Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009

Λία και Σία

Ευαγγελία και Ασπασία

Επιτέλους, οι μπουλντόζες πιάσανε δουλειά, κατεδαφίζεται το ρημάδι που τόσα χρόνια στέγασε λογιών λογιών παράσιτα της κοινωνίας. Ο αγώνας δικαιώθηκε, θα γίνει πάρκο και παιδική χαρά να παίζουν τα παιδιά με θέα προς την θάλασσα.
Η υπόθεση αφορά ένα δίπατο σπίτι στο Λουτράκι, που χρόνια είναι εγκαταλειμμένο, κανείς δεν ενδιαφερόταν γι αυτό, κανείς δεν το διεκδικούσε, μέχρι που η τοπική αυτοδιοίκηση ανέλαβε την πρωτοβουλία να δημιουργήσει ένα χώρο αναψυχής, στην θέση που βρισκότανε «το σπίτι των κοριτσιών».
Ένα καλοφτιαγμένο οίκημα με πολλές τζαμαρίες στο πάνω πάτωμα, και συρόμενα παράθυρα. Το όνομα του το χρώσταγε σε δύο αδελφές που ήτανε και οι τελευταίοι κάτοικοι του.
Ο πατέρας των κοριτσιών προέρχονταν από την Μ Ασία, από το Αϊδίνη, Παύλος Γκασμάνογλου λεγότανε, οικογενειάρχης με τρία κορίτσια, και μια φάμπρικα υποδηματοποιίας. Προτού να γίνει η καταστροφή, προνοητικός ο Παύλος φρόντισε να θάψει σε ασφαλές μέρος χρυσές λίρες. Αργότερα η οικογένεια διαλύθηκε, αυτός επιστρατεύτηκε στα τάγματα αγγαρείας, και υπόλοιποι ξεκίνησαν για την Ελλάδα.
Όταν κατάφερε να δραπετεύσει, βρέθηκε κι αυτός στη Ελλάδα, άρχισε να ψάχνει τους δικούς του, δεν το κατόρθωσε οι περισσότερες πληροφορίες μιλούσανε για θάνατο. Πέντε ολόκληρα χρόνια, τον έτρωγε αυτός ο καημός, ώσπου το πήρε απόφαση, ότι δεν ζούνε πλέον και θα πρέπει να ξαναφτιάξει την ζωή του. Πήγε κι ήρθε πολλές φορές, κρυφά στο Αϊδίνη, μέχρι που κατάφερε να πάρει το θησαυρό του.
Εγκαταστάθηκε στο Λουτράκι, κι άρχισε να στήνει την καινούργια φάμπρικα, μόνο που τώρα δεν ήταν φάμπρικα, ένα μαγαζί αγόρασε, ευρύχωρο, για να είναι και εκθετήριο, και ξεκίνησε να φτιάχνει παπούτσια ζώνες και τσάντες. Λίγα χρόνια αργότερα μετέφερε την έδρα στην Κόρινθο, και εκεί ξανάγινε φάμπρικα, με εργάτες και μαστόρους, με πωλητές και λογιστήριο.
Τότε στις αρχές δεκαετίας του 30, αρρώστησε από την καρδιά του, και βρέθηκε στον Ερυθρό Σταυρό. Η νοσοκόμος που τον φρόντιζε, τον συμπόνεσε και αυτός της πρότεινε να την πάρει από κει. Παρά τις αντιδράσεις των συναδέλφων της συγκατένευσε, αψήφησε τις αντιδράσεις τους, και τον ακολούθησε. Παντρευτήκαν αμέσως ο Παύλος και η Μερόπη, και άρχισαν να κτίζουν σπίτι στο Λουτράκι, πάνω από τον δρόμο και με θέα προς την θάλασσα.
Ο Παύλος κοντά στα πενήντα, άρχισε πάλι να χαμογελά και να αισιοδοξεί, η Μερόπη κυοφορούσε, οι δουλειές καλά πηγαίνανε, το χρήμα περίσσευε. Έφθασε η ώρα να γεννήσει η Μερόπη και έφερε στο κόσμο δύο χαριτωμένα κοριτσάκια, το ένα όμως γεννήθηκε τυφλό. Ανάμικτα τα συναισθήματα, χαρά για τον ερχομό και στεναχώρια για την αναπηρία. Ήτανε η εποχή που ο Μεταξάς εγκαθιστούσε την δικτατορία του.
Η Μερόπη εγκαταστάθηκε στο καινούργιο σπίτι στο Λουτράκι, το οποίο είχε γύρω γύρω μπαλκόνια. Πήρε και μια παραδουλεύτρα να την βοηθάει και εκείνη ασχολήθηκε περισσότερο με τα μωρά. Ο πόλεμος δεν άργησε να έρθει, και να φέρει όσα κακά μόνο εκείνος ξέρει. Επιτάχθηκε η φάμπρικα, να παράγει μπότες για τον στρατό, σκόρπισαν οι εργάτες, έμειναν λιγοστοί ηλικιωμένοι, και το χειρότερο πέθανε η Μερόπη, αφήνοντας την φροντίδα των κοριτσιών στον Παύλο.
Ένας Θεός ξέρει τι προσπάθειες κατέβαλε για να ανταπεξέλθει στα δύσκολα χρόνια της κατοχής, ο αγώνας από την μια να μεγαλώσει τα ορφανά και από την άλλη να κρατήσει την φάμπρικα όρθια ανάμεσα στον Στρατό Κατοχής και τους Έλληνες αντάρτες. Και μετά την κατοχή ο εμφύλιος σπαραγμός, ακόμα χειρότερος. Τα κατάφερε όμως και στάθηκε όρθιος, βοηθούσε η πείρα του περασμένου πολέμου και της προσφυγιάς. Προνοητικός ο Παύλος ανατέλλοντας η δεκαετία του 50 κάλεσε τον Μιχάλη, έναν από τους έμπιστους υπαλλήλους του, και του έκανε την εξής συμφωνία.
–Μιχάλη παιδί μου, θα πάρεις την φάμπρικα όλη δική σου, αρκεί να υποσχεθείς πως θα φροντίζεις τα κορίτσια μου, να ξαναλειτουργήσεις το παλιό μαγαζί στο Λουτράκι, να κάθεται εκεί η Λία να πουλάει τα προϊόντα που θα τις παρέχεις, και η Σία θα μένει σπίτι. Ο Μιχάλης δέχθηκε αμέσως και με πολλές ευχαριστίες υποσχέθηκε να τις φροντίζει για όσο θα ζει. Ο Παύλος έζησε δυο χρόνια ακόμα μέχρι που δρομολογήθηκε η κατάσταση όπως την φανταζότανε
Τα κορίτσια τότε ήτανε δεκαεπτάχρονα.
Ανακαινίστηκε το μαγαζί, γέμισε εμπόρευμα, λειτουργούσε σαν έκθεση της φάμπρικας, με παραγγελιοδόχο και πωλητές, έκατσε και η Λία στο ταμείο. Κάθε βράδυ ερχόταν ο Μιχάλης με το αυτοκίνητο, για τα πεπραγμένα της ημέρας, έπαιρνε την Λία να την πάει σπίτι, να δει την Σία και γυρνούσε πίσω στην Κόρινθο.
Δεν υπήρξε γκρίνια ανάμεσα στα κορίτσια και στον Μιχάλη, ήτανε όλοι ευχαριστημένοι με την ρύθμιση που είχε αποφασίσει ο Παύλος. Η Λία και η Σία μονιασμένες όσο δεν έπαιρνε παραπάνω βιώνανε από μωρά ένα πολύ δύσκολο τρόπο ζωής. Ότι έβλεπε η Λία έπρεπε να το περιγράψει στην αδελφή της, η Σία από την άλλη πλευρά δεν παραπονέθηκε ποτέ για την αναπηρία της, προσπαθούσε να κάνει όσες δουλειές μπορούσε για να ξεκουράσει την αδελφή της. Τα παράθυρα του σπιτιού ήταν συρόμενα για την ευκολία της τυφλής, τα άνοιγε και μύριζε την θάλασσα. Μόνιμα υπήρχε στην άκρη του μπαλκονιού η πολυθρόνα από μπαμπού που καθόταν με τις ώρες, με ένα κομποσκοίνι στο χέρι. Η Λία κάθε βράδυ μαγείρευε, και η Σία την άλλη μέρα μεριμνούσε να είναι το τραπέζι στρωμένο στην ώρα του. Το καθημερινό τράβηγμα της αλυσίδας του κούκου ήταν καθήκον της Σίας. Το σπίτι ήταν λίγο απόμακρο από τα άλλα, και το χαρακτήριζαν ως «το σπίτι των κοριτσιών».
Τα χρόνια περνούσαν, τα κορίτσια μεγάλωναν, μα μένανε πάντα τα κορίτσια. Η φάμπρικα δεν πήγαινε καλά, ο Μιχάλης έντιμος και εργατικός, αλλά στάσιμος χωρίς να παίρνει ρίσκα προσπαθούσε να τηρήσει την υπόσχεση του στον Παύλο, και διατηρούσε την επιχείρηση σε σταθερό επίπεδο, με αποτέλεσμα χρόνο με χρόνο να υποβαθμίζεται, τα κορίτσια όμως δεν έπαιρναν χαμπάρι τίποτα, είχαν τον δικό τους αγώνα να δώσουν.
Κάποιο βροχερό βράδυ σκοτισμένος για την πρώτη του, συναλλαγματική που διαμαρτυρήθηκε, ο Μιχάλης με την Λία στο αμάξι, ξέφυγε από τον δρόμο, και συγκρούστηκε μετωπικά με νταλίκα, αποτέλεσμα και οι δύο τους νεκροί ήτανε χειμώνας του 68.
Μάταια περίμενε το βράδυ εκείνο η Σία, έπιανε τον κούκο μήπως σταμάτησε, άνοιγε και έκλινε την πόρτα, αλλά τίποτα. Δεν υπήρχαν τότε τηλέφωνα σε κάθε σπίτι. Αποκαμωμένη, κάθισε στην πολυθρόνα της και αποκοιμήθηκε.
Το άλλο πρωί ήταν ξετρελαμένη δεν ήξερε τι κάνει, που να πάει, και πώς να πάει αφού όλα τα χρόνια δεν είχε βγει καθόλου έξω. Τρόμαξε όταν κτύπησε το κουδούνι εκνευριστικά και παρατεταμένα, σύρθηκε να ανοίξει, και μια αντρική φωνή αντήχησε στα αυτιά της επιτακτικά, είσαι η Ασπασία Γκασμάνογλου; Ναι εγώ είμαι, Έλα μαζί μας θα σε πάμε στο άσυλο γιατί η αδελφή σου σκοτώθηκε. Χάθηκε ο κόσμος, δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια της, άντε δεν θα φάμε όλη την μέρα εδώ, τότε σωριάστηκε κάτω.
Η ίδια φωνή συνέχισε σε άλλο τόνο, Μήτσο πες να στείλουν ασθενοφόρο, εμείς τελειώσαμε. Το ασθενοφόρο που ήρθε λίγο αργότερα ήταν το τελευταίο αμάξι που πλησίασε το σπίτι των κοριτσιών.
Από τότε άρχισε η ερήμωση, πρώτα τα ποντίκια κάνανε κατάληψη και τελευταίοι οι τοξικομανείς. Αξιοποιήθηκε η περιοχή και σπίτι ήταν εμπόδιο γιατί δεν βρισκόταν ιδιοκτήτης, κανείς δεν το διεκδικούσε για χρόνια και έτσι φτάσαμε στην σημερινή κατεδάφιση και την δημιουργία του πάρκου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: