Το σημερινό μελτέμι με έκαμε να παρατηρήσω πιο επισταμένα την θάλασσα, την οποία κάθε μέρα χαιρετάω πρωί και βράδυ επειδή είμαστε γείτονες. Πάνω από τα βραχάκια που είναι κτισμένο το κατάλυμα μου, βλέπω κάθε πρωί τον ήλιο να βγαίνει από την μια άκρη, και το βράδυ να φεύγει από την άλλη. Την απεραντοσύνη της θαυμάζω, και δοξάζω τον Δημιουργό.
Σήμερα όμως το μελτέμι με έβαλε σε σκέψη, παρατήρησα πως στα εκατομμύρια κύματα, κανένα δεν μοιάζει με το άλλο. Καθένα έχει τον δικό του παλμό, το δικό του ύψος, την δική του χάρη και όλα μαζί με την σειρά χτυπάνε τα βραχάκια σβήνονται, χάνονται και νέα δημιουργούνται. Ασυναίσθητα ο νους μου πήγε στον μεγάλο ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, που με οίστρο περιέγραψε το κύμα και το βράχο, στο πασίγνωστο ποίημα του «μέριασε βράχε να διαβώ», μια αλληγορία με τον έλληνα ραγιά και τον τούρκο αφέντη.
Θάλασσα ο Έλληνας, πήγαινε και ερχόταν, μέχρι που έφαγε τα σωθικά του βράχου, Τούρκου και ελευθερώθηκε. Πραγματική θάλασσα ο Έλληνας, ο καθένας με το δικό του παλμό, με την δική του χάρη, με την δική μοναδική προσωπικότητα που δεν αντιγράφεται και δεν επαναλαμβάνεται. Επιτυχημένη στο έπακρο η αλληγορία, διότι ο καθένας προσπαθεί με τις δυνάμεις του, να γκρεμίσει τον βράχο, και να επικρατήσει η θάλασσα.
Ως εδώ καλά. Μετά όμως, τα κάνε θάλασσα. Την ελευθερία την διαδέχθηκε η φιλοδοξία και αντιπαράθεση και γέμισαν οι φυλακές αγωνιστές, σαν το νερό κάθισε που στα λακκάκια του βράχου και εξατμίστηκε ή γίνηκε αλάτι.
Τα χρόνια πέρασαν έγινε η Ελλάδα των δυο ηπείρων και των πέντε θαλασσών. Ως εδώ καλά. Μετά όμως, τα κάνε θάλασσα και την μεγάλη Ελλάδα διαδέχθηκε ο διχασμός και η καταστροφή.
Ήρθε και ο άλλος μεγάλος πόλεμος, και όσο υπήρχε βράχος, η Γερμανική κατοχή, τον κτυπούσανε τα κύματα να πέσει, και όταν έπεσε ο βράχος και τελείωσε ο πόλεμος, τα ξανά κάνε θάλασσα και άρχισε ο διαχωρισμός ανάμεσα στους Έλληνες, και γέμισαν τα ξερονήσια.
Που με πήγε σήμερα ο λογισμός; Γιατί ο Έλληνας να μην ομονοεί ποτέ; Γιατί να είναι τόσο ισχυρογνώμον; Γιατί να μοιάζει τόσο με την θάλασσα ο ρωμιός;
Παρασκευή 10 Ιουλίου 2009
Πέμπτη 9 Ιουλίου 2009
ΔΕΞΙΟΣ ΨΑΛΤΗΣ
Στην Εκκλησία του μικρού χωριού, η κηδεία μόλις είχε τελείωσε, σηκώσανε την νεκρή και την πηγαίνουν στο κοιμητήριο να την θάψουν, και το σούσουρο εκείνων που ακολουθούν το φέρετρο θεριεύει. Μια απορία κοινή για όλους, τι θα γίνει τ’ ορφανό; Είναι δεν είναι δώδεκα χρονών, αλάνι, ανυπάκουο, ατίθασο, αλητάκι, γιατί είναι μπάσταρδο. Κανένας δεν το θέλει στο σπιτικό του μήπως χαλάσει τα δικά του παιδιά.
Μετά την ταφή αντί για λόγια παρηγοριάς εκφράζουν την συμπάθια τους προσφέροντας στο παιδί ελεημοσύνη, την οποία εκείνο δεν την αποδέχεται.
Ο Εφημέριος του χωριού εκτελώντας και αυτός το καθήκον του, το συμβουλεύει να κατέβει στην θάλασσα στο Μοναστήρι, να μένει εκεί για να βοηθά τον Γέροντα στις δουλείες και ο Γέροντας να του μάθει γράμματα. Τα μάτια του παιδιού αστράφτουν, και τι θα κερδίσω αν μάθω γράμματα αφού δούλος θα είμαι. Ο παπάς επιμένει, δεν θέλει να φορτωθεί αυτός το ορφανό, γιατί αν δεν το κάνει θα έχει την κατακραυγή των χωριανών, και του υπόσχεται πως αν μάθει να διαβάζει θα τον πάρει δεξιό ψάλτη να το σέβονται όλοι στο χωριό και να τον υπολογίζουν.
Ο μικρός τρέχει την ίδια μέρα στο Μοναστήρι. Ο Γέροντας μόλις τον αντιλαμβάνεται σταματά την δουλειά, και με αγάπη τον υποδέχεται, το κερνάει το συνηθισμένο λουκούμι, και περιμένει να αρχίσει το ορφανό να μιλά. Εκείνο όρθιο με το κεφάλι ψηλά και με δυνατή φωνή αρχίζει να κάνει την συμφωνία. Άκου Γέροντα εγώ θα έρθω να σου δουλεύω για να με μάθεις να διαβάζω και να γίνω δεξιός ψάλτης να με σέβονται όλοι στο χωριό. Και ο Γέροντας σκύβει το κεφάλι, παιδί μου Κωνσταντή, ο μικρός εκπλήσσεται που ξέρει το όνομα του, όλοι τον φωνάζανε μπάσταρδο, άκου την δική μου συμφωνία. Η ζωή όσο σκληρή και αν είναι πρέπει να την γνωρίσεις να την παλέψεις και να την κερδίσεις, θα σου δώσω ότι έχω, θα πάς στο λιμάνι, να πάρεις ένα τελάρο με κουλούρια, και πουλώντας τα, θα ζεις και γράμματα θα μάθεις μονάχος σου όσα σου χρειάζονται.
Ο Κωνσταντής με το τελάρο τα κουλούρια γρήγορα γίνεται η μασκότ του λιμανιού, κοντά στα κουλούρια μπήκε το τυρί, αργότερα το μαντολάτο και οι σοκολάτες, και οικονομούσε και έκανε γνωριμίες με ναύτες και καπεταναίους. Κάποια μέρα του κάμαμε πρόταση ένας καπετάνιος, βλέποντας την εξυπνάδα του, και την προθυμία του να τον πάρει στο καράβι καμαρότο και αυτός αμέσως δέχτηκε και μπάρκαρε.
Η πατρίδα καλεί τον Κωνσταντή να υπηρετήσει, και όταν τελειώνει η θητεία του, θέλει να πάει πίσω στο νησί του στο χωριό, να δήξει πως το μπάσταρδο δεν χάθηκε. Όταν αποβιβάστηκε όμως, δεν είχε που να πάει και έτσι τράβηξε πάλι για το Μοναστήρι. Ο Γέροντας καθόταν στην απλωταριά, με το κομποσκοίνι στο χέρι, μόλις τον είδε σηκώθηκε να τον υποδεχθεί, εκείνος με ευγνωμοσύνη του φύλησε τα χέρια. Γέροντα τώρα μπορώ και διαβάζω, θα με κάνεις δεξιό ψάλτη; Ο Γέροντας δάκρυσε, τα χρόνια ήταν περασμένα είχε ανάγκη από υποτακτικό, όμως σηκώθηκε και με φωνή που δεν σήκωνε αντίρρηση, Κωνσταντή κάτω είναι δεμένη η βάρκα μου με τα σύνεργα της ψαρικής, πάρε τα άντε να βγάλεις το μεροκάματο και έτσι θα σε σέβονται.
Παίρνει ο Κωνσταντής την βάρκα, και ο Γέροντας μονολογεί, τι να του μάθω, μήπως εγώ γνωρίζω γραφή και ανάγνωση, ας είναι καλά το κομποσκοίνι.
Ο Κωνσταντής την βάρκα σε λίγο καιρό την κάνει τρεχαντήρι, με τις γνωριμίες τις παλιές επεκτείνεται στις ψαραγορές, όπου με το φιλότιμο και την εργατικότητα του, γίνεται μεγάλος και τρανός, κάνει δικά του καράβια. Το χρήμα είναι άφθονο
Ξεκινά να επιστρέψει στο νησί, θέλει να δει τον Γέροντα προτού πεθάνει. Στο αεροδρόμιο πλήθος οι δημοσιογράφοι ντόπιοι και ξένοι, προσδοκούν κάτι να δηλώσει κάτι να τους πει. Εκείνος σιωπηλά προχωρεί και ακούει, οι ερωτήσεις πολλές, οι απορίες περισσότερες, από πού ξεφύτρωσε ο μπάσταρδος πως κατάφερε στην ζωή ο αγράμματος, αν είχε σπουδάσει άραγε τι θα ήτανε; Ο Κωνσταντής ξέρει την απάντηση, θα ήτανε δεξιός ψάλτης του χωριού, να τον σέβονται όλοι.
Μετά την ταφή αντί για λόγια παρηγοριάς εκφράζουν την συμπάθια τους προσφέροντας στο παιδί ελεημοσύνη, την οποία εκείνο δεν την αποδέχεται.
Ο Εφημέριος του χωριού εκτελώντας και αυτός το καθήκον του, το συμβουλεύει να κατέβει στην θάλασσα στο Μοναστήρι, να μένει εκεί για να βοηθά τον Γέροντα στις δουλείες και ο Γέροντας να του μάθει γράμματα. Τα μάτια του παιδιού αστράφτουν, και τι θα κερδίσω αν μάθω γράμματα αφού δούλος θα είμαι. Ο παπάς επιμένει, δεν θέλει να φορτωθεί αυτός το ορφανό, γιατί αν δεν το κάνει θα έχει την κατακραυγή των χωριανών, και του υπόσχεται πως αν μάθει να διαβάζει θα τον πάρει δεξιό ψάλτη να το σέβονται όλοι στο χωριό και να τον υπολογίζουν.
Ο μικρός τρέχει την ίδια μέρα στο Μοναστήρι. Ο Γέροντας μόλις τον αντιλαμβάνεται σταματά την δουλειά, και με αγάπη τον υποδέχεται, το κερνάει το συνηθισμένο λουκούμι, και περιμένει να αρχίσει το ορφανό να μιλά. Εκείνο όρθιο με το κεφάλι ψηλά και με δυνατή φωνή αρχίζει να κάνει την συμφωνία. Άκου Γέροντα εγώ θα έρθω να σου δουλεύω για να με μάθεις να διαβάζω και να γίνω δεξιός ψάλτης να με σέβονται όλοι στο χωριό. Και ο Γέροντας σκύβει το κεφάλι, παιδί μου Κωνσταντή, ο μικρός εκπλήσσεται που ξέρει το όνομα του, όλοι τον φωνάζανε μπάσταρδο, άκου την δική μου συμφωνία. Η ζωή όσο σκληρή και αν είναι πρέπει να την γνωρίσεις να την παλέψεις και να την κερδίσεις, θα σου δώσω ότι έχω, θα πάς στο λιμάνι, να πάρεις ένα τελάρο με κουλούρια, και πουλώντας τα, θα ζεις και γράμματα θα μάθεις μονάχος σου όσα σου χρειάζονται.
Ο Κωνσταντής με το τελάρο τα κουλούρια γρήγορα γίνεται η μασκότ του λιμανιού, κοντά στα κουλούρια μπήκε το τυρί, αργότερα το μαντολάτο και οι σοκολάτες, και οικονομούσε και έκανε γνωριμίες με ναύτες και καπεταναίους. Κάποια μέρα του κάμαμε πρόταση ένας καπετάνιος, βλέποντας την εξυπνάδα του, και την προθυμία του να τον πάρει στο καράβι καμαρότο και αυτός αμέσως δέχτηκε και μπάρκαρε.
Η πατρίδα καλεί τον Κωνσταντή να υπηρετήσει, και όταν τελειώνει η θητεία του, θέλει να πάει πίσω στο νησί του στο χωριό, να δήξει πως το μπάσταρδο δεν χάθηκε. Όταν αποβιβάστηκε όμως, δεν είχε που να πάει και έτσι τράβηξε πάλι για το Μοναστήρι. Ο Γέροντας καθόταν στην απλωταριά, με το κομποσκοίνι στο χέρι, μόλις τον είδε σηκώθηκε να τον υποδεχθεί, εκείνος με ευγνωμοσύνη του φύλησε τα χέρια. Γέροντα τώρα μπορώ και διαβάζω, θα με κάνεις δεξιό ψάλτη; Ο Γέροντας δάκρυσε, τα χρόνια ήταν περασμένα είχε ανάγκη από υποτακτικό, όμως σηκώθηκε και με φωνή που δεν σήκωνε αντίρρηση, Κωνσταντή κάτω είναι δεμένη η βάρκα μου με τα σύνεργα της ψαρικής, πάρε τα άντε να βγάλεις το μεροκάματο και έτσι θα σε σέβονται.
Παίρνει ο Κωνσταντής την βάρκα, και ο Γέροντας μονολογεί, τι να του μάθω, μήπως εγώ γνωρίζω γραφή και ανάγνωση, ας είναι καλά το κομποσκοίνι.
Ο Κωνσταντής την βάρκα σε λίγο καιρό την κάνει τρεχαντήρι, με τις γνωριμίες τις παλιές επεκτείνεται στις ψαραγορές, όπου με το φιλότιμο και την εργατικότητα του, γίνεται μεγάλος και τρανός, κάνει δικά του καράβια. Το χρήμα είναι άφθονο
Ξεκινά να επιστρέψει στο νησί, θέλει να δει τον Γέροντα προτού πεθάνει. Στο αεροδρόμιο πλήθος οι δημοσιογράφοι ντόπιοι και ξένοι, προσδοκούν κάτι να δηλώσει κάτι να τους πει. Εκείνος σιωπηλά προχωρεί και ακούει, οι ερωτήσεις πολλές, οι απορίες περισσότερες, από πού ξεφύτρωσε ο μπάσταρδος πως κατάφερε στην ζωή ο αγράμματος, αν είχε σπουδάσει άραγε τι θα ήτανε; Ο Κωνσταντής ξέρει την απάντηση, θα ήτανε δεξιός ψάλτης του χωριού, να τον σέβονται όλοι.
Από τον φίλο μου τον παπά Γιάννη στην Κρήτη
Όταν κάποιος σου πει, με ύφος του ΔΑΣΚΑΛΟΥ που απευθύνεται στο ΜΑΘΗΤΗ :
πως "Στον άνθρωπο η μεγαλύτερη Αρετή είναι η Υπομονή"
προσπάθησε να θυμηθέις πόσα σου χρωστάει.
πως "Στον άνθρωπο η μεγαλύτερη Αρετή είναι η Συγγνώμη"
δε θα χρειαστεί προσπάθεια για να θυμηθείς πως είναι αυτός που σε αδίκησε.
πως "Στη ζωή όλοι έχουμε Καθήκον να Δείχνουμε Κατανόηση"
άρχισε να προετοιμάζεσαι για ειδήσεις ευχάριστες γι' αυτόν και δυσάρεστες για σένα.
πως "Στη ζωή όλοι έχουμε Καθήκον να δείχνουμε Συνέπεια"
τις ειδήσεις ασφαλώς τις ξέρεις ήδη. Τώρα θα μάθεις και τις συνέπειες, αν δε δείξεις Συνέπεια.
πως "Ο καλός Χριστιανός Πρέπει να είναι Γενναιόδωρος"
προσπάθησε να μαντέψεις τι δικό σου εποφθαλμιά.
πως "Ο καλός Χριστιανός Πρέπει να είναι Ολιγαρκής"
μην προσπαθήσεις να μαντέψεις τίποτα: είναι ο εργοδότης σου.
πως "Στη ζωή, αν θες να πας μπροστά, Πρέπει να μάθεις να κάνεις συμβιβασμούς
το μάντεψες: είναι ο εφοριακός, που χρειάζεται ο Δικός σου συμβιβασμός για να πάει μπροστά Αυτός.
πως "Εγώ δε φοβάμαι τίποτα γιατί έχω μαζί μου το Θεό"
μην τον στείλεις ξέρεις πού. Θα φροντίσει γι' αυτό ο ίδιος ο Θεός.
πως "Εγώ πάντοτε προσπαθώ να βοηθώ το Συνάνθρωπό μου"
ρώτησέ τον, με πόσα τοις εκατό την Εβδομάδα "βοηθάει" το Συνάνθρωπό του;
πως "Εγώ με την Τιμιότητα έφτιαξα αυτή την τεράστια περιουσία" θυμήσου να ρωτήσεις :
με την Τιμιότητα Πόσων;;
πως "Στη ζωή Μόνο οι Τίμιοι πάνε μπροστά"
Αυτός δεν μπορεί να είναι άλλος από τον πατέρα σου. προσπάθησε να κάνεις πως δε βλέπεις το πικρό (ή το σαρδόνιο) χαμόγελο της Μάνας σου.
Όταν όμως, βρεθεί και κάποιος να σου πει, χωρίς Καθόλου ύφος, μόνο με Απέραντη πικρία πως "Στη ζωή ΜΟΝΟ οι Τίμιοι ΔΕΝ πάνε μπροστά"μην ξεχάσεις να βγάλεις το καπέλο σου πριν διαφωνήσεις.
πως "Στον άνθρωπο η μεγαλύτερη Αρετή είναι η Υπομονή"
προσπάθησε να θυμηθέις πόσα σου χρωστάει.
πως "Στον άνθρωπο η μεγαλύτερη Αρετή είναι η Συγγνώμη"
δε θα χρειαστεί προσπάθεια για να θυμηθείς πως είναι αυτός που σε αδίκησε.
πως "Στη ζωή όλοι έχουμε Καθήκον να Δείχνουμε Κατανόηση"
άρχισε να προετοιμάζεσαι για ειδήσεις ευχάριστες γι' αυτόν και δυσάρεστες για σένα.
πως "Στη ζωή όλοι έχουμε Καθήκον να δείχνουμε Συνέπεια"
τις ειδήσεις ασφαλώς τις ξέρεις ήδη. Τώρα θα μάθεις και τις συνέπειες, αν δε δείξεις Συνέπεια.
πως "Ο καλός Χριστιανός Πρέπει να είναι Γενναιόδωρος"
προσπάθησε να μαντέψεις τι δικό σου εποφθαλμιά.
πως "Ο καλός Χριστιανός Πρέπει να είναι Ολιγαρκής"
μην προσπαθήσεις να μαντέψεις τίποτα: είναι ο εργοδότης σου.
πως "Στη ζωή, αν θες να πας μπροστά, Πρέπει να μάθεις να κάνεις συμβιβασμούς
το μάντεψες: είναι ο εφοριακός, που χρειάζεται ο Δικός σου συμβιβασμός για να πάει μπροστά Αυτός.
πως "Εγώ δε φοβάμαι τίποτα γιατί έχω μαζί μου το Θεό"
μην τον στείλεις ξέρεις πού. Θα φροντίσει γι' αυτό ο ίδιος ο Θεός.
πως "Εγώ πάντοτε προσπαθώ να βοηθώ το Συνάνθρωπό μου"
ρώτησέ τον, με πόσα τοις εκατό την Εβδομάδα "βοηθάει" το Συνάνθρωπό του;
πως "Εγώ με την Τιμιότητα έφτιαξα αυτή την τεράστια περιουσία" θυμήσου να ρωτήσεις :
με την Τιμιότητα Πόσων;;
πως "Στη ζωή Μόνο οι Τίμιοι πάνε μπροστά"
Αυτός δεν μπορεί να είναι άλλος από τον πατέρα σου. προσπάθησε να κάνεις πως δε βλέπεις το πικρό (ή το σαρδόνιο) χαμόγελο της Μάνας σου.
Όταν όμως, βρεθεί και κάποιος να σου πει, χωρίς Καθόλου ύφος, μόνο με Απέραντη πικρία πως "Στη ζωή ΜΟΝΟ οι Τίμιοι ΔΕΝ πάνε μπροστά"μην ξεχάσεις να βγάλεις το καπέλο σου πριν διαφωνήσεις.
Τετάρτη 8 Ιουλίου 2009
ΤΟ ΠΑΡΑΜΙΚΡΟΝ
Νέος με όρεξη και ζήλο μόλις έχει πάρει το πτυχίο του. Σπούδασε κουράστηκε, ξενύχτισε, μελέτησε, αγωνίστηκε, εξετάστηκε, κρίθηκε και τώρα είναι επιστήμων της θεολογίας. Γνώστης τώρα των δογμάτων, των πατερικών και όχι μόνο απόψεων, δηλώνει θεολόγος.
Ξεχνά πως η εκκλησία τον τίτλο αυτόν τον έδωσε σε τρείς μονάχα αγίους, το Ιωάννη, τον Γρηγόριο και τον Συμεών τον νέο Θεολόγο. Του ξεφεύγει μία λεπτομέρεια, η θεολογία δεν είναι επιστήμη είναι εμπειρία και βίωση.
Με το ζήλο του αρχαρίου είναι έτοιμος για τους μεγάλους και δύσκολους αγώνες, να κηρύξει, να διδάξει, να διαφωτίσει, να σώσει από την πλάνη όσους μπορεί και τελικά να βρει μια θέση στον παράδεισο. Γρήγορα απογοητεύεται διότι διαπιστώνει πως την συμπάθια από τους γύρω γίνεται ανοχή και αργότερα ειρωνεία για την εμμονή του. Η σκέψη του, τον βασανίζει «μα καλά κανένας δεν θέλει να σωθεί;» και αναρωτιέται πως άραγε θα σωθώ εγώ;
Το μοναστήρι είναι η επόμενη επιλογή, εκεί θα επιδιώξει τον απώτερο σκοπό την Θέωση όπως λέει και ο Κλίμης ο Αλεξανδρεύς. Άλλη απογοήτευση εδώ, κανείς δεν του κάνει υπακοή κανείς δεν τον παραδέχεται. Αυτόν που ξέρει την φιλοκαλία και τα γεροντικά απέξω και ανακατωτά, δεν τον παίρνει κανείς στα σοβαρά. Με αγάπη και φρόνηση οι γέροντες τον ετοιμάζουν, εκείνος δεν καταλαβαίνει και βιάζεται. Αυτός με το λογισμό του ξέχασε την Θέωση και έφτασε στην αποθέωση του εγωισμού του.
Ο καιρός περνά, το μοναστήρι δεν τον χωρά, οι Αδελφοί, του φαίνονται ράθυμοι, κάτι πρέπει να κάνει. Στη έρημο, με τους ασκητές, εκεί είναι η θέση μου, εκεί θα ρωτήσω, θα μάθω και θα εφαρμόσω. Στο δρόμο συνειδητοποιεί για πρώτη φορά πως θα ρωτήσει, άρα δεν θα είναι αυτός ο δάσκαλος, πως πρέπει να ταπεινωθεί για να μάθει.
Στην έρημο όμως οι γεροντάδες δεν παίρνουν εύκολα υποτακτικούς, ο μόνος που τον δέχεται είναι ένας γέρος ανήμπορος κοντά στον θάνατο. Εκεί υποτάσσεται και κάνει υπακοή, δεν διδάσκει πλέον, άλλωστε ποιος θα τον ακούσει; Ταπεινώνεται και ρωτά Γέροντα πως θα φθάσω στη Θέωση και η απάντηση του Γέροντα είναι δύο λέξεις, «φύλαξε το παραμικρόν». Μετά λίγες μέρες κοιμήθηκε ο Γέροντας και του έμεινε παρακαταθήκη εκείνη η ρύση «φύλαξε το παραμικρόν». Τα χρόνια πέρασαν, αυτός εκεί στο κελί συνεχίζει να ασκείται και να ρωτάει όσους γεροντάδες περνούσαν να τον δούνε, τι σημαίνει «φύλαξε το παραμικρόν».
Κάποτε απογοητεύεται και αποφασίζει να γυρίσει πίσω στον κόσμο, να ψάξει στις βιβλιοθήκες, να βρει την απάντηση, θυμάται πως είναι θεολόγος, δεν μπορεί, δεν γίνεται να μην ξέρει. Ετοίμασε τα λιγοστά πράγματα του, ήρθε ο αγωγιάτης με το μουλάρι να τα φορτώσει, και με περιέργεια τον ρωτάει που θα πάει; Ο θεολόγος απαντά, πρέπει να βρω μιαν απάντηση για το τι σημαίνει «φύλαξε το παραμικρόν».Και ο απλός ανθρωπάκος του λέει, σημαίνει τα εξής: φάγε τόσο που μην χορτάσεις, πιες τόσο που να μην ξεδιψάσεις, κοιμήσου τόσο που να μην αναπαυθείς. Και ο θεολόγος συνέχισε δεν μπορείς να φτάσεις την Θέωση, με τον εγωισμό σου, χάρη στην δίνει ο Θεός όταν Εκείνος κρίνει, και όταν φτάσεις «φύλαξε το παραμικρόν» μην τυχόν και φθάσεις την ύβρη και την οίηση, και σε καταλάβει ο διάβολος. Ξεφόρτωσε ξανά τα πράγματα, και συνέχισε με στο κελί του να φυλάει το παραμικρόν.
Ξεχνά πως η εκκλησία τον τίτλο αυτόν τον έδωσε σε τρείς μονάχα αγίους, το Ιωάννη, τον Γρηγόριο και τον Συμεών τον νέο Θεολόγο. Του ξεφεύγει μία λεπτομέρεια, η θεολογία δεν είναι επιστήμη είναι εμπειρία και βίωση.
Με το ζήλο του αρχαρίου είναι έτοιμος για τους μεγάλους και δύσκολους αγώνες, να κηρύξει, να διδάξει, να διαφωτίσει, να σώσει από την πλάνη όσους μπορεί και τελικά να βρει μια θέση στον παράδεισο. Γρήγορα απογοητεύεται διότι διαπιστώνει πως την συμπάθια από τους γύρω γίνεται ανοχή και αργότερα ειρωνεία για την εμμονή του. Η σκέψη του, τον βασανίζει «μα καλά κανένας δεν θέλει να σωθεί;» και αναρωτιέται πως άραγε θα σωθώ εγώ;
Το μοναστήρι είναι η επόμενη επιλογή, εκεί θα επιδιώξει τον απώτερο σκοπό την Θέωση όπως λέει και ο Κλίμης ο Αλεξανδρεύς. Άλλη απογοήτευση εδώ, κανείς δεν του κάνει υπακοή κανείς δεν τον παραδέχεται. Αυτόν που ξέρει την φιλοκαλία και τα γεροντικά απέξω και ανακατωτά, δεν τον παίρνει κανείς στα σοβαρά. Με αγάπη και φρόνηση οι γέροντες τον ετοιμάζουν, εκείνος δεν καταλαβαίνει και βιάζεται. Αυτός με το λογισμό του ξέχασε την Θέωση και έφτασε στην αποθέωση του εγωισμού του.
Ο καιρός περνά, το μοναστήρι δεν τον χωρά, οι Αδελφοί, του φαίνονται ράθυμοι, κάτι πρέπει να κάνει. Στη έρημο, με τους ασκητές, εκεί είναι η θέση μου, εκεί θα ρωτήσω, θα μάθω και θα εφαρμόσω. Στο δρόμο συνειδητοποιεί για πρώτη φορά πως θα ρωτήσει, άρα δεν θα είναι αυτός ο δάσκαλος, πως πρέπει να ταπεινωθεί για να μάθει.
Στην έρημο όμως οι γεροντάδες δεν παίρνουν εύκολα υποτακτικούς, ο μόνος που τον δέχεται είναι ένας γέρος ανήμπορος κοντά στον θάνατο. Εκεί υποτάσσεται και κάνει υπακοή, δεν διδάσκει πλέον, άλλωστε ποιος θα τον ακούσει; Ταπεινώνεται και ρωτά Γέροντα πως θα φθάσω στη Θέωση και η απάντηση του Γέροντα είναι δύο λέξεις, «φύλαξε το παραμικρόν». Μετά λίγες μέρες κοιμήθηκε ο Γέροντας και του έμεινε παρακαταθήκη εκείνη η ρύση «φύλαξε το παραμικρόν». Τα χρόνια πέρασαν, αυτός εκεί στο κελί συνεχίζει να ασκείται και να ρωτάει όσους γεροντάδες περνούσαν να τον δούνε, τι σημαίνει «φύλαξε το παραμικρόν».
Κάποτε απογοητεύεται και αποφασίζει να γυρίσει πίσω στον κόσμο, να ψάξει στις βιβλιοθήκες, να βρει την απάντηση, θυμάται πως είναι θεολόγος, δεν μπορεί, δεν γίνεται να μην ξέρει. Ετοίμασε τα λιγοστά πράγματα του, ήρθε ο αγωγιάτης με το μουλάρι να τα φορτώσει, και με περιέργεια τον ρωτάει που θα πάει; Ο θεολόγος απαντά, πρέπει να βρω μιαν απάντηση για το τι σημαίνει «φύλαξε το παραμικρόν».Και ο απλός ανθρωπάκος του λέει, σημαίνει τα εξής: φάγε τόσο που μην χορτάσεις, πιες τόσο που να μην ξεδιψάσεις, κοιμήσου τόσο που να μην αναπαυθείς. Και ο θεολόγος συνέχισε δεν μπορείς να φτάσεις την Θέωση, με τον εγωισμό σου, χάρη στην δίνει ο Θεός όταν Εκείνος κρίνει, και όταν φτάσεις «φύλαξε το παραμικρόν» μην τυχόν και φθάσεις την ύβρη και την οίηση, και σε καταλάβει ο διάβολος. Ξεφόρτωσε ξανά τα πράγματα, και συνέχισε με στο κελί του να φυλάει το παραμικρόν.
Τρίτη 7 Ιουλίου 2009
Βίβλος Βαρσανουφίου καὶ Ἰωάννου
Περὶ δὲ τῶν παθῶν, δουλαγωγῆσαι ὀφείλει τὶς τὸ σῶμα αὐτοῦ ἐν τῇ ἐνδείᾳ καὶ θλίψει κατὰ τὸ δυνατόν. Τὸ ἐπισκέπτεσθαι τὸν ἀδελφόν, καλόν ἐστι, τὸ δὲ ἀργολογῆσε , σαπρόν ἐστι, εἰς δοκιμὴν φέρει σὲ τὸ πράγμα.
Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009
Είμαι και φαίνομαι στο πάζλ
Αυτός που είμαι, είμαι, και πρέπει να προσπαθώ να βελτιωθώ προς όφελος δικό μου.
Όμως νομίζω πως είμαι το κάτι άλλο, είμαι σπουδαιότερος από ότι μου αναγνωρίζουν οι άλλοι, ξέρω ποιο πολλά και από τους ειδικούς σε κάθε θέμα, είμαι δικαιότερος ευσπλαχνικότερος από τους δικάζοντες. Ξέρω να διοικώ και να κυβερνώ σοφότερα από αυτούς που ψηφίζονται από τους πολλούς για αυτήν τη διακονία. Διδάσκω και νουθετώ τους πάντες, ακόμα και όταν αυτοί δεν το θέλουν, επειδή εγώ γνωρίζω τα πάντα και τελικά είμαι αυτός που δεν επιδέχεται βελτίωση διότι αγγίζω την τελειότητα.
Μου διαφεύγει μια λεπτομέρεια. Η κοινωνία είναι ένα πάζλ, και εγώ ένα κομματάκι αυτής της κοινωνίας που η θέση είναι καθορισμένη μέσα στο σύνολο, ακόμα και γωνία να είμαι, συνολικά υπάρχουν τέσσαρες.
Όμως νομίζω πως είμαι το κάτι άλλο, είμαι σπουδαιότερος από ότι μου αναγνωρίζουν οι άλλοι, ξέρω ποιο πολλά και από τους ειδικούς σε κάθε θέμα, είμαι δικαιότερος ευσπλαχνικότερος από τους δικάζοντες. Ξέρω να διοικώ και να κυβερνώ σοφότερα από αυτούς που ψηφίζονται από τους πολλούς για αυτήν τη διακονία. Διδάσκω και νουθετώ τους πάντες, ακόμα και όταν αυτοί δεν το θέλουν, επειδή εγώ γνωρίζω τα πάντα και τελικά είμαι αυτός που δεν επιδέχεται βελτίωση διότι αγγίζω την τελειότητα.
Μου διαφεύγει μια λεπτομέρεια. Η κοινωνία είναι ένα πάζλ, και εγώ ένα κομματάκι αυτής της κοινωνίας που η θέση είναι καθορισμένη μέσα στο σύνολο, ακόμα και γωνία να είμαι, συνολικά υπάρχουν τέσσαρες.
Σάββατο 4 Ιουλίου 2009
Ανασυστάθηκε η παράδοση, ήρθε το έθιμο, χάθηκε το ήθος
Ήθη και έθιμα δύο λέξεις που σπάνια αποχωρίζονται η μία της άλλης μας δίνουν κατά κάποιο τρόπο την έννοια της παράδοσης. Η παράδοση τώρα λέξη παρεξηγημένη ταυτίζεται με την προσκόλληση σε κάποιες συμπεριφορές. Όμως δεν είναι έτσι, η παράδοση εξελίσσεται και αυτή, μαζί με την πάροδο του χρόνου, έχοντας σταθερά κάποια σημεία αναφοράς της εκκίνησης της, χωρίς να αποκόπτετε από τα ήθη και τα έθιμα.
Αυτήν την παράδοση λοιπόν, κάνανε σημαία στην εποχή μας κάποιοι πολιτιστικοί σύλλογοι, κυρίως των ξενιτεμένων, ωραιοποιώντας τις αναμνήσεις των μελών τους, για να έχουνε λόγο ύπαρξης και γέφυρα με τον τόπο καταγωγής τους. Και επανέρχονται κάθε καλοκαίρι, στα νησιά και στα χωριά τους, για να αναβιώσουν και να διδάξουν ήθη, έθιμα και παράδοση, σε αυτούς που δεν πάψανε να τα βιώνουν.
Θα σταθώ σε μία παράδοση μόνο, αυτή της γιορτής. Τα πανηγύρια στο νησί είναι πολλά, όχι μόνο τα καλοκαιρινά μα και τα χειμερινά. Πως μετριέται η επιτυχία ενός πανηγυριού; Η απάντηση είναι με την ποσότητα της γιορτής που μοιράστηκε. Δυστυχώς.
Γιορτή είναι ένα έδεσμα που παρασκευάζεται από κρέας και σιτάρι, κυρίως, και με διάφορες άλλες παραλλαγές, προσφέρεται δε, στους πανηγυρίζοντας δωρεάν. Είναι απότοκος της λεγόμενης αγάπης των πρώτων Χριστιανικών χρόνων.
Το τελευταίο αιώνα και μετά την καταστροφή, γέμισε ο τόπος πρόσφυγες κυνηγημένους, ταλαιπωρημένους και πεινασμένους. Θέλοντας κλήρος και λαός να βοηθήσουν χωρίς να ταπεινώσουν τους καταπονημένους πρόσφεραν ένα πιάτο φαΐ μετά την λειτουργία. Αυτός είναι ο λόγος που το συγκεκριμένο έδεσμα, δεν έχει όνομα, λέγεται απλά γιορτή, διότι όπου υπήρχε εορτή και πανηγύρι προσφέρονταν δωρεάν και πήγαινε ο λαός να φάει.
Σήμερα, διαφημίζεται το τάδε πανηγύρι πως θα υπάρχει γιορτή, για να πάει ο «κόσμος». Ποιός όμως «κόσμος»; Εκείνος που δεν ξέρει καν τι είναι το ορθρινό Ευαγγέλιο, περιμένει όμως την τρίτη καμπάνα της δοξολογίας για να ξεκινήσει από το σπίτι να προλάβει την γιορτή. Το αποτέλεσμα είναι μπροστά στο καζάνι να γίνεται χαμός, το σπρώξιμο και ο καυγάς γίνανε και αυτά παράδοση μπροστά στο καζάνι. Άνθρωποι κάθε ηλικίας φεύγοντας, έχουν πάρει πολλαπλάσια ποσότητα, από ότι τους χρειάζεται, και στο τέλος την πετάνε στα σκυλιά και τις κότες.
Εδώ εντοπίζεται το ατόπημα, αφού δεν πεινάς γιατί τρέχεις έτσι; Αυτό το πιάτο φαγητού δεν είναι δικό σου, είναι του άπορου, είναι του άστεγου, είναι του άνεργου, είναι του ανήμπορου, είναι του οικονομικού πρόσφυγα, που αν το είχε στην πατρίδα δεν θα ήταν εδώ.
Ανασυστάθηκε η παράδοση, ήρθε το έθιμο, χάθηκε το ήθος.
Αυτήν την παράδοση λοιπόν, κάνανε σημαία στην εποχή μας κάποιοι πολιτιστικοί σύλλογοι, κυρίως των ξενιτεμένων, ωραιοποιώντας τις αναμνήσεις των μελών τους, για να έχουνε λόγο ύπαρξης και γέφυρα με τον τόπο καταγωγής τους. Και επανέρχονται κάθε καλοκαίρι, στα νησιά και στα χωριά τους, για να αναβιώσουν και να διδάξουν ήθη, έθιμα και παράδοση, σε αυτούς που δεν πάψανε να τα βιώνουν.
Θα σταθώ σε μία παράδοση μόνο, αυτή της γιορτής. Τα πανηγύρια στο νησί είναι πολλά, όχι μόνο τα καλοκαιρινά μα και τα χειμερινά. Πως μετριέται η επιτυχία ενός πανηγυριού; Η απάντηση είναι με την ποσότητα της γιορτής που μοιράστηκε. Δυστυχώς.
Γιορτή είναι ένα έδεσμα που παρασκευάζεται από κρέας και σιτάρι, κυρίως, και με διάφορες άλλες παραλλαγές, προσφέρεται δε, στους πανηγυρίζοντας δωρεάν. Είναι απότοκος της λεγόμενης αγάπης των πρώτων Χριστιανικών χρόνων.
Το τελευταίο αιώνα και μετά την καταστροφή, γέμισε ο τόπος πρόσφυγες κυνηγημένους, ταλαιπωρημένους και πεινασμένους. Θέλοντας κλήρος και λαός να βοηθήσουν χωρίς να ταπεινώσουν τους καταπονημένους πρόσφεραν ένα πιάτο φαΐ μετά την λειτουργία. Αυτός είναι ο λόγος που το συγκεκριμένο έδεσμα, δεν έχει όνομα, λέγεται απλά γιορτή, διότι όπου υπήρχε εορτή και πανηγύρι προσφέρονταν δωρεάν και πήγαινε ο λαός να φάει.
Σήμερα, διαφημίζεται το τάδε πανηγύρι πως θα υπάρχει γιορτή, για να πάει ο «κόσμος». Ποιός όμως «κόσμος»; Εκείνος που δεν ξέρει καν τι είναι το ορθρινό Ευαγγέλιο, περιμένει όμως την τρίτη καμπάνα της δοξολογίας για να ξεκινήσει από το σπίτι να προλάβει την γιορτή. Το αποτέλεσμα είναι μπροστά στο καζάνι να γίνεται χαμός, το σπρώξιμο και ο καυγάς γίνανε και αυτά παράδοση μπροστά στο καζάνι. Άνθρωποι κάθε ηλικίας φεύγοντας, έχουν πάρει πολλαπλάσια ποσότητα, από ότι τους χρειάζεται, και στο τέλος την πετάνε στα σκυλιά και τις κότες.
Εδώ εντοπίζεται το ατόπημα, αφού δεν πεινάς γιατί τρέχεις έτσι; Αυτό το πιάτο φαγητού δεν είναι δικό σου, είναι του άπορου, είναι του άστεγου, είναι του άνεργου, είναι του ανήμπορου, είναι του οικονομικού πρόσφυγα, που αν το είχε στην πατρίδα δεν θα ήταν εδώ.
Ανασυστάθηκε η παράδοση, ήρθε το έθιμο, χάθηκε το ήθος.
Παρασκευή 3 Ιουλίου 2009
Ταπεινοί και περήφανοι
Γεράνια και πικροδάφνες δυο ταπεινά λουλούδια, απαξιωμένα, και χλευασμένα. Τα πρώτα τα λένε πολλές φορές βρωμοσαρδέλες και τα δεύτερα περιπαικτικά σφάκες, διότι εξ αιτίας της πίκρας τους ούτε τα κατσίκια δεν τις τρώνε. Κι όμως από κανένα κήπο δεν λείπουν; Παντού υπάρχουν διότι είναι ευκολόφυτα, και γρήγορα αποδίδουν τα άνθη τους που μπορεί να μην έχουν άρωμα, έχουν όμως χάρη και ζωντάνια όλο τον χρόνο. Στο αντίθετο στρατόπεδο θα βρούμε τα τριαντάφυλλα και τα καλάμια αρωματικά τα πρώτα και περήφανα τα δεύτερα, απαιτητικά τα πρώτα ψηλά και άχαρος φράχτης τα δεύτερα.
Σε μοιάζουν με τους ανθρώπους άραγε, μήπως το πρώτο ζευγάρι είναι οι ταπεινοί και καταφρονεμένοι μεροκαματιάρηδες, που μέσα από την πίκρα της ζωής ανθίζουν και πολλαπλασιάζονται, και γενικά ομορφαίνουν και δίνουν νόημα στην ύπαρξη τους. Σε αντίθεση με τους άλλους τους λίγους περήφανους, αυτάρεσκους και γεμάτους αγκάθια εγωιστές, ή με την άχαρη και άκαμπτη παρουσία τους μας εμποδίζουν να δούμε το εσωτερικό του κήπου.
Σε μοιάζουν με τους ανθρώπους άραγε, μήπως το πρώτο ζευγάρι είναι οι ταπεινοί και καταφρονεμένοι μεροκαματιάρηδες, που μέσα από την πίκρα της ζωής ανθίζουν και πολλαπλασιάζονται, και γενικά ομορφαίνουν και δίνουν νόημα στην ύπαρξη τους. Σε αντίθεση με τους άλλους τους λίγους περήφανους, αυτάρεσκους και γεμάτους αγκάθια εγωιστές, ή με την άχαρη και άκαμπτη παρουσία τους μας εμποδίζουν να δούμε το εσωτερικό του κήπου.
Βίβλος Βαρσανουφρίου καὶ Ἰωάννου
Περὶ δὲ τῆς λαλιᾶς ὅταν βλέπης σεαυτὸν θεολογοῦντα, μάθε ὅτι ἡ σιωπὴ θαυμαστοτέρα καὶ ἐνδοξοτέρα ἐστὶν αὐτῆς.
Τετάρτη 1 Ιουλίου 2009
Βίβλος Βαρσανουφρίου και Ιωάννου
Ἐπόνησαν, ἐμεγαλύνθησαν, ἐδοξάσθησαν, ἐλαμπρύνθησαν, ἔζησαν, ἐπειδὴ πρώτον ἀπέθανον.