Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2010

Δημοκρατία τάχα;

Πολύς θόρυβος γίνεται για μια καλλιτέχνιδα που δεν μετείχε στις εορταστικές εκδηλώσεις στα κατεχόμενα από τους τούρκους εδάφη της βορείου Κύπρου, θαυμασμός για την απόφαση της να απορρίψει πολλά χρήματα για να μην στενοχωρήσει, λέει, κάποιες ομάδες θαυμαστών της. Σκέφτηκε κανείς πως θα έχανε περισσότερα χρήματα αν πήγαινε, από το μποϋκοτάζ που θα της κάνανε, οι ομογενείς σε όλο τον πλανήτη; Ας είναι, δεν είναι αυτό το θέμα μας, αλλά ευκαιρίας δοθείσης το ανέφερα.
Η εισβολή στην Κύπρο το 1974, πριν από τριανταέξι 36 χρόνια, έγινε σαν χθες 15 Ιουλίου και ονομάστηκε Αττίλας. Από τα επακολουθήσαντα γεγονότα είναι και η μεταπολίτευση που επήλθε στην Ελλάδα. Επανήλθε η Δημοκρατία (υποτίθεται) στην πατρίδα της.
Όλοι μας έχουμε κάτι να θυμηθούμε από εκείνες τις τραγικές και δύσκολες ώρες. Κανείς δεν αναπολεί με νοσταλγία εκείνες τις ημέρες, εκτός από τους καιροσκόπους, που όπως οι φελλοί πάντα επιπλέουν. Επιστράτευση, πανικός, απορία και σύγχυση παντού. Το χειρότερο δε όλων η έλλειψη της εμπιστοσύνης προς τους συνανθρώπους, προς τους χθεσινούς συναγωνιστές εναντία στην δικτατορία.
Μια επιστράτευση κωμωδία, γέμισαν τα στρατόπεδα με επίστρατους φορώντας λειψές στολές, χωρίς άρβυλα, με ντουφέκια από το πόλεμο του 1940, αφού ανοίγοντας κιβώτια πολεμικού υλικού, ανακάλυπταν πέτρες.
Εκείνη την εποχή, υπηρετούσα στο 521 των Πεζοναυτών, ως ο ελεύθερος σκοπευτής του τρίτου λόχου. Καταθέτω εδώ προσωπική μαρτυρία, πιστεύοντας πως μετά τόσα χρόνια και αφού έχουν πεθάνει αρκετοί από τους πρωταγωνιστές της εποχής, είναι ανώδυνη.
Ήμουν λοιπόν σε εκείνη την δεκαμελή ομάδα, που με επικεφαλής ανθυπολοχαγό κάναμε περίπολο μέσα στο βασιλικό κήπο. Εκεί που στρατοπεδεύουν οι τσολιάδες. Όσοι αποτελούσαν την ομάδα, ήταν όλοι στρατεύσιμοι θητείας, κανείς επίστρατος. Αφού μας ανέβασαν το ηθικό στα ύψη, λέγοντας πως είμαστε οι απόγονοι των αρχαίων αργοναυτών, και άλλα φαιδρά, που τότε όμως πιάνανε τόπο, ήμασταν εικοσάχρονα παλικαράκια ποτισμένα με τα εμβατήρια και τα ιδανικά της χούντας. Περιπολούσαμε μέσα στον κήπο με εφ’ όπλου λόγχη, αλλά χωρίς πυρομαχικά. Το γελοίο του πράγματος, κρατούσε ο αξιωματικός επικεφαλής τις τελαμώνες ραμμένες. Για όσους δεν γνωρίζουν, τελαμώνα είναι μια θήκη που περιέχει τις γεμιστήρες, για λόγους ασφαλείας. Να μην είναι τελείως εύχρηστες και να το ξανασκεφτεί όποιος αποφασίσει να χρησιμοποιήσει πυρομαχικά. Κυρίως για να αποφεύγονται οι αυτοκτονίες στις σκοπιές.
Τρείς μέρες περιπολούσαμε, με αλλαγή κάθε εξάωρο, από άλλη ομάδα δική μας, στο διάλειμμα παίρναμε λίγο ύπνο στο στρατόπεδο των τσολιάδων, που δεν μας βάζανε σε θάλαμο αλλά κάτω από τα δέντρα. Φαγητό ήταν το γάλα με το κακάο και μια φέτα ψωμί, που και αυτό με το ζόρι μας το δώνανε. Ήταν και αυτοί στρατεύσιμοι στον Ελληνικό στρατό, και υπηρετούσαν θητεία, τέτοια σύμπνοια επικρατούσε. Και από έξω από τα κάγκελα ο κόσμος να ουρλιάζει και να βρίζει. Αλλά πάντα κάτι γίνεται, έτσι ένας φουκαράς, πράγματι φουκαράς, μας έφερνε Σάμαλλι, με το οποίο ξεγελούσαμε την πείνα μας. Αν πω πως δεν φοβόμασταν θα είναι ψέμα. Ο ανθυπολοχαγός, είχε στην τσέπη του ένα μικρό τρανζίστορ, από το οποίο ακούγαμε ειδήσεις, τι είδους όμως;
Ακούγαμε για μαραθώνιες συσκέψεις, πως διαβουλεύονται οι πολιτικοί ταγοί. Και εμείς τους βλέπανε να τριγυρνούν στο κήπο και να αστειεύονται, αν κρίνουμε από τα γέλια που κάνανε. Μαύρος, Αβέρωφ, Πεσματζόγλου, Ζίγδης, Κανελλόπουλος, είναι λίγα από τα πρόσωπα που θυμάμαι. Ο Ζίγδης ειδικά μας έκανε και παρατήρηση, για την χρήση του τρανζίστορ. Λίγο αργότερα ήρθε και ο Διοικητής μας και κατάσχεσε τα ραδιάκι. Ο αξιωματικός μας, ρώτησε.
-τι κάνουμε εδώ Κύριε διοικητά;
-φυλάμε την νόμιμη κυβέρνηση, ήταν η απάντηση
-ποια είναι η νόμιμη κυβέρνηση;
-αυτό δεν το αποφασίσαμε ακόμα, ψηλά το κεφάλι και στην υπηρεσία σας.
Αυτόν τον διάλογο δεν τον ξέχασα από τότε, και ας έχουν περάσει τόσα χρόνια. Πριν περάσουν δεκαπέντε μόλις λεπτά, ήρθαν οι αντικαταστάτες μας, στους τσολιάδες μας περίμενε το REO, το φορτηγό με κατεβασμένα τα παραπέτα, και μας πήγε στην Ανθούσα, σε πρόχειρο καταυλισμό. Ψάχνοντας για ειδήσεις μας είπαν πως έρχεται ο Καραμανλής.
Έγινε η μεταπολίτευση, ήρθε η δημοκρατία τάχα, διαλύσαμε τον καταυλισμό να επιστέψουμε στο στρατόπεδο, στην Αγία Παρασκευή, κάτω από τον Αιγιαννάκη. Ξεφορτώναμε και φορτώναμε, τουλάχιστον μια φορά την ημέρα, όλο το υλικό εκστρατείας. Το μόνο που δεν μετακινούσαμε ήταν η οθόνη στην πλατεία την μονάδας, και το τραπέζι με την μηχανή προβολής. Κάθε βράδυ είχαμε προβολή ταινίας για να μην κοιμόμαστε. Προβολή της ίδιας ταινίας, (ο ψεύτης, με τον Βουτσά), και την είχαμε μάθει απέξω και ανακατωτά.
Πέρασαν λίγες μέρες, κατά την διάρκεια των οποίων γεμίσαμε τους τοίχους και τα αυτοκίνητα με συνθήματα του τύπου (Χούλια σούρχομαι), και άλλα λιγότερο κόσμια. Και έγινε ο Αττίλας 2 στις 10 Αυγούστου, τότε πήγαμε στου Μπαλάσκα, τον ναύσταθμο να επιβιβαστούμε στα αποβατικά. Δεκατέσσερις ώρες κουβαλάγαμε πυρομαχικά στο πλοίο, και ούτε ένας ναύτης δεν έδωσε χέρι βοηθείας, αντίθετα μας ειρωνευόντουσαν κιόλας. Ήρθε ο αρχηγός Ενόπλων Δυνάμεων ο Γρηγόριος Μπονάνος, για όποιον τον θυμάται, και μας χαιρέτισε δια χειραψίας έναν-έναν, και εμείς πετάγαμε στα ύψη για την τιμή, φεύγαμε για την Κύπρο για τον πόλεμο για να δοξάσουμε την πατρίδα.
Δόθηκε η διαταγή της επιβίβασης στα πλοία, και οι κυβερνήτες δεν άνοιγαν τους καταπέλτες, αν δεν παραδίναμε τα όπλα κατά την επιβίβαση. Τόση εμπιστοσύνη υπήρχε μεταξύ των Ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, ο διοικητής μας αντιδρούσε, παλιός πολεμιστής στην Κορέα. Μετά από διαπραγματεύσεις που συμμετείχε και ο Αρχηγός, παραδώσαμε μπαίνοντας ένας-ένας τα όπλα, στους ναύτες που χαμογελούσαν ειρωνικά, γιατί μας είχαν σπάσει τον τσαμπουκά.
Όταν τελείωσε η επιβίβαση, σφύριξαν για ξεκινήσουμε, αλλά στάθηκε αδύνατον. Είχαν μπλέξει οι άγκυρες των δύο καραβιών. Και έπρεπε να περιμένουμε μέχρι το πρωί, που ερχόντουσαν ειδικευμένοι δύτες να ξεμπλέξουν τις άγκυρες. Τόσο ετοιμοπόλεμοι ήμασταν. Ενώ έπρεπε να φύγουμε μεσάνυχτα, κάναμε απόπλου στις έντεκα το μεσημέρι. Όταν ανοιχτήκαμε στο πέλαγος καλά, ήταν η ώρα του φαγητού, μας έδωσαν φαγητό από το μαγειρείο του καραβιού στην καραβάνα ενός εκάστου. Πριν καλά-καλά αποφάμε, γέμισε ο ουρανός αεροπλάνα. Η αντίδραση η δική μας άμεση και αποτελεσματική! Στοιχηθήκαμε στο κατάστρωμα και αρχίσαμε να κάνουμε γυμναστική, τραγουδώντας, «έχω μια αδελφή, κουκλίτσα αληθινή…». Ναι αυτή ήταν η αντίδραση, όσο γελοίο και αν φαίνεται σήμερα μετά την πάροδο των χρόνων.
Χαράματα επικρατούσε πανικός στις κουκέτες, για όσους δεν γνωρίζουν, είναι μια σειρά από τέσσαρα κρεβάτια που κρέμονται από ταβάνι με αλυσίδα. Το κάθε κρεβάτι είναι ένα φορείο από αυτά που μεταφέρουν τους αρρώστους, δηλαδή ένα τελάρο με καραβόπανο, η κουκέτα μπορεί να έχει και είκοσι τέτοια κρεβάτια, που όπως οι σαρδέλες στο κουτί, κοιμόμασταν, οσάκις πραγματοποιούσαμε αποβάσεις. Πανικός διότι βούλωσε η αποχέτευση και τα λύματα κολυμπούσαν ανάσα στα άρβυλα και τα χαμηλότερα κρεβάτια. Παραδόξως των ναυτών η αποχέτευση λειτουργούσε κανονικά, όπως και των αξιωματικών. Οι πλέον θερμοκέφαλοι το απέδωσαν σε σαμποτάζ των ναυτών, και απειλήθηκαν εκτεταμένα επεισόδια, όταν επέμβει ο κυβερνήτης, και μας απείλησε πως θα ανοίξει τον καταπέλτη να μας αδειάσει στην θάλασσα. Τέτοια συνεργασία και πηγαίναμε στον πόλεμο υποτίθεται.
Κατά τις δέκα, προσαράξαμε σε μια έρημη ακτή, και αρχίσαμε να ξεφορτώνουμε, φόβος για την ησυχία που επικρατούσε, όσα ραδιάκια κυκλοφορούσαν είχαν κατασχεθεί. Όταν τελειώσαμε το ξεφόρτωμα, διενεμήθη ξηρή τροφή, και αφού σουρούπωνε, έγινε συγκέντρωση για την βραδινή αναφορά. Εκεί μας ενημέρωσε ο διοικητής, πως βρισκόμαστε στην Κρήτη, πως το ναυτικό πρόδωσε την αποστολή φοβούμενο τα αεροπλάνα που έκαναν προειδοποιητικά την εμφάνιση τους. εμείς όμως δεν φοβόμασταν στιγμή, γι αυτό και τραγουδάγαμε και κάναμε και γυμναστική, να τους δείξουμε τι είμαστε.
Με το διοικητή που αναφέρω μίλησα τηλεφωνικά, πριν από πέντε χρόνια, διατηρεί εξοχική κατοικία στην Σάμο, και κατά καιρούς έρχεται, αλλά δεν τον έπεισα να ανταμώσουμε.

Αύριο μεθαύριο θα γίνουν πάλι δεξιώσεις και θα ειπωθούν ένα σωρό πανηγυρικά λόγια, ή μάλλον λόγια για τα πανηγύρια, από εκείνους που σε τελική ανάλυση, ότι και ζήσανε εκείνη τη δύσκολη περίοδο, το πέρασαν στα γραφεία τους στην πρωτεύουσα. Αλλά είπαμε πως οι φελλοί πάντα επιπλέουν, γιατί όχι και στην Δημοκρατία μας;

Δεν υπάρχουν σχόλια: