε στο εσωτερικό του κελιού, στο μικρό του εκκλησάκι, έβαλε το πετραχήλι του και άρχισε την ακολουθία, σαν σκιές μέσα στο σκοτάδι προβάλανε δύο μοναχοί ακόμα που τον συνέδραμαν. Όταν απόλυσε ο Γέροντας τους έστειλε για ύπνο, και εκείνοι αμίλητοι υπάκουσαν, τότε ένοιωσαν τον κόπο τόσων ημερών.
Το άλλο πρωί ξεκούραστοι αναζήτησαν τον Γέροντα, αλλά όπως τους πληροφόρησαν, οι μοναχοί που έψαλαν την νύχτα, πως ο Γέροντας έφυγε, και θα γύριζε σε λίγες μέρες πάλι, και πως εφ’ όσον θέλουν είναι ευπρόσδεκτοι να διαμένουν όσο καιρό νομίζουν στο καλύβι τους.
Ο Σπύρος, άτυπος πλέον αρχηγός, απεφάσισε να πάνε να δουν τον Βαγγέλη και μετά να βγάλουν απόφαση, έτσι ξαναπήραν τον ανήφορο. Αυτήν την φορά ο Βαγγέλης όχι μόνο δεν έφυγε τρέχοντας, αλλά τους περίμενε με λαχτάρα. Μετά την συγκινητική αντάμωση, κάτσανε να πιούνε καφέ στο μπαλκονάκι του κελιού και άρχισαν να απαιτούν εξηγήσεις. Ο Βαγγέλης πρόθυμα εξήγησε πως γνώρισε τον παπά Ισίδωρο στη φυλακή, εντυπωσιάστηκε από την ηρεμία του τον πλησίασε και εξομολογήθηκε σε αυτόν τα κρίματα του. Του έμαθε δε, ο Γέροντας πως άλλα είναι τα ανθρώπινα δικαστήρια και άλλη η κρίση του Θεού, αρκεί να υπάρχει διάθεση μεταμέλειας και έμπρακτη μετάνοια. Όταν δραπέτευσε δεν είχε που να πάει, έτσι αποφάσισε να’ έρθει εδώ στο Άγιον όρος να τον βρει, να τον συμβουλευτεί πώς να πορευτεί από εδώ και ύστερα. Και ο Γέροντας τον έστειλε υποτακτικό του π Στεφάνου, να τον βοηθάει στην ακολουθία, να μάθει το εργόχειρο του καντηληθρά και όταν φύγει από αυτή την ζωή να του μείνει το κελί κληρονομιά. Και κατέληξε φυλακή εκεί, φυλακή και εδώ, μόνο που εδώ η κράτηση και ο εγκλεισμός είναι εθελούσια κατάσταση και προσωπική επιλογή.
Απορημένοι τον κοίταζαν αμίλητοι, εκείνος συνέχισε, γιατί δεν έρχεστε και εσείς εδώ; Έτσι κι αλλιώς ναυάγια της ζωής είμαστε, εάν χάσαμε αυτήν την ζωή μπορούμε να κερδίσουμε την μέλλουσα. Ο Σπύρος αντέδρασε –γιατί ναυάγια; Έχουμε ιδέες, έχουμε γνωριμίες, έχουμε ικανότητες, τον διέκοψε ο Βαγγέλης ήρεμα, για σκέψου λίγο την παρέα μας, ένας δραπέτης, ένας χασικλής, ένας χρεοκοπημένος και ένας ανάπηρος τι μπορούμε να πετύχουμε; Εδώ αντιθέτως θα υποταχθούμε στον π Στέφανο για όσο ζει, είναι ήδη αρκετά γέρος και άμα πεθάνει, μας μένει το κελί, το εργόχειρο και η πελατεία που θα απορροφά την παραγωγή. Αν ζήσουμε κοινοβιακά, θα βάλει και ο Θεοδόσης την σύνταξη του στο ταμείο, θα περάσουμε καλά τα υπόλοιπα χρόνια μας, ήρεμα και γαληνεμένα, θα έχουμε και πνευματικό τον Γέροντα, να μεσιτεύει για μας στον Θεό. Μα μπορούμε; Ρώτησε ο Γιάννης, Όλοι χωράμε εδώ, σκεφτείτε το λίγο, μείνετε μερικές ημέρες εδώ ή στου Γέροντα και αποφασίστε, για μένα είναι μονόδρομος, αν βγω από το Άγιον όρος θα με κλείσουν ποιος ξέρει σε ποια φυλακή.

Τα ναυάγια. Δ΄.


Επικράτησε σιωπή για μεγάλο χρονικό διάστημα, την οποία έσπασε πρώτος ο Θεοδόσης, εγώ θα δοκιμάσω, δεν έχω να χάσω τίποτα, αντί να κάνω θελήματα εδώ και εκεί θα αράξω. Ο Γιάννης συμφώνησε αμέσως, ενδόμυχα σκεπτόταν πως μπορεί στον κήπο να βάλει και λίγα δενδρύλλια να ικανοποιεί το πάθος του και ο Σπύρος φαντάζονταν κιόλας το εαυτό του αρχηγό της συνοδείας, και πρότεινε να κάτσουν εκεί όσο τους επιτρέπει το διαμονητήριο, περιμένοντας τον παπά Ισίδωρο να γυρίσει για να κάνουν συμφωνία για τις λεπτομέρειες.
Μετά από τέσσαρες ημέρες ο Γέροντας επέστρεψε και κατέβηκαν να τον βρουν. Εκείνος αφού τους άκουσε υπομονετικά, με πολύ αγάπη τους επανέφερε στην πραγματικότητα. Αυτά που λέτε δεν είναι σοβαρή απόφαση, σας κυβερνά ο ενθουσιασμός, δεν κάνουν όλοι για Μοναχοί, η κλήση εάν δεν είναι από τον Θεό θα ματαιοπονείτε, και στο τέλος θα χάσετε και αυτήν την ζωή και την άλλη, το ναυάγιο εάν συμβεί στο πέλαγος μπορεί να δικαιολογηθεί, αν όμως γίνει μέσα στο λιμάνι δεν υπάρχει καμία δικαιολογία. Καλλίτερα να γυρίστε πίσω και να αφήσετε τον Βαγγέλη να χαράξει την πορεία του και αυτός θα εύχεται για σας.
Ο Σπύρος θύμωσε, γιατί παπά; Ότι μπορεί ο ένας το μπορούν και οι άλλοι, ίσες ευκαιρίες για όλους ζητάμε, και άρχισε να αγορεύει όπως έκανε στα καφενεία. Ο Γέροντας άκουγε αμίλητος και ανέκφραστος μέχρι να σιωπήσει ο Σπύρος, και με τρείς λέξεις τερμάτισε την συζήτηση, «κάντε ότι καταλαβαίνετε». Οι φίλοι το θεώρησαν κατάφαση και ξαναπήραν τον ανήφορο να βρουν τον Βαγγέλη, να οργανώσουν την εγκατάσταση τους στο κελί του π Στέφανου. Σε δεκαπέντε ημέρες είχαν κουβαλήσει λίγα πράγματα, κυρίως ρούχα και τσιγάρα και εγκατασταθήκαν στο κελί του π Στεφάνου.
Εκείνος τους δέχθηκε χωρίς αντίρρηση, τους είπε όμως σε τόνο που δεν σήκωνε αντίλογο να σέβονται απόλυτα την αλαλία της Πέμπτης, αν θέλουν να μην ερημώσει το κελί, μια παράδοση πολλών δεκαετιών δεν πρέπει να σταματήσει. Δεν τον άκουσαν όμως, από τον πρώτο μήνα κιόλας έσπασε αυτή η παράδοση. Άρχισαν να ανοικοδομούν το κελί, μεγάλωσαν το κήπο, επέκτειναν το εργόχειρο εκτός από τις καντηλήθρες σε σταυρουδάκια πρεσαριστά, ακόμα σε κομποσκοίνια και αναζητούσαν τρόπο να μάθουν να κάμουν και λιβάνι, επειδή απόφερε καλό κέρδος. Παράλληλα ριχτήκανε στην μελέτη με το ζήλο του αρχαρίου. Ο π Στέφανος έκανε αλαλία πέντε ημέρες την εβδομάδα, για να αναπληρώσει τον κανόνα των υποτακτικών του.
Ο Σπύρος φυσικός αρχηγός, γύριζε σε όλο το Άγιον όρος, έκανε γνωριμίες, καλλιεργούσε δημόσιες σχέσεις για λογαριασμό της παρέας του. Μόλις πέρασαν έξι μήνες, θεώρησε ότι είναι έτοιμοι να καρούν Μοναχοί. Αφελώς νόμιζε ότι μπορεί αυτός να αποφασίζει χωρίς την γνώμη του πνευματικού. Δυστυχώς γι’ αυτούς δεν είχαν πνευματικό, τους αρκούσε μόνο που μένανε μαζί με τον π Στέφανο, τον αποκαλούσαν Γέροντα και ήσαν ικανοποιημένοι. Μαζί και οι τέσσερεις κατέβηκαν ένα πρωινό στον παπά Ισίδωρο να ζητήσουν να γίνουν οι κουρές, διότι ο π Στέφανος βαραίνει και αν πεθάνει και αυτοί είναι ακόμα λαϊκοί δεν μπορούν να οριστούν ως κληρονόμοι του κελιού. Εκείνος τους παρέπεμψε στον ηγούμενο της Λαύρας, της κυριάρχου Μονής.
Ο Σπύρος το θεώρησε υπεκφυγή, έβαλε τις φωνές, παπά εγώ καλά σε κατάλαβα από την αρχή, δεν με θέλεις εδώ, γιατί είναι καλύτερος και οργανωτικότερος από σένα, ζηλεύεις και δεν αφήνεις τους νέους να εξελιχθούν, είπε και άλλα πολλά, από κείνα που είχε μάθει στα κομματικά γραφεία να ξεστομίζει σε κάθε ευκαιρία. Μόλις σταμάτησε, ο Γέροντας ρώτησε φάγατε; Θέλετε να σας φιλέψω ή θα φύγετε; όχι θα φύγουμε, στο καλό να πάτε.
Το άλλο πρωί βρήκε την παρέα των τεσσάρων φίλων να παίρνει το μοτόρι για την Λαύρα. Βρήκαν το ηγούμενο, του είπαν αυτά που νόμιζαν σωστά, και εκείνος τους απέπεμψε λέγοντας θα κουβεντιάσουμε για κουρές αφού περάσουν τουλάχιστον τρία χρόνια, και δεν έρθετε μόνοι σας αλλά σας φέρει ο Γέροντας που θα αναλάβει να σας μάθει τι είναι η καλογερική ζωή, και πως είναι η συμπεριφορά στον αγιασμένο τούτο τόπο. Με σκυμμένα τα κεφάλια γύρισαν στον Γέροντα και του ζήτησαν να αναλάβει να τους διδάξει. Αυτός αρνήθηκε λέγοντας, δεν έχετε από Θεού κλήση, αλλά δικό σας θέλημα και ο μεν Βαγγέλης δεν έχει άλλη λύση και να μείνει οι υπόλοιποι, πρέπει να δαμάσετε την σκέψη σας, να κλειδώσετε την γλώσσα σας, να ανοίξετε τα αυτιά σας να μάθετε να υπακούετε και να έχετε εμπιστοσύνη στο θέλημα του Θεού και την κρίση των Γεροντότερων.
Λυπημένοι ανηφόρησαν για το κελί του π Στεφάνου, και ο Σπύρος προτού φτάσουν είχε βρει την λύση. Αδελφοί ακούστε με, γνώρισα κάποιους άλλους καλογέρους που τους αποκαλούν ζηλωτές, θα πάω να δω τι μπορούμε να κάνουμε, δεν θα έχουμε ανάγκη ούτε το Ισίδωρο ούτε κανέναν άλλον.
Ο Βαγγέλη δαγκώθηκε, είσαι σίγουρος; ναι, άμα σου λέω εγώ, δεν χωρά αμφιβολία, έχω κάνει και προκαταρτικές επαφές, μας θέλουν και θα μας δώσουν και κελί να εγκατασταθούμε αμέσως, και βοήθεια όση χρειαστούμε αρκεί να φύγουμε από τους πλανεμένους και να πάμε μαζί τους. Το άλλο πρωί ο Σπύρος έφυγε μόνος του, βρήκε αυτούς που έλεγε, τα συμφώνησε όλα και σε δέκα ημέρες μετακόμιζε η παρέα από το κελί του π Στεφάνου, για το δικό της κελί, το ίδιο βράδυ τέλεσαν τις κουρές, ονομάστηκε ο Γιάννης Ιωάσαφ, ο Θεοδόσης, Θεόδουλος, ο Βαγγέλης ονομάστηκε Εζεκίας και ο Σπύρος, Σαμψών και ανέλαβε γέροντας της συνοδείας. Όλους μαζί τους λέγανε, οι Βυρωνιώτες ζηλωτές και τους απέφευγαν οι υπόλοιποι πατέρες του Αγίου Όρους. Μόνο με τους ομοϊδεάτες ζηλωτές συγχρωτίζονταν.
Λυπήθηκε πολύ ο π Στέφανος και έβαλε κανόνα να μην ξαναμιλήσει μέχρι να κοιμηθεί, άδικα κουραζότανε ο Γέροντας παπά Ισίδωρος να τον μεταπείσει λέγοντας, πως αυτοί από μόνοι τους διαλέξανε, να είναι στην ζωή αυτή για πάντα ναυάγια
Ο Σπύρος ή Γέροντας Σαμψών, πλέον έβγαινε και στον κόσμο, και έκανε κηρύγματα και μάζευε και χρήματα από ένα μεγάλο αριθμό παλαιοημερολογιτών. Τον αντάμωσα τελευταία φορά στην ταβέρνα του Πέτρου να τον παρηγορεί, μετά την κηδεία της Πέτρενας, στα 1989 ήταν και η τελευταία συνάντηση των φίλων του Πέτρου, διότι έδωσε το μαγαζί αντιπαροχή και έγινε πολυκατοικία με ένα μικρό καφενεδάκι στο ισόγειο ίσα ίσα να χωρά πέντε έξι φίλους, μέχρι να πεθάνει και ο Πέτρος.

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2009

Ἴαμβοι καὶ ἐπιγράμματα.

Δεν περίμενα να έχω τόσους αναγνώστες Μοναχούς, ή τουλάχιστον να δηλώνουν τέτοιοι. Δεν το ανάρτησα το προηγούμενο κείμενο, για να εκθειάσω κανένα, άλλωστε κείμενο πολλών αιώνων είναι και ενός πατρός από τους μεγαλύτερους της Εκκλησίας μας.
Στους Μοναχούς αφιερώνω την σημερινή ανάρτηση, και σε πολυτονικό σύστημα γραφής, για να το χαρούν περισσότερο. Άλλωστε η παροιμία λέει (αν δεν παινέψεις το σπίτι σου, θα πέσει να σε πλακώσει)

Θεόδωρος Στουδίτης
Ἴαμβοι καὶ ἐπιγράμματα.

Χαίρετε, ἄνδρες ἀριστέες τοῦ Ἀχιλῆος ὕπερθεν.
Κτεῖναι μὲ Ἕκτορα οὗτος κρατερὸν ξιφέρῃ.
Οἱ δέ, μοναζόντων θωρηξάμενοι πολιτείαν,
Χεῖρε λαβόντες ἄορ εὐπειθοῦς της ὁσίας,
Σφάξατε τὸν Βελίαρ, σκότεος μεγαλαύχεα νοῦα.
Ἔνθεν ἀπήρκατε εἰς οὐρανόαν ἀθλοφόρως,
Δερματίδα προσαφέντες τἀνθάδε τὴν νεκρὰν μόνην.

Μετάφραση
Χαίρετε, ἄριστοι ἄνδρες, ἀπὸ τὸν Ἀχιλλέα ἀνώτεροι.
Αὐτὸς μὲ τὸ ξίφος μπόρεσε νὰ σκοτώσει τὸ δυνατὸ Ἕκτορα.
Ἐσεῖς ἔχοντας ντυθεῖ τὸν ὁπλισμὸ τῆς μοναχικῆς πολιτείας
καὶ παίρνοντας στὰ δυὸ χέρια τὴ ρομφαία τῆς ὁσίας ὑπακοῆς,
σφάξατε τὸ Βελίαρ, τὸ ὑπερήφανο νοῦ τοῦ σκοταδιοῦ.
Ἀπὸ ἐδῶ ἀναχωρήσατε γιὰ τὸν οὐρανό, ἀθλοφόροι,
ἀφήνοντας ἐδῶ κάτω μόνο τὸ νεκρό σας σῶμα.

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2009

Προεκλογικά

Ελάχιστοι είναι οι παραθεριστές που ακόμα δεν έφυγαν από το νησί μας. Τα σχολεία άνοιξαν, οι φροντίδες των γονέων για τα βλαστάρια τους πολλές και ο χρόνος λίγος. Τα σκοτάδια που έρχονται νωρίτερα, η προεκλογική περίοδος που ζούμε, είναι κάποιοι από τους λόγους που η αυλή και το μπαλκονάκι του Πυθαγόρα έχει ησυχία.
Καιρός επομένως για περισσότερη περισυλλογή και μελέτη.
Επειδή είναι προεκλογική περίοδος, χωρίς να πολιτικολογώ, παραθέτω ένα απόσπασμα από λόγο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, μεταφρασμένο στην καθομιλουμένη, για να γίνει κατανοητό από όλους. Αναφέρεται στα προσόντα που πρέπει να διακρίνουν τον άρχοντα, και ας τον λέει βασιλιά, είναι γραμμένος στα τέλη του 4 αιώνος. Σε άλλη ευκαιρία έχω γράψει πως πρέπει να επιλέγονται άνθρωποι που πρώτα διέπρεψαν ως οικογενειάρχες, για να ωφελήσουν και το σύνολο, ο Ιερός Χρυσόστομος εμβαθύνει πολύ περισσότερο.
Ιωάννης Χρυσόστομος
Αν σου φαίνεται, καλό, αφού βάλουμε την βασιλεία, η οποία είναι το κορυφαίο αγαθό, δίπλα στη φιλοσοφία αυτή του μοναχικού βίου, ας εξετάσουμε τους καρπούς του καθενός από τα αποκτήματα αυτά, για να μάθουμε με ακρίβεια σε ποιους ασκεί εξουσία ο βασιλιάς και σε ποιους ο φιλόσοφος μοναχός.
Ο βασιλιάς λοιπόν εξουσιάζει πόλεις και χώρες και πολλά έθνη, έχοντας κάτω από τις διαταγές του στρατηγούς και υπάρχους και στρατεύματα και λαούς και συμβούλια, ενώ αυτός που αφιέρωσε τον εαυτό του στο Θεό και επέλεξε την μοναχική ζωή κυριαρχεί πάνω στο θυμό και το φθόνο και την φιλαργυρία και τις ηδονές και τα άλλα πάθη με τη σκέψη πάντοτε και τη φροντίδα να μην επιτρέψει να κυριευτεί η ψυχή του από τα αισχρά πάθη, ούτε να υποδουλωθεί ο νους του σε σκληρή τυραννία, αλλά κρατεί πάντοτε τη σκέψη του επάνω από όλα, αφού θέσει επιστάτη στα πάθη του το φόβο Θεού.
Τέτοια λοιπόν εξουσία και κυριαρχία έχει ο βασιλιάς και τέτοια εξουσία έχει ο μοναχός, ώστε πιο σωστά θα μπορούσε κανείς να ονομάσει αυτόν βασιλιά, παρά εκείνον που λαμπρύνεται με βασιλικό ένδυμα και διάδημα και που κάθεται πάνω σε θρόνο χρυσό.
Διότι στην πραγματικότητα βασιλιάς είναι αυτός που χαλιναγωγεί το θυμό και τις ηδονές και που κυβερνά τα πάντα σύμφωνα με τους νόμους του Θεού και που διατηρεί ελεύθερο το νου και που δεν επιτρέπει να κυριαρχήσει στην ψυχή η τυραννία των ηδονών.
Αυτόν ευχαρίστως θα το έβλεπα άρχοντα και της γης και της θάλασσας και των πόλεως και των λαών και των στρατευμάτων. Διότι αυτός που με το λογισμό εξουσιάζει τα πάθη της ψυχής, εύκολα θα μπορούσε να κυβερνήσει και ανθρώπους μα τους θείους νόμους, ώστε να έχει θέση πατέρα για τους υπηκόους, συμπεριφερόμενος προς τις πόλεις με πολλή πραότητα.

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2009

ألف ألف مبرووك

Με πόνο γράφω αυτήν την σημείωση, για την γενίκευση της χρήσεως των λατινικών χαρακτήρων, για όλες τις γλώσσες. Όσο δεν υπήρχε η δυνατότητα αυτή, είχαν άλλοθι οι χρήστες, σήμερα που μπορούμε πρέπει να διαφυλάξουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε γλώσσας και πολιτισμού.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα δείγμα γλώσσας, που δεν είναι αραβική δεν είναι ελληνική δεν είναι αγγλική και όμως για κάποιους είναι κατανοητή!
Alf Alf Mabrouk Mary mou na ton xairese panta..
Mabrouk Mabrouk Mabrouk Mary mou ke sta anotera
=ألف مبرووك
Δεν ξέρω αν είναι παρήγορο, ελπίζω να μην είναι, το γεγονός ότι δεν χάνεται μόνο η Ελληνική γλώσσα, από την χρήση του διαδικτύου.
Έχουμε μια περίπτωση συγχαρητηρίων από μία κυρία σε μία άλλη, φίλη ως εξής
(Alf Alf Mabrouk Mary mou na ton xairese panta..)
Το Mabrouk αποδίδεται συγχαρητήρια, καλορίζικα, με υγεία και το Alf σημαίνει χίλια. Mary είναι το Μαίρη τα υπόλοιπα τα καταλαβαίνεις νομίζω.
Λατινικοί χαρακτήρες και εδώ, για απόδοση της αραβικής γλώσσας, θα έπρεπε να γράφει ألف ألف مبرووك και όχι Alf Alf Mabrouk που δεν σημαίνει τίποτα.
Στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης αυτή η μη αναστρέψιμη κατάσταση;
Το ξαναλέω για μένα είναι καημός.