Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2010

Ο συμβιβαστής- Δυο κούτες τσιγάρα Α΄.

Για χάρη του φίλου μου Νικόλα, επειδή του άρεσαν (τα ναυάγια) θέλησα να αναπτύξω λίγο τον συμβιβαστή, εκείνον δηλαδή που μπορούσε και συμβίβαζε πρόσωπα και καταστάσεις, ενώ ίδιος έμενε πάντα ασυμβίβαστος, χωρίς να τολμήσει να κάνει τον μεγάλο συμβιβασμό (να παντρευτεί). Παρεκτράπηκα και το θέμα πήγε αλλού, αλλά δεν πειράζει, άλλαξα τίτλο, το έγραψα (δυο κούτες τσιγάρα) και του το αφιερώνω.
Όπως και το προηγούμενο φαντασίες και ψέματα είναι τα γραφόμενα. Επειδή επεκτάθηκε παραπάνω από ότι υπολόγιζα (οι διάλογοι) το χώρισα σε έξι μέρη για να μην είναι κουραστικό στη ανάγνωση.

Συμβιβαστής- Δυο κούτες τσιγάρα Α

Η χρονιά που ακολούθησε τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, ήταν η χρονιά της μεταπολιτεύσεως το 1974. Τότε στην πρώτη ΕΣΣΟ, διακόπτοντας υποχρεωτικά την αναβολή τους, στρατεύτηκαν πολλοί νέοι. Ήταν εκείνη η σειρά, η 109 με την περισσότερη προσέλευση ανομοιογενών νέων οπλιτών.
Μια μέρα του Μαρτίου εκείνης της χρονιάς, αγκομαχώντας το τραίνο ανέβαινε από την Καλαμάτα προς την Αθήνα, φορτωμένο φαντάρους που μετά τη βασική εκπαίδευση, κατευθυνόντουσαν στις μονάδες για τις οποίες είχαν επιλεγεί. Γεμάτο νέους ανθρώπους το τρένο κι’ όμως επικρατούσε μια ησυχία τρομαχτική. Αφού πέρασε και από Τρίπολη όπου φόρτωσε και άλλους, το σούρουπο έφτασε στην Αθήνα. Εκεί έγινε άλλος διαχωρισμός, ποιοι θα συνέχιζαν από τον διπλανό σταθμό Λαρίσης με το τραίνο, και ποιοι πηγαίνανε στα αυτοκίνητα για τις μονάδες της Αττικής. Λίγο αργότερα ξεκινούσε μια φάλαγγα πέντε οχημάτων με φορτίο στο καθένα 20 φαντάρους για την μονάδα των επίλεκτων, που έδρευε κοντά στην Αθήνα.
Ενώ τα αυτοκίνητα μπορούσαν να μπουν στην πλατεία του στρατοπέδου, σταμάτησαν στην πύλη. Εκεί τους περίμεναν μία αρκετά μεγάλη ομάδα από παλαιότερους φαντάρους, μαζί με υπαξιωματικούς, για την υποδοχή. Φωνές, γιουχαΐσματα, βρισιές, καρπαζιές που δεν ήξεραν από έρχονται, ήταν το καλωσόρισμα. Ο σάκος στην ανάταση, (ψηλά τα χέρια), και τρέχοντας στην ανηφόρα για την πλατεία, φωνάζοντας <ζήτω-ζήτω η επανάσταση>. Προτού καν φτάσου στην πλατεία, απόσταση περίπου 150 μέτρα σωριάστηκε κάτω ένας από τους νεοφερμένους.
Οι παλαιότεροι ούρλιαζαν Ντακότες, θα πεθάνετε, θα πήξετε, θα λιώστε. Σηκωτό τον πήγανε στο αναρρωτήριο, και μετά φάνηκε ο αξιωματικός υπηρεσίας. Μόλις εμφανίστηκε επεκράτησε σιγή. Παραταχθήκανε και άρχισε ο διαχωρισμός κατά λόχους, αμέσως μετά τους παρέδωσε κάθε ομάδα σε έναν λοχία του λόχου που ανήκαν, με την διαταγή να οδηγηθούν στο ΤΟΛ, να φάνε και να κοιμηθούν οι νέοι, αρκούσε για σήμερα ο κόπος τους.
Μετά κατευθύνθηκε στο αναρρωτήριο, με την εμφάνιση του στη πόρτα ο νοσοκόμος στάθηκε προσοχή, σπρώχνοντας τον τραυματία, ανάφερε μαλ… ο τραυματίας προσπάθησε να σταθεί προσοχή, αλλά δεν τα κατάφερνε, ξεκίνησε να αναφέρει στρατιώτης Παρασκευάς Αγησιλάου, πριν τελειώσει ξανασωριάστηκε, ειδοποίησε να έρθει ο γιατρός, διέταξε και κίνησε να φύγει, όταν είδε τα αίματα στο πόδι του Παρασκευά, πλησίασε και ξανά διέταξε, Ξάπλωσε. Ο νέος αναστενάζοντας ξάπλωσε στο κρεβάτι,
-από πού είσαι;
-από την Άμφισσα
-Είσαι ντακότα ρε;
-όχι άνθρωπος
-κάνεις πνεύμα ρε; Θα λες κύριε λοχαγέ, κατάλαβες ρε;
-μάλιστα
-μάλιστα τι, ρε μαλ….
-μάλιστα κύριε λοχαγέ.
-εδώ είμαστε μάχιμοι, αν δεν αντέχεις θα σε διώξουμε
-μάλιστα κύριε λοχαγέ
Ο γιατρός εκείνη την ώρα ήρθε, στρατεύσιμος ήταν, που έκανε το αγροτικό του και την θητεία του ταυτόχρονα, χαιρέτισε το λοχαγό και πήγε στον Παρασκευά, -για να ειδώ τι συμβαίνει; Έκοψε το παντελόνι με ψαλίδι και φάνηκε η πληγή, ένα αρκετά βαθύ τραύμα, έμοιαζε μαχαιριά ή κατσαβιδιά όπως γνωμάτευσε. Ο λοχαγός δαγκώθηκε και έφυγε.
Την επομένη μέρα στην αναφορά του τάγματος, υπήρχε ένας επιπλέον λόχος των υποψηφίων μαχητών της συγκεκριμένης μονάδας. Ο διοικητής τους καλωσόρισε λέγοντας πως οι από του 89 υποψηφίους αν κατορθώσουν να περατώσουν την εκπαίδευση τους οι 30 θα είναι ευχαριστημένος, οι άλλοι θα φεύγανε. Παράλληλα ανάφερε και το γεγονός του τραυματισμού, και ζήτησε από το δράστη να παρουσιαστεί, και επειδή δεν έβγαινε κανείς, ζήτησε όποιος τον γνωρίζει να τον αναφέρει μέχρι αύριο.
Η πρώτη ημέρα των υποψηφίων πέρασε με προσαρμογή στο περιβάλλον, να εντοπίσουν δηλαδή, που είναι τα αφοδευτήρια, τα μαγειρεία, οι σκοπιές, οι βρύσες, να μάθουν πως ποτέ δεν περπατάνε μόνο τρέχουν, πως το ΚΨΜ είναι μόνο για τους παλιούς, ένας τηλεφωνικός θάλαμος στην πλατεία είναι αποκλεισμένος γι’αυτούς, μέχρι να ονομασθούν μαχητές και να ενταχθούν κανονικά στην μονάδα, καθώς και άλλα πολλά που μοναδικό σκοπό είχαν να τους κάμψουν το ηθικό, (να ψαρώσουν).
Την επόμενη ημέρα στην αναφορά του τάγματος, στην γραμμή των αναφερόμενων, στεκότανε ένας μαχητής παλιοσειρά. Ο διοικητής μετά την καθιερωμένη ομιλία περί σωτηρίου επαναστάσεως και κουμουνιστικού κινδύνου, ήρθε στο γεγονός του τραυματισμού. -Εχθές είχαμε ένα θλιβερό επεισόδιο, διελευκάνθη με την βοήθεια του Αποστόλου, ο οποίος τιμωρείται με 20 ημέρες αυστηράς φυλακίσεως, διότι πρόδωσε τον συνάδελφο του, τρείς μήνες στέρηση εξόδου και μετά αποπομπή από την μονάδα μας, η μονάδα αυτή δεν σηκώνει τους χαφιέδες. Ο δράστης του επεισοδίου να παρουσιαστεί στο γραφείο μου μέχρι το μεσημέρι.
Πράγματι ο δράστης παρουσιάστηκε στο γραφείο του διοικητή, ανάφερε -μαχητής Γεώργιος Τζαχρήστος, δέχθηκε κάμποσες σφαλιάρες, και την εντολή να πάει στο αναρρωτήριο να βρει το τραυματία και να του ζητήσει συγχώρεση. Ο λόγος που ο διοικητής το έκανε, ήταν για να ελέγξει την αντίδραση του Παρασκευά. Όντως ο Τζαχρήστος πήγε στο αναρρωτήριο, βρήκε το τραυματία, του είπε πως εκείνος το πλήγωσε με κατσαβίδι, και πως τιμωρήθηκε αρκούντως από τον διοικητή, για να εισπράξει μια μη αναμενόμενη αντίδραση. <δεν φταις εσύ καημένε, φταίνε εκείνοι που κατάντησαν έτσι τον στρατό μας>. Με το επεισόδιο αυτό θεμελιώθηκε μια φιλία και άρχισε να δημιουργείται μια παρέα, που άντεξε αρκετά χρόνια.
Το Πάσχα πέρασε πολύ σύντομα και ήρθαν οι νέοι υπαξιωματικοί της σειρά στην μονάδα. Αυτή η υποδοχή ήταν αλλιώτικη. Χωρίς γιουχαΐσματα, ήρθαν πρωί, και παραταχθήκαν αμέσως στη πλατεία. Τους υποδέχθηκε ο υποδιοικητής, τους μίλησε για την εθνοσωτήριο επανάσταση, και τους παρέδωσε στους διμοιρίτες ΔΕΑ, να τους πάνε στους λόχους.
Σε αυτό το μπουλούκι, υπήρχε και ο Σταμάτης Κορινθίου, που είχε ονοματιστεί λοχίας. Ένας μικροκαμωμένος λεπτός νέος, έδειχνε ασθενικό άτομο, με γυαλιά, πράγμα ασυνήθιστο για την μονάδα. Αυτός στο Κέντρο της Καλαμάτας ήταν στο ίδιο διώροφο κρεβάτι με τον Παρασκευά, και είχαν αρχίσει να αναπτύσσουν φιλία, είχαν κοινές ιδεολογικές ρίζες, ήταν ενάντιοι στην στρατοκρατία. Η πρώτη τους συνάντηση είχε γίνει λίγους μήνες πρωτύτερα στο πολυτεχνείο, η δεύτερη στο κέντρο νεοσυλλέκτων και τώρα ξανανταμώνουν στην μονάδα των επίλεκτων μαχητών, αυτό το γεγονός πίστευαν πως δεν είναι τυχαίο. Η μεγαλύτερη έκπληξη ήταν πως τοποθετήθηκαν στον ίδια διμοιρία, και όταν ο Σταμάτης ανέλαβε ομαδάρχης, είχε στην ομάδα του τον Παρασκευά.
Σε κάποια ευκαιρία, ρώτησε ο Παρασκευάς, πως κατάφερε να έρθει σε αυτήν την μονάδα, κοντά στην Αθήνα, και πόσο θα αντέξει το περιβάλλον, <μάλλον μαζί θα φύγουμε>, τόνισε. Η απάντηση του Σταμάτη ήταν λιγόλογη, δυο κούτες τσιγάρα στον στρατολόγο και το θέμα έληξε. Αυτός ήταν τότε ο στρατός.
Προτού αρχίσει το ξεσκαρτάρισμα, της μονάδας, να φύγουν δηλαδή, οι ανήμποροι στις απαιτήσεις, οι ασθενικοί και οι αντιφρονούντες, έγινε η εισβολή στην Κύπρο, κηρύχτηκε γενική επιστράτευση, έπεσε η Χούντα που κυβερνούσε, και ήρθε η μεταπολίτευση.
Η μονάδα των επιλέκτων μαχητών, εγκατέλειψε το στρατόπεδο και αναπτύχθηκε στα όρια της Ανθούσας. Εκεί υποδέχθηκε τους επίστρατους. Όπως στις περισσότερες μονάδες, έτσι και εδώ εξελίχθηκε σε φιάσκο. Υπήρχαν φαντάροι με παπούτσια αθλητικά, κάποιο άλλοι, με τα παντελόνια Μπλου τζήν, με τα ραδιοφωνάκια στο χέρι. Άλλοι σοβαροί, άλλοι προβληματισμένοι, κάποιοι χαρούμενοι που άλλαξε επιτέλους η κυβέρνηση, υπήρχε και μια μερίδα που κάνανε την πλάκα τους.
Σε αυτόν τον χαμό, έγιναν ανακατατάξεις και στο εσωτερικό του στρατοπέδου, αλλάξανε δηλαδή μεταξύ τους λοχαγοί και υπολοχαγοί, για να ξεχαστούν οι εντάσεις που πιθανόν είχαν με τους μαχητές, οι σφαλιάρες κοπήκαν, οι βρισιές ελαττώθηκαν, και κανείς δεν μιλούσε πλέον για την επανάσταση.
Ο λοχαγός διαχειριστής του υλικού ήταν ο πρώτος αξιωματικός που έφυγε από την μονάδα, γιατί είχε πουλήσει μια ποσότητα από άρβυλα, και δεν μπορούσαν να εξοπλιστούν οι επίστρατοι. Οι υπόλοιποι αξιωματικοί αγωνιούσανε για την δική τους τύχη. Οι στρατεύσιμοι και οι επίστρατοι, γνωριζόντουσαν και δημιουργούσαν καινούργιους πυρήνες. Είχαν ξεχωρίσει τους χαφιέδες και του απομόνωσαν. Φιλίες σχηματίστηκαν καινούργιες.
Με τον Αττίλα2, αναχώρησε η μονάδα για την Κύπρο, στα μισά του δρόμου άλλαξε ρότα και βρέθηκε στην Κρήτη. Στρατοπέδευσε αμέσως σε καταυλισμό. Εκεί αλλάξανε σε διάστημα είκοσι ημερών, όλοι οι αξιωματικοί εκτός από τον διοικητή. Αυτός παρέδωσε την μονάδα στο υποδιοικητή του και έφυγε. Ένα μήνα αργότερα ήρθε ο νέος επικεφαλής της μονάδος των μαχητών.
Ο Παρασκευάς εκτός από τον Σταμάτη και το Τζαγρήστο που τον φωνάζανε Γάκη, έπιασε φιλίες και με τον Δημήτρη Περιστερίνη αλλά και τον επίστρατο Παναγιώτη Δολιανό. Ο τελευταίος είχε χρήματα, και πλήρωνε συνήθως τους λογαριασμούς.
Οι επίστρατοι κάθε τόσο λιγοστεύανε, αφού απολυόντουσαν, και όταν ήρθε και η σειρά Παναγιώτη, χαιρετηθήκαν και δώσανε ραντεβού στην Αθήνα όταν απολυθούν. Δεν θα παρακολουθήσουμε την πορεία του στρατοπέδου, και πως εξελίχθηκε η μονάδα αυτή, στις πλέον επίλεκτες, που να συμμετέχει και σε συμμαχικές αποστολές, θα αφήσουμε την παρέα εδώ, και θα την ξαναβρούμε δυο χρόνια αργότερα, όταν θα έχουν απολυθεί όλοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: