Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

Τα ναυάγια. Α΄.

Τα ναυάγια.

Παρά την πρόθεση μου να είμαι σύντομος, το θέμα αυτό επεκτάθηκε σε 10 περίπου σελίδες. Σφικτό και συνοπτικό είναι το κείμενο, εν τούτοις το χώρισα σε τέσσαρα μέρη, για να μην κουραστούν οι αναγνώστες. Το ανάρτησα όλο την ίδια μέρα, για εκείνους που θέλουν να το διαβάσουν ολόκληρο.

το) ουσ. (Κ ναυάγιον) πλοίο που έχει βυθιστεί ή προσαράξει σε αβαθή ή σε σημείο της ακτής και δεν μπορεί να πλεύσει
λείψανο βυθισμένου ή σύντριμμα τσακισμένου πλοίου
(μτφ.) καταστροφή, πλήρης αποτυχία
(μτφ.) άνθρωπος ξεπεσμένος οικονομικά ή ηθικά.

Αυτή την μεταφορική εξήγηση, παρέχει το Μείζον Ελληνικό Λεξικό, και με αυτή περιγράφω συνοπτικά, τις σχέσεις τεσσάρων συμμαθητών της δεκαετίας του 1960, που για αρκετά χρόνια αργότερα, αντάμωναν στην ταβέρνα του Πέτρου, στον Βύρωνα.
Η ταβέρνα του Πέτρου ήταν από εκείνα τα μαγαζιά που σήμερα εκλείπουν. Τραπεζάκια φορμάικα, καρέκλες ψάθινες, 6 μεγάλα βαρέλια κρασί, 5-6 γάτες στα πόδια των φίλων, (δεν είχε πελάτες, μόνο φίλους), σε κάθε τραπέζι και ένα ποτήρι του Πέτρου, έπινε με όλες τις παρέες, και μια πινακίδα ξύλινη ξεβαμμένη κρεμασμένη απ’ έξω «οινομαγειρείον ο Πέτρος».
Την είχε πάρει προίκα μαζί με την Πέτρενα, κανείς δεν νοιάζονταν να τη φωνάξει ποτέ Ελένη, που του χάρισε επτά κόρες. Η Πέτρενα κουμαντάριζε τη ταβέρνα, τα κορίτσια σέρβιραν, όποτε ο Πέτρος ήταν φυλακή. Δύσκολα χρόνια για έχει κανείς πολιτικά φρονήματα και ελευθερία λόγου, η φυλακή και η εξορία ήταν συνηθισμένη κατάσταση για τον Πέτρο και τους πελάτες του.
Πάνω στο ψυγείο υπήρχε μια ψωμιέρα αλουμινένια, που χρησίμευε ως κουμπαράς. Ένα χαρτί έγραφε για ποιο λόγο μαζεύονταν κάθε φορά τα χρήματα. Όλοι συνεισέφεραν, άλλος λίγο άλλος περισσότερο, ανάλογα με το μεροκάματο της ημέρας, διότι όλοι τους ήταν μεροδούλι μεροφάι. Λογάριαζαν ακόμα, πως αύριο ίσως, θα είχανε ανάγκη την ψωμιέρα αυτή.
Κάθε χρόνο στις 29 Ιουνίου γέμιζε η ταβέρνα, γιόρταζε ο Πέτρος και κερνούσε όλους όσους έμπαιναν. Σπάνια έλλειπε κανείς από τους τακτικούς θαμώνες, εκείνη την ημέρα, κάνανε και προσκλητήριο να βρούνε τους αδικαιολογήτως απόντες. Μετά την μεταπολίτευση, η φυλακή δεν ήταν δικαιολογία.
Τέτοια μέρα, καλοκαίρι 1985 και μετά από τρία χρόνια απουσίας, βρέθηκε ο Βαγγέλης, το χαρτί πάνω στην ψωμιέρα έγραφε, χρειάζονται για τα εισιτήρια.
Ο Βαγγέλης ήταν ένα από τα τέσσαρα παιδιά, συμμαθητές που έμεναν σε μια αυλή. Μαζί με τον Σπύρο, τον Θεοδόση και Γιάννη, κάνανε όνειρα και σχέδια πως θα κατακτήσουν τον κόσμο, πως θα γίνουν μεγάλοι και τρανοί. Όλα τα παιδιά άλλωστε, τα ίδια όνειρα κάνουν, σε όλες τις εποχές. Μετά το δημοτικό στο κυνήγι του μεροκάματου, με κάθε τρόπο να βοηθήσουν την οικογένεια να ορθοποδήσει, να φύγουν από την αυλή, να πάνε σε διαμέρισμα, να έχει η οικογένεια δικό της αφοδευτήριο. Οι αυλές τότε λιγόστευαν με τις αντιπαροχές και οι εξώσεις ήταν συνηθισμένο φαινόμενο.
Ο Θεοδόσης γρήγορα συμβιβάστηκε με το κατεστημένο, έπιασε δουλειά ένα εμπορικό μετά σε βενζινάδικο και τέλος στο υαλοπωλείο του Εβραίου, και έκανε θελήματα διάφορα, μεταφέροντας τα ψώνια ή μαζεύοντας τα βερεσέδια. Άλλοτε τοποθετούσε κεραίες τηλεοράσεως και άλλοτε φιάλες υγραερίου, εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο το μεροκάματο.
Ο Γιάννης, δεν ήθελε αφεντικά στο κεφάλι του, προσπαθούσε να τα οικονομήσει πουλώντας αναψυκτικά στο κινηματογράφο το βράδυ ή λαχεία την ημέρα. Θεωρούσε έτσι πως είναι ανεξάρτητος και αφεντικό.
Ο Σπύρος δεν είχε μόνιμη απασχόληση, γύρναγε γύρω-γύρω στα καφενεία, και τον έπαιρναν οι μαστόροι στην οικοδομή, να κουβαλά νερό, να καθαρίζει και βοηθά όπου χρειάζεται. Πολλές φορές ακολουθούσε τον Ναπολέοντα τον φορτηγατζή, που έκαμε μετακομίσεις, και έκανε τον χαμάλη.
Ο Βαγγέλης τέλος, μεγάλωνε και ψαχνότανε, χανόταν μέρες και κανείς δεν ήξερε που βρίσκονταν. Πακέτα με χαρτιά μετέφερε, και πάντα λίγα χρήματα στην τσέπη του υπήρχαν. Πέρναγε από κάποια περίπτερα και οι περιπτεράδες του δίνανε τσιγάρα τζάμπα. Και στου Πέτρου την ταβέρνα είχε το ελεύθερο, να τρώει και να κερνά όποιον νόμιζε. Ήταν ομοϊδεάτης του ταβερνιάρη, και ποιος ξέρει ίσως να γίνονταν και γαμπρός του. Νύχτα κυκλοφορούσε, και πολλές φορές πέρασε από την Ασφάλεια και έφαγε τις σφαλιάρες του. Άνοιγε μαγαζιά και περίπτερα παίρνοντας όσα θεωρούσε εκείνος πως του αναλογούσαν, με βάση την θεωρία της κοινοκτημοσύνης, -τα αγαθά έλεγε είναι κτήμα όλου του λαού όχι των ολίγων-. Διάβαζε και διένειμε φυλλάδια απαγορευμένα και καλούσε όποιον έβλεπε να αλλάξουν τον κόσμο.
Στα 1969 και οι τέσσερεις μαζί πήγανε φαντάροι. Έτυχε να είναι εκείνη η χρονιά που η αυλή τους δόθηκε για γίνει πολυκατοικία. Τριάντα έξι μήνες υπηρεσία στην πατρίδα και επέστρεψαν στον Βύρωνα, και στην ταβέρνα του Πέτρου, που λογαριάζονταν δικοί και φίλοι, λόγω του Βαγγέλη. Ο Πέτρος τους περιποιόταν ιδιαίτερα, είχε 7 κορίτσια να παντρέψει.
Ο χαρακτήρας του καθενός ήταν αυτός που καθόρησε και τις κινήσεις τους από εδώ και ύστερα. Ο Θεοδόσης χωρίς δυσκολίες, με καθαρό μητρώο, εύκολα πήρε άδεια από την Δ.Ε.Μ.Ε. Διαμεταναστευτική Επιτροπή και έφυγε για το Βέλγιο. Θα γινότανε λέει μεταλλωρύχος, στην ουσία πήγαινε για να δουλέψει στις στοές, αλλά δεν το καταλάβαινε.
Ο Γιάννης χρεώθηκε και πήρε ένα αυτοκίνητο, έφτιαξε αυτοσχέδιους πάγκους, το φόρτωσε παιχνίδια και κασέτες, μπαταρίες αναπτήρες και άλλα ψιλικά, από όσους τον πίστωναν, γύρναγε στα πανηγύρια και στα παζάρια σε όλη την Ελλάδα και έγινε αφεντικό. Νοίκιασε ένα υπόγειο στο Παγκράτι, που ήταν μαζί και αποθήκη και σπίτι για να μένει.
Ο Σπύρος δεν άλλαξε καθόλου, στα καφενεία γύριζε να βρει το μεροκάματο, δεν τον προτιμούσαν γιατί του άρεσε η κουβέντα, μετέφερε και ερμήνευε καλλίτερα αυτά που ο Βαγγέλης δίδασκε. Δούλευε σερβιτόρος, γνώριζε κόσμο και έκανε γνωριμίες. Στην οργάνωση είχε εξέλιξη διότι ήταν οργανωτικός. Στα Τουρκοβούνια άνοιξε ένα μαγαζί οικιακών ειδών, πλαστικές λεκάνες και κουβάδες, σκούπες και φαράσια ήταν γεμάτο, στην ουσία ήταν ο τόπος συγκέντρωσης των αντικαθεστωτικών, μακριά από το κέντρο.
Και ο Βαγγέλης συνέχιζε τις μικροδιαρρήξεις, και την διανομή φυλλαδίων. Αρκετές φορές έκανε φυλακή, πέρασε και από το ΕΑΤ ΕΣΑ πήγε και δύο φορές στην Ικαρία εξορία. Αλλά υπήρξε πάντα αμετανόητος ιδεαλιστής.
Ήρθε η εποχή της Νομικής και του Πολυτεχνείου αργότερα, ο Βαγγέλης στην πρώτη γραμμή, ο Σπύρος παραπίσω, ο Γιάννης σε κάποιο πανηγύρι θα ήτανε πάντα, κυνηγούσε απεγνωσμένα το μεροκάματο, είχε ήδη παντρευτεί και περίμενε παιδί. Έτσι τους βρήκε και η μεταπολίτευση. Μετά την νομιμοποίηση των κομμάτων, άρχισαν να οργανώνονται.
Ο Σπύρος άρχισε τον αγώνα για την αλλαγή, του άρεσε η δουλειά που του ανάθεσαν, δουλειά καφενείου την λέγανε. Γύρναγε στα καφενεία και σχολίαζε την πολιτική κατάσταση, δημιουργούσε εντάσεις και έφευγε. Προσπαθούσε να περάσει το μήνυμα πως ο αγώνας συνεχίζεται, ήτανε ιδεαλιστής και πατριώτης, μα δεν ήταν ρεαλιστής.
Αντίθετα ο Γιάννης, άρχισε να αγανακτεί, κουραζότανε πολύ, και προκοπή δεν έβλεπε. Αφεντικό νόμιζε πως ήταν, αλλά τα χρέη τον πνίγανε, δεν περίσσευαν χρήματα για τις εισφορές της ασφάλειας, και μένανε ανασφάλιστοι όλη η οικογένεια. Αυτός δηλαδή η γυναίκα και το μωρό. Έψαχνε για δουλειά σε μαγαζιά, μα δεν εύρισκε. Εργάτης σε οικοδομή, ούτε που το συζητούσε. Άφηνε λοιπόν την γυναίκα στο υπόγειο και γύρναγε στα παζάρια της επαρχίας, η απογοήτευση που τον κυρίευε τον οδήγησε σιγά-σιγά σε παρέες κακές, αλλά συνηθισμένες σε περιοδεύοντες μικροπωλητές. Για πλάκα στην αρχή δοκίμασε να φουμάρει χασίς, του άρεσε και συνέχισε μέχρι που έγινε εξαρτημένος από τον προμηθευτή του, και κατάντησε «βαποράκι» του. Σκεφτότανε ακόμη να κάμει και δικιά του φυτεία, αλλά δεν το τόλμησε ποτέ.
Ο Βαγγέλης ανήσυχο πνεύμα, δεν ησύχασε. Γρήγορα τον κουράσανε τα κόμματα και αυτός τους κομματικούς, του αναθέτανε συνέχεια την αφισοκόλληση και αυτός αντιδρούσε, έτσι τον διώξανε, δεν τον είχαν ανάγκη πλέον. Ήτανε όλα νόμιμα. Οι παράνομοι ήταν βαρίδι στην επικοινωνία με τους πολλούς. Αυτός έκαμε ότι ήξερε να κάνει, διαρρήξεις στα περίπτερα και στα μαγαζιά. Που και που κανένα μεροκάματο στις μετακομίσεις και κάθε βράδυ γύρναγε στο κέντρο της Αθήνας, να μαζέψει νέα και πληροφορίες από πρώτο χέρι. Μπαινόβγαινε στην φυλακή αλλά είχε καλή αντιμετώπιση, παλιός γνώριμος που για να γλυτώσει λίγες σφαλιάρες στο κρατητήριο είχε καταντήσει χαφιές.
Αντάμωναν στου Πέτρου την ταβέρνα τακτικά οι τρείς, ακούγανε στο Τζου Μπόξ τον Βιολάρη να τους τραγουδά «ήτανε Θεέ μου μια φορά τρείς νέοι τρεις φίλοι τρία παιδιά» και αναζητούσαν το Θεοδόση. Απαραίτητη ήταν πάντα η συνάντηση του Ιουνίου στην γιορτή του Πέτρου, επειδή γινότανε προσκλητήριο.
Έτσι κυλούσανε τα χρόνια μέχρι την συνάντηση του 1981, στο συνηθισμένο τραπέζι των φίλων, προστέθηκε και πέμπτο ποτήρι, ήταν για το Θεοδόση που γύρισε. Η παρέα χωρισμένοι στα δύο, οι μεν Σπύρος και Βαγγέλης αισιόδοξοι για τα επερχόμενα και ο Θεοδόσης με τον Γιάννη απογοητευμένοι πλήρως. Ο Θεοδόσης γύρισε, αλλά όχι αρτιμελής, είχε αφήσει το αριστερό του χέρι σε κάποιο μηχάνημα πάνω. Τα πνευμόνια του ήταν μαύρα από το κάρβουνο και ο βήχας τον έκανε να μιλά σαν ατμομηχανή. Η σύνταξη που του έδωσε η εταιρεία πενιχρή, δεν επαρκούσε ούτε για τα βασικά αγαθά, έτσι έκανε θελήματα για να συμπληρώσει όσα του έλλειπαν. Ο Γιάννης, σωστό ερείπιο από την χρήση του χασίς, αφ’ ενός και αφ’ ετέρου απ’ τον καημό που τον παράτησε η γυναίκα και έφυγε με το παιδί, χωρίς να ξέρει που βρίσκονταν.
Στην αντίπερα όχθη ο Βαγγέλης εξαιρετικά ευδιάθετος, ετοίμαζε την μεγάλη δουλειά και θα αποσυρόταν να τρώει μια ζωή. Ο στόχος αυτή την φορά ήτανε τράπεζα και η λεία περίπου δυο εκατομμύρια δραχμές, αλλά δεν θα ήτανε μόνος. Ο Σπύρος τέλος, αισιόδοξος για την αλλαγή που κοντοζυγώνει, η ελευθερία και η καταξίωση είναι σχεδόν χειροπιαστές. Έχει με τους συντρόφους του, από τώρα μοιραστεί τα πόστα και αξιώματα, εκείνου του αναλογεί μια θέση στην ΥΠΕΔΑ. Τότε θα μπορεί να βοηθά τους φίλους του, ήταν πάντα ιδεολόγος και αγνός αγωνιστής.
Ήταν όμως η τελευταία φορά που έσμιξαν οι τέσσερεις μαζί στην ταβέρνα του Πέτρου. Την επόμενη φορά ο Βαγγέλης έλειπε. Τι είχε γίνει; Έκανε την μεγάλη δουλειά στην Τράπεζα. Σε συνεννόηση με κάποιον τραπεζικό που τον διευκόλυνε στην διάρρηξη, μπήκε μέσα πήρε τον σάκο με τα χρήματα όπως ήτανε σχεδιασμένα και έφυγε χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα. Πασίχαρος έτρεξε στο σπίτι του, για να μοιραστούν την λεία με τον τραπεζικό, αλλά το περίμεναν οι αστυνομικοί. Συνελήφθηκε επί τόπου, μετρηθήκαν τα χρήματα σωστά δύο εκατομμύρια, και τότε άρχισαν οι σφαλιάρες βροχή, να τους πει που έκρυψε τα υπόλοιπα οκτώ που έλειπαν. Ο έλεγχος στην τράπεζα έδειχνε να λείπουν δέκα εκατομμύρια. Στο δικαστήριο ο τραπεζικός ήτανε απόλυτος, λείπουν δέκα, τα υπόλοιπα οκτώ πρέπει να βρεθούν. Και ο Βαγγέλης καταδικάστηκε σε πολλά χρόνια φυλακή, και ας φώναζε πως έπεσε και αυτός θύμα κάποιου μεγαλύτερου απατεώνα. Το μητρώο του δεν τον βοηθούσε καθόλου, ήτανε αρκετά επιβαρημένο. Στις φυλακές των Τρικάλων ορίστηκε να εκτίσει την ποινή του και εκεί οδηγήθηκε.
Το τελευταίο ναυάγιο της παρέας, ο Σπύρος, μόλις επιτέλους ήρθε η πολύ αναμενόμενη αλλαγή, δεν διορίστηκε όπως προγραμμάτιζε στην ΥΠΕΔΑ, αντιθέτως αυτή η υπηρεσία άρχισε τους εξονυχιστικούς ελέγχους στο μαγαζί στα τουρκοβούνια, και επειδή δεν ήταν και καθ’ όλα νόμιμα το έκλεισε. Στις διαμαρτυρίες του, απάντησαν με προσφορά μια θέσεως οδοκαθαριστή, για να οργανώσει τους οδοκαθαριστές και αυτό την απέρριψε, τον διαγράψανε από τις οργανώσεις και βρέθηκε και αυτός, σαν όλους τους αγνούς αγωνιστές, έξω από το σύστημα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: