Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2010

Δυο κούτες τσιγάρα Στ΄.

Δυο κούτες τσιγάρα Στ΄.

Εκείνες τις ημέρες μέχρι να τελειώσει η διαδικασία του ελέγχου, η ΠΙΤ ΠΙΤ υπολειτουργούσε, επήρανε υποχρεωτική άδεια το προσωπικό όλο. Ο Παρασκευάς πήγαινε κάθε πρωί στο εργαστήριο, για να απαντά στο τηλέφωνο και να κρατά παραγγελίες, και ο Θανάσης για να τον ξεσηκώνει με τις μελλοντικές επενδύσεις της εταιρίας. Την παραμονή του ραντεβού με τον Σταμάτη, ήρθε ο Λουκάς με ταξί, έδωσε ένα πακέτο πεντοχίλιαρα, στον Παρασκευά, και ζήτησε το κλειδί του Volvo,
-τι το θέλεις; Ρώτησε ο Παρασκευάς, το χρειάζομαι να μετακινούμαι.
-και εγώ το έχω ανάγκη, το κομματικό το παραδώσαμε, ο Παναγιώτης επιστρέφει μεθαύριο, από Βρυξέλες με πελάτες, και πρέπει να έχουμε άνεση κινήσεων.
-όχι δεν το δίνω, είναι δικό μου και το θέλω εγώ
-δεν είναι δικό σου, της Εταιρίας είναι, και εγώ έχω το ίδιο μερίδιο.
Κεραυνός του ήρθε η απάντηση, τόσο καιρό δεν κατάλαβε τίποτα; Μα τόσο αφελείς είναι; Του τά έλεγε ο Σταμάτης, αλλά δεν τον άκουγε. Έδωσε τα κλειδιά, -πότε θα το φέρεις πίσω;
-να κυκλοφορείς με το φορτηγό, είναι πιο υγιεινό το πείραξε ο Λουκάς.

Την επομένη περίπου στις δέκα, βρισκότανε στο Εφορία και στο γραφείο του παλιού του φίλου, Σταμάτη.
-άκου Σταμάτη, εγώ δεν ξέρω πως γίνονται τα λαδώματα, έχω όμως εδώ αυτά τα χρήματα, ξεκίνησε να λέει
-σιωπή τον αποπήρε, ο Σταμάτης, στο όνομα της φιλίας μας, κάνω πως δεν άκουσα τίποτε, κάτσε κάτω και μην μιλάς καθόλου. Ύστερα ηπιότερα συνέχισε
-πόσες φορές σε προειδοποίησα, δεν με άκουσες, και σήμερα που σε κάλεσα μονάχο το έκανα να σου δώσω μια τελευταία ευκαιρία. Γνωρίζω πως είσαι θύμα, σε εκμεταλλεύτηκαν κάποιοι επιτήδειοι, αρχής γενομένης από τον Παναγιώτη, να μου το θυμάσαι πως δεν θα έχει καλά ξεμπερδέματα. Τα χρήματα που έφερες θα τα πάς στο ταμείο, να εξοφλήσεις όσα μπορείς από το χρέος, και θα έρθεις πάλι εδώ να διακανονίσουμε τα υπόλοιπα με συμβιβασμό, σε συμφέρει έτσι παρά να πάμε δικαστικώς, όπως θα σε συμβουλέψουν οι λογιστές και οι δικηγόροι. Άκουσε με δεν θα χάσεις.
Ο Παρασκευάς με το ζόρι συγκράτησε ένα δάκρυ, -που να πάω;
-περίμενε, σήκωσε το ακουστικό ο Σταμάτης, -Τάκη έλα σε παρακαλώ. Σε λίγο μπήκε ένας νέος, -πήγαινε το κύριο Αγησιλάου στο ταμείο και ξαναελάτε από εδώ μόλις τελειώσει. Ο νέος οδήγησε τον Παρασκευά σε ένα άλλο γραφείο από κει τον περάσανε σε άλλο κατέβασαν φακέλους, και μετά από μια και παραπάνω ώρα βγάλανε το κονδύλι που χρωστούσε η ΠΙΤ ΠΙΤ, έδωσε όσα χρήματα είχε και ξανά πήγανε στο γραφείο του Σταμάτη.
-όλα καλά; ρώτησε συγκαταβατικά
-όλα καλά, απήντησε ο Παρασκευάς
-θα κανονίσουμε το υπόλοιπο χρέος σε ισόποσες 48 δόσεις, είναι το μεγαλύτερο διάστημα που μπορώ, με την υποχρέωση σου να καλύπτεις απόλυτα και τις τρέχουσες οφειλές, εντάξει, είμαστε σύμφωνοι.
-πώς να σε ευχαριστήσω Σταμάτη;
-αν διαλύσεις την εταιρία ή φύγεις από αυτήν θα με ευχαριστήσεις και θα ωφελήσεις την οικογένεια σου. Άμε στο καλό.

Με αναπτερωμένο ηθικό ο Παρασκευάς, γύρισε στο εργαστήριο, τον περίμενε η γυναίκα του η Σοφία και ο Θανάσης
-λοιπόν; Με ένα στόμα όλα καλά; πήρε <τις δυο κούτες τσιγάρα;>
-είστε γελασμένοι και οι δύο, και τους εξήγησε ότι έτρεξε στην Εφορία. Ειδοποιήστε τα παιδιά από αύριο ξανανοίγουμε, και έχουμε ένα σωρό παραγγελίες σε εκκρεμότητα. Τηλεφώνησε αμέσως μετά στον Αργυρίου να τον ενημερώσει, αλλά δεν τον συνδέανε. -δεν πειράζει θα πάω αύριο από κοντά.
Την επομένη πήγε στα γραφεία των Αφων Αργυρίου, στην Τρίτη Σεπτεμβρίου, όταν ο κλητήρας τον πέρασε στο μεγάλο γραφείο, κατά την προσφιλή τους συνήθεια ό ένα μίλαγε και άλλος σιωπούσε. Ο ομιλητικός από τους δύο άρχισε
-ξέρεις Παρασκευά δεν χειρίστηκες καλά το θέμα, έδωσε χρήματα που μπορούσες να είχες αποφύγει, κάνοντας διακανονισμό. Ήταν κανονισμένο από ποιο πάνω, άλλωστε είπαμε πως αυτή η κυβέρνηση είναι παρένθεση
-δηλαδή;
-δεν έχει δηλαδή, θα δεις μεθαύριο ο Θανάσης πως θα χειριστεί το θέμα του ΙΚΑ.
-το αυτοκίνητο που πείρε ο Λουκάς; Ο Παναγιώτης, που βρίσκεται;
-αυτά είναι άλλα θέματα, καλά θα κάνεις να μην ξαναέρθεις εδώ, και μάλιστα απροειδοποίητα, για ότι θέλεις θα ρωτάς τον Λουκά.
-συγνώμη δεν είμαστε συνέταιροι, μαζί δεν έχουμε την εταιρία;
-όχι βέβαια, εμείς χρηματοδοτούμε το εργαστήριο σου και συ δουλεύεις για μας.
-κατάλαβα, είπε και έσκυψε το κεφάλι ο Παρασκευάς, χαίρετε.
Σε δύο μέρες πήγε ο Θανάσης στο ΙΚΑ. Ρύθμισε το χρέος των καθυστερημένων να εξοφληθεί σε 48 ισόποσες δόσεις, χωρίς να προκαταβάλει τίποτα, και όλα πλέον ήτανε έτοιμα για την επανέναρξη της επιχειρήσεως.
Οι εργασίες άρχισαν, αλλά το κλίμα είχε αλλάξει, το λογιστήριο μεταφέρθηκε στα γραφεία των αφεντικών, ο Θανάσης πείρε το γραφείο που καθόταν ο Παναγιώτης, και λίγο ως πολύ έκανε τον κυρίαρχο. Το τηλέφωνο του αδιάκοπα κατειλημμένο, συνεννοήσεις με λιγόλογες με ανθρώπους που άρχισαν να μπαινοβγαίνουν. Ο Παρασκευάς ήταν εκτός κλίματος, προσπαθούσε να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις των πελατών και δεν καταλάβαινε πολλά, όταν ρώταγε πληρώθηκαν οι δόσεις, έπαιρνε πάντα την ίδια απάντηση <φρόντιζε τις παραγγελίες εσύ, τα άλλα δική μας δουλειά>.

Ήρθαν πάλι οι εκλογές, ξανάρθε η αλλαγή, αυτή την φορά λεγότανε εκσυγχρονισμός. Ετοιμαζότανε το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα. Η ΠΙΤ ΠΙΤ, θα έμπαινε στο χρηματιστήριο, ο Παρασκευάς προσπάθησε να αντιδράσει, αλλά πέσανε πάνω του όλοι μαζεμένοι, πρώτη από όλους η γυναίκα του, επηρεασμένη από τον αδελφό της.
-η ευκαιρία της ζωή μας, θα ξεφύγουμε για πάντα από την κακομοιριά και την μιζέρια.
-βρέ γυναίκα, δεν είναι ηθικά πράγματα αυτά
-οι άλλοι που τα κάνουν είναι ηθικότεροι; γκρίνιαζε η Σοφία, και υπέκυψε ο Παρασκευάς.
Και ένα βράδυ βρεθήκαν πάλι στη παραλία στα μπουζούκια να διασκεδάζουν εορτάζοντας την είσοδο τους στο χρηματιστήριο. Διευθύνων νους ο Αργυρίου ο παλιός τραπεζίτης, γνώστης της αγοράς, και από κοντά ο Θανάσης. Πήρε τον ανήφορο, η μετοχή της ΠΙΤ ΠΙΤ. Όλοι ζούσαν μες την τρελή χαρά που λέει ο λόγος, μέχρι εκείνο το πρωινό που άλλαζε η χιλιετηρίδα. Μετά από μια ξέφρενη βραδιά γλεντιού, ο Αργυρίου ο παλιός τραπεζικός μαζί με τον Θανάση, πήραν το αεροπλάνο για τις Φιλιππίνες, μαζί και την παραδουλεύτρα, που στο μεταξύ την είχε ερωτευτεί ο Θανάσης, για να μην ξαναγυρίσουν.
Ο Παρασκευάς δεν το περίμενε αυτό, δεν μπορούσε να το φανταστεί, και θυμήθηκε πάλι τον Σταμάτη, κούναγε το κεφάλι πέρα δώθε , <έπρεπε να τον είχα ακούσει>.

Μετά τις διακοπές των εορτών, στο εργαστήριο ήρθε ο λογιστής, -εγώ πρέπει να φύγω, μην με λογαριάζετε πλέον, είπε στον Παρασκευά
-κάτσε λίγες μέρες, να βρώ άλλον ρε Μανόλη,
-λυπάμαι, δεν μπορώ απότομα και μονοκόμματα, εδώ τελείωσα, πάω αλλού, το είπε με μεγάλη δόση ειρωνείας,
-άντε στο καλό, είπε ο Παρασκευάς, και να δούμε τι κάνουμε.
Η κοπέλα του λογιστηρίου, προσπαθούσε να βγάλει άκρη, αλλά δεν προλάβαινε, έπρεπε να παρακολουθεί την αποθήκη τις αποστολές τις παραλαβές, τα άλλα θέματα που είχαν να κάνουν με το δημόσιο Εφορία ΙΚΑ Ασφάλειες ΔΕΗ κλπ δεν τα γνώριζε καθόλου. Ο Παρασκευάς δεν ήξερε τι να κάνει, σαν τρελός έτρεχε πάνω κάτω.
Σε όλη αυτήν την αναταραχή, συνέβη και ένα ατύχημα, έπλεξε τα χέρι μιας κοπέλας στο ζυμωτήριο και έσπασε. Τρεχάματα στο νοσοκομείο, διαμαρτυρίες για τις συνθήκες εργασίας από τους υπόλοιπους, όλα μαζί ένας χείμαρρος. Μετά το ατύχημα ήρθε το υγειονομικό και σφράγισε το εργαστήριο. Σε όλη αυτήν την ανακατωσούρα ο Λουκάς άφαντος, το ζητούσε στο τηλέφωνο και ποτέ δεν ήταν στο γραφείο του. Ξεκίνησε ένα πρωί να πάει στους Αφούς Αργυρίου, να ζητήσει συνδρομή, ο κλητήρας του είπε πως είναι παρείσακτος εκεί, και όταν τόλμησε να προχωρήσει λίγο παραμέσα, βρέθηκαν μπροστά του δυο γιγαντόσωμοι μπράβοι που του έκλεισαν τον δρόμο. <θες να φύγεις όρθιος, ή ξαπλωτός;>. έφυγε όρθιος.
Το άλλο πρωί ο Λουκάς έκανε την εμφάνιση του,
-μην στεναχωριέσαι για τίποτα, περαστικά είναι όλα
-ποια είναι περαστικά, δεν βλέπεις την καταστροφή;
-μην είσαι απαισιόδοξος, υπάρχουν οι μετοχές, θα πουλήσουμε υπάρχει κατασκευαστική κοινοπραξία
-από εκεί με διώξανε, ευτυχώς όρθιο, γέλασε ειρωνικά.
-το ξέρω είπε ο Λουκάς αναλαμβάνουνε όμως όλα τα έξοδα από εδώ και ύστερα μην ανησυχείς για τίποτα, εγώ θα είμαι δίπλα σου, ότι χαρτιά έρχονται σε μένα να τα δίνεις, αν θέλεις να μεταφέρω το γραφείο μου εδώ το κάνω
-όχι, όχι, ότι, είναι θα στα φέρνω εγώ.

Άρχισαν να έρχονται χαρτιά, από όλες τις υπηρεσίες, κλήσεις και κλητεύσεις ένα σωρό, και άρχισαν οι συμβιβασμοί και οι κατασχέσεις, πρώτα τα αυτοκίνητα, μετά τα μηχανήματα, τα ενοίκια καθυστερούσαν ο νοικοκύρης πίεζε. Δικαστήρια το ένα πάνω στο άλλο, από τους πελάτες που ζητούσαν και ποινικές ρήτρες επειδή έμεναν τα ράφια άδεια, από προμηθευτές που δεν ξοφλούσαν τα χρέη, <μα τόσα χρέη, μα τόσα χρέη> έλεγε και ξαναέλεγε ο φουκαράς. Ποιος έλεγε πως όσα περισσότερα χρωστά μια επιχείρηση, τόσο καλλίτερη είναι;
Από αναβολή σε αναβολή, κατά την πάγια τακτική των δικηγόρων, πήγαιναν οι δίκες του Παρασκευά, αλλά μετά από τρία και βάλε χρόνια, έφτασε η στιγμή της πληρωμής. Έξι χρόνια και τρείς μήνες φυλάκιση, ήταν η απόφαση του δικαστηρίου, συγχωνεύοντας όλες τις ποινές. Οδηγήθηκε στις φυλακές του Κορυδαλλού, για την εκτίσει.

Έμαθε την κατάληξη του Παρασκευά ο Σταμάτης, από τον Γάκη, και πήγε να επισκεφτεί το φίλο του στην φυλακή. Χρησιμοποιώντας τις γνωριμίες του, πήρε άδεια εκτός επισκεπτηρίου. Τον περίμενε ο Γάκης, τον οδήγησε στο γραφείο του διευθυντή, αφού ήπιανε καφέ εξήγησε την κατάσταση, και ζήτησε να είναι επιεικής με τον φίλο του, που στο κάτω-κάτω της γραφής ήτανε θύμα. Ο διευθυντής τον βεβαίωσε, για την καλή του διάθεση, αλλά και πως ξέρει να διακρίνει άτομα και χαρακτήρες, γι’ αυτό το είχε τοποθετήσει στην βιβλιοθήκη.
Σε ένα διπλανό δωμάτιο, με πέντε έξι καρέκλες σιδερένιες, ριζωμένες μέσα στο τσιμεντένιο πάτωμα, όπως και το τραπέζι, περίμενε ο Παρασκευάς, μόλις είδε τον Σταμάτη και τον Γάκη πίσω του, ξέσπασε σε λυγμούς, πως κατάντησα; Τον αγκάλιασαν και οι δύο
-τα λόγια είναι φτώχια, θα κάνεις κουράγιο και θα περάσουν τα χρόνια αυτά, και θα ξεχαστούν όλα, άρχισε να παρηγορεί ο Σταμάτης.
-άστο πονάει, μην το συνεχίζεις αδελφέ μου,
-πόσα χρόνια γνωριζόμαστε, θυμάσαι Γάκη στο αναρρωτήριο, θυμάσαι τη κατσαβιδιά,
-ναι θυμάμαι, ήμασταν τότε καλή παρέα, για θυμήσου, εσύ, ο Σταμάτης, ο Δημήτρης, ο Παναγιώτης,
-ναι είπε ο Παρασκευάς, που να είναι ο Παναγιώτης;
-εδώ είναι στην διπλανή πτέρυγα, τον έχουν μέσα γιατί πούλαγε αρχαία στα ταξίδια που έκανε.
-βρέ τον φουκαρά, έκαμε ο Σταμάτης, δεν το ήξερα, να του έφερνα και αυτουνού δυο κούτες τσιγάρα

Δεν υπάρχουν σχόλια: