Τετάρτη, 4 Αυγούστου 2010

Ψυχοπλάκωμα τέλος εποχής Β΄μέρος

Άρεσε η προηγούμενη ανάρτηση με την περιγραφή της γειτονιάς κάπου στο 1970, και επειδή είναι ανάλαφρη και ανώδυνη, δεν απαιτεί πολύ προσπάθεια συνεχίζω να ξετυλίγω το κουβάρι της εποχής.
Εκείνα τα χρόνια οι άνθρωποι ήταν φοβισμένοι και είχαν λόγους γι αυτό. Ο πρώτος ήταν η ανελευθερία, ο στρατιωτικός νόμος που είχε μετατρέψει όλη την χώρα σε στρατόπεδο. Η ευκολία που γινόντουσαν οι συλλήψεις και η αβεβαιότητα του γυρισμού. Ο στιγματισμός που σου στερούσε το μεροκάματο, ήταν ο μεγάλος εφιάλτης.
Δεν είχαν ξεχαστεί τα χρόνια του πολέμου και της κατοχής. Οι πιο μεγάλοι σε ηλικία είχαν πολεμήσει και αφηγούνταν ιστορίες του μετώπου, μαζί με τις ιστορίες που λέγανε τα γεροντάκια, θύματα της Μικρασιατικής καταστροφής, συγκρατούσαν τους νεότερους που ακόμα δεν είχαν χορτάσει ψωμί. Κι όμως σε αυτό το κλίμα που επικρατούσε, εύρισκε πάλι ο Έλληνας τον λόγο να διχογνωμεί, και να φανατίζεται σε δύο πόλους. Ολυμπιακός και Παναθηναϊκός, Βουγιουκλακικοί και Καρεζικοί, ακόμα Βοσκοπουλικοί και Πουλοπουλικοί, αυτά έτσι στα πρόχειρα. Τότε ο Βοσκόπουλος που ακόμα και σήμερα συζητείται, σύμφωνα με τα έντυπα της εποχής, έπαιρνε νυχτοκάματο 10000 δραχμές, ΝΑΙ ! δέκα χιλιάδες, ασύλληπτο ποσό τότε.
Περνούσε στις γειτονιές με το τρίκυκλο, ο γαλατάς, μοίραζε και το γιαούρτη στο πήλινο κεσεδάκι, που το χρέωνε και έπρεπε να το επιστρέψεις για να σου δώσει άλλο. Και επειδή ήταν λίγα, πολλές φορές αρνούνταν την πώληση του γιαουρτιού, προκειμένου να εξασφαλίσει τα κεσεδάκια του. Τρίκυκλο είχε και ο παγωτατζής, ΕΒΓΑ, Παπασπύρου και ΑΣΤΥ, διαλαλούσε, και μάζευε ουρά τα πιτσιρίκια που τον κορόιδευαν. «Έβγα Παπασπύρο και μην την αφήσεις». Τρίκυκλο και ο ψαράς, και ο μανάβης και γέμιζαν οι γειτονιές τρίκυκλα.
Ερχόντουσαν στην Αθήνα συνέχεια καινούργιοι κάτοικοι, όχι μόνο από την επαρχία, αλλά και από το εξωτερικό. Από τις παροικίες που σβήνανε, και από την Πόλη. Έλληνες που αισθανόντουσαν ασφάλεια στην Αθήνα. Για κάποιους από αυτούς ήταν το τέλος του κυνηγητού τους, για άλλους απλώς ένα διάλειμμα.
Το ποδηλατάδικο απαραίτητο συμπλήρωμα της γειτονιάς. Τα αγόρια κυρίως ξόδευαν το χαρτζιλίκι τους εκεί, νοικιάζοντας για μια ώρα το ποδήλατο αντί πέντε δραχμών, δεν είχε το κάθε παιδί δικό του, ακόμα. Και όταν ερχότανε η Κυριακή, μετά την Εκκλησία πάντα, και δεν επαρκούσαν τα δέκα ή δεκαπέντε ποδήλατα, γραφόντουσαν σε λίστα αναμονής, και περίμεναν καρτερικά στο πεζοδρόμιο να φτάσει η σειρά τους.
Στα μαγαζιά, σε κάθε είδους, δουλεύανε και παιδιά. Τα αφεντικά σφαλιαρίζανε καμιά φορά τα παιδιά, και αυτά το θεωρούσαν μέσα στο καθήκον τους, ή ακόμα τιμωρία για την κακή τους απόδοση. Αυτά τα παιδιά ήταν εκείνα που εκτελούσαν κάθε θέλημα του αφεντικού τους. Τα αφεντικά αν δεν ήταν ευχαριστημένα κάνανε παράπονα στους γονιούς τους, και άντε αυτά τα παιδιά να βρούνε ποτέ δίκιο. Αυτά πάλι τα παιδιά είχαν ξεχωριστές ομάδες, από τα άλλα που πηγαίνανε στο σχολείο, ήταν πιο χειραφετημένα.
Τα περίπτερα δεν είχαν την σημερινή μορφή, του μικρού μαγαζιού. Ήταν περίπτερο που πουλούσε κυρίως τσιγάρα και εφημερίδες. Οι άδειες λειτουργίας περιπτέρου αφορούσαν κυρίως εκείνους τους αναπήρους πολέμου που δεν είχαν άλλο τρόπο να βγάλουν τον επιούσιο. Σήμερα έχει εξελιχθεί σε κανονική επιχείρηση, πολλές φορές με υπαλληλικό προσωπικό. Τότε μόνο ο περιπτεράς ήταν πίσω από παραθυράκι, και καμιά φορά τον αντικαθιστούσε η γυναίκα του, να φάει και να γυρίσει. Πούλαγε εφημερίδες 1,5 δραχμή, περιοδικά και τσιγάρα. Σοκολάτες και καραμέλες και ελάχιστα είχαν ψυγείο να πουλάνε πορτοκαλάδες ΗΒΗ και ΤΑΜ-ΤΑΜ. Στο περίπτερο κατέφευγαν να ρωτήσουν όλοι οι νεοφερμένοι στην γειτονιά, που βρίσκεται η τάδε ή η δείνα οδός. Εκεί καταφεύγανε για τα τηλεφωνήματα. Τον αριθμό του περιπτερά έδιναν για επικοινωνία όταν ήταν ανάγκη. Και σε κάποια περίπτερα δίπλα σε πάρκα με παγκάκια, καθόντουσαν και περίμεναν την σειρά τους να τηλεφωνήσουν, ή να δεχθούν τηλεφώνημα κάποιες κοπέλες. Ο περιπτεράς πάντοτε να φωνάζει, «Συντομεύεται περιμένουν κι άλλοι», η αξία του τηλεφωνήματος μια δραχμή. Για να αποκτήσει ένα σπίτι τηλεφωνική σύνδεση, περίμενε στην καλλίτερη περίπτωση δυο χρόνια μέχρι να εγκριθεί η αίτηση του. Σήμερα …… άστο καλύτερα. . . .
Εκείνη την εποχή στην λεωφόρου Κηφισού, στο ποτάμι είχε ανοίξει το πρώτο Super-market ο Σκλαβενίτης. Πρωτόγνωρο πράγμα τόσο μεγάλο μπακάλικο, τέτοιου είδους συσκευασίες. Όσοι διέθεταν αυτοκίνητο, ήταν οι προνομιούχοι που μπορούσαν να πάνε μέχρι εκεί και να ψωνίσουν οικονομικότερα όπως λέγανε. Δεν είχαν όλοι άδεια οδήγησης, και την λέγανε, δίπλωμα, τόση μεγάλη αξία δώνανε σε αυτήν την ικανότητα. Τότε με την παρακμή του κινηματογράφου, άρχισαν οι σινεμάδες να γίνονται Super-market, και γέμισε ο κόσμος με τις πολυεθνικές αλυσίδες.
Τα χρόνια πέρασαν, χορτάσαμε ψωμί και ξεχάσαμε. Αυτό ακριβώς είναι το λάθος μας. Ξεχάσαμε, δεν πρέπει να ξεχνούμε, αλλά από ότι δύσκολο περάσουμε να αντλούμε διδάγματα. Και έτσι η συγκυρία έφερε στην Αθήνα πάλι τον φόβο, πάλι την φτώχια, πάλι τον διχασμό, αυτό το μεγάλο σαράκι της ρωμιοσύνης. Χρειαζόμαστε αισιοδοξία και αυτή είναι έμφυτη στη ψυχή του Έλληνα, αλλά χρειάζεται αφύπνιση. Εμπρός λοιπόν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: