Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2010

Δυο κούτες τσιγάρα Δ΄

Δυο κούτες τσιγάρα Δ΄.

Το ίδιο βράδυ κάλεσαν τον Σταμάτη, να ανταμώσουνε για να του πούν τα νεώτερα. Στο ταβερνάκι που τα πίνανε, του εξήγησαν τι έτρεξε, και πως ο Παναγιώτης χειρίστηκε το θέμα, πως εύκολα πήραν χρήματα στο χέρι, και θα πάρουν και άλλα, πως θα γίνουν σύντομα βιομήχανοι. Αυτός άκουγε σκεπτικός, και δεν μιλούσε.
-γιατί δεν μιλάς;
-και να σας πω δεν θα καταλάβετε;
-γιατί ρε Σταμάτη, τόσα χρόνια δεν σε καταλαβαίνω; Ρώτησε πικραμένα ο Παρασκευάς
-πάρτε τα χρήματα αυτά και μπαλώστε καμιά τρύπα, από αυτές που έχετε ανοιχτές τώρα, ψάξτε για κανένα μεροκάματο και αφήστε τα παλαβά όνειρα.
-ζηλεύεις επειδή εσύ στην σιγουριά του Δημοσίου, δεν πρόκειται να τα οικονομήσεις ποτέ, έριξε πικρόχολο φαρμάκι ο Θανάσης
-λάθος φίλε μου, δεν είμαι εγώ αυτός που γυρεύω δανικά, εσύ είσαι, έπειτα ξεχνάτε πως κανείς δεν δίνει αν δεν πρόκειται να πάρει, αυτό κάνετε και σείς.
-θα γίνουμε ευρωπαίοι επιχειρηματίες, επέμενε ο Θανάσης
-τίποτα δεν θα γίνετε, ξεχνάτε τον Γάκη πως του φέρθηκε; Τα ίδια θα κάνει και σε σας. Μην μπλέξτε σε αυτό το παιχνίδι.
Ο Παρασκευάς σοκαρίστηκε, από αυτήν την αντίδραση, ήταν σίγουρος πως δεν ζήλευε ο Σταμάτης, αλλά ήταν και επηρεασμένος από τις φιλοδοξίες του Θανάση και τα ωραία λόγια του Παναγιώτη. Είχε ενδοιασμούς, να μπεί στην περιπέτεια αυτή ή να μην μπεί; Πείρε το άλλο πρωί τηλέφωνο τον Παναγιώτη κρυφά από τον Θανάση να του πεί τις αντιρρήσεις του Σταμάτη, και εκείνος τον έκοψε, -άστον αυτόν τον γραφιά, αυτός έμεινε στις δύο κούτες τσιγάρα.
Και οι τελευταίες αναστολές του Παρασκευά υποχώρησαν, και μαζί με το Θανάση εξόρμησαν να βρούν το τόπο που θα στεγάζονταν η νέα επιχείρηση.

Στον περιφερειακό δρόμο προς τον Καρέα, υπήρχε ένα δίπατο σπίτι, κτισμένο μέχρι τα τούβλα, ο ιδιοκτήτης του δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να ολοκληρώσει. Τον βρήκαν και το νοίκιασαν, με υποχρέωση να ολοκληρώσουν όσα έλειπαν, κουφώματα, υδραυλικά, ηλεκτρικά κλπ. Τους εξυπηρετούσε έτσι γιατί θα διαμορφώνανε όπως τους βόλευε. Χρήμα είχαν στην τσέπη, οι εργάτες βρεθήκανε αμέσως και πριν περάσουν δυο μήνες, στην είσοδο του εργαστηρίου σταμάτησε ένα φορτηγό μεγάλο, κατεβάζοντας μηχανήματα. Ζυμωτήρια, φούρνους, ψυγεία και καταψύκτες, φωριαμούς, ταψιά φόρμες και ότι άλλο χρειάζονταν για να αρχίσει η παραγωγή. Τον πάνω όροφο το διαμόρφωσαν σε γραφεία, ένα λογιστήριο, ένα για τα αφεντικά και ένα για τον Παναγιώτη. Σε αυτό το διάστημα που στηνότανε το εργαστήριο, (το λέγανε εργοστάσιο), πέρασαν κάμποσες φορές από το γραφείο του Λουκά και από την τράπεζα, και υπέγραφαν όπου ο Παναγιώτης ή ο Λουκάς υπεδείκνυαν.
Όταν δυο ημιφορτηγά κλειστά, με την φίρμα στο πλάι, ΠΙΤ ΠΙΤ, αράξανε μπρός στο εργαστήριο, ήταν όλα έτοιμα για το ξεκίνημα. Όλα εκτός από τα χαρτιά της Εφορίας, που έπρεπε να διατρυπηθούν, και ο αρμόδιος υπάλληλος στην Εφορία καθυστερούσε. Ενώ ο Θανάσης επισκεπτόταν τους πελάτες του στα Super market, ενημερώνοντας για το νέο προϊόν που θα τους προμήθευε και άρχισε να μαζεύει παραγγελίες, ο Παρασκευάς αποφάσισε να πάει στην Εφορία να δεί τον λόγο που καθυστερεί η θεώρηση των μπλοκ συνοδευτικών εγγράφων.
Έκπληκτος έμαθε πως ο αρμόδιος για την θεώρηση ήταν ο Σταμάτης. Αργά αλλά σταθερά ανέβαινε την ιεραρχία στο υπουργείο, και τώρα έτυχε να είναι αυτός, από τον οποίο θα περνούσε η θεώρηση αυτή. Μπήκε στο γραφείο του ο Παρασκευάς και κοντοστάθηκε.
-έλα κάτσε, τον καλωσόρισε ο Σταμάτης
-ευχαριστώ, πως είσαι;
-καλά είμαι, ξέρω γιατί ήρθες, για την θεώρηση; σωστά;
-ναι σωστά, είναι τίποτα λειψό; ή λάθος;
-όχι-όχι όλα είναι σωστά, απλά ήθελα να έρθεις εδώ, έστω και με αυτόν τον τρόπο, στο όνομα της φιλίας μας, να σε αποτρέψω να συνεχίσεις
-γιατί;
-δεν καταλαβαίνεις σε τι έχεις μπλέξει; μεγάλα καράβια, μεγάλες φουρτούνες, και δεν κάνεις για τα μεγάλα.
-Σταμάτη νομίζω ότι ζηλεύεις, που δική σου πρόοδος είναι ίσαμε εδώ, εμείς θα προχωρήσουμε μπροστά, μην μας φέρνεις εμπόδια.
-από εμένα κανένα εμπόδιο, μην με φοβάσαι εσύ τουλάχιστον. Τα δελτία σου είναι έτοιμα μπορείς να τα πάρεις, και να πάς στο καλό.
Χαιρετήθηκαν εντελώς τυπικά, και αποχωρώντας ο Παρασκευάς, ψιθύρισε, -βρε πως κατάντησε ο γραφιάς;

Ξεκίνησε η παραγωγή και η διάθεση των προϊόντων της ΠΙΤ-ΠΙΤ, (πίτες πίτσας), με πολύ κέφι και αισιοδοξία. Εκτός από μια κοπέλα που έφερε ο Παναγιώτης στο λογιστήριο, το προσωπικό ήταν οι γυναίκες των δύο συνεταίρων, οι γονείς του Θανάση, και δυο ξαδέλφες του. Δηλωθήκαν όλοι στο ΙΚΑ με κανονική πρόσληψη. Ο Παρασκευάς και ο Θανάσης, έπαιρναν από ένα αυτοκίνητο κάθε πρωί και γυρνούσαν να διαθέσουν το περιεχόμενο. Ο Παναγιώτης περνούσε μία ή δυο φορές την εβδομάδα, τους παρότρυνε να συνεχίζουν με τον ίδιο ενθουσιασμό, έκανε μερικά τηλεφωνήματα και έφευγε πάντα βιαστικός.
Γρήγορα επεκτάθηκε η νέα εταιρία, εκτός από τα συνοικιακά Super market, και σε αλυσίδες του είδους, σε στρατόπεδα και νοσοκομεία. Κατ’ απαίτηση των πελατών, μια ποικιλία από αρτοπαρασκευάσματα προστεθήκανε στα είδη, που διέθετε η ΠΙΤ-ΠΙΤ, εκτός από τις πίτες, μπήκαν τα μπισκότα και οι τυρόπιτες.
Ο Θανάσης ικανοποιημένος από την κατάσταση αυτή, αποφάσισε να μετακομίσει, στην Ηλιούπολη παρασέρνοντας και τον Παρασκευά. Βρήκαν ένα νεόδμητο δίπατο και το νοίκιασαν, ενώ άρχισαν να κάνουν σχέδια για το δικό τους οικοδόμημα. Ο Παναγιώτης όμως, είχε άλλες απόψεις.
-τώρα που το χρήμα τρέχει, πρέπει να επεκταθούμε, έλεγε
-τι να κάνουμε;
-θα πάρουμε πωλητές, θα αυξήσουμε τα προϊόντα μας εμπορευόμενοι, πανελλαδικά, θα δραστηριοποιηθούμε και με άλλα αντικείμενα και σε άλλους τομείς.
-μα μπορούμε; Δίστασε ο Παρασκευάς.
-περίμενες να γίνεις εργοστασιάρχης, και όμως έγινες, θάρρος και τόλμη χρειάζεται, να αρπάζεις τις ευκαιρίες
-σωστά συμπλήρωσε ο Θανάσης, ότι μας χρωστά η ζωή θα το πάρουμε.
Οι εκλογές του 1985 έγιναν, η αλλαγή μείωσε λίγο το ποσοστό της, αλλά άνοιξε πολύ τα ταμεία, και το χρήμα κυκλοφόρησε στην αγορά. Δύο ολοκαίνουργια Volvo, ήρθαν στην επιχείρηση απ’ έξω, ήταν τα αυτοκίνητα των αφεντικών. Ο Παναγιώτης χρησιμοποιούσε το αυτοκίνητο του κόμματος, παρά τις γκρίνιες που είχαν αρχίσει στο εσωτερικό του.
Οι παραγγελίες στην ΠΙΤ-ΠΙΤ γινόντουσαν και τηλεφωνικά, εκτός από τα δύο πρώτα αμάξια, προστέθηκε ακόμα ένα, νοίκιασαν και μια αποθήκη, και η δουλειά πήγαινε καλά, ή τουλάχιστον έτσι φαινότανε.

Οι επισκέψεις στο γραφείο του Παναγιώτη πληθύνανε, κάποιοι άγνωστοι αλλά καλοντυμένοι, έμπαιναν και έβγαιναν, μέχρι και ο Αργυρίου από την τράπεζα ήρθε ένα βραδάκι, να τα πούνε. Σε αυτό το συμβούλιο όπως το είπανε, παραβρέθηκαν ο Παρασκευάς, ο Θανάσης, ο Λουκάς και δύο άγνωστοι, που συστήθηκαν αδελφοί Αργυρίου. Συνώνυμοι με τον τραπεζικό, αλλά όχι συγγενείς.
Ο Παρασκευάς και ο Θανάσης, με δυσκολία κατάφερναν να ανταπεξέρχονται στις απαιτήσεις της δουλειάς που είχαν ανοιχτεί μέχρι τώρα. Νόμιζαν πως έλεγχαν την κατάσταση, ενώ στη ουσία διεκπεραίωναν τις παραγγελίες της εταιρίας τους, χωρίς να έχουν αντίληψη για τα οικονομικά θέματα, τα οποία διαχειρίζονταν ο Παναγιώτης με τον Λουκά. Ήταν ευχαριστημένοι διότι ότι ζητούσαν το έπαιρναν, και ήταν μαθημένοι να μην ζητούν πολλά. Γι’ αυτό και δεν ρώταγαν πολλά. Τα αυτοκίνητα τα Volvo, άνηκαν στην εταιρία, όπως και κάθε άλλο αντικείμενο. Η εταιρία ανήκε σε αυτούς, αυτό είχαν καταλάβει. Σήμερα λοιπόν που θα παίρνονταν μεγάλες αποφάσεις, έπρεπε να είναι παρόντες.
Ο Λουκάς, καλωσόρισε τους αδελφούς Αργυρίου, και τους ευχαρίστησε για την πρόθεση τους να επενδύσουν στην ΠΙΤ-ΠΙΤ, βλέποντας την αλματώδη ανάπτυξη της. Ο Θανάσης ρώτησε
-δηλαδή θα κάνουμε και σουβλάκια; Δεν κατάλαβε γιατί όλοι γέλασαν.
-εμείς άρχισε ό ένας από τους αδελφούς, έχουμε τις άκρες να κάνουμε κατασκευαστική κοινοπραξία, να αναλαμβάνει δημόσια έργα εδώ και στο εξωτερικό, με την συνδρομή και του κυρίου Αργυρίου, αν και η ΠΙΤ-ΠΙΤ ενδιαφέρεται, επεκτεινόμαστε σε αυτόν τον τομέα, μέση Ανατολή τώρα και Βαλκάνια αργότερα μας περιμένουν.
-θα μας ενισχύσει η ΕΟΚ πήρε τον λόγο ο Παναγιώτης, στρεφόμενος προς τους δύο που με γουρλωμένα μάτια κοίταζαν γύρω γύρω.
-τι πρέπει να κάνουμε; Ο Παρασκευάς, οι γνώσεις μας δεν επαρκούν
-δεν χρειάζονται γνώσεις, τόλμη χρειάζεται, επέμβει ο Λουκάς, ξεχνάς πως ξεκίνησε η ΠΙΤ-ΠΙΤ, αν δεν ήταν ο Κύριος Αργυρίου, ακόμα θα περιμένατε την απάντηση για τα ψίχουλα που ζητούσατε, ενώ τώρα είστε εργοστασιάρχες, με προσωπικό με αυτοκίνητα εταιρικά με γραφεία με …….
-καλά-καλά τον έκοψε ο Θανάσης συμφωνούμε, τι πρέπει να κάνουμε;
-άμα συμφωνείτε θα κάνουμε τα χαρτιά και σε καμιά εβδομάδα θα πέσουν οι υπογραφές στα γραφεία των Αφων Αργυρίου.
Οι δύο συνεταίροι έφυγαν αφού τα υπόλοιπα τα ανέλαβαν ο Λουκάς και ο Παναγιώτης. Το ένα αμάξι πίσω από το άλλο έφτασαν στα σπίτια τους.
-δεν έρχεσαι λιγάκι να τα πούμε; Πρότεινε ο Παρασκευάς
-έρχομαι έτσι κι αλλιώς και οι γυναίκες μας τα λένε στον άλλο όροφο.
Μπήκαν στο σπίτι του Παρασκευά, σερβιριστήκανε από ένα ποτό και κάτσανε στο σαλόνι.
-εγώ φοβάμαι, άρχισε ο Παρασκευάς
-γιατί μωρέ, δεν βλέπεις τι γίνεται, δεν βλέπεις το χρήμα που κυκλοφορεί;
-το βλέπω αλλά δεν το ορίζω
-και ποιος μπορεί να το ορίζει; Γι’αυτό είναι στρογγυλό για να κυλάει και να αλλάζει χέρια.
-έχω ενδοιασμούς, δεν μου αρέσουν οι Αργυρίου. Επέμενε ο Παρασκευάς.
-μήπως ρε συ μίλησες με τον γραφιά;
Δεν πρόλαβε να απαντήσει, άνοιξε η πόρτα και μπήκε η Σοφία, εδώ είστε και εμείς περιμένουμε πάνω; Και έτσι έμεινε ατελής η κουβέντα.
Το άλλο βράδυ, αφού σχολάσανε, πρότεινε ο Παρασκευάς να διώξουν τις γυναίκες τους και να πιούν κανένα κρασί, έτσι και έγινε. Στο ταβερνάκι το γνωστό, περίμενε ο Σταμάτης μαζί με τον Γάκη. Στράφηκε ο Θανάσης να φύγει,
-μου την είχες στημένη Παρασκευά;
-βρέ αδελφέ ένα κρασί θα πιούμε. Και κάτσανε στο τραπέζι μαζί με τους άλλους δύο.
-γίνατε μεγάλοι και τρανοί, έσπασε τον πάγο ο Γάκης, εσύ που ήσουν στο πολυτεχνείο μέσα και εγώ έξω, εσύ κεφάλαιο τώρα και εγώ φύλακας,
-τι να κάνουμε, δεν μπορούμε να είμαστε όλοι το ίδιο, καμάρωσε ο Θανάσης, στον αγώνα της ζωής ο καθένας υποχρεωτικά πάει στο πόστο του.
-σταματήστε αυτά τα ανόητα, ήρθαμε να πιούμε δυο κρασιά να θυμηθούμε την παλιά μας φιλία, που όσο περνά ο χρόνος ξεφτίζει, μην την δυναμιτίζεται κι άλλο.
-σωστά άνοιξε το στόμα του και ο Σταμάτης, τελευταίος από όλους, ας προσπαθήσουμε να ξαναστήσουμε την παρέα μας.
Θυμήθηκαν παλιές ιστορίες, φέρανε την κουβέντα στο Δημήτρη και το κατάντημα του, και όσο περνούσε η ώρα, φθάνανε και στα τωρινά. Ο Γάκης είχε παντρευτεί και είχε τρία παιδιά, ενώ ο Σταμάτης δεν είχε βρει την κατάλληλη, παρά τα τόσα προξενιά που του κάμανε. Ο Παρασκευάς τρωγόταν να ακούσει την άποψη του Σταμάτη, για το νέο εγχείρημα που ξεκινούσε με τον Θανάση. Μια στιγμή που ο Θανάσης πήγε στο WC, βρήκε την αφορμή να θέσει το θέμα, ο Γάκης μόλις άρχισε να σοβαρεύει η κουβέντα και να αναφέρεται το όνομα του Παναγιώτη, σηκώθηκε,
-εγώ πάω έξω να πάρω αέρα, άμα τελειώσετε με αυτόν το μαλ… θα ξαναέρθω. Ο Θανάσης που στο μεταξύ ερχότανε, είδε τον Γάκη να πηγαίνει στην έξοδο, κοίταξε στο τραπέζι και ο Παρασκευάς του έγνεφε, πήγαινε κοντά του, και πήγε.
-λοιπόν; Εναγωνίως ο Παρασκευάς
-όσο είναι ακόμα καιρός σταματήστε, μην υπογράφεται άλλα γιατί θα έχετε κακά ξεμπερδέματα.
-δεν μας απειλείς;
-φιλικά πολύ φιλικά το λέγω, ξέρω από μέσα πράγματα που αγνοείτε.
Τσούγκρισαν τα ποτήρια ξανά, διότι είχαν έρθει και οι άλλοι δύο, και κύλησε ευχάριστα το υπόλοιπο της βραδιάς. Στο δρόμο της επιστροφής ο Παρασκευάς οδηγώντας, ανέφερε στον Θανάση, τις αντιρρήσεις του Σταμάτη, και εκείνος τον έκοψε απότομα, δεν σου είπα πως μου την είχες στημένη,
-τι περιμένεις από αυτόν τον γραφιά που δεν μπορεί ακόμα να βρει γυναίκα και περιμένει από τα προξενιά στην εποχή μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: