Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

Τα ναυάγια. Β΄.


Την επόμενη χρονιά 1982 αντάμωσαν οι τρείς, ακούγανε στο Τζου Μπόξ τον Βιολάρη να τους τραγουδά «ήτανε Θεέ μου μια φορά τρείς νέοι τρεις φίλοι τρία παιδιά» και αναζητούσαν τον Βαγγέλη, ο οποίος, όπως έμαθαν από τις εφημερίδες, είχε αποδράσει από την φυλακή και τον καταζητούσε η αστυνομία. Τον περιμένανε, ήτανε σίγουροι πως θα έρθει. Το ίδιο σίγουρος και ο αστυνόμος, που έστειλε από νωρίς το όργανο του να περιμένει, αλλά άδικα περίμεναν όλοι τους. Ο Βαγγέλης δεν ήρθε, ούτε εκείνη την χρονιά ούτε την επόμενη.
Έτσι φτάσαμε στο 1985, να βρίσκεται πάνω από την αλουμινένια ψωμιέρα, ανακοίνωση πως βρέθηκε ο Βαγγέλης και χρειάζονται χρήματα για τα εισιτήρια. Οι πιο πολλοί υπέθεταν πως τα εισιτήρια, αφορούσαν την επιστροφή του Βαγγέλη και ευχαρίστως έριχναν τον οβολό τους. Ο Πέτρος, όταν κάθισε στο τραπέζι τους, τα έπαιρνε όλα με την σειρά, τους είπε το μυστικό. Ο Βαγγέλης κρύβεται στο Άγιον όρος, και πρέπει να τον προλάβουμε πριν κάνει καμιά τρέλα και καλογερέψει. Αποφάσισαν οι φίλοι την άλλη μέρα κιόλας να φύγουν να πανε να τον βρουν. Μετρήσανε τα χρήματα, πήραν λίγα ρούχα μαζί τους και ξεκίνησαν για τον σταθμό Λαρίσης να πάρουν το νυχτερινό τραίνο για την Θεσσαλονίκη.
Δέκα και παραπάνω ώρες έκανε την διαδρομή η αμαξοστοιχία, και οι τρείς φίλοι δεν άλλαξαν κουβέντα. Καπνίζανε συνεχώς ακούγοντας το μονότονο ήχο που βγάζανε οι ρόδες τριβόμενες στις ράγες. Πρωί έφτασαν και μόλις αποβιβάστηκαν, γύρεψαν πληροφορίες και σε λίγο βρισκόντουσαν στην αφετηρία των λεωφορείων για Ουρανούπολη. Πρόλαβαν να πιούνε καφέ και το ταξίδι τους συνεχίστηκε, δεν νοιώθανε καθόλου κόπο, νύστα ή πείνα. Αγωνιούσανε να δουν το Βαγγέλη. Απογοήτευση τους περίμενε στην Ουρανούπολη, το καράβι για να μπούνε μέσα είχε φύγει και το επόμενο ήταν την άλλη μέρα. Κατέλυσαν σε ένα ξενοδοχείο και το έριξαν στον ύπνο. Το απόγευμα τους έκοψε η πείνα, και στο φαγητό πάνω, άρχισαν να κουβεντιάζουν, να αναλύουν την κατάσταση και να σχεδιάζουν τι θα του πουν όταν τον δουν.
Άσχετοι τελείως με το Άγιον όρος, και την νοοτροπία του, είχαν μόνο ένα όνομα, παπά Ισίδωρος, στην νέα σκήτη. Αυτός θα τους βοηθούσε.
Το καφενείο ήταν γεμάτο από ένα ετερόκλητο πλήθος, καλόγεροι, νέοι και ηλικιωμένοι, εργάτες, νεαροί προσκυνητές, κουβεντιάζανε όλοι μαζί. Πλησίασαν ένα μοναχό, που ήταν μόνος του να τον ρωτήσουν για τον Ισίδωρο και πώς να τον βρουν. Και μόλις του απεύθυναν το λόγο, εκείνος, σηκώθηκε και έφυγε. Πλησιάσανε ένα δεύτερο, και πριν ανοίξουν το στόμα του έδωσε τρία κομποσκοίνια και τους είπε κάντε ευχή. Ο Σπύρος νευρίασε λίγο, και κατευθύνθηκε σε μια παρέα μοναχών, ήταν πέντε μαζεμένοι γύρω από έναν μεγαλύτερο σε ηλικία, και τον ακούγανε να αγορεύει. –Πάτερ να διακόψω για λίγο; Ευγενικά προσπάθησε να πιάσει κουβέντα, και η απάντηση τον προσγείωσε απότομα. –όχι να μην με διακόψεις, κάτσε κάτω και μάθε να κάνεις υπακοή-. Τι κόσμος είναι αυτός αναρωτήθηκε; Και γύρισε στους άλλους –τα πράγματα δύσκολα τα βλέπω- με αυτό το συμπέρασμα γύρισαν στο ξενοδοχείο απογοητευμένοι και απαισιόδοξοι για την τελική έκβαση του εγχειρήματος. Στην σάλα του ξενοδοχείου καθόταν ένας ακόμα μοναχός, ηλικιωμένος με ένα μπογαλάκι μπροστά του, όταν μπήκανε μέσα τους κάλεσε να πάνε κοντά του. παιδιά μου κάτι θέλετε να μάθετε; Πήρε θάρρος ο Σπύρος, -θέλουμε να πάμε στο παπά Ισίδωρο, στην νέα σκήτη αν μου πληρώσετε το δωμάτιο απόψε να μείνω, επειδή δεν έχω χρήματα, αύριο θα σας οδηγήσω εγώ στον παπά . Αγρίεψε ο Σπύρος, βρε δεν μας παρατάς, δεν μας φτάνανε οι νταβατζήδες της Αθήνας, θα πληρώνουμε και παπά προστάτη.
Το άλλο πρωί μπήκανε στο καραβάκι. Όταν απέπλευσε άναψαν τσιγάρο, και αμέσως σηκώθηκε θύελλα διαμαρτυριών, από μοναχούς και λαϊκούς, σβήστε τα τσιγάρα, απαγορεύεται, δεν ντρέπεστε να λιβανίζεται το διάβολο και άλλα που τους τρόμαξαν, Βρε βρε τι κόσμος είναι τούτος, που έμπλεξε ο Βαγγέλης. Μετά την αποβίβαση στην Δάφνη, ανέβηκαν στο λεωφορείο για την πρωτεύουσα του Αγίου όρους, τις Καρυές να πάρουν διαμονητήριο. Πληρώσανε πεντακόσιες δραχμές ο καθένας τους, για δέκα ημέρες παραμονής στο Άγιον όρος. Βγαίνοντας από το πρωτάτο, κοίταζαν γύρω γύρω σαν χαζοί, η εικόνα που βλέπανε ερχότανε από το παρελθόν. Εκτός από το λεωφορείο που τους έφερε, δεν υπήρχε άλλο αυτοκίνητο. Μουλάρια και αγωγιάτες σε μια γωνιά. Κανείς καβαλάρης, όλοι πεζοί μέσα στην πολίχνη. Ένα δίπατο ξενοδοχείο με μαγειρείο στο ισόγειο που παράλληλα ήταν και μπακάλικο και εμπορικό και βιβλιοπωλείο και ταχυδρομείο και τηλεφωνείο. Βρε βρε τι κόσμος είναι τούτος, που έμπλεξε ο Βαγγέλης. Μπήκαν να ρωτήσουν. Πριν προλάβουν να μιλήσουν καν, τους αντιμετώπισε ο ξενοδόχος, είμαστε πλήρης, φαγητό φασολάδα σήμερα, και κάντε γρήγορα για να βρείτε κανένα κονάκι να σας φιλοξενήσει απόψε, αν δεν θέλετε να κοιμηθείτε κάτω από τα δέντρα. Που να πάμε; Γυρίστε προ τα πίσω στο ξηροποταμινό. Πήρανε οι τρείς φίλοι την κατηφόρα προς τα πίσω, φτάσανε στην Μονή Ξηροποτάμου, δειλά πέρασαν το κατώφλι. Ο ήλιος έδυε εκείνη την ώρα. Ένας μοναχός ήρθε τρέχοντας, ευλογείτε, ήταν ο χαιρετισμός του, μόλις προλάβατε, θα κλείναμε την θύρα, φάγατε; Σαστισμένοι κοιταχτήκανε μεταξύ τους, κατάλαβα συνέχισε αυτός, μισό λεπτό να κλείσω την πόρτα και πάμε στο μαγειρείο, η τράπεζα είναι κλειστή αυτή την ώρα. Τους οδήγησε στο μαγειρείο, σέρβιρε φασολάδα και ελιές, κι από ένα ποτήρι κρασί. Αμίλητος ο Μοναχός περίμενε στην άκρη να τελειώσουν, και όταν απόφαγαν τους οδήγησε στο αρχονταρίκι, κτύπησε μια πόρτα στο διάδρομο και φώναξε, δι’ ευχών, πάτερ Βαρνάβα τρείς ακόμα επισκέπτες. Έκανε μεταβολή και εξαφανίστηκε, η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε ο πάτερ Βαρνάβας, όπως συστήθηκε, τους εζήτησε ευγενικά τα διαμονητήρια, τα καταχώρησε στο μεγάλο βιβλίο πάνω στο τραπέζι, και τους οδήγησε σε ένα δωμάτιο με δώδεκα κρεβάτια. Τα μισά ήταν κατειλημμένα από Έλληνες, δύο από ξένους περιηγητές του Άθωνα και τέσσαρα άδεια, εκεί θα κοιμόντουσαν τους είπε.
Δεν ήταν εύκολο να κοιμηθούν από τόσο νωρίς, είχαν εκνευρισμό και απορίες πολλές. Ούτε και οι υπόλοιποι λογάριαζαν να κοιμηθούν και πιάσανε κουβέντα. Μάθανε οι τρείς φίλοι πράγματα που αγνοούσαν παντελώς. Ότι με το διαμονητήριο σε όποιο μοναστήρι πάνε θα έχουν δωρεάν διαμονή και φαγητό, αρκούσε να επιστρέφουν πριν την δύση του ηλίου. Κοιμόντουσαν στον κοιτώνα αυτόν, γιατί ο πυλωρός τους χαρακτήρισε επισκέπτες, αν τους έλεγε προσκυνητές, θα τους είχε δώσει ο π Βαρνάβας κελιά στην απέναντι πτέρυγα. Και το σημαντικότερο πως στον παπά Ισίδωρο θα φτάνανε την άλλη μέρα με το μοτόρι (το καΐκι που εκτελούσε την διαδρομή μέχρι την Λαύρα). Μετά από αυτά κοιμήθηκαν βαριά, που ούτε τα σήμαντρα ούτε τις καμπάνες ακούσανε. Το πρωινό τους βρήκε να κατηφορίζουν για την Δάφνη, να βρούνε το μοτόρι. Το δρομολόγιο ήτανε προγραμματισμένο για το μεσημέρι, και περιμένοντας προσπαθούσαν να πιάσουν κουβέντα με όποιον έβλεπαν, για να πληροφορηθούν κανένα νέο του Βαγγέλη. Μόλις αναφέρανε το όνομα του, εισέπρατταν σιωπή. Έφτασε η στιγμή να επιβιβαστούν και μια ώρα αργότερα, αποβιβάζονταν στην νέα σκήτη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: